Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Το εργατικό κίνημα απέναντι στον φασισμό: Επίκαιροι προβληματισμοί με αφορμή το βιβλίο του R.P. Dutt


Τι σημαίνει «ο φασισμός είναι γέννημα του συστήματος»;

Το προηγούμενο διάστημα, στη Θεσσαλονίκη, στα Γιάννενα, στη Λάρισα διοργανώθηκαν παρουσιάσεις του βιβλίου «Φασισμός και Κοινωνική Επανάσταση», του Ρατζάνι Πάλμε Ντατ, στελέχους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει αποσπάσματα από τις κεντρικές ομιλίες σε αυτές τις εκδηλώσεις που έκανε η Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Συχνά μπορεί ν' αναρωτηθεί κάποιος:

«Τι αξία έχει να διαβάσω ένα βιβλίο γραμμένο πριν από 80 ή και 150 χρόνια ή ένα βιβλίο γραμμένο σήμερα, αλλά που αφορά, π.χ., το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα πριν από 50 χρόνια (βιβλίο προς έκδοση πριν το Πάσχα);»


Μπορεί να σκεφτείτε ότι αναμφίβολα έχει αξία ιστορική, αλλά ποια είναι η χρησιμότητά του σήμερα; Στη γενικότερη χρησιμότητα τέτοιων βιβλίων θέλω να αναφερθώ κι όχι να σας δώσω το διάγραμμα του βιβλίου ή να παρουσιάσω τον πρόλογο. Θα επιχειρήσω να συσχετίσω την πολιτική μας σκέψη για τα σημερινά προβλήματα με βάση την πείρα από την πολιτική μας σκέψη και δράση στο παρελθόν.

Η διαλεκτική υλιστική αντίληψη της Ιστορίας είναι εργαλείο για την αντικειμενική αντίληψη της τρέχουσας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης, αλλά και εργαλείο για την πρόβλεψη των μελλοντικών εξελίξεων.

Στην πρόβλεψη όμως δε στεκόμαστε παθητικά, αλλά την αντιμετωπίζουμε ενεργητικά.

Η πρόβλεψη των τάσεων, των δυνατοτήτων στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, στα ενδεχόμενα έκβασης της ταξικής πάλης έχει την αξία της συνειδητής, σχεδιασμένης παρέμβασης, της ώριμης δράσης, αυτής της δράσης που γίνεται ώριμη γιατί διδάσκεται από το παρελθόν, βγάζει συμπεράσματα από θετικές ενέργειες αλλά και από αδυναμίες στη δράση του υποκειμενικού παράγοντα.

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, αν και γραμμένο πριν από 80 χρόνια, μας φαίνεται και είναι επίκαιρο λόγω της ανάπτυξης του φασισμού στην Ελλάδα και όχι μόνο. Ομως, την ίδια επικαιρότητα θα είχε ακόμη και αν είχαμε κατορθώσει να το εκδώσουμε πριν 5 χρόνια, όταν ο φασισμός στην Ελλάδα ήταν ακόμη σε χειμερία νάρκη. Τότε θα ήμασταν καλύτερα προετοιμασμένοι για το αστικό φασιστικό ρεύμα.

Σκεφτείτε πόσο πρωτόγνωρη φάνηκε η απότομη ανάπτυξή του στην Ελλάδα ή σκεφτείτε πώς τα ΜΜΕ αρχικά αποσιώπησαν και στη συνέχεια παρουσίασαν εκστασιασμένα την παρέμβαση των ακροδεξιών, ναζιστικών στοιχείων στα πρόσφατα γεγονότα της Ουκρανίας.

Μελετώντας το βιβλίο «Φασισμός και Κοινωνική Επανάσταση» έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι σημαίνει «φασισμός γέννημα του συστήματος», γέννημα σε ποια φάση της εξέλιξής του, ποιος είναι ο μόνος δρόμος για την κατάργηση του φασισμού, η κοινωνική επανάσταση, δηλαδή η σοσιαλιστική.

Γιατί κανένας άλλος δρόμος «διόρθωσης του καπιταλισμού», επαναφοράς του στις ράγες της «αστικής δημοκρατίας» δεν μπορεί να εξασφαλίσει την εξάλειψη του φασιστικού φαινομένου, ακόμα κι αν μείνει σε χειμερία νάρκη για δεκαετίες.

Φασιστική ή στρατιωτική ή άλλου τύπου δικτατορία είναι η άλλη όψη του καπιταλιστικού νομίσματος, που πάει μαζί με την αστική δημοκρατική όψη του.

Οι κοινωνικές - οικονομικές συνθήκες του τότε και του σήμερα

Το βιβλίο του Ντατ μάς δίνει την ιστορική αντίληψη όλων των συνθηκών του Μεσοπολέμου, όπου αναπτύχθηκε ο φασισμός στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αυστρία, μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε καλύτερα τη σχέση οικονομίας - πολιτικής στις σημερινές συνθήκες.

Και για σήμερα έχει αξία να κατανοήσουμε την εξής αλληλουχία παραγόντων:

Α΄ ευρωπαϊκός (ή παγκόσμιος) πόλεμος - επαναστατική άνοδος σε σειρά χωρών, όμως με νίκη μιας εργατικής, σοσιαλιστικής επανάστασης μόνο στη Ρωσία. Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατία στη διακυβέρνηση μέσω της αστικής δημοκρατίας έγινε παράγοντας ήττας των επαναστατικών εξεγέρσεων - εμφάνιση γενικευμένης και συγχρονισμένης βαθιάς οικονομικής κρίσης στον αναπτυγμένο καπιταλισμό - άνοδος του φασισμού με στοιχεία λαϊκισμού και αντιδραστικού εγκλωβισμού και οργάνωσης κατεστραμμένων μεσαίων στρωμάτων, πολιτικά καθυστερημένων τμημάτων ανέργων, νεολαίας - στρατιωτικοποίηση της οικονομίας των πιο ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, με δημοκρατική ή φασιστική μορφή διακυβέρνησης, εγχώρια και διεθνώς απροκάλυπτη ανοχή των αστικών θεσμών και του κεφαλαίου, στην άνοδο του φασισμού-ναζισμού - ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αρχικά με επιμέρους, επικεντρωμένες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της Γερμανίας και των συμμάχων της, που δεν καταδικάστηκαν από Γαλλία - Βρετανία - ΗΠΑ.

Σκεφτείτε ότι και στις μέρες μας, η ΕΕ και οι ΗΠΑ στηρίχθηκαν στις εθνικιστικές και φασιστικές δυνάμεις της Ουκρανίας προκειμένου να πετύχουν η αστική τάξη της, το ουκρανικό κράτος να αλλάξει μπλοκ συμμαχίας.

Ο Ντατ αναλύει τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που αναπτύχθηκε και διακυβέρνησε ο φασισμός - ναζισμός, από την 3η προς την 4η δεκαετία του 20ού αιώνα.

Μπορούμε αβίαστα να υποστηρίξουμε ότι ισχύουν και σήμερα, φαντάζει σαν να είναι γραμμένη σήμερα η κωδικοποίησή του για τους όρους ανόδου του φασισμού. Λέει:

«Ποιοι είναι οι γενικοί όροι που ευνοούν την άνοδο του φασισμού; Μπορούμε να τους απαριθμήσουμε εν συντομία: 1) Η ένταση της οικονομικής κρίσης και της ταξικής πάλης, 2) η εντεινόμενη απογοήτευση από τον κοινοβουλευτισμό, 3) η ύπαρξη ευρέων μικροαστικών, μεσαίων στρωμάτων, του εξαθλιωμένου προλεταριάτου και των τμημάτων των εργατών υπό καπιταλιστική επιρροή, 4) η απουσία αυτοτελούς ταξικά συνειδητής ηγεσίας του κύριου όγκου της εργατικής τάξης».

Στο βιβλίο φαίνεται πεντακάθαρα η πρόβλεψη του Ντατ, σωστότερα η πρόβλεψη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για τον τότε επικείμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για την αναμενόμενη επίθεση στην ΕΣΣΔ.

Από όλο το βιβλίο απορρέει το εξής ζήτημα: Με ποια γραμμή προετοιμάζεται το εργατικό κίνημα για ν' αντιμετωπίσει το φασισμό, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ξεκαθαρίζοντας ότι ο πόλεμος δεν είναι αποκλειστική επιλογή του φασισμού, αλλά συνολικά του καπιταλισμού και με τη δημοκρατική του όψη.

Και σήμερα βλέπουμε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος κάλλιστα μπορεί να διεξάγεται από τις λεγόμενες δημοκρατικές κυβερνήσεις, όπως της ΕΕ ενάντια στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Λέει ο συγγραφέας για τις συμμαχίες στις σελ. 187-188:

«Η αντίληψη ενός μπλοκ φασιστικών κρατών στη βάση κοινής φασιστικής πολιτικής αποτελεί μύθο. Η συμμαχία μεταξύ τέτοιων κρατών μπορεί να διαμορφωθεί μόνο στην περίπτωση όπου οι άμεσοι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής των ενδιαφερόμενων ιμπεριαλιστικών σχηματισμών θα την καθιστούσαν δυνατή σε κάθε περίπτωση, με την όποια πολιτική μορφή. Ωστόσο, εάν το φασιστικό σχήμα αποτελούσε γενικευμένη πολιτική για όλες τις ηγέτιδες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αυτό θα σήμαινε αποκλειστικά άμεση όξυνση των ανταγωνισμών και ταχεία έλευση του πολέμου».

Τι σημαίνει αυτό;

Τα καπιταλιστικά κράτη κάνουν τις μεταξύ τους συμμαχίες ανάλογα με την κοινότητα των στόχων της εξωτερικής τους πολιτικής κι όχι ανάλογα με το πολιτικό ρεύμα και την απόχρωση της αστικής ιδεολογίας του κόμματος που είναι στην κυβέρνηση.

Σκεφτείτε ότι οι «δημοκρατικές» κυβερνήσεις της ΕΕ δεν ενοχλήθηκαν από τη μη κοινοβουλευτική ανάδειξη του νέου Προέδρου στην Ουκρανία. Η ΕΕ ενώ χαρακτηρίζει «ολοκληρωτισμό» οποιαδήποτε κυβερνητική αλλαγή που δε στηρίζεται στις αστικές επιλογές, ενώ καταδικάζει τη βία, δε διστάζει ν' αξιοποιήσει τους νοσταλγούς του Χίτλερ και την εκ μέρους τους βία για την ανατροπή κυβερνήσεων όταν αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντά της.

Και από την άλλη μεριά, η καπιταλιστική Ρωσία, που εξίσου διακρίνεται για τον αντικομμουνισμό της, προσπαθεί να στηριχθεί, να αξιοποιήσει τη φιλοσοσιαλιστική και αντιφασιστική μνήμη των Ουκρανών, ιδιαίτερα των ρωσόφωνων, όχι μόνο στην Κριμαία.

Η στάση και της ΕΕ και της Ρωσίας δείχνει πως όλα υποτάσσονται στην πάλη για τη μοιρασιά των αγορών κι όλα τ' άλλα που λέγονται είναι ψέματα, προσχήματα, παγίδες για να εγκλωβίζονται οι εργατικές και λαϊκές μάζες.

Σκεφτείτε το κουβάρι των συμμαχιών των καπιταλιστικών κρατών σε σχέση με τον πόλεμο στη Συρία.

Σκεφτείτε γιατί δε συμμάχησε το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά στην Ελλάδα με το φασιστικό καθεστώς στην Ιταλία, αλλά ήταν αντίπαλα.

Στα τελευταία 5 χρόνια, σε σειρά χωρών, π.χ. στην Αίγυπτο, στη Συρία, στην Τουρκία, στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, σήμερα στην Ουκρανία βλέπουμε ότι οξύνονται ενδοαστικές αντιθέσεις που διαπλέκονται με εκείνες των ιμπεριαλιστικών κέντρων, παίρνουν τη μορφή της ανοιχτής σύγκρουσης.

Βλέπουμε να συμμετέχουν λαϊκές δυνάμεις «κάτω από ξένη σημαία» σε σύγκρουση για ξένα προς τα δικά τους συμφέροντα, ενώ θα έπρεπε να συγκροτήσουν το δικό τους αγώνα ενάντια σε κάθε τμήμα της αστικής τάξης, φιλο-ρωσικής ή φιλο-γερμανικής/φιλο-ευρωενωσιακής.

Στο βιβλίο του Ντατ, βλέπουμε ότι οι αστοί πολιτικοί και διπλωμάτες έχουν πάντα καθαρά τα ζητήματα της ταξικής πάλης.

Σχετικά με τους λόγους που οι μη φασιστικές κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ ανέχθηκαν το φασιστικό μιλιταρισμό της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τα λόγια του αστού φιλελεύθερου Λόιντ Τζορτζ, το 1933 (σελ. 189):

«Αν οι δυνάμεις κατάφερναν να ανατρέψουν τον ναζισμό στη Γερμανία, τι θα ακολουθούσε; Οχι ένα συντηρητικό, σοσιαλιστικό ή φιλελεύθερο καθεστώς, αλλά ο ακραίος κομμουνισμός. Σίγουρα αυτό δεν θα μπορούσε να είναι ο στόχος τους. Η κομμουνιστική Γερμανία θα ήταν απείρως πιο τρομακτική από την κομμουνιστική Ρωσία. Οι Γερμανοί θα ήξεραν να διευθύνουν τον κομμουνισμό τους αποτελεσματικά».

Και στη συνέχεια, ο Ντατ αναφέρει το δεύτερο λόγο, στην πρόθεση των Γαλλίας - Αγγλίας - ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την επανεξοπλισμένη φασιστική Γερμανία, σε σύμπνοια με την Ιαπωνία, για να κηρύξουν τον πόλεμο ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Για τη στάση του επαναστατικού κινήματος

Ο συγγραφέας έκανε την πρόβλεψη / κατεύθυνση για τη στάση του επαναστατικού εργατικού κινήματος σε αυτό το ενδεχόμενο. Λέει:

«Περιττή, εν προκειμένω, η συζήτηση ότι μια τέτοια επίθεση θα συναντούσε την ισχυρή αντίσταση, όχι μόνο της Σοβιετικής Ενωσης, αλλά συνολικά της διεθνούς εργατικής τάξης και θα οδηγούσε στην εξαπόλυση του επαναστατικού αγώνα και του εμφυλίου πολέμου, κατά κύριο λόγο στην ίδια τη Γερμανία. Αυτή ακριβώς η προοπτική προκαλεί δισταγμό στις ιμπεριαλιστικές και φασιστικές δυνάμεις.

Η τελική ευθεία του φασιστικού πολέμου ακόμα κυοφορείται. Αυτό που ήδη έχει καταστεί εμφανές είναι ότι η έλευση του φασισμού έχει επιταχύνει τρομερά την έλευση του πολέμου από κάθε πλευρά» (σελ. 190-191).

Αν και επαληθεύτηκε η πρόβλεψη για την «έλευση του πολέμου από κάθε πλευρά» και η επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ, επαληθεύτηκε η ισχυρή αντίσταση της ΕΣΣΔ, δεν επαληθεύτηκε η πρόβλεψη για «εξαπόλυση του επαναστατικού αγώνα και του εμφυλίου πολέμου (από τη διεθνή εργατική τάξη), κατά κύριο λόγο στην ίδια τη Γερμανία» ή τουλάχιστον δεν επαληθεύτηκε για το σύνολο της Γερμανίας. Και βέβαια αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Γνωρίζετε ότι το Κόμμα μας έχει προβληματιστεί στο θέμα της ετοιμότητας του κομμουνιστικού κινήματος για την έκβαση της ταξικής πάλης κατά την έξοδο από τον πόλεμο στη χώρα μας, αλλά και σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, εξετάζοντας κυρίως τον «προσανατολισμό της πρωτοπορίας του κύριου όγκου της εργατικής τάξης».

Σε όλο το βιβλίο, ο Ντατ πραγματεύεται αυτό το θέμα, όχι μόνο το φασισμό, αλλά τη στρατηγική του επαναστατικού εργατικού κινήματος απέναντι στο φασισμό. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του βιβλίου του «Φασισμός και κοινωνική επανάσταση».

Ο Ντατ βάζει το ζήτημα της πάλης του επαναστατικού εργατικού κινήματος απέναντι σε δύο διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα, μπορεί κανείς να πει και εκ διαμέτρου αντίθετα:

το οπορτουνιστικό - ρεφορμιστικό

και το φασιστικό - ναζιστικό.

Οπως ξέρετε, συνήθως το οπορτουνιστικό ρεφορμιστικό ρεύμα καλεί σε ένα μέτωπο για τη σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος από τη φασιστική εκδοχή του.

Οταν όμως, ο φασισμός έρχεται πιο κοντά στο ενδεχόμενο να κυβερνήσει; Οταν η σοσιαλδημοκρατική πολιτική αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από τη φθαρμένη στις λαϊκές συνειδήσεις φιλελεύθερη διαχείριση.

Οταν η σοσιαλδημοκρατία υπόσχεται ρυθμίσεις που τελικά αδυνατεί να πραγματοποιήσει, γιατί σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες δεν τις χρειάζεται, δεν τις θέλει το κεφάλαιο.

Τότε η απογοήτευση κατεστραμμένων λαϊκών στρωμάτων, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών, ανέργων, ανώριμων τμημάτων της εργατικής τάξης, κυρίως νέων, στρέφεται στο φασισμό.

Δηλαδή, τμήμα λαϊκών μαζών αντιδραστικοποιείται σε συνθήκες αδυναμίας της αστικής εξουσίας, κρίσης στα κόμματά της με τη φιλελεύθερη ή σοσιαλδημοκρατική εκδοχή τους, αδυναμίας στη λειτουργία του αστικού κοινοβουλευτισμού, δηλαδή σε συνθήκες όξυνσης όχι μόνο της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας, αλλά και των ενδοαστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Σε αυτές τις συνθήκες η πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, του κύριου όγκου της εργατικής τάξης, πρέπει να κρατήσει καλά το τιμόνι, να μην τα διπλώνει, να μην υποχωρήσει στις πιέσεις και τις ταλαντεύσεις των μαζών, με σταθερότητα να τις οδηγήσει στην επαναστατική γραμμή.

Να σκεφθούμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα

Με αυτά τα συμπεράσματα από το παρελθόν ας σκεφτούμε τις εξελίξεις στη χώρα μας, από τις εκλογές του 2012 έως σήμερα.

Τι έχουμε σήμερα ως τάσεις:

- Εκλογική συντριβή του κυβερνητικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, του ΠΑΣΟΚ.

- Εμφάνιση νέου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, του ΣΥΡΙΖΑ, που προέκυψε από έναν περιορισμένης εμβέλειας οπορτουνιστικό πυρήνα, τον ΣΥΝ και κάποιες άλλες ομάδες του οπορτουνισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και συνεχώς προστίθενται καινούριες ανάμεσα στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, π.χ. το ΠΟΤΑΜΙ.

- Μετακίνηση του οπορτουνισμού σε μέχρι πρότινος περιθωριακά σχήματα, διάφορα, που συσπειρώθηκαν σε ΝΑΡ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΣΕΚ κ.λπ.

- Απόσχιση ορισμένων αστικών εθνικιστικών δυνάμεων (ΑΝΕΛ) αλλά και μοναρχικών - φασιστικών/ναζιστικών και απότομη άνοδο της Χρυσής Αυγής, μέσω της σχέσης της με δυνάμεις του κρατικού μηχανισμού.

Δηλαδή, έχουμε μετακινήσεις από κυβερνητικά φθαρμένα σε νέα κόμματα και με ενίσχυση του φασισμού - ναζισμού.

Εχουμε καταδίκη αστικών κομμάτων, χωρίς καταδίκη της αστικής πολιτικής και μάλιστα εν μέρει εγκατάλειψη του κόμματος που ανοιχτά, απερίφραστα καταδικάζει την οικονομική κυριαρχία και πολιτική εξουσία του κεφαλαίου. Τέτοια ήταν η μετακίνηση από ΚΚΕ προς ΣΥΡΙΖΑ ή άλλο κόμμα ή αποχή.

Αυτή η αντιδραστικοποίηση δεν έχει ανατραπεί παρά την οξύτητα των προβλημάτων.

Σχετικά πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν μεγάλη σύγχυση ως προς την αντίθεση στην ΕΕ. Συχνά η αντίθεση περιορίζεται στα σημερινά ηγετικά πρόσωπα της ΕΕ, στα κόμματα που βρίσκονται στις κυβερνήσεις των κρατών - μελών της ΕΕ. Πιστεύουν ότι η ΕΕ μπορεί να αλλάξει, να γίνει φιλολαϊκή αν άλλα κόμματα έρθουν στη διακυβέρνηση. Θαρρείς και δεν ήταν τα σοσιαλδημοκρατικά μαζί με τα φιλελεύθερα στις κυβερνήσεις όταν συμφώνησαν στο μονοπωλιακό, ιμπεριαλιστικό ιδρυτικό χαρακτήρα της...

Δεν έχουν πειστεί ότι η ΕΕ με τέτοια ή άλλη σύνθεση στα Κοινοβούλια και στο Ευρωκοινοβούλιο συγκροτήθηκε για να γίνει πιο ανταγωνιστικό το πιο ισχυρό τμήμα του κεφαλαίου στην Ευρώπη. Απ' αυτό απορρέει η επιθετική πολιτική του κεφαλαίου που υπάρχει και στη Γερμανία και στη Γαλλία, όχι μόνο στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία.

Αυτές οι απατηλές ελπίδες σήμερα διοχετεύονται κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια στιγμή που συζητά με κέντρα του κεφαλαίου στην Ελλάδα και σ' όλον τον κόσμο. Ετσι, ο συμβιβασμός εύκολα ακολουθείται από βαθύτερη συντηρητικοποίηση, αντιδραστικοποίηση.

Επομένως, το κύριο είναι να πολεμηθεί από σήμερα η αυταπάτη του «μικρότερου κακού», της εύκολης λύσης με μία ψήφο, χωρίς οργάνωση και πάλη ενάντια στους καπιταλιστές, στην εξουσία τους.

Με αυτό το κριτήριο να συσπειρωθούν με το ΚΚΕ αυτοί που βρίσκονται σε μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, αντίδρασης απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική, ανεξάρτητα από το φορέα της.

Η στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον οπορτουνισμό - ρεφορμισμό

Κάποιοι που εμφανίζονται κριτικοί προς τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί ταλαντεύεται, δεν έχει καθαρή γραμμή απέναντι στην ΕΕ, όπως λένε, διαστρεβλώνουν τις θέσεις μας, και μάλιστα είναι κάποιοι που από τον ηλεκτρονικό Τύπο εμφανίζονται ως ΚΚΕ, αλλά από θέσεις κριτικής στις αποφάσεις των 2 τελευταίων Συνεδρίων, και της ηγεσίας του Κόμματος.

Λένε ότι το Κόμμα εγκατέλειψε ουσιαστικά τη θέση για αποδέσμευση από την ΕΕ ή βάζοντας το ζήτημα αποδέσμευση - διαγραφή του χρέους με λαϊκή εξουσία παραπέμπει την αποδέσμευση στη δευτέρα παρουσία.

Διαστρεβλώνουν τη θέση μας. Το ΚΚΕ ήταν, είναι και θα είναι υπέρ της αποδέσμευσης.

Είναι όμως άλλο να γίνει με ηγετική δύναμη το κεφάλαιο, για τα δικά του συμφέροντα κι άλλο να γίνει με ηγετική δύναμη την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Μόνο στη δεύτερη περίπτωση θα έχει όφελος ο λαός, ενώ στην πρώτη θα είναι αποτέλεσμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και πάλι το κεφάλαιο λυσσασμένα θα επιτίθεται στις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.

Το να αποφασίσει το κράτος των καπιταλιστών να κάνει στάση πληρωμής του δημόσιου χρέους ή και ν' αλλάξει νόμισμα, δηλαδή νομισματική ισοτιμία στη διεθνή αγορά νομισμάτων, δε σημαίνει αύξηση μισθών, συντάξεων, βιοτικού επιπέδου.

Αυτά τα έκανε η Αργεντινή και ταυτόχρονα συνεχίστηκε η φτώχεια, ανέβηκαν στα ύψη οι τιμές, ο πληθωρισμός, έπεσε η αγοραστική δύναμη, ανεξάρτητα από το ονομαστικό ύψος των μισθών.

Μας κάνουν, λοιπόν, κριτική γιατί δεν καλούμε να ενωθούν οι εργατικές - λαϊκές δυνάμεις με τις αστικές δυνάμεις που κλείνουν το μάτι και στο ενδεχόμενο αποδέσμευσης από την Ευρωζώνη, αν και σήμερα δεν υπάρχει τέτοιο ισχυρό αστικό ρεύμα, χωρίς να μπορείς να αποκλείσεις να ισχυροποιηθεί, αν και όταν οι αντιθέσεις μέσα στην Ευρωζώνη, στην ΕΕ συνολικότερα, στη διάταξη των συμμαχιών τους πάρουν οξυμένη μορφή.

Σκεφτείτε την τοποθέτηση Τσίπρα:

«Δεν θα προβούμε σε μονομερείς κινήσεις. Ούτε όμως θα διστάσουμε αν τις επιβάλλει το εθνικό συμφέρον».

Είναι σαν το χρησμό της Πυθίας, μια τέλεια προσαρμογή στις σημερινές αλλά και σε ενδεχόμενες μελλοντικές διαθέσεις της εγχώριας αστικής τάξης.

Τι σχέση έχει το όλο ζήτημα, πέραν της επικαιρότητάς του, με την πείρα που αναδεικνύει η μελέτη του Ντατ;

Σχετίζεται με την πείρα από τη στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον οπορτουνισμό - ρεφορμισμό: Αν το εργατικό - λαϊκό κίνημα δε γίνει αμείλικτο απέναντι στο ρεφορμισμό - οπορτουνισμό, στην παλιά ή νέα σοσιαλδημοκρατία, είτε λέγεται «Αριστερά» είτε «Αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού» είτε «Κομμουνιστική Αναγέννηση», τότε ο ρεφορμισμός - οπορτουνισμός θα εξελιχθεί σε δύναμη αναχαίτισης, ακόμα και προδοσίας και αιματοκυλίσματος του εργατικού κινήματος.

Κάποιος καλοπροαίρετος μπορεί να σκεφτεί: Το εργατικό κίνημα πρέπει να είναι αμείλικτο απέναντι στην αστική τάξη, στο δεξιό, ακροδεξιό, φασιστικό ιδεολογικό ρεύμα της. Γιατί να γίνει αμείλικτο με την «Αριστερά» αφού κλασικά η σοσιαλδημοκρατία υπόσχεται κάτι καλύτερο στη ζωή των εργατών - υπαλλήλων, ένα συμβιβασμό, συνεννόηση μεταξύ κεφαλαίου - εργατών, από τον οποίο σταδιακά, εξελικτικά μπορεί να έρθει και ο λεγόμενος δημοκρατικός σοσιαλισμός;

Απαντάμε: Γιατί αυτή η αντίληψη είναι που από τα μέσα παραλύει το κίνημα, που το οδηγεί στον εκφυλισμό και στη διάλυση, ακόμα και στο αιματοκύλισμα επαναστατικά εξεγερμένων μαζών, στην ανοιχτή προδοσία τους.

Αυτό θα το δείτε στο βιβλίο που αναλύει τα γεγονότα της περιόδου 1918 - 1923 στη Γερμανία, στην Ουγγαρία, στην Ιταλία, τις συνθήκες που εξέθρεψαν το φασισμό.

Το βιβλίο του Ντατ είναι χρήσιμο και στην αποκάλυψη της τακτικής του φασισμού - ναζισμού, του τρόπου που αιχμαλωτίζει μικροαστικές και λαϊκές δυνάμεις, γενικότερα είναι πολύ πλούσιο σε διδάγματα γι' αυτό επίκαιρο και χρήσιμο, αναγκαίο για κάθε ριζοσπαστικά σκεπτόμενο, πολύ περισσότερο για κάθε ΚΝίτη-ΚΝίτισσα, κάθε κομμουνιστή, κάθε αγωνιστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου