Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Walter Benjamin-Επιστημο-Κριτικός Πρόλογος (Ursprung des deutschen Trauerspiels, 1928)


Walter Benjamin
Επιστημο-Κριτικός Πρόλογος
(αποσπάσματα)
Ursprung des deutschen Trauerspiels, 1928

Είναι χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής συγγραφής ότι πρέπει συνεχώς να αντιμετωπίζει το ζήτημα της αναπαράστασης. Στην τελειωμένη της μορφή, η φιλοσοφία –είναι αληθές– θα προσλάβει την ποιότητα του δόγματος, αλλά αυτό δεν ερείδεται επί της δύναμης της απλοϊκής σκέψης να προσδώσει μια τέτοια μορφή. Το φιλοσοφικό δόγμα βασίζεται στην ιστορική κωδικοποίηση. Δεν μπορεί εκ τούτου να αποκληθεί more geometric (γεωμετρικός τρόπος). Όσο ευκρινώς τα μαθηματικά καταδεικνύουν, ότι η ολοκληρωτική εξάλειψη του προβλήματος της αναπαράστασης –το οποίο το καυχιέται κάθε καθώς πρέπει διδακτικό σύστημα είναι το σημάδι της αληθινής γνώσης, τόσο τελειωτικά θα αποκαλύπτουν την αποκήρυξη εκείνης της περιοχής της αλήθειας, προς την οποία η γλώσσα κατευθύνεται. Το μεθοδολογικό στοιχείο στα φιλοσοφικά σχέδια δεν είναι απλά κομμάτι του μηχανισμού διδασκαλίας τους. 


Αυτό απλά σημαίνει ότι διαθέτουν μια συγκεκριμένη εσωτερική ποιότητα, την οποία είναι ανίκανα να αποβάλουν, να απαγορεύσουν, να αρνηθούν και την οποία εκθέτουν στον δικό τους κίνδυνο. Οι εναλλακτικές φιλοσοφικές μορφές, οι οποίες αναπαριστώνται με τις έννοιες του δόγματος και της εσωτερικής έκθεσης, είναι ακριβώς αυτά τα πράγματα, τα οποία αγνοήθηκαν από τον δέκατο ένατο αιώνα και τη δική του έννοια του συστήματος. Στο μέτρο που προσδιορίζεται από αυτήν την έννοια του συστήματος, η φιλοσοφία είναι σε κίνδυνο του να συμβιβασθεί με έναν συγκρητισμό, ο οποίος υφαίνει ένα ιστό μεταξύ ξεχωριστών ειδών γνώσης, σε μια προσπάθεια να παγιδεύσει την αλήθεια σαν αν ήταν κάτι που ήλθε στον ιστό πετώντας από έξω. Όμως ο οικουμενισμός, ο οποίος αποκτήθηκε από μια τέτοια φιλοσοφία υπολείπεται κατά πολύ της διδακτικής αυθεντίας του δόγματος. Αν η φιλοσοφία πρέπει να παραμείνει πιστή στο νόμο της δικής της μορφής, ως αναπαράσταση της αλήθειας και όχι ως οδηγός στην απόκτηση της γνώσης, τότε μάλλον η ενεργοποίηση-εφαρμογή αυτής της μορφής παρά η συμμετοχή της στο σύστημα θα πρέπει να τύχει της οφειλόμενης σημασίας και σπουδαιότητας. Αυτή η ενεργοποίηση-εφαρμογή έχει επιβάλει τον εαυτό της επί όλων των εποχών, οι οποίες έχουν αναγνωρίσει την εκτός των περιστάσεων ουσία της αλήθειας στη μορφή μιας προπαιδευτικής, η οποία μπορεί να σχεδιασθεί με σχολαστικούς όρους ως διδασκαλία-διδαχή (treatise), και τούτο διότι αυτοί οι όροι αναφέρονται εμμέσως σε αυτά τα αντικείμενα της θεολογίας, χωρίς τα οποία η αλήθεια είναι ασύλληπτη. Οι διδαχές μπορεί να είναι διδακτικές στον τόνο τους, αλλά επί της ουσίας στερούνται την τελειωτικότητα μιας οδηγίας-εντολής, η οποία μπορεί να υποστηριχθεί, όπως και το δόγμα, από την αρετή της δικής της αυθεντίας. Η διδαχή επίσης διανέμεται με την καταναγκαστική απόδειξη των μαθηματικών. Στην εκ του κανονικού δικαίου μορφή της διδαχής το μόνο στοιχείο μιας πρόθεσης –και πρόκειται περισσότερο για μια εκπαιδευτική παρά διδακτική πρόθεση- είναι η παραπομπή στην αυθεντία. Η μέθοδός της είναι επί της ουσίας η αναπαράσταση. Η μέθοδος ως παρέκβαση-αυτή είναι η μεθοδολογική φύση της διδαχής. Η απουσία μια αδιάκοπης εμπρόθετης δομής είναι το πρωτεύον χαρακτηριστικό της. Ακούραστα η διαδικασία της νόησης δημιουργεί νέες εκκινήσεις, επιστρέφει με κυκλικό τρόπο στο δικό της αυθεντικό αντικείμενο. Αυτή η συνεχής παύση για ανάσα είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος για την διαδικασία της ενατένισης. Γιατί με το να επιδιώκει διαφορετικά επίπεδα νοήματος στην εξέταση ενός ξεχωριστού αντικειμένου, προσλαμβάνει και το ερέθισμα να ξεκινήσει ξανά και την αιτιολόγηση του ακανόνιστου ρυθμού της. Όπως ακριβώς τα ψηφιδωτά διαφυλάττουν την υψηλότητά τους παρόλο τον κατακερματισμό τους σε ιδιότροπα κομμάτια, έτσι και η φιλοσοφική ενατένιση δεν στερείται ορμής. Και τα δύο είναι χτισμένα από το ξεχωριστό και το ανόμοιο: και τίποτα δεν θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη μαρτυρία υπέρ της ανώτερης δύναμης της ιερής εικόνας και της ίδια της αλήθειας. Η αξία των θραυσμάτων της σκέψης είναι όλο και μεγαλύτερη, στο μέτρο που δεν καταδεικνύει τη σχέση της με την βασική ιδέα, και η λαμπρότητα της αναπαράστασης εξαρτάται από αυτήν την αξία, όπως η λαμπρότητα του ψηφιδωτού από την ποιότητα της υαλικής κόλλας. Η σχέση μεταξύ της λεπτής ακρίβειας του έργου και των αναλογιών του γλυπτικού ή του διανοητικού συνόλου καταδεικνύει ότι η αλήθεια-περιεχόμενο μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο μέσω της βύθισης στις πιο μικροσκοπικές λεπτομέρειες του υποκειμένου-ζητήματος. Στην ανώτερη, δυτική τους μορφή τα ψηφιδωτά και οι διδαχές είναι προϊόντα του Μεσαίωνα: είναι η πολύ υπαρκτή τους συγγένεια, που κάνει τη σύγκριση δυνατή.

Η δυσκολία, συμφυής σε αυτό το είδος αναπαράστασης αποδεικνύει μόνο μια ιδιάζουσα ποιότητα ως μια μορφή πρόζας…Αν η αναπαράσταση πρέπει να εμπήξει την αξίωσή της ως η αληθής μεθοδολογία της φιλοσοφικής διδαχής, τότε πρέπει να συνιστά την αναπαράσταση των ιδεών. Η αλήθεια ενσωματωμένη εντός του χορού των αναπαριστωμένων ιδεών ανθίσταται να καταστεί αντικείμενο σχεδίου, ό,τι αυτό και εάν σημαίνει, εντός του βασιλείου της γνώσης. Η γνώση είναι νομή. Το αντικείμενό της προσδιορίζεται από το γεγονός ότι αυτό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο νομής –ακόμα και με μια υπερβατική έννοια- της συνείδησης. Η ποιότητα της νομής παραμένει. Για το πράγμα, το οποίο είναι αντικείμενο νομής, η αναπαράσταση είναι δευτερεύουσα: δεν έχει προγενέστερη ύπαρξη ως κάτι που αναπαριστά τον εαυτό του. Όμως το αγαθό της αλήθειας διαθέτει ακριβώς το αντίθετο από αυτό. Για τη γνώση η μέθοδος είναι ένας δρόμος απόκτησης του αντικειμένου της –ακόμα και μέσω της δημιουργίας του στη συνείδηση. Για την αλήθεια είναι η αναπαράσταση και είναι εκ τούτου εμμενής σε αυτή ως μορφή. Εν αντιθέσει με τη μεθοδολογία της γνώσης, αυτή η μορφή δεν έλκει την καταγωγή της από μια συνοχή κατεστημένη στη συνείδηση, αλλά από μια ουσία. Ξανά και ξανά η δήλωση ότι το αντικείμενο της γνώσης δεν είναι ίδιο με αυτό της αλήθειας, θα αποδειχθεί ότι είναι μια από τις πιο εμβριθείς προθέσεις της φιλοσοφίας στην αυθεντική της μορφή, της Πλατωνικής θεωρίας των ιδεών. Η γνώση είναι ανοιχτή στο ερώτημα, αλλά η αλήθεια δεν είναι. Η γνώση σχετίζεται με τα μεμονωμένα φαινόμενα, αλλά όχι κατευθείαν με την ενότητά τους. Η ενότητα της γνώσης –αν πράγματι υπάρχει – θα συνίστατο μάλλον σε μια συνοχή, η οποία μπορεί είναι κατεστημένη μόνο στη βάση της ατομικής διορατικότητας, σε ένα πεπερασμένο μέγεθος, ενώ αντίθετα η ενότητα είναι παρούσα στην αλήθεια ως ένα ευθύ και ουσιώδες κατηγορούμενο και ως τέτοιο δεν είναι ανοιχτό στο ερώτημα…Ως μια ενότητα της ουσίας παρά ως μια εννοιακή ενότητα, η αλήθεια είναι επεκείνα κάθε ερωτηματος. Όπου η έννοια είναι ένα αυθόρμητο προϊόν της διάνοιας, οι ιδέες απλά δίδονται, προκειμένου να αντανακλασθούν. Οι ιδέες είναι προ-υπάρχουσες. Έτσι η διάκριση μεταξύ της αλήθειας και της συνοχής, την οποία παρέχει η γνώση, προσδιορίζει την ιδέα ως ουσία. Αυτό είναι ο υπαινιγμός της θεωρίας των ιδεών για την έννοια της αλήθειας. Ως ουσίες, η αλήθεια και η ιδέα αποκτούν αυτήν την υπέρτατη μεταφυσική σημασία, η οποία ρητά έχει αποδοθεί σε αυτές, στο Πλατωνικό σύστημα.

Αυτό πρώτα απ’ όλα είναι προφανές στο Συμπόσιο, το οποίο περιέχει δύο δηλώσεις αποφασιστικής σημασίας για το παρόν συμφραζόμενο. Παρουσιάζει την αλήθεια –το βασίλειο των ιδεών– ως το ουσιώδες περιεχόμενο της ομορφιάς. Διακηρύττει ότι η αλήθεια είναι όμορφη. Η κατανόηση της Πλατωνικής οπτικής για τη σχέση μεταξύ αλήθειας και ομορφιάς δεν είναι μόνο πρωτεύων στόχος σε κάθε μελέτη για τη φιλοσοφία της τέχνης, αλλά είναι απαραίτητη στον προσδιορισμό της ίδιας της αλήθειας. Να ερμηνεύσουμε αυτές τις δηλώσεις με τους όρους της λογικής του δικού τους συστήματος, και όχι ως κομμάτι ενός εκ του καιρού καθιερωμένου πανηγυρικού στη φιλοσοφία, αναπόφευκτα θα σήμαινε να εγκαταλείψουμε τη σφαίρα της θεωρίας των ιδεών, στην οποία ο τρόπος ύπαρξης των ιδεών διαφωτίζεται. Η δεύτερη από αυτές τις δηλώσεις χρειάζεται μια κάποια διεύρυνση. Αν η αλήθεια περιγράφεται ως όμορφη, αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό στα συμφραζόμενα του Συμποσίου με την περιγραφή των σταδίων των ερωτικών επιθυμιών…Αυτή είναι η μύχια ερώτηση του Συμποσίου. Η απάντηση του Πλάτωνα είναι να καταστήσει την αλήθεια εγγυητή της ύπαρξης της ομορφιάς. Με αυτήν την έννοια επιχειρηματολογεί ότι η αλήθεια είναι το περιεχόμενο της ομορφιάς. Αυτό το περιεχόμενο όμως δεν αποκαλύπτεται διά της εκθέσεώς του-μάλλον αποκαλύπτεται διά μιας διαδικασίας, η οποία μπορεί να περιγραφεί μεταφορικά με το κάψιμο του κελύφους, καθώς αυτό εισέρχεται στο βασίλειο των ιδεών, το οποίο είναι η καταστροφή ενός έργου, διά της οποία η εξωτερική του μορφή επιτυγχάνει το πιο λαμπρό βαθμό φώτισης. Αυτή η σχέση μεταξύ αλήθειας και ομορφιάς καταδεικνύει ευκρινέστερα από οτιδήποτε άλλο την μεγάλη διαφορά μεταξύ της αλήθειας και του αντικειμένου της γνώσης, με το οποίο έχει εθιμικά ταυτισθεί, και συνάμα παρέχει μια εξήγηση αυτού του απλού και εντούτοις μη δημοφιλούς γεγονότος, ότι ακόμα και αυτά τα φιλοσοφικά συστήματα, των οποίων το γνωσιακό στοιχείο έχει από καιρό απολέσει κάθε αξίωση στην επιστημονική αλήθεια, διαθέτουν ακόμη σύγχρονη συνάφεια. Όμως το εννοιολογικό τους πλαίσιο έχει από καιρού καταστεί εύθραυστο. Παρ’ όλ’ αυτά, αυτά τα συστήματα, όπως η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, η Μοναδολογία του Λέιμπνιτς, η διαλεκτική του Χέγκελ, ακόμα παραμένουν στέρεες ως προσπάθειες περιγραφής του κόσμου. Είναι ιδιάζον σε αυτές τις προσπάθειες, ότι ακόμα διατηρούν το νόημά τους και πράγματι το αποκαλύπτουν πιο ολοκληρωμένα, στον κόσμο των ιδεών παρά στην εμπειρική πραγματικότητα. Και τούτο διότι αυτά τα συστήματα θεμελιώθηκαν ως περιγραφές μια τάξεως των ιδεών.

1 σχόλιο:

  1. Να το ανεβάσεις, μόνο αν δεν μου ζητήσεις ημερομηνίες, σελίδες, τεκμηρίωση και εξηγήσεις, γιατί δεν έχω καθόλου χρόνο για έρευνα (και κυρίως δεν πρόκειται να απαντήσω σε εξυπνάδες τύπου το «υποκείμενο» είνα το νεο-καντιανό, ιδεαλιστικό «γνωσιακό υποκείμενο»):

    «Η γνώση [δεν] σχετίζεται κατευθείαν με την ενότητα [των φαινομένων]... Η ενότητα της γνώσης –αν πράγματι υπάρχει – θα συνίστατο μάλλον σε μια συνοχή, η οποία μπορεί είναι κατεστημένη μόνο στη βάση της ατομικής διορατικότητας, σε ένα πεπερασμένο μέγεθος»

    Πβ. διάκριση «εγκυκλοπαίδεια» [γνώση] και αλήθεια, στον Μπαντιού.

    --- «[ενατένιση] δεν στερείται ορμής»

    Λούκατς, Intention [ορμή τού «υποκειμένου,** Μπαντιού, Πλάτωνας ] zur Totalität,και «effet d'un» στον Μπαντιού, που είχα μεταφράσει ως «εντελέχεια» [λένε το ίδιο πράγμα]

    πβ. ** «Ας φανταστούμε ένα μάτι που να μην μπορεί να στραφεί από τη σκιά προς εκείνο που λάμπει παρά μόνο χάρη σε μια κίνηση ολόκληρου τού σώματος. Θα μπορούσαμε λοιπόν να σκεφτούμε ότι είναι μόνο χάρη στη συνολική ορμή τού υποκειμένου που καταφέρνουμε να απαγκιστρωθούμε από τις περιπλοκές τού γίγνεσθαι, ώσπου να είμαστε σε θέση να αντέξουμε την αδιαίρετη εποπτεία τού είναι και τού εμμενούς φέγγους το οποίο αυτό κρύβει μέσα του — και που είναι το ίδιο πράγμα μ’ αυτό που ονομάζουμε αλήθεια.» Πολιτεία, 518b κε.)

    --- «δεν έχει προγενέστερη ύπαρξη ως κάτι που αναπαριστά τον εαυτό του. Όμως το αγαθό της αλήθειας διαθέτει ακριβώς το αντίθετο από αυτό. »: μη αυτο-αναφορικότητα τού απόλυτου σημείου αναφοράς [η Ολότητα=[εγελιανό] Απόλυτο]. στο οποίο παραπέμπει κάθε αλήθεια (δες πιο κάτω)): Το «μη» λόγω τής διάκρισης μεταξύ συνοχής [γνώσης] και αλήθειας [προσανατολισμός προς το μη συνεκτικό V]. Μαλαρμέ: «Αυτό [το απόλυτο] θα λάμβανε χώρα {-->περιγράφει τον «τόπο» τού απόλυτου} στους συνδυασμούς τού Απείρου [«το κάψιμο του κελύφους», Μπένγιαμιν] και τού Απόλυτου [σύνολο V]»

    «Το [εγελιανό] απόλυτο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από τον εαυτό του, καθώς το εγελιανό άπειρο οφείλει κάποια στιγμή να αναδιπλωθεί [να «κλείσει»] στο Ένα [πβ. όμως effet-d'un]. Αυτή είναι η λεγόμενη οντο-θεολογική εξάρτηση. Ο τόπος τής απόλυτης αναφοράς [V], [τ.έ. το «απόλυτο»] οφείλει απεναντίας να είναι μια μη συνεκτική πολλαπλότητα που δεν επιτρέπει την συμπεριλήψή της υπό τη μορφή τής μονάδας. Και αν επιθυμεί κανείς να της/του δώσει σώμα, θα πρέπει υποχρεωτικά να προσφύγει στην τυποποίηση [μαθηματική «μορφοποίηση»{=έργο, «αισθητική»}], η οποία συνάγει τις συνέπειες αρχών & αξιωμάτων χωρίς τον περιορισμό τού πέρατος-κλειστού. Θα γίνεται έτσι παραπομπή [«αναπαράσταση», «απεικόνιση», «έκφραση»=«αντανάκλαση»---> «βέλος»] σε ό,τι είναι δεκτικό τής σχέσης αυτής αναφοράς [δηλ. σε ό,τι συμβαίνει να αποτελεί μέλος τής εν λόγω σχέσης: «βέλος»], χωρίς ωστόσο αυτό να συνεπάγεται τη δέσμευση να δηλωθεί κάτι όσον αφορά το ίδιο το [τελικό/ύστατο] σημείο αναφοράς [τριπλή σχέση, τρεις όροι]. Με άλλα λόγια, ό,τι καθιστά δυνατές τις απόλυτες αλήθεια δεν είναι το ίδιο μια απόλυτη αλήθεια... Η «μορφοποίηση/τυποποίηση» είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση αυτή τής κατασκευής ενός μη αυτο-αναφορικού [ύστατου] σημείου αναφοράς.» Από σημειώσεις, σεμινάρια, Μπαντιού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή