Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Περί προοδευτικότητας: Ιστορικο-θεωρητικές παρατηρήσεις (πρώτο μέρος)

Προπαγανδιστική γκραβούρα του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας που αντανακλά τη σύζευξη του πρώιμου φεμινισμού με το κίνημα αυτό.
Η εμβρυακή εμφάνιση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος στην πιο αναπτυγμένη χώρα του παγκόσμιου καπιταλισμού (την Αγγλία) στις αρχές του 19ου αιώνα και η σταδιακή του μεταμόρφωση σε σοσιαλιστικό κίνημα με μαζική κομματική βάση στη Γερμανία των τελών του ίδιου αιώνα χαρακτηρίστηκε από μια μετάβαση από το ποσοτικό στο ποιοτικό: αρχικά, το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα ήταν ένα ακόμα από πολλά διαφορετικά κινήματα στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας και της επέκτασης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε αποκλεισμένα απ' αυτά τα δικαιώματα τμήματα του πληθυσμού. 


Θυμίζουμε, για παράδειγμα, ότι το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας (του δουλεμπορίου και του θεσμού της δουλείας) (abolitionism) ξεκινά ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, μαζί με τις αστικές επαναστάσεις, και είναι κίνημα υπό αστική (μεσοαστική, κυρίως) ηγεμονία, το οποίο εκφράζει, συν τοις άλλοις, τη σύγκρουση μεταξύ των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας στο σύστημα φυτειών (plantation system) και τον ανερχόμενο βιομηχανικό καπιταλισμό, ο οποίος προϋπέθετε την "ελεύθερη" σύμβαση εργασίας και την "ενοικίαση" της εργατικής δύναμης έναντι μισθού. Παρομοίως, ο φεμινισμός, ως ευρύτερη κριτική στην άνιση κοινωνική θέση της γυναίκας, τις νομικές διακρίσεις εναντίον της, και τον αποκλεισμό της από πολιτικά δικαιώματα, προηγείται ιστορικά του σοσιαλισμού, και αποτελεί επίσης ένα από τα προοδευτικά παράγωγα της ιδεολογικής ηγεμονίας τμημάτων της αστικής τάξης, για τα οποία η εκπαίδευση των γυναικών και η είσοδός τους στην παραγωγή ήταν προϋποθέσεις οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, ή "προόδου", όπως το έθετε το ιδεολογικό λεξιλόγιο που εγκαινίασαν οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα, θεσμοποίησε ο 19ος, και κληρονόμησε και ο 20ος.

Σήμερα είναι σύνηθες να ξεχνιούνται τα δεκάδες κινήματα και ουτοπίες που γέννησε η αστική άνοιξη των επαναστάσεων του Διαφωτισμού: το κίνημα για τη νηφαλιότητα (τη μη χρήση αλκοόλ) ήταν τρομερά δημοφιλές στους προοδευτικούς κύκλους, αποτυπώνεται σε μια σειρά παρατηρήσεων του Ένγκελς στο βιβλίο του για την εργατική τάξη στο Μάντσεστερ, και επιβίωσε σε όλο τον 19ο αιώνα ως και την ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ· το κίνημα για τη χορτοφαγία και την υγιεινή ζωή είναι σημαντικό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και επιβιώνει, μέσα από μια σειρά από ιμπεριαλιστικές αναπροσαρμογές που δίνουν έμφαση στην καλή φυσική κατάσταση και το ετοιμοπόλεμο, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου· στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έχουμε ένα πολύ λαοφιλές κίνημα για την αντικατάσταση του χρυσού με το ασήμι ως παγκόσμιου μέτρου αξίας· κινήματα για την καλυτέρευση των συνθηκών υγιεινής στο κλεινόν άστυ, για την πιο ανθρώπινη συμπεριφορά στους φυλακισμένους και τους ψυχικά άρρωστους· για την καλυτέρευση των υποδομών των πόλεων, το χτίσιμο υπονόμων, τον περιορισμό της βιομηχανικής μόλυνσης, τη δημιουργία δημόσια προσβάσιμων πάρκων, την επέκταση των δημόσιων και δωρεάν θεσμών (βιβλιοθήκες, μουσεία, σχολεία) κλπ, αφήνουν επίσης το σημαντικό σημάδι τους στις ιδεολογικές αναζητήσεις και τις κοινωνικές πρωτοβουλίες που διαμορφώνουν τις δυτικές κοινωνίες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Αρχικά λοιπόν, το κίνημα για τα εργατικά δικαιώματα είναι ένα ακόμα κίνημα, το οποίο διαφέρει από τα άλλα κατά κύριο λόγο επειδή η τάξη που βρίσκεται ηγεμονικά (όχι αποκλειστικά όμως) πίσω από αυτό είναι η ίδια η εργατική τάξη. Όμως το θεωρητικό έργο των Μαρξ και Έγκελς διατύπωνε αξιώσεις για το κίνημα αυτό οι οποίες κινούνταν σε ένα ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο: ήδη από το 1843-44, ο Μαρξ οραματιζόταν το προλεταριάτο ως το πραγματικό, το γνήσιο υποκείμενο του οικουμενικού που δεν είχε κατορθώσει να ανακαλύψει ο Χέγκελ, και διατύπωνε με θέρμη και πεποίθηση την ιδέα ότι η χειραφέτηση του προλεταριάτου προϋπέθετε τη συνολική χειραφέτηση της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, και καθώς οι εργάτες οργανώνονταν σε συνδικάτα με απτά και συγκεκριμένα αιτήματα, η θεωρία έχτιζε για τον αγώνα τους ένα φιλοσοφικο-ιδεολογικό πλαίσιο που με κανέναν τρόπο δεν αναδεικνυόταν άμεσα από τα αυθόρμητα απτά αιτήματα των εργατών (απ' την ιδεολογία δηλαδή που επικράτησε να ονομάζεται τρεϊντγιουνισμός) αλλά μάλλον τα ανέπτυσσε ως το άκρο των λογικών τους συνεπαγωγών. Σε αντίθεση με το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας, ή το φεμινιστικό κίνημα, ή το κίνημα για τη βελτίωση των συνθηκών της αστεακής ζωής, το εργατικό κίνημα έφτασε να διεκδικεί όχι αυτή ή εκείνη τη μεταρρύθμιση, αλλά την αλλαγή της κοινωνικής ζωής από τα θεμέλιά της, την αλλαγή του απώτατου θεμελίου που είναι ο ίδιος ο "τρόπος παραγωγής". Οι προλετάριοι, έλεγε ο Μαρξ στον Πρόλογο της κριτικής του στη Φιλοσοφία του Δικαίου του Χέγκελ, δεν είναι θύματα ενός αδίκου αλλά του αδίκου εν γένει, του αδίκου ως τέτοιου. Συνεπώς, προσθέτουμε εμείς τη λογική συνεπαγωγή, η διόρθωση της αδικίας σε βάρος τους δεν μπορούσε να είναι διόρθωση μιας επιμέρους αδικίας, δεν μπορούσε να είναι μια τμηματική μεταρρύθμιση: έπρεπε να είναι η συνολική, η επαναστατική, μεταμόρφωση της κοινωνίας.

Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα, δηλαδή το εργατικό κίνημα για απτά και αυθόρμητα αιτήματα όπως διαμεσολαβείται και μετασχηματίζεται από την θεωρητική, εγελιανής προέλευσης, παρέμβαση των Μαρξ και Ένγκελς στο πεπρωμένο του, δεν μπορούσε να αγνοήσει τη σημασία των αστικών προοδευτικών αιτημάτων. Έπρεπε να τα ενσωματώσει και συνάμα να τα υπερκεράσει. Δηλαδή, έπρεπε να τα ενσωματώσει και συνάμα να δείξει ότι χωρίς την εργατική ταξική ηγεμονία, τα αιτήματα αυτά δεν μπορούσαν να έχουν παρά περιορισμένο και άρα μη αυθεντικά χειραφετητικό χαρακτήρα. Η απελεύθερωση της γυναίκας, λοιπόν, η χειραφέτησή της από τον δεσποτισμό της πατριαρχίας, αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα στον κλασικό Μαρξισμό, με χαρακτηριστικότερο πρώιμο παράδειγμα την Καταγωγή της Οικογένειας του Ένγκελς: Ο Μαρξισμός είναι επίσης φεμινισμός, φεμινισμός όμως που έχει περάσει στα χέρια της εργατικής τάξης, αντανακλά τη δική της οπτική, και το κυριότερο, συνδέει την πατριαρχία με την οικονομική εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με το θεσμό της ιδιοκτησίας ως θεμέλιο αυτής της εκμετάλλευσης. Το ζήτημα του δικαιώματος της κατοικίας, το ζήτημα της σχέσης πόλης και υπαίθρου, το ζήτημα των δημόσιων δωρεάν θεσμών, τα ζητήματα της αστεακής υγιεινής, το ζήτημα του περιορισμού του αλκοολισμού: πάρα πολλά από τα ζητήματα που πρωτοέθεσαν προοδευτικά τμήματα της αστικής τάξης επαναδιατυπώνονται σε Μαρξιστικό πλαίσιο ως ζητήματα των οποίων η πραγματική, η αυθεντική επίλυση περνά μέσα από την επίλυση της κυρίαρχης και δεσπόζουσας αντίθεσης, αυτής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Αυτό που επικράτησε σε ένα παλαιότερο για μας ιστορικό στάδιο, η σύνδεση δηλαδή "αριστεράς" και "προοδευτισμού", είναι ουσιαστικά μια αντανάκλαση --μια μυθοποιητική, επιλεκτική και δυνητικά στρεβλωτική αντανάκλαση-- του αδιάσειστα αποδείξιμου ιστορικού γεγονότος ότι από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και την Οκτωβριανή επανάσταση αλλά και όλη την περίοδο ως το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μαρξισμός-Λενινισμός (και όχι βέβαια καμία "αριστερά"!) μετατρέπεται σε κυρίαρχο φορέα όλων των προοδευτικών αιτημάτων της κοινωνίας, δηλαδή, και ανάμεσα σε άλλα, σε φυσικό κληρονόμο όλων των επιμέρους αστικών προοδευτικών αιτημάτων της περιόδου 1770-1880 και σε μετουσιωτή τους σε μια ανώτερη ποιοτικά κλίμακα, σε δύναμη οικουμενικοποίησης που συνενώνει κάθε επιμέρους αγώνα για χειραφέτηση σε έναν κοινό αγώνα με πρωταγωνιστή και ηγέτη την επαναστατική εργατική τάξη. Όταν ο Αλαίν Μπαντιού, του οποίου η σκέψη δυστυχώς πόρρω απέχει από το να γίνει κατανοητή πολιτικά στην Ελλάδα γράφει:
...όλο το ηθικό κήρυγμα για τον άλλο και την "αναγνώρισή" του πρέπει απερίφραστα να εγκαταλειφθεί. Διότι το αληθινό ζήτημα, εξαιρετικά δύσκολο, είναι μάλλον το ζήτημα της αναγνώρισης του Ίδιου (Ηθική, σελ. 35)
αυτό το οποίο περιγράφει με οντολογικούς όρους (δηλαδή η πρωταρχικότητα του προβλήματος του Ίδιου έναντι του προβλήματος του άλλου (της ετερότητας και της ετερογένειας), το οποίο πριμοδότησε όλη η "μεταμοντέρνα" ηθικοπολιτική θεωρία σε βάρος του πρώτου) δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό το οποίο θεμελίωσε πολιτικά ο Μαρξισμός-Λενινισμός: το πώς, από χίλια δυο ετερογενή κινήματα για ετερογενή ζητήματα και με ετερογενή κινηματικά υποκείμενα φτάνεις στην ενότητα ενός κινήματος για το οποίο η χειραφέτηση είναι καθολικό ζήτημα, ζήτημα της τεράστιας πλειοψηφίας: "Η άπειρη ετερότητα είναι απλούστατα ό,τι υπάρχει. Οποιαδήποτε εμπειρία είναι μια επ' άπειρον εκδίπλωση άπειρων διαφορών. Ακόμη και η υποτιθέμενη αναστοχαστική εμπειρία του εαυτού μου δεν είναι καθόλου η διαίσθηση μιας ενότητας, αλλά ένα λαβύρινθος διαφοροποιήσεων. [...] αυτές οι διαφορές δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για τη σκέψη [...] δεν είναι παρά η προφανής άπειρη πολλαπλότητα του ανθρώπινου είδους [...] η γνήσια σκέψη οφείλει να δηλώσει τούτο: δεδομένου ότι οι διαφορές είναι ό,τι υπάρχει [...] οι διαφορές είναι ακριβώς ό,τι κάθε αλήθεια εκτοπίζει" (Μπαντιού, Ηθική, σελ. 35-37). Πώς φτάνεις στη διασύνδεση του ατέρμονα διαφοροποιήσιμου επιμέρους με το καθολικό, πώς φτάνεις σε μια εξισωτική πολιτική που να είναι επίσης πολιτική της εξίσωσης ανάμεσα σε όλα τα επιμέρους κάτω απ' την αιγίδα του οικουμενικού, μια πολιτική όπου η χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι και δεν μπορεί παρά να είναι επίσης χειραφέτηση των γυναικών από την πατριαρχία, είναι δεν μπορεί παρά να είναι επίσης κίνημα για μια πιο ανθρώπινη ζωή στην πόλη, είναι δεν μπορεί παρά να είναι κίνημα για την ισόρροπη ανάπτυξη σώματος και πνεύματος, είναι δεν μπορεί παρά να είναι κίνημα για την αναγνώριση των δικαιωμάτων του παιδιού, της σεξουαλικής διαφορετικότητας, του μη ομόθρησκου και ομοεθνούς, κίνημα για την ειρήνη, κίνημα για την συναδέλφωση όλων των λαών, κίνημα αντιφασιστικό, αντι-ιμπεριαλιστικό, αντιρατσιστικό και αντισωβινιστικό; Σ' αυτό το ερώτημα έδωσε την απάντηση το ποιοτικό άλμα που συντελέστηκε στο εργατικό κίνημα από τις αρχές ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Μαρξισμός-Λενινισμός ήταν η πολιτική αλήθεια της σύγχρονης εποχής επειδή ήταν η επιτομή, η οικουμενοποιητική αποτύπωση όλων των προοδευτικών κινημάτων που προηγήθηκαν ιστορικά του εργατικού (με αδυναμίες; με αντιφάσεις; Ναι, και αναπόφευκτα, αλλά ήταν), και αυτό δεν του το συγχώρεσε και δεν θα του το συγχωρήσει ποτέ η αστική τάξη, που δεν έχει απολύτως καμία ανοχή για ό,τι την ξεπερνά και αναδεικνύει την ιστορική της γήρανση και στειρότητα. Ότι δεν συγχωρεί ό,τι την ξεπερνά η αστική τάξη το απέδειξε, σε όλο το διάστημα από το τέλος ενός πολέμου, που η ιμπεριαλιστική Δύση θα προτιμούσε να είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά, ως σήμερα. Επειδή όμως το μοναδικό πράγμα που μπορεί πια να προσφέρει ιστορικά η αστική τάξη απέναντι στο τεράστιο ποιοτικό άλμα που συντελέστηκε στην παγκόσμια ιστορία στην περίοδο 1770-1945 είναι ακριβώς ο ευτελής ρεβανσισμός και η συνεπακόλουθη οπισθοδρόμηση και ο σκοταδισμός, οι αποδείξεις δεν αφορούν τίποτε άλλο παρά την συστηματική παραχάραξη, αλλοίωση και εξαχρειωτική υποκατάσταση της αλήθειας του Μαρξισμού-Λενινισμού, και της αλήθειας για όσα αναπτύξαμε σχετικά με το τι σήμαινε πραγματικά η έλευσή του.

Ας δούμε τι ακριβώς συνέβη μετά το 1945 --στην εποχή του διαρκούς, συστηματικού και παγκόσμιας κλίμακας πολέμου απέναντι στην Μαρξιστική-Λενινιστική πρόοδο-- στο πεδίο της ιδεολογίας και του ιδεολογικού καθορισμού της "προοδευτικότητας."

5 σχόλια:

  1. "...όλο το ηθικό κήρυγμα για τον άλλο και την "αναγνώρισή" του πρέπει απερίφραστα να εγκαταλειφθεί. Διότι το αληθινό ζήτημα, εξαιρετικά δύσκολο, είναι μάλλον το ζήτημα της αναγνώρισης του Ίδιου (Ηθική, σελ. 35)"

    Εδω ο Μπαντιου αναφερεται στη διαλεκτικη κυριου-δουλου του Χεγκελ?
    Οταν λεει "Ιδιου" τι εννοει και γιατι ειναι με κεφαλαιο το "Ι"?

    Ευχαριστω.

    G.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όχι, δεν αναφέρεται στη διαλεκτική κυρίου-δούλου. Αναφέρεται στο πρόβλημα του πώς μπορώ να περάσω απ' την "φυσική" θέση της αναγνώρισης αυτού που υπάρχει (ατέρμονες διαφορές) στην αληθειακή (και καθόλου "φυσική") αντίληψη της ενότητας του κόσμου και του κοινού του αγώνα για αυτόν τον κόσμο. Δηλαδή στο πέρασμα από την σειριακή ετερότητα στον οικουμενισμό. Δηλαδή στο πρόβλημα της πραγματικής πολιτικής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η μόνη σχέση που ίσως υπάρχει με την διαλεκτική κυρίου και δούλου στον Χέγκελ (την οποία ωστόσο εδώ ο Μπαντιού δεν έχει κατά νου) είναι οι ψευδοεγελιανές θεωρίες "αναγνώρισης" τύπου Honneth, που μετατρέπει την διαλεκτική αυτήν (και τον Χέγκελ γενικά) σε μια παντελώς αδιάφορη φιλελεύθερη εννοιολογική σούπα, που έχει κατακλύσει την εγελιανή ακαδημαϊκή έρευνα "νέας" κοπής και μετατρέψει την Φρανκφούρτη με την βοήθεια κρατικών κονδυλίων "αριστείας" σε άσυλο του κάθε αριστεροφιλελεύθερου.

      Συγγνώμη για το άσχετο, αλλά έχουμε και εμείς τους επιμέρους καημούς μας..

      Διαγραφή
  3. Να προσθέσω ένα σχετικό απόσπασμα από Πασουκάνις όσον αφορά τη σύνδεση των καθολικών-χειραφετητικών ιδεολογιών με τη «δικτατορία τού προλεταριάτου»:

    Not having in mind the repetition of what has already been said in the above-named works, I will I linger only on those aspects of the soldiers’ movements of 1647-1649 which have not received special clarification in our literature. They are nevertheless striking, particularly if one compares them with the experience of our revolution. It is possible to affirm with full certitude that the practical experience of our three revolutions gives entirely new insights into such facts as seemed to have long been studied and even to have been put into a system. Take the dispute with the Mensheviks – still linked with the period of the first revolution – on the nature of the soviets: [were they] organizations of revolutionary self-government or organizations of revolutionary authority? Does not this argument, in which the Bolsheviks were victorious both in theory and in practice, cast new light on the organization which was created in April 1647 in Fairfax’s army, and is it not possible to expect that in. 1898 Bernstein, when he had already matured as a future herald of opportunism, arrived at this perspective on the advice of English socialism? He, of course, calls them only “a profoundly democratic institution”. [31] About the fact that in all its characteristics this organization should be considered as an embryonic stage of revolutionary dictatorship, there is of course no mention by Bernstein. He, of course, gives their due to the Levellers who, in the understanding of the necessary political measures, often went further than Cromwell; he is ready to agree “that the Levellers were the first among the people and the simple soldier agitators in the army to understand the necessity of energetic opposition for the counter-revolutionary elements of Parliament.” [32] But he has not made the effort to select the facts in a careful way, and there are no small number of them, showing that the advanced elements of soldiers not only understood the necessity of such measures but also carried them through against the resistance and wavering of the officer corps, enforced them by way of the creation of improvised agencies, assumed the functions of authority and openly destroyed the old legality. The totality of these facts also forces us to come to the conclusion that before us is an embryonic government of a revolutionary dictatorship. It is characterized by the fact that it is created exclusively by revolutionary strata of the population outside any laws and norms whatsoever, purely by order of proclamation, taking on the functions of authority, applying coercion with respect to the representatives of the old state apparatus. However, these facts somehow slip from the attention of Bernstein, and when he meets them he does it purely randomly without generalization or conclusions. These facts hold certainly no less, if not more, historical significance than the attempts to formulate democratic demands which we find in the Agreement of the People and other declarative calls and pamphlets of the Levellers. That another point of view was entirely unachievable for Bernstein derives from his general conception of the English Revolution, which did not proceed very far from the views of liberal historians. Evaluating the struggle of the Levellers with Cromwell, Bernstein comes to the following conclusion, pessimistic for left movements: “As long as the revolution struggled with outmoded forces, the Levellers with luck could show it the path and more than once did this. But at the moment when the outmoded forces were beaten and the newly born ones began to reconstruct life, the Levellers had to recede to the background. The time for those classes which they represented had still to come.” [33]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συνεχίζεται ---
    Moreover, and we can say this now emphatically, one need not of course expect, from the Menshevik conception of the bourgeois-democratic revolution, that our historian would have shown any interest with respect to the weak embryonic stages of revolutionary-democratic dictatorship noted in that far-off age when, for him, the very thought of such a dictatorship had to appear to be an unthinkable heresy against Marxism.

    Revolutionary Elements in the History of the English State and Law (1927)
    http://www.marxists.org/archive/pashukanis/1927/xx/english.htm


    Συνιστώ να διαβάσετε το άρθρο με προσοχή, γιατί παρόμοια οπτική συναντάμε και στον Du Bois (Reconstruction) και σε άλλους. Επίσης να προσέξετε την παράγραφο όπου εμφανίζεται το εξής «The makers of the great French Revolution were no less attached to the principle of private property. However, this did not prevent them from at first confiscating church property, then the royal lands and, finally, the lands of emigre noblemen» όπως και την αμέσως προηγούμενη παράγραφο όπου «It is clear that in speaking of ownership the disputants [Ireton-Levellers] do not have the same thing in mind.» (κυρίως όσον αφορά το ψευδοπρόβλημα τής γαλλικής επανάστασης ως «απλώς» αστικής, ψευδοπρόβλημα γιατί ακριβώς την εποχή τής Γαλλικής δεν υπήρχαν ούτε «μονοπώλια» με τη σημερινή έννοια αλλά ούτε και «ιδιωτική ιδιοκτησία» όπως την ξέρουμε σήμερα [ο θεσμός τής ατομικής ιδιοκτησίας εξελισσόταν σε όλη τη διάρκεια τού 19 (και θα έλεγα και τού 20 αιώνα)]).

    ΑπάντησηΔιαγραφή