Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Ορισμένοι αρχικοί θεωρητικοί προβληματισμοί πάνω στο "Κυπριακό ζήτημα" (Ι)

Εισαγωγή

Το "Κυπριακό ζήτημα" ανακύπτει ιστορικά στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στην εποχή δηλαδή του περάσματος σε αυτό που ο Λένιν ονομάζει "ιμπεριαλισμό" ή "ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού." Επαναλαμβάνουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του σταδίου: 1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, που έχει φτάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή·2) Συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του χρηματιστικού κεφαλαίου·3) Εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτά η εξαγωγή κεφαλαίου, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων·4) Συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο·5) Εχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις.


Το τέταρτο και το πέμπτο χαρακτηριστικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού όπως τον αντιλήφθηκε ο Λένιν βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους και σηματοδοτούν την έναρξη μιας εποχής ραγδαία αυξανόμενων συγκρούσεων ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη: αφενός, δείχνει ο Ιμπεριαλισμός, ο κόσμος έχει ήδη μοιραστεί εδαφικά ως το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα· αφετέρου, οι δυναμικές που δημιουργούν τα τρία πρώτα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού οδηγούν σε πίεση για το ξαναναμοίρασμα του κόσμου προς όφελος των ισχυρότερων μονοπωλιακών ενώσεων, που βέβαια εκφράζονται ταυτόχρονα με όρους κρατικούς και στρατιωτικούς, με την διεθνή μορφή κρατικών δυνάμεων.

Στο έργο του Der Nomos der Erde (Ο Νόμος της γης, 1950), ο φασίστας θεωρητικός και νομικός Καρλ Σμιτ θυμίζει αρχικά ότι ετυμολογικά η λέξη "νόμος" προέρχεται από το ρήμα "νέμειν", και συνεπώς σηματοδοτεί την πράξη του μοιράσματος, του επιμερισμού μεριδίων. Ο "Νόμος της γης" είναι ακριβώς ο νόμος που ρυθμίζει το μοίρασμα της γης, οι τυπικές αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται αυτό το μοίρασμα των εδαφών στους λαούς και τις εθνότητες. Σύμφωνα με τον Σμιτ, οι εδαφικές διαφορές πριν απ' το ίδιο αυτό τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στο οποίο ενσκύπτει ο Λένιν αποτελούσαν ζητήματα που διέπονταν από τις αρχές του jus publicum europeum, του ευρωπαϊκού δικαίου, στο οποίο ο πόλεμος είναι μέσο επίλυσης των εδαφικών διαφορών και διέπεται από συνθήκες που περιορίζουν την έκταση και έντασή του. Μετά όμως το Συνέδριο του Κογκό (γνωστό και ως συνέδριο του Βερολίνου) του 1884-1885, όταν θεσπίζεται η "αρχή της αποτελεσματικής κτήσης" (principle of effective occupation) και ξεκινά ο φρενήρης ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών κρατών για την κατάκτηση αφρικανικών εδαφών (Scramble for Africa), η τάξη του jus publicum europeum --σύμφωνα πάντα με τον Σμιτ-- διαλύεται,  η "πραγματική εχθρότητα" γίνεται "απόλυτη εχθρότητα" και ο ευρωπαϊκός πόλεμος μετατρέπεται σε "αποικιακό", δηλαδή παύει να υφίσταται η διαφοροποίηση μεταξύ ευρωπαϊκών και αποικιακών εδαφών και αίρονται οι ως τότε σεβαστοί κανόνες του πολέμου ανάμεσα σε ευρωπαϊκά κράτη.

Δεν μας απασχολεί εδώ το ερώτημα των ιδεολογικών προεκτάσεων αυτής της τοποθέτησης (οι οποίες εμπλέκονται άμεσα με τον αντισοβιετισμό του Σμιτ και την φασιστική αντίληψη της ΕΣΣΔ ως "μη ευρωπαϊκής" χώρας απέναντι στην οποία θα έπρεπε να ισχύουν άλλοι κανόνες από το ευρωπαϊκό δίκαιο του πολέμου, κανόνες αποικιακού χαρακτήρα -- βλέπε γενοκτονία του Κογκό). Μας ενδιαφέρει ότι ο Σμιτ τοποθετεί συγκεκριμένα στα έτη 1884-85 την κατάρρευση των υφιστάμενων κανόνων κατανομής της γης και την προετοιμασία για την ιμπεριαλιστική σφαγή μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών που θα ακολουθούσε αυτή την κατάρρευση στο άκρως σημαντικό για τον Λένιν έτος 1914.

Μας ενδιαφέρει επίσης ότι το "Κυπριακό ζήτημα" παίρνει την αρχική του μορφή μόλις έξι χρόνια πριν το Συνέδριο που ο Σμιτ θεωρεί ορόσημο, και καθώς μια προνεωτερικού τύπου αυτοκρατορία (η Οθωμανική) αρχίζει να διαμελίζεται, όπως θα διαμελιζόταν λίγα χρόνια αργότερα η Αφρική, από τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Με τα λόγια του Β' Τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ:
Το Κυπριακό Ζήτημα έχει τις ρίζες του στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα. Αφετηρία του ήταν οι άμεσες στρατιωτικές και διπλωματικές επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην απώλεια των κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. [...] Η συμφωνία ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αγγλία παραχωρούσε τη χρήση της Κύπρου στην Αγγλία για την εγκατάσταση βάσεων σε αυτήν, έναντι ενός ετήσιου χρηματικού ποσού και ορισμένων θρησκευτικών προνομίων για το μουσουλμανικό (μειονοτικό) πληθυσμό της Κύπρου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε τυπική κυριότητα της Κύπρου, ενώ η Αγγλία ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει την Κύπρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αν η Ρωσία επέστρεφε τα εδάφη της Αρμενίας, τα οποία είχε κατακτήσει κατά το ρωσοτουρκικό πόλεμο. Σε αυτήν την περίπτωση έπαυε να ισχύει ο λόγος της συμφωνίας, που ήταν η στρατιωτική στήριξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Μ. Βρετανία απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις της Ρωσίας σε βάρος των ασιατικών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον Ιούλη του 1878 οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν στην Κύπρο και ανακήρυξαν την κατοχή της από το βρετανικό Στέμμα.

Την Κύπρο διοικούσε Αγγλος αρμοστής, στον οποίο εξαρχής διατυπώθηκε από τις εκκλησιαστικές αρχές των Ελληνοκυπρίων η θέληση να ενωθούν με το ελληνικό κράτος, αίτημα στο οποίο δεν ανταποκρίθηκε η Αγγλία, τυπικά γιατί δεν είχε την ψιλή κυριότητα, ουσιαστικά γιατί την ενδιέφεραν πρωταρχικά οι βάσεις της στην Κύπρο. Η Κύπρος είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία λόγω της θέσης που έχει ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, αλλά και του ορυκτού πλούτου της.

[...]

Η Κύπρος προσαρτήθηκε πλήρως ως αποικία της Μ. Βρετανίας μετά από το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και αναγνωρίστηκε ως τέτοια από την Τουρκία με τη Συνθήκη της Λοζάνης (24.7.1923).
Με άλλα λόγια:

α) Το "Κυπριακό" ανακύπτει ως ζήτημα ιδιοσυγκρασιακότητας του νομικού στάτους μιας εδαφικής κτήσης η οποία "ενοικιάζεται" από μια παρηκμασμένη, καταρρέουσα, προνεωτερική αυτοκρατορία σε μια σύγχρονη, πλήρως αναπτυγμένη ιμπεριαλιστική χώρα, με όρους που περιλαμβάνουν την θεωρητική δυνατότητα επιστροφής της κτήσης στον αυτοκρατορικό ιδιοκτήτη της (αλλά φυσικά, η "Οθωμανική αυτοκρατορία" ως νομικό υποκείμενο δικαίου έπαψε να υφίσταται τον Ιούλιο του 1923, με αποτέλεσμα η Κύπρος να γίνει πλήρης αγγλική αποικία τον ίδιο μήνα). Όπως σημειώνει άλλωστε ο Β' Τόμος, το αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα απορρίφθηκε ρητά στη βάση αυτής της ιδιοσυγκρασιακότητας καθώς η Αγγλία, που διοικούσε την Κύπρο μετά το 1878, επικαλέστηκε την απουσία "ψιλής κυριότητας" επί της νήσου για να αρνηθεί το αρχικό αίτημα.

β) Η ασάφεια που δημιουργεί το ιδιόρρυθμο καθεστώς που εγκαθιδρύεται το 1878, καθώς η Κύπρος περνά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην ιμπεριαλιστική Αγγλία στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής αναζήτησης "ξαναμοιράσματος του κόσμου", ενθαρρύνει τις ελπίδες της ελληνόφωνης και Χριστιανικής ντόπιας αστικής τάξης για "ένωση" με την μητροπολιτική Ελλάδα και, κατ' επέκταση, με τη "Δύση" προς την οποία προσανατολιζόταν φλογερά η ίδια. Την ίδια στιγμή, όμως, καθίσταται εμπόδιο για τις ελληνικές αστικο-εθνικιστικές φιλοδοξίες. Αυτή η αντιφατική σχέση ανάμεσα στον σύγχρονο αστικό εθνικισμό και το νεφελώδες στάτους της μορφής του "αντιπάλου" (προνεωτερική αυτοκρατορία/σύγχρονος δυτικός ιμπεριαλισμός) θα στοιχειώσει το Κυπριακό απ' την αρχή. Γιατί βέβαια, ο τύποις "αφέντης" και "ιδιοκτήτης" της Κύπρου είναι επίσης άμεσα εξαρτώμενος από τον ενοικιαστή της, απέναντι στον οποίο εμφανίζεται ο ίδιος ως αποικιακή βλέψη. Η μακρά περιπέτεια του Κυπριακού ξεκινά απ' την ιδιορρυθμία μιας αυτοκρατορικής επαρχίας της οποίας η μητρόπολη (η ηπειρωτική Τουρκία) απειλείται η ίδια με τεμαχισμό από τον σύγχρονο ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, την ίδια στιγμή που η αντίπαλη στην περιοχή μητρόπολη (η Ελλάδα) αγωνίζεται να συγκροτηθεί σε όσο το δυνατόν εδαφικά μεγαλύτερο κράτος για να ικανοποιηθούν οι οικονομικές και εμπορικές φιλοδοξίες της δικής της, σαφώς πιο αναπτυγμένης από την σύγχρονή της Οθωμανική, αστικής τάξης (βλ. Έλλη Σκοπετέα, Το Πρότυπο Βασίλειο και η Μεγάλη Ιδέα, Η Δύση της Ανατολής).

γ) Το Κυπριακό γεννιέται έτσι και με τη μορφή της έντασης και της ανομοιογένειας ανάμεσα σε  ανόμοιου χαρακτήρα αλλά σύγχρονα μεταξύ τους μορφώματα: την προνεωτερική αυτοκρατορία της Ανατολής και τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό της Δύσης, αφενός· τον πρώιμο ελληνικό καπιταλισμό και την Οθωμανική φεουδαρχία αφετέρου. Είναι ένα πρόβλημα, ανάμεσα σε άλλα, "μη συγχρονικότητας του σύγχρονου" (Ερνστ Μπλοχ), συνύπαρξης ετερογενών και αντιφατικών ιστορικοπολιτικών (και κρατικών) αποκρυσταλλώσεων. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό, θα προσπαθήσω να δείξω στο επόμενο μέρος, έχει απρόσμενες, μακρόπνοες και ιδιαίτερα σημαντικές συνεπαγωγές σε ό,τι αφορά τη σύλληψη του Κυπριακού με όρους ιμπεριαλισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου