Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Simon Clarke-Χρήμα, πίστωση και κρίση στα Σημειωματάρια του 1851

Simon Clarke
Χρήμα, πίστωση και κρίση στα Σημειωματάρια του 1851
Από το Η θεωρία της κρίσης στον Μαρξ

Τα ζητήματα αυτά κορυφώθηκαν με την αποτυχία της αναμενόμενης κρίσης να εκδηλωθεί το 1850, η οποία οδήγησε τον Μαρξ να αφοσιωθεί στην πιο εμβριθή ανάλυση της οικονομικής ιστορίας και των θεωριών της πολιτικής οικονομίας, και ιδιαίτερα στη μελέτη του τραπεζιτικού και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα 24 σημειωματάρια της περιόδου ανάμεσα στον Σεπτέμβρη του 1850 και του Αυγούστου του 1853 που συνέταξε ο Μαρξ αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από παραθέματα και συνόψεις. Ούτε τα δημοσιευμένα του σημειωματάρια, τα οποία δεν πηγαίνουν πέρα από το 1851, ούτε τα δημοσιογραφικά του γραπτά, ούτε η διασωθείσα αλληλογραφία του δεν μας δίνουν πολλές ενδείξεις ότι η δική του κριτική της πολιτικής οικονομίας προόδευσε πολύ στην περίοδο αυτή. Σε δυο επιστολές προς τον Ένγκελς, νωρίς το 1851 (στις 7 Ιαν. του 1851 και στις 3 Φεβ. του 1851), ο Μαρξ αναφέρθηκε στην κριτική του στις θεωρίες του Ρικάρντο για την πρόσοδο και το χρήμα, αλλά καμία απ' αυτές τις κριτικές δεν ήταν πρωτότυπη ή εμβριθής, αφού οι κριτικές του Μαρξ για την ποσοτική θεωρία του χρήματος προερχόντουσαν κατά βάση από τον Τουκ και τη Σχολή του Τραπεζιτισμού. Παρ' όλα αυτά, τα σημειωματάρια τούτα περιέχουν κάποιες ενδείξεις μιας σημαντικής προόδου στην θεωρία του Μαρξ για την κρίση, η οποία έθεσε τα θεμέλια για την ανάλυση που θα ανέπτυσσε στα σημειωματάρια του 1857-1863 (CW38, 258–63, 273–8).


Το βασικό ζήτημα πάνω στο οποίο ο Μαρξ άρχισε να αναπτύσσει τις δικές του ιδέες ήταν η σχέση ανάμεσα στο συνάλλαγμα και τις κρίσεις, ώστε να δείξει ότι μια νομισματική κρίση, όπου φαίνεται πως το πρόβλημα είναι η έλλειψη χρήματος, είναι μονάχα μια επιφανειακή έκφραση μιας κρίσης υπερπαραγωγής -- επιχείρημα που είχε ήδη διατυπώσει πολεμικά στη Γερμανική Ιδεολογία.

Το χειρόγραφο του Μαρξ με τίτλο "Ράβδοι χρυσού: Το ολοκληρωμένο χρηματικό σύστημα" του Φλεβάρη του 1851 περιέχει το πρώτο σχεδιάγραμμα της ανάλυσης του Μαρξ στην χρηματική μορφή ως έκφραση των κοινωνικών σχέσεων της εμπορευματικής παραγωγής, η οποία πηγάζει από το πιο πρώιμό του "Σχόλια για τον Τζέιμς Μιλλ." Σε αυτό το κείμενο, ο Μαρξ τοποθετεί ρητά την πηγή των κρίσεων στη χρηματική μορφή, της οποίας η ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης είναι απλώς έκφραση, και συνδέει τις κρίσεις με το γενικό φαινόμενο της "ασυμμετρίας." "Ο χρυσός και τ' ασήμι, στην ιδιότητά τους ως χρήμα, εμφανίζονται εδώ ως διαμεσολαβητές. Η πράξη της ανταλλαγής χωρίζεται στις αμοιβαία ανεξάρτητες πράξεις της αγοράς και της πώλησης.  Η ζήτηση και η παραγωγή, τα απαραίτητα αποτελέσματα του χρήματος, είναι λοιπόν, ο χωρισμός των δύο αυτών δράσεων, οι οποίες, βέβαια, πρέπει διαρκώς να εξισορροπούνται, αλλά και οι οποίες μπορούν ανά πάσα στιγμή να βρίσκονται σε δυσαρμονία, σε ασυμμετρία. Η βάση των κρίσεων, λοιπόν, οπωσδήποτε βρίσκεται στο χρήμα" (MEGA, IV, 8, 4. Βλ. επίσης επιστολές στον Ένγκελς, 03/02/1851 και 25/2/1851).

Στους στοχασμούς που έγραψε τον Μάρτη του 1851, ο Μαρξ προσφέρει την πρώτη συστηματική εξέταση της σχέσης ανάμεσα στην τάση υπερπαραγωγής και τις χρηματοπιστωτικές και εμπορικές κρίσεις όπου εμφανίζεται η τάση αυτή. Το σημείο εκκίνησης για τον Μαρξ είναι η διάκριση, κρίσιμη για την αντιπαράθεση των Σχολών του Τραπεζιτισμού και του Συναλλάγματος, μεταξύ του εμπορίου μεταξύ καπιταλιστών αφενός, και του εμπορίου μεταξύ καπιταλιστών και καταναλωτών αφετέρου. Η διάκριση συνδεόταν άμεσα με την ανάλυση του Μαρξ για την υπερπαραγωγή και την κρίση. Στο εμπόριο μεταξύ καπιταλιστών, τα εμπορεύματα και το χρήμα περνάνε από χέρι σε χέρι, χωρίς τα εμπορεύματα να φεύγουν από τη σφαίρα της κυκλοφορίας. Μόνο στο εμπόριο μεταξύ καπιταλιστών και καταναλωτών φεύγουν τα εμπορεύματα από την κυκλοφορία και περνούν στη σφαίρα της κατανάλωσης. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ειδών εμπορίου συνδεόταν στις αντιπαραθέσεις για το συνάλλαγμα με τη διάκριση του Τουκ ανάμεσα στο χρήμα ως κεφάλαιο και το χρήμα ως μέσο κυκλοφορίας.

Στον 19ο αιώνα, υπήρχε μια τάση οι διαφορετικές μορφές του χρήματος να επιτελούν διαφορετικούς ρόλους, με τα χρήματα πίστωσης, περιλαμβανομένων των χαρτονομισμάτων, να κυκλοφορούν τα εμπορεύματα ανάμεσα στους καπιταλιστές, ενώ τα κέρματα κυκλοφορούσαν τα εμπορεύματα ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους καταναλωτές (αν και αυτή η διάκριση δεν ήταν σαφής, εφόσον ήταν μόνο δια της πώλησης στον απώτατο καταναλωτή που το εμπορευματικό κεφάλαιο υλοποιούνταν επιτέλους με τη μορφή του χρήματος). Το βασικό θέμα δεν είναι η διάκριση μεταξύ διαφορετικών ειδών χρήματος, αλλά η διάκριση μεταξύ των διαφορετικών λειτουργιών που επιτελεί το χρήμα, και ήταν κυρίως η έλλειψη αυτής της διάκρισης που οδήγησε σε τόση σύγχυση τις αντιπαραθέσεις για το συνάλλαγμα (CW33, 216). Στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ υπογραμμίζει το γεγονός πως η διάκριση είναι λειτουργική. "Το γεγονός ότι το ίδιο χρήμα εξυπηρετεί έναν σκοπό στα χέρια του πωλητή και έναν άλλο στα χέρια του αγοραστή είναι απλώς ένα φαινόμενο εγγενές σε όλες τις αγοραπωλησίες εμπορευμάτων" (CII, 515, c.f.~551–4). Η Σχολή του Συναλλάγματος είχε την τάση να αναγάγει το χρήμα στη λειτουργία του ως μέσου κυκλοφορίας, επικεντρώνοντας στην μετατρεψιμότητα του συναλλάγματος· ενώ η Σχολή του Τραπεζιτισμού είχε την τάση να αναγάγει το χρήμα στη λειτουργία του ως κεφάλαιο, επικεντρώνοντας στο ζήτημα της τραπεζικής πίστωσης.

Ο άμεσος παραγωγός υλοποιεί το κεφάλαιό του πουλώντας εμπορεύματα στον καπιταλιστή-έμπορο, ο οποίος αγοράζει τα εμπορεύματα με πίστωση. Τα εμπορεύματα και η πίστωση περνούν μετά από χέρι σε χέρι, σε μια σειρά ανταλλαγών, ώσπου τελικά το εμπόρευμα πωλείται στον καταναλωτή με αντίτιμο το ρευστό, με την τελική πώληση να επιτρέπει την πληρωμή στην αλυσίδα πίστωσης. Το ερώτημα είναι ποια είναι η σχέση μεταξύ του εμπορίου ανάμεσα σε μεσάζοντες και στην τελική πώληση του προϊόντος; Για την πολιτική οικονομία, και ακολουθώντας τον Άνταμ Σμιθ, η υπερπαραγωγή είναι αδύνατη, επειδή το εμπόριο ανάμεσα στους καπιταλιστές περιορίζεται απαραίτητα από την καταναλωτική ζήτηση για το προϊόν. Αν η δεύτερη πέσει κάτω από την προσφορά, οι χονδρέμποροι θα μειώσουν τις παραγγελίες τους και η παραγωγή θα προσαρμοστεί στα όρια της αγοράς. Όμως ο Μαρξ ισχυρίστηκε: "όλες οι κρίσεις δείχνουν πως στην πραγματικότητα, το εμπόριο ανάμεσα στους μεσάζοντες υπερβαίνει διαρκώς τα όρια που θέτει το εμπόριο ανάμεσα στους μεσάζοντες και τους καταναλωτές" (CW10, 584) –- το εμπόριο τείνει διαρκώς να επεκταθεί πέρα από τα όρια της αγοράς. 

Ο Μαρξ δεν προσφέρει εδώ μια συστηματική εξέταση αυτής της τάσης, αλλά επισημαίνει αρκετούς διαφορετικούς λόγους για το γιατί το εμπόριο δεν δεσμεύεται από την ζήτηση των καταναλωτών. Πρώτον, το εμπόριο ανάμεσα στους μεσάζοντες δεν περιορίζεται από το επίπεδο της ζήτησης σε καμία χώρα ατομικά, αλλά από τη ζήτηση σε παγκόσμια κλίμακα. Δεύτερον, "το γεγονός ότι το εισόδημα της εργατικής τάξης μειώνεται --όχι σε μια χώρα, όπως νομίζει ο Προυντόν, αλλά στην παγκόσμια αγορά-- οδηγεί σε μια ανισορροπία παραγωγής και ζήτησης και συνεπώς στην υπερπαραγωγή", αν και αυτή η τάση αναπροσαρμόζεται λόγω της "αυξανόμενης υπερπολυτέλειας των τάξεων που έχουν στα χέρια τους την ιδιοκτησία". Έτσι, "θα ήταν λάθος να προτάξουμε αυτή την θεωρία απροϋπόθετα." Τρίτον, όπως ισχυρίστηκε η Σχολή του Τραπεζιτισμού, "το εμπόριο ανάμεσα στους μεσάζοντες δημιουργεί, σε μεγάλο βαθμό, εμπόριο ανάμεσα σε μεσάζοντες και καταναλωτές." Μια αρχική επένδυση, όσο θεωρητική [speculative] κι αν είναι, δημιουργεί απασχόληση και προκαλεί αύξηση μισθών, η οποία, με τη σειρά της, δημιουργεί αυξημένη κατανάλωση. Παρομοίως, η κρίση ξεκινά πάντα από το εμπόριο ανάμεσα στους μεσάζοντες, και μόνο αργότερα, και ως συνέπεια του κραχ, πέφτει η κατανάλωση και άρα και το εμπόριο μεταξύ μεσαζόντων και καταναλωτών (CW10, 585–6). Τέταρτον, ο Μαρξ δήλωσε πως η "υπερπαραγωγή δεν πρέπει να αποδίδεται αποκλειστικά στην ασυμμετρία της παραγωγής, αλλά και στη σχέση ανάμεσα στην τάξη των καπιταλιστών και αυτή των εργατών" (CW10, 486), αν και δεν έδειξε εδώ ποια ήταν η σύνδεση ανάμεσα στην ασυμμετρία, αφενός, και στην ταξική σχέση ανάμεσα σε καπιταλιστές και εργάτες, αφετέρου.

Η τάση προς την υπερπαραγωγή δεν συγκρατούνταν στα όρια της αγοράς από την εμπορική δραστηριότητα των μεσαζόντων, επειδή η δραστηριότητα αυτή είχε τη δική της δυναμική. Η εμπορική αυτή δραστηριότητα μπορεί να συντηρηθεί για όσο διάστημα οι τράπεζες επιθυμούν και θέλουν να την χρηματοδοτήσουν. Έτσι, η κρίση εμφανίζται όταν οι τράπεζες αρχίζουν να αποσύρουν τις διευκολύνσεις. Για να κατανοήσει τους μηχανισμούς της κρίσης, λοιπόν, ο Μαρξ στρέφεται στο ζήτημα του συναλλάγματος.

Σε περίοδο κρίσης, τα άτομα αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες, αναγκάζοντας τις τράπεζες να περιορίσουν την πίστωση, έτσι ώστε οι καπιταλιστές να πρέπει να περιορίσουν τα δικά τους εγχειρήματα, και "τα παράπονα για έλλειψη ρευστού μετακινούνται απ' τον εμπορικό κόσμο στη σφαίρα των καταναλωτών" (CW10, 586). Σε μια κρίση, φαίνεται πως το πρόβλημα είναι πρόβλημα έλλειψης πίστωσης, η οποία αναγκάζει τους καπιταλιστές να περιορίσουν τη λειτουργία τους, κι έτσι, η απαίτηση των μεταρρυθμιστών είναι να διευκολυνθεί η πίστωση και να επεκταθεί η διαθεσιμότητα του συναλλάγματος. Όμως το πραγματικό πρόβλημα πίσω από την έλλειψη πίστωσης δεν είναι η διαθεσιμότητα του συναλλάγματος, αλλά η υπερπαραγωγή, η οποία αντανακλάται στην έλλειψη ζήτησης. Οι τράπεζες δεν δίνουν πλέον πίστωση επειδή το κεφάλαιο έναντι του οποίου εξασφαλίζεται η πίστωσή τους αποδεικνύεται απραγματοποίητο, καθώς τα εμπορεύματα στα οποία ενσαρκώνεται το κεφάλαιο συσσωρεύονται απούλητα

Στην κρίση, οι συναλλαγματικές δεν μπορούν να τύχουν έκπτωσης και τα χαρτονομίσματα δεν μπορούν να ανταλλαγούν για χρυσό, όμως αυτά δεν είναι παρά συμπτώματα της κρίσης. Η αληθινή δυσκολία στην κρίση δεν είναι η μετατρεψιμότητα του χρήματος, η οποία μπορεί να επιλυθεί εύκολα (για παράδειγμα, μέσω της ακύρωσης του Νόμου περί Τραπεζών). "Η πραγματική δυσκολία είναι η μη μετατρεψιμότητα των εμπορευμάτων, δηλαδή του πραγματικού κεφαλαίου, σε χρυσό και χαρτονόμισμα" (CW10, 587). Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ιδιαίτερη μορφή του χρηματικού συστήματος, η οποία οδήγησε σε έλλειψη χρημάτων, αλλά ο τρόπος κοινωνικής παραγωγής, στον οποίο στόχος της παραγωγής δεν είναι οι κοινωνικές ανάγκες, αλλά η ιδιοποίηση του χρήματος. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή του χρηματικού συστήματος είναι το ίδιο καλή με κάθε άλλη, γιατί το καπιταλιστικό σύστημα απαιτεί αξιόπιστο χρήμα. "Η μετατρεψιμότητα του χαρτονομίσματος σε χρυσό είναι απαραίτητη, με άλλα λόγια, επειδή τα εμπορεύματα έχουν ανταλλακτική αξία, και αυτό απαιτεί ένα ειδικό ισοδύναμο το οποίο να διαφέρει από τα εμπορεύματα, επειδή στην πραγματικότητα κυριαρχεί το σύστημα της ιδιωτικής ανταλλαγής" (CW10, 587). Οι μεταρρυθμιστές του συναλλάγματος θεωρούν πως μπορούν να λύσουν το πρόβλημα της μη μετατρεψιμότητας του κεφαλαίου εγκαταλείποντας την μετατρεψιμότητα του συναλλάγματος και προσπαθούν να μετατρέψουν το χρηματικό σύστημα, "λες και η μη μετατρεψιμότητα του κεφαλαίου δεν περιέχονταν ήδη στην ύπαρξη χρηματικού συστήματος, λες και δεν περιεχόταν ακόμα και στην ύπαρξη προϊόντων με τη μορφή κεφαλαίου.  Η προσπάθεια να αλλαχθεί αυτό στην υφιστάμενη βάση σημαίνει στέρηση του χρήματος απ' τις νομισματικές του ιδιότητες, χωρίς να μεταφέρεται στο κεφάλαιο η ποιότητα της διαρκούς ανταλλαξιμότητας", κι έτσι αποτελεί λύση διπλού κακού. Αυτοί που θέλουν να τυπώνουμε χρήμα ελεύθερα, ή που "διατηρούν το χρήμα αλλά με τέτοιο τρόπο που να μην έχει πια τις ιδιότητες του χρήματος" είναι όλοι ανόητοι (CW10, 588). Ο Μαρξ ξεκίνησε τα Grundrisse αναπτύσσοντας αυτό το επιχείρημα όταν επέστρεψε στις οικονομικές του μελέτες το 1857.

Τον Μάρτη και τον Απρίλη του 1851 ο Μαρξ επέστρεψε στη μελέτη του έργου του Ρικάρντο (MEGA IV.8, Σημειωματάρια VII και VIII). Η σημασία του Ρικάρντο έγκειται στο γεγονός ότι απέρριψε κάθε είδος υποκαταναλωτισμού, αρνούμενος σφόδρα την δυναότητα γενικής υπεραπαραγωγής στη βάση ότι η "υπερπαραγωγή" σ' ένα κλάδο της παραγωγής πρέπει να ανταποκρίνεται σε "υποπαραγωγή" σ' έναν άλλο, ανισορροπία η οποία θα διορθωνόταν από την φυσιολογική λειτουργία της αγοράς. Η σύγκρουση με τον Ρικάρντο, εδώ όπως και στο υπόλοιπο έργο του, αναγκάζει τον Μαρξ να διασαφηνίσει τη δική του σκέψη (και να προοικονομήσει την κριτική της μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης που διατύπωσε αργότερα ο Τούγκαν). 

Στις σημειώσεις του για τον Ρικάρντο, ο Μαρξ συνδέει την τάση για άνιση ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής με την τάση για υπερπαραγωγή, την αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή αξιών και την παραγωγή αξιών χρήσης, τον δυναμισμό της καπιταλιστικής παραγωγής και την αναγκαιότητα των κρίσεων σε ένα εδάφιο που συνοψίζει παρελθοντικά πορίσματα και προοικονομεί το έργο που θα έρθει. 

Ο Μαρξ αναγνωρίζει τη δύναμη της κριτικής του Ρικάρντο στην θεωρία της υποκατανάλωσης, και αρχίζει να ισοσταθμίζει την θεωρητική του ανάλυση σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα των εμπειρικών ερευνών του, οι οποίες είχαν δείξει πως πίσω από την κρίση βρισκόταν η ανισόμετρη ανάπτυξη της παραγωγής.  Ο Μαρξ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο επιχείρημα πως η άνιση ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής φέρνει την τάση για υπερπαραγωγή. Αν οι παραγωγικές δυνάμεις προχωρούσαν ομοιόμορφα, τότε η υιοθέτηση βελτιωμένων μεθόδων παραγωγής θα οδηγούσε στην αύξηση του μεγέθους του προϊόντος, όχι όμως και στην αύξηση του μεγέθους του κεφαλαίου, διότι οι τιμές θα προσαρμοζόντουσαν άμεσα στο νέο επίπεδο κόστους, ώστε να δώσουν το ομοιόμορφο γενικό ποσοστό κέρδους (αν και το κεφάλαιο θα επεκταθεί κατόπιν, καθώς η πτώση της αξίας της εργατικής δύναμης επιτρέπει στον καπιταλιστή να απασχολήσει περισσότερους εργάτες). Ο δυναμισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η συνδεόμενη τάση της υπερπαραγωγής προέρχεται από την άνιση ανάπτυξη των δυνάμεων παραγωγής, η οποία παρέχει στον πιο εξελιγμένο καπιταλιστή τη δυνατότητα να δρέψει επιπρόσθετο κέρδος μέχρις ότου υιοθετηθούν γενικά οι νέες μέθοδοι παραγωγής
Ο αστικός πλούτος, και ο στόχος όλης της καπιταλιστικής παραγωγής, είναι η ανταλλακτική αξία και όχι η αξία χρήσης. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος αύξησης αυτής της ανταλλακτικής αξίας --αν αφήσει κανείς παράμερα την αμοιβαία εξαπάτηση-- παρά η πρόσθεση στην μάζα προϊόντων, και η παραγωγή περισσοτέρων. Για να επιτευχθεί αυτή η αύξηση της παραγωγής είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις. 
Όμως, σε αναλογία με την αύξηση της παραγωγικής δύναμης μιας δοσμένης ποσότητας εργασίας...υπάρχει πτώση της ανταλλακτικής αξίας των προϊόντων...ακόμα κι αν δεν λάβουμε υπόψη την πτώση της αξίας [του σταθερού κεφαλαίου], με την οποία θα ασχοληθούμε αργότερα.
Αν η διαδικασία επιτελούνταν ομοιόμορφα, η αξία δεν θα ποίκιλλε ποτέ, και αυτό στο σημείο που κάθε ερέθισμα για την καπιταλιστική παραγωγή να σταματήσει. Μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι εξελίσσεται άνισα  βλέπει κανείς κάθε είδους σύγκρουση να αναδύεται, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχει αστική πρόοδος. 

Στόχος της αστικής παραγωγής δεν είναι ποτέ η παραγωγή περισσότερων εμπορευμάτων. Στόχος της είναι η παραγωγή περισσότερων αξιών. Η πραγματική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των εμπορευμάτων λαμβάνει λοιπόν χώρα παρά την στόχευση της αστικής παραγωγής:  όλες οι κρίσεις είναι αποτελέσματα αυτής της αντίφασης στην επέκταση των αξιών η οποία μεταμορφώνεται, μέσα από την ίδια της την κίνηση, σε αύξηση της παραγωγής. Έτσι, η αστική βιομηχανία συστρέφεται και ανατρέπεται διαρκώς μέσα από αυτή την αντίφαση.

Ενώ γίνεται παραγωγικότερο, το κεφάλαιο δεν θα αυξανόταν αν όλα τα κεφάλαια γινόταν το ίδιο παραγωγικά σε κάθε κλάδο της βιομηχανίας. Το εθνικό κεφάλαιο θα παρέμενε το ίδιο, αν και θα παρήγαγε περισσότερο πλούτο με την ρικαρδιανή έννοια, δηλαδή περισσότερα προϊόντα, κλπ.
Όμως, επειδή η αύξηση στην παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου είναι πάντα μονομερής, ανταποκρίνεται πρώτα στην αύξηση των αξιών (η βελτιωμένη μηχανή θα έφτιαχνε τα προϊόντα της στην ίδια τιμή όπως και η μέση μηχανή, όπως και η χειρότερη γη παράγει με την ίδια τιμή όπως και η καλύτερη, και όπως και με την πρόσοδο υπάρχει δημιουργία αξίας). Όταν, επιπρόσθετα, ο καπιταλιστής βάζει περισσότερους εργάτες να δουλεύοθν με το ίδιο κεφάλαιο...και με αυτό τον τρόπο αυξάνει τις αξίες (MEGA IV.8, 364-5)
Ο Μαρξ επαναλαμβάνει ακόμα τη σχέση ανάμεσα στην ασυμμετρία στην ανάπτυξη της παραγωγής μεταξύ των διαφόρων κλάδων της παραγωγής και την ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς. Οι κρισιακές τάσεις της συσσώρευσης εκδηλώνονται σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς το κεφάλαιο γυρίζει την παγκόσμια αγορά αναζητώντας διεξόδους για το επιπρόσθετο προϊόν του: "Η ασυμμετρία ανάμεσα στην αγορά --στους ανταλλάσσοντες-- και στο κεφάλαιο, η ασυμμετρία της παραγωγής μέσα σε μια συγκεκριμένη χώρα,σπρώχνει τα εμπορεύματα στην παγκόσμια αγορά, από τη μια αγορά στην άλλη. Από τη στιγμή που η βιομηχανία είναι σύγχρονη, η σύμμετρη παραγωγή –- εντός αστικών ορίων, εννοείται –- χρειάζεται τη σφαίρα όλου του κόσμου αν θέλει να βρει ισοδύναμο για την παραγωγή της, δηλαδή ενεργό ζήτηση" (MEGA IV.8, 417).

Τα εναπομείναντα σημειωματάρια αυτής της περιόδου εξακολουθούν να μένουν αδημοσίευτα, αν και δεν υπάρχει ένδειξη πως περιέχουν πρωτότυπο υλικό. Στα δημοσιευμένα τους γραπτά της περιόδου 1852-3, οι Μαρξ και Ένγκελς αναμένουν ακόμα την τελική κρίση που έρχεται σύντομα, όμως αν και υπήρξαν επεισόδια εμπορικής και χρηματοπιστωτικής αναταραχής, καθώς και σαφείς ενδείξεις υπερπαραγωγής στον ένα ή στον άλλο κλάδο παραγωγής, η αναμενόμενη γενική κρίση δεν ήλθε. Το ότι η κρίση δεν ήλθε στην ώρα της δεν εκνεύρισε τους Μαρξ και Ένγκελς. Αντιθέτως, όσο περισσότερο καθυστερούσε το ξέσπασμα της κρίσης λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, όπως το ελεύθερο εμπόριο και ο πόλεμος στην Κριμαία, τόσο πιο σφοδρή αναμενόταν να είναι.

Σύμφωνα με τους Μαρξ και Ένγκελς, το γεγονός ότι ο κύκλος  δεν είχε εισέλθει στην συνηθισμένη φάση εμπορευματικού και χρηματοπιστωτικού σπέκουλου [speculation] δεν έδειχνε αδυνάτισμα των κρισιακών τάσεων. Αντιθέτως, το γεγονός ότι το επιπρόσθετο κεφάλαιο [surplus capital] συνέχιζε να διαχέεται στην παραγωγή και όχι στο χρηματοπιστωτικό και εμπορικό σπέκουλο έδειχνε πως η κρίση "θα πάρει  πολύ πιο επικίνδυνο χαρακτήρα από ό,τι το 1847, όταν ήταν περισσότερο εμπορική και νομισματική από ό,τι βιομηχανική" (CW11, 361), αλλά για το αναπόφευκτο του χαρακτήρα της δεν υπήρχε αμφιβολία.

Στα μέσα του 1853, ο Μαρξ έγραψε: "θα πρέπει πάντοτε, και χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου ιδιαίτερου ατυχήματος, να έρχεται με τον καιρό μια στιγμή, όταν η επέκταση των αγορών δεν θα μπορεί να κρατηθεί σε συνάρτηση με την επέκταση των βρετανικών βιομηχανικών προϊόντων, και αυτή η ασυμμετρία θα φέρει νέα κρίση, με την ίδια βεβαιότητα που το έκανε στο παρελθόν(CW12, 95–6), όμως στο χρονικό αυτό σημείο, οι αναφορές στην αναγκαιότητα ή το επερχόμενο της κρίσης είχαν γίνει λίγες και σποραδικές. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου