Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Peter Weiss, "Άσμα για το σκιάχτρο της Λουσιτανίας" (Ι)

Rui Mingas - "Monagambé"

António Jacinto (1924-1991)
ΜΟΝΑΓΚΑΜΠΑ

Σ' αυτό το μεγάλο κτήμα δεν υπάρχει βροχή
ειν' ο ιδρώτας του μετώπου μου που ποτίζει τη συγκομιδή:


Σ' αυτό το μεγάλο κτήμα υπάρχει ώριμος καφές
κι αυτή η κοκκινίλα της κερασιάς
είναι σταγόνες του αίματος μου π' άλλαξε σε χυμό.

Ο καφές θα ψηθεί,
θα πατηθεί και θα σπάσει
θα γίνει μαύρος, μαύρος με το χρώμα της «αντίθεσης».

Μαύρος με το χρώμα της «αντίθεσης»!

Ρώτησε τα πουλιά που τραγουδούν,
τα ρυάκια στην αμέριμνη περιπλάνηση
και τον ψηλό άνεμο απ' το νησί:

Ποιος ξυπνά νωρίς; Ποιος μοχθεί;
Ποιος κουβαλά στο μακρύ δρόμο
τη λινάτσα ή την αρμαθιά της ψίχας;
Ποιος θερίζει και πληρώνεται με περιφρόνηση
με σάπιο καλαμπόκι, βρωμισμένο ψάρι,
κουρελιασμένα ρούχα, πενήντα αγκολάρες
δαρμένος για να μη μιλήσει;

Ποιός;

Ποιος κάνει το κεχρί να μεγαλώσει
και τα πορτοκαλόδασα ν' ανθίσουν;
— Ποιος;

Ποιος δίνει χρήματα στον αφέντη να πάρει
αυτοκίνητα, μηχανές, γυναίκες
και νέγρικα κεφάλια για τα μηχανήματα!

Ποιος κάνει τον λευκό να καλοπερνά,
με μεγάλη κοιλιά –με πολλά λεφτά;
— Ποιός;

Και τα πουλιά που τραγουδούν,
τα ρυάκια στην αμέριμνη περιπλάνηση
κι ο ψηλός άνεμος απ' το νησί
θ' απαντήσουν:

— Μοναγκάμπαααα...

Α! άσε επί τέλους ν' ανέβω στις χουρμαδιές
Να πιω κρασί, κρασί καρύδας
και μεθυσμένος απ' το πιοτό να ξεχάσω

— Μοναγκάμπααα...



Agostino Neto (1922-1979)
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ

Μητέρα μου
(ω μαύρες μητέρες με τα φευγάτα παιδιά σας)
μ' έμαθες να περιμένω και να ελπίζω
όπως έκανες μες στις ολέθριες ώρες

Όμως μέσα μου
η ζωή σκότωσε τούτη τη μυστηριώδικη ελπίδα

Δεν περιμένω πια
εγώ 'μαι αυτός που αναμένεται

Ελπίδα είναι οι εαυτοί μας
τα παιδιά σου
ταξιδεύοντας προς την πίστη που δυναμώνει τη ζωή

Εμείς τα γυμνά παιδιά των θάμνων σανζάλα
που δεν πήγαμε σχολείο
μάγκες που παίζουμε με μπάλες από κουρέλια
ατους κάμπους του μεσημεριού
εμείς οι ίδιοι
νοικιασμένοι να λειώσουμε τις ζωές μας στις φυτείες του καφέ
αμόρφωτοι μαύροι άντρες
που πρέπει να σεβαστούμε τους λευκούς
και να φοβηθούμε τον πλούσιο
είμαστε 'μεις τα παιδιά σου των ντόπιων συνοικισμών
που ο ήλεκτρισμός δε φτάνει
άντρες πεθαίνοντας πιωμένοι
παρατημένοι στο ρυθμό των ταμ-ταμ του θανάτου
τα παιδιά σου
που πεινούν
διψουν
ντρέπονται να σε φωνάξουν μητέρα
φοβούνται να περάσουν τους δρόμους
φοβούνται τους άντρες

Είμαστε 'μεις
η ελπίδα της ζωής που ξαναβρέθηκε

Μετάφραση, Αλέξης Τραϊανός (1944-1980)
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΓΡΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Εκδόσεις ΕΓΝΑΤΙΑ, 1969

Πέτερ Βάις: Άσμα για το σκιάχτρο της Λουσιτανίας (1967)
Θέατρο ΣΤΟΑ
«Ο καθοριστικός παράγοντας για την Ενότητα είναι η ιδεολογίαόχι η γεωγραφία»

Το Μοναγκάμπα ή Μονανγκαμπέ (όπως ακούγεται στο τραγούδι) –κυριολεκτικά ο «γιος του φορτίου», βαστάζος, άνθρωπος για όλες της δουλειές, χαμάλης, φτηνό εργατικό δυναμικό–, με την συμπλήρωση του Νέτο –Ελπίδα είναι οι εαυτοί μας / Είμαστε 'μεις / η ελπίδα της ζωής που ξαναβρέθηκε– συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο αυτό το θεατρικό Άσμα (στην επανάσταση), ένα από τα κορυφαία και πιο νέα έργα της σύγχρονης δραματουργίας· κι ας κοντεύει να πενηνταρίσει.

Ο Νέτο με τον Basil Davidson (1914–2010)
Βρετανός ιστορικός, συγγραφέας -27 βιβλία για τη μαύρη ήπειρο-, ανταποκριτής και αφρικανολόγος (είδικός στα θέματα της πορτογαλικής αφρικής), υποστηρικτής των Απελευθερωτικών Κινημάτων της περιοχής.
Αγκόλα (και Μοζαμβίκη). Πορτογαλικός ιμπεριαλισμός. Αρχές της δεκαετίας του '60, το Λαϊκό Κίνημα για την Απελευθέρωση της Αγκόλας (MPLA) κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αγκόλας (ίδρυση 1955), με ηγετικές φυσιογνωμίες τον Βιριάτο Κρουζ και τον Αγκοστίνο Νέτο, δυο –κυριολεκτικά και μεταφορικά– μεγάλους ποιητές της επανάστασης, ξεκινάει έναν άνισο 15ετή αγώνα, για το γκρέμισμα του ιμπεριαλιστικού Σκιάχτρου της Πορτογαλίας, που επί 500 χρόνια απομυζά τον τεράστιο ορυκτό πλούτο της περιοχής με εργαλεία ανθρώπινα, τους εξαθλιωμένους Μονανγκαμπέ, τους είλωτες της απλήρωτης εργασίας.

Η είσοδος των επαναστατών στη Λουάντα
Η Αγκόλα αποκτά την ανεξαρτησία της το 1975. Και αμέσως μετά αρχίζει η νέα ιμπεριαλιστική περίοδος με τη μορφή των εθνικιστικών διαφορών και των εμφυλίων, που υποδαυλίζονται και υποστηρίζονται απροκάλυπτα από το Νοτιοαφρικάνικο καθεστώς του Απαρτχάιντ και φυσικά από τις ΗΠΑ. Γίνεται το «Βιετνάμ της Αφρικής».
Ο Φιντέλ με τρεις Προέδρους. Sekou TouréΠρόεδρος της Γουινέας από το 1958 έως το θάνατό του το 1984. Κέρδισε το Βραβείο Ειρήνης Λένιν το 1961. Agostinho Neto και LuisCabralπρώτος πρόεδρος της Γουινέας-Μπισάου (1974-1980)

Σύμμαχοι εκείνη την εποχή –ποιοι άλλοι;– η Κούβα και η Σοβιετική Ένωση. Από το 1989 όμως –και κυρίως μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ (1991)– αρχίζει μια νέα φάση εμφυλίων, μέχρι το 2001.

Το MPLA από επαναστατικό κόμμα αποκτά αρχηγό τον... Γιώργο Παπανδρέου, στη Σοσιαλιστική Διεθνή. Και στη χώρα με τον τεράστιο ορυκτό πλούτο και τα μεγαλύτερα, μετά τη Νιγηρία, κοιτάσματα πετρελαίου αρχίζει μια ανάπτυξη, που σπρώχνει το 70% του πληθυσμού στην απόλυτη εξαθλίωση.
***
Το Άσμα το είχαμε πρωτοδεί πάλι από τη ΣΤΟΑ, μέρες του '73, πειραγμένο από τη λογοκρισία, με την αντίδραση του Βάις, ο οποίος έδωσε τελικά την άδειά του.

Το θέατρο, ασφυκτικά γεμάτο εκείνες τις μέρες, είχε γίνει, μαζί με μια συναυλία του Μαρκόπουλου, τόπος διαμαρτυρίας και αντίστασης (μετά το Πολυτεχνείο το έκλεισαν για ένα μήνα).

Η Αγκόλα τότε –και λόγω των μέσων ενημέρωσης της εποχής– έπεφτε πολύ μακριά, με αποτέλεσμα το Σκιάχτρο να παίρνει αποκλειστικά τη μορφή των συνταγματαρχών, και ο αντιιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του να μην ανεβαίνει εύκολα στην επιφάνεια.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι εκείνη την εποχή «λάμπει» ο Μάης του '68, αυτός «ο θρίαμβος της μικροαστικής συμμαχίας διανοουμένων και φοιτητών με στρατηγούς του Ψυχρού Πολέμου και φιλελεύθερους καπιταλιστές» (Lenin Reloaded), όπου... εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά –το αντίθετο είναι ντεμοντέ– και η Σοβιετική Ένωση έχει αρχίσει να γίνεται το... αριστερό άκρο του φασισμού, πολύ πριν την καθιέρωση της 23ης Αυγούστου ως «μέρα μνήμης κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων φασισμού και κομμουνισμού».

Ακόμα και ο Παπαγεωργίου, σε αντίθεση με τη σπουδαία σκηνοθετική δουλειά του, που αποκαλύπτει τον πυρήνα του έργου, τόσο σε ένα διαδικτυακό του κείμενο, όσο, πολύ περισσότερο στο σημείωμα του προγράμματος, δεν κάνει νύξη για ιμπεριαλισμό –το ατσάλινο περίβλημα του καπιταλισμού– και συνδέει το έργο με τους Χούφτελ- Ράϊχενμπαχ της «κατεχόμενης» (από ποιους;) χώρας μας, «με την δικτατορία που επανέκαμψε με νέα μορφή» και συμβουλεύει στρογγυλεμένα (από το πρόγραμμα) τους νεώτερους «όσο κι αν είναι άνεργοι, νηστικοί και άστεγοι, όσο και αν νιώθουν ανασφαλείς και απελπισμένοι, να ακονίζουν το μυαλό τους με μανία, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να αντεπεξέλθουν στους χαλεπούς καιρούς». Αμήν.

Η ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση, η δικτατορία της αστικής τάξης δεν αναφέρονται ούτε για δείγμα (στο σημείωμα πάντα), αφήνοντας το Άσμα αφυδατωμένο από την μαρξιστική θεώρηση του Βάις, και παραπέμποντας σημειολογικά στο 1973.

Ωστόσο, σήμερα, με τις απροκάλυπτες πια ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, όπου γης, σαν αποτέλεσμα της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, το έργο δεν αφήνει περιθώρια.

Με την Αφρική ξανά στο προσκήνιο (Σομαλία, Μάλι, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία), τη βαλκανική γειτονιά μας –μετά τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κόσοβο)– ένα εκρηκτικό πεδίο συγκρούσεων και επεμβάσεων, και την εγκαθίδρυση με «αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες» φασιστικών κυβερνήσεων από την ΗΠΑτη αρμοστεία της Ευρώπης (Ουκρανία), «κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ξέρει», όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στην Ανάκριση (1965), το δεύτερο έργο του που παρουσιάζεται στην Αθήνα από τον χαλκέντερο Κώστα Καζάκο (μέχρι 13/4/2014) με το ευρηματικό φινάλε από τον Νίκο Μπογιόπουλο, σε ένα κείμενό του που φέρνει τα Άουσβιτς δίπλα μας.

Ο Βάις δεν είναι από τους αγαπημένους των θιάσων. Όχι μόνο λόγω απαιτήσεων, αλλά και κυρίως λόγω ιδεολογίας.

Αν δεν είδατε ακόμα τα δύο έργα, προλαβαίνετε. Μην τα χάσετε. Κι αν σας παίρνει μια βόλτα μέχρι την... Κατερίνη, μπορείτε να δείτε το Μαρά/Σαντ (1964) –έτσι επικράτησε, αφού ο πλήρης τίτλος του είναι Η καταδίωξη και η δολοφονία του Ζαν-Πoλ Μαρά, όπως παίχτηκε από τον θεατρικό όμιλο του Ασύλου του Σαραντόν με τη διεύθυνση του κυρίου ντε Σαντ– το οποίο ο πρώτος διδάξας Πήτερ Μπρουκ μετέφερε το 1967 και στον κινηματογράφο (δείτε το στο τέλος με ελληνικούς υπότιτλους).

Μια τριλογία-παρακαταθήκη, από τις κορυφαίες στιγμές του θεάτρου, ενός πολύπλευρου καλλιτέχνη –λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ζωγράφος.

Μια τριλογία, «που μιμείται πράξεις σπουδαίες και τέλειες» της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν αυτή στέκεται αντιμέτωπη και προσπαθεί να αλλάξει τη «μοίρα της», κόντρα σε εκείνους που τη θέλουν γραμμένη με τη δική τους μαύρη μελάνη του εκμεταλλευτικού κέρδους.

Τρία έργα, για τον αναπόδραστο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα των λαών, στο Σκιάχτρο, για τη συνειδητοποίηση, στην Ανάκριση, που θα μας επιτρέψει να ορθώσουμε το «μικρό» μας ανάστημα μπροστά στο κτηνώδες φασιστικό πρόσωπο του καπιταλισμού, αποτρέποντας έτσι την αποκτήνωσή μας, για το δίλημμα, τέλος, της επανάστασης στο Μαρά/Σαντ.

Πάτρικ Μαγκή - Ίαν Ριτσαρντσον, στην παράσταση του Πήτερ Μπρουκ (1967)
Σε αυτό το έργο, η συλλογική πάλη για κοινωνική δικαιοσύνη προβάλλει πάνω από τις ατομικές ελευθερίες της αστικής τάξης. Και το όραμα της επανάστασης συγκρούεται με την επανάσταση των θολών ατομικών και προσωπικών οραμάτων.

Η ταξική πάλη λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα από τα άσυλα της θεσμοθετημένης κοινωνικής βίας που η ίδια η άρχουσα τάξη χτίζει και ελέγχει, παρακολουθώντας μια παράσταση από την άνεση και την ασφάλεια του καναπέ της, με τους «τρελούς» πίσω από τα κιγκλιδώματα, που η ίδια φρόντισε προηγουμένως να παρεμβάλει... ανάμεσά μας.
Από την κινηματογραφική μεταφορά του Μαρά/Σαντ
Τα έργα του Βάις δεν τα βλέπουμε· μας βλέπουν. Μας κοιτάνε κατάματα και μας καλούν να κοιτάξουμε μέσα μας. Κι όταν ανεβάσουμε το βλέμμα, δεν μπορεί παρά να δούμε τον μοναδικό δρόμο που ανοίγεται μπροστά μας:

Αυτόν της βίαιης επανάστασης. Τον μόνο που μπορεί να ανατρέψει τη βία μιας αστικής τάξης που τρέφεται με τις σάρκες μας.

Αλλιώς, κινδυνεύουμε να γίνουμε εμείς τα σκιάχτρα του εαυτού μας.

(Βλέπε και Σημειώσεις Επίμετρο)

3 σχόλια:

  1. Τις ευχαριστίες μου πάλι, και πάλη
    Να είσαι καλά, σύντροφε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τα δύο πρώτα ποιήματα μου θύμησαν έντονα το Κακάο του Jorge Amado

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σωστά. Μοιάζουν, γιατί οι συνθήκες στις φυτείες του Κακάο, που τις ήξερε από πρώτο χέρι ο Αμάντο, δεν διαφέρουν από τις συνθήκες στις φυτείες του καφέ και του καλαμποκιού της αποικιοκρατικής Αγκόλας. Ο Αμάντο και ο Νέτο έχουν... στενή συγγένεια ως μέλη και οι δύο των Κομμουνιστικών Κομμάτων της πατρίδας τους. Εξάλλου, ο Αμάντο (πρωτο;)παρουσίασε τα ποιήματα του Νέτο στη Βραζιλία, όπως φαίνεται και από τη σχετική φωτογραφία που υπάρχει στις Σημειώσεις - Επίμετρο της αρχικής δημοσίευσης.
      Να είσαι καλά.

      Διαγραφή