Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Γ. Σταμάτης-Η για τις περί δικαίου αντιλήψεις του Marx σημασία των αναφορών του στη σοσιαλιστική κοινωνία


Η για τις περί δικαίου αντιλήψεις του Marx σημασία των αναφορών του στη σοσιαλιστική κοινωνία, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα
του Γιώργου Σταμάτη
Θέσεις, Τεύχος 59, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1997

Στα «Μαργκινάλια στο Πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος»,[1] στα σχόλια του δηλαδή στο Πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος του 1875, γνωστού και ως Προγράμματος της Γκότα, ο Marx παρουσιάζει μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, στην οποία - εξαιρέσει της εργασιακής δύναμης και συνεπώς και των αγαθών που λαμβάνουν οι άμεσοι παραγωγοί ανταλλάσσοντας μέσω του χρήματος την εργασιακή τους δύναμη με αυτά - όλοι οι όροι και τα αποτελέσματα της κοινωνικής παραγωγής έχουν άμεσα κοινωνικοποιηθεί και συνεπώς δεν υπάρχουν πλέον ως εμπορεύματα, αλλά απλώς ως αγαθά. Οι φυσικοί πόροι και τα μεταξύ των μονάδων παραγωγής (οι οποίες εδώ λειτουργούν ως μη αυτόνομα τμήματα παραγωγής του συνολικού κοινωνικού μηχανισμού παραγωγής) κυκλοφορούντα προϊόντα (μέσα παραγωγής, πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα κλπ.) δεν είναι πλέον εμπορεύματα, διότι δεν τα διαθέτουν οι ίδιες οι μονάδες παραγωγής, αλλά συλλογικά οι άμεσοι παραγωγοί και συνεπώς δεν ανταλλάσσονται μεταξύ των διαφόρων μονάδων παραγωγής ως εμπορεύματα, αλλά μοιράζονται σε αυτές ως απλά αγαθά από τους άμεσους παραγωγούς στο σύνολο τους ή, τέλος πάντων, από ένα συλλογικό όργανο που εκπροσωπεί αυτούς τους τελευταίους. Ως εμπορεύματα υπάρχουν λοιπόν μόνον η εργασιακή δύναμη και τα εισερχόμενα στην ιδιωτική κατανάλωση των άμεσων παραγωγών προϊόντα, επειδή, συνεπεία του γεγονότος ότι οι άμεσοι παραγωγοί δεν διαθέτουν συλλογικά, αλλά και τώρα ακόμη ατομικά την εργασιακή τους δύναμη, ανταλλάσσονται η μεν με τα δε ως εμπορεύματα. [2] Εδώ όμως το περιεχόμενο και η μορφή αυτών των εμπορευματικών σχέσεων μεταξύ των επιμέρους άμεσων παραγωγών, οι οποίοι διαθέτουν οι ίδιοι ατομικά την εργασιακή τους δύναμη, και της κοινωνίας, η οποία διαθέτει τα μέσα της ιδιωτικής κατανάλωσης, είναι βέβαια τελείως διαφορετικά από αυτά των εμπορευματικών σχέσεων μεταξύ των εργατών και των ιδιωτικών παραγωγών στον καπιταλισμό.[3]


Τα όσα γράφει ο Marx για τον χαρακτήρα αυτής της κοινωνίας είναι εξαιρετικής σημασίας για τις περί δικαίου αντιλήψεις του. Αρχίζουμε τη διερεύνηση του ζητήματος του χαρακτήρα της κοινωνίας, την οποία περιγράφει ο Marx στο «Randglossen», με τη διασαφήνιση της συνάφειας, στην οποία βρίσκεται η μαρξική περιγραφή αυτής της κοινωνίας, θα ξεκαθαρίσουμε λοιπόν πρώτα, με ποια συγκεκριμένη αφορμή και για ποιο σκοπό επιχείρησε ο Marx αυτή την περιγραφή και σε τι συνίσταται η αναλυτική λειτουργία αυτής της μαρξιστικής περιγραφής.

Το γενικότερο πλαίσιο αυτής της περιγραφής αποτελεί η μαρξική κριτική στην τρίτη και, στον βαθμό που αυτή αφορά την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος,[4] στην πρώτη παράγραφο του Προγράμματος της Γκότα.

Το κείμενο της τρίτης παραγράφου του Προγράμματος της Γκότα είναι:

«Η απελευθέρωση της εργασίας απαιτεί την αναγωγή των μέσων εργασίας σε κοινό αγαθό της κοινωνίας και τη συνεταιριστική [εννοεί: συλλογική - Γ. Σ.] ρύθμιση της συνολικής εργασίας με δίκαιη κατανομή της απόδοσης [δηλαδή του προϊόντος - Γ. Σ.] της εργασίας».

Το κείμενο της πρώτης παραγράφου του ιδίου Προγράμματος είναι:

«Η εργασία είναι η πηγή κάθε πλούτου και κάθε καλλιέργειας και, επειδή εργασία που αποφέρει ωφέλεια [εννοεί ωφέλιμη, χρήσιμη εργασία - Γ. Σ.] είναι δυνατή μόνο στην κοινωνία και δια της κοινωνίας, η απόδοση της εργασίας ανήκει, χωρίς περικοπές, με ίσο δικαίωμα, σε όλα τα μέλη της κοινωνίας».

Ο Marx στρέφεται, πρώτον, κατά της έννοιας «απόδοση της εργασίας», δεύτερον, κατά της άποψης που εκφράζεται στην πρώτη παράγραφο, ότι σε μια κοινωνία όπως αυτήν, την ύπαρξη της οποίας προϋποθέτει η πρώτη παράγραφος, στην οποία δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι κοινή ιδιοκτησία και η παραγωγή είναι συλλογικά οργανωμένη, «η απόδοση της εργασίας ανήκει χωρίς περικοπές, με ίσο δικαίωμα, σε όλα τα μέλη της κοινωνίας», τρίτον, κατά της παράστασης μιας «δίκαιης κατανομής», η δικαιότητα της οποίας έγκειται - πάντα σύμφωνα με αυτή την παράσταση - ακριβώς στο ότι κάθε εργάτης παίρνει τη «χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας» του, και τέλος, τέταρτον, κατά της άποψης, ότι αυτή η «δίκαιη» κατανομή συνιστά την ουσία μιας κοινωνίας, «στην οποία τα μέσα εργασίας είναι κοινό αγαθό και η συνολική εργασία είναι ρυθμισμένη συνεταιριστικά».[5]

Ο Marx, αφού πρωτύτερα έχει επισημάνει, ότι η «αναγωγή των μέσων εργασίας σε κοινό αγαθό της κοινωνίας», την οποία απαιτεί η τρίτη παράγραφος, εννοεί βέβαια τη μετατροπή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε συλλογική ιδιοκτησία,[6] συζητά τώρα την έννοια της «απόδοσης της εργασίας».

«Τι είναι "απόδοση της εργασίας"; Το προϊόν ή η αξία του; και στην τελευταία περίπτωση: η συνολική αξία του προϊόντος ή μόνον το μέρος αυτής της αξίας, το οποίο πρόσθεσε ως νέαν αξία η εργασία στην αξία των αναλωθέντων μέσων παραγωγής; Η "απόδοση της εργασίας" είναι μια ασαφής παράσταση, την οποία έθεσε ο Lasalle στη θέση ορισμένων οικονομικών εννοιών».[7]

Στη συνέχεια επισημαίνει σύντομα τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα της παράστασης μιας «δίκαιης» κατανομής:

«Τι είναι "δίκαιη" κατανομή; Δεν ισχυρίζονται οι αστοί, ότι η σημερινή κατανομή είναι "δίκαιη"; Και αυτή δεν είναι πράγματι η μοναδική "δίκαιη" κατανομή βάσει του σημερινού τρόπου παραγωγής; Ρυθμίζονται οι οικονομικές σχέσεις από δικαιακές έννοιες ή δεν προέρχονται, αντιθέτως, οι δικαϊκές έννοιες από τις οικονομικές; Δεν έχουν και οι σοσιαλιστές αιρετικοί πολλές και διάφορες παραστάσεις για "δίκαιη" κατανομή;»[8]

Αμέσως μετά ο Marx διασαφηνίζει πώς πρέπει να κατανοήσει κανείς τη «δίκαιη κατανομή», την οποία απαιτεί η πρώτη παράγραφος:

«Για να γνωρίζουμε πώς πρέπει να φανταστούμε αυτήν τη "δίκαιη κατανομή", πρέπει να δούμε την πρώτη μαζί με αυτή την [τρίτη - Γ. Σ.] παράγραφο. Η τελευταία προϋποθέτει μια κοινωνία, στην οποία "τα μέσα παραγωγής είναι κοινό αγαθό και η συνολική εργασία είναι ρυθμισμένη συνεταιριστικά", και στην πρώτη παράγραφο διακρίνουμε, ότι "η απόδοση της εργασίας χωρίς περικοπές, με ίσο δικαίωμα, ανήκει σε όλα τα μέλη της κοινωνίας". "Σε όλα τα μέλη της κοινωνίας"; Και στα μη εργαζόμενα; Τότε τι γίνεται με "την χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας"; Μόνο στα εργαζόμενα μέλη της κοινωνίας; Τότε τι γίνεται με "το ίσο δικαίωμα" όλων των μελών της κοινωνίας; Ωστόσο το "όλα τα μέλη της κοινωνίας" και το "ίσο δικαίωμα" είναι προφανώς τρόποι του λέγειν. Ο πυρήν συνίσταται στο ότι σε αυτήν την κομμουνιστική κοινωνία κάθε εργάτης πρέπει να παίρνει την "χωρίς περικοπές " λασαλλική " απόδοση της εργασίας" του».[9]

Εξαιρέσει των παρατηρήσεων για το περιεχόμενο της έννοιας «απόδοση της εργασίας» και για τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα της έννοιας της «δίκαιης» κατανομής, τα μέχρις εδώ αποτελούνται από προκαταρκτικές διευκρινίσεις. Αυτές συμπληρώνονται από τη δήλωση, ότι στα ακόλουθα με «απόδοση της εργασίας» θα εννοείται το προϊόν της εργασίας και συνεπώς με «απόδοση της εργασίας του συνόλου των εργαζομένων» το συνολικό κοινωνικό προϊόν.[10]

Αυτές οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις του Marx είναι σημαντικές, επειδή δείχνουν, αυτές και μόνες ήδη, ότι ο Marx δεν αναπτύσσει δικές του παραστάσεις για την κοινωνία που θα προκύψει από την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά, πολύ περισσότερο, ξεκινά από την προϋποτεθείσα από την τρίτη παράγραφο του Προγράμματος της Γκότα κοινωνία, στην οποία «τα μέσα εργασίας είναι κοινό αγαθό και η συνολική εργασία είναι ρυθμισμένη συνεταιριστικά» [11], και την οποία ο ίδιος ονομάζει κομμουνιστική κοινωνία,[12] για να κρίνει - όπως θα δούμε στη συνέχεια - την άποψη της πρώτης παραγράφου, ότι σε μια τέτοια κοινωνία ολόκληρο το κοινωνικό προϊόν κατανέμεται ίσα σε όλους τους εργάτες, καθώς και την άποψη της τρίτης παραγράφου, ότι αυτή η κατανομή είναι μια «δίκαιη» κατανομή.

Ήδη εδώ λοιπόν γίνεται σαφές, ότι η πρόθεση του Marx δεν είναι να πραγματευθεί κριτικά τις παραστάσεις της τρίτης παραγράφου για την κοινωνία, που θα προκύψει άμεσα από την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και να αναπτύξει τις δικές του παραστάσεις γι' αυτήν την κοινωνία με σκοπό να τις αντιπαραθέσει στις αντίστοιχες παραστάσεις του Προγράμματος της Γκότα. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα εξαντλείτο αναγκαστικά, όπως και οι αντίστοιχες παραστάσεις του Προγράμματος της Γκότα, σε εικοτολογίες.

Ωστόσο ο Marx έχει επίγνωση του ότι η τρίτη παράγραφος του Προγράμματος της Γκότα δεν περιέχει καμιά θεμελιωμένη παράσταση μιας μεταβατικής κοινωνίας που προκύπτει άμεσα από την καπιταλιστική, αλλά απλώς υποθέτει ως δεδομένη μια κομμουνιστική κοινωνία.[13]

Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του που παραθέσαμε παραπάνω, ο Marx δείχνει, ότι στην κοινωνία, που προϋποθέτει η τρίτη παράγραφος του Προγράμματος της Γκότα, δεν είναι δυνατόν οι εργάτες να παίρνουν τη «χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας» τους. Διότι απ' αυτήν την «απόδοση», δηλ. από το συνολικό κοινωνικό προϊόν, «πρέπει να αφαιρεθεί:

Πρώτον: Η κάλυψη της αντικατάστασης των φθαρέντων μέσων παραγωγής.

Δεύτερον: Ένα επιπρόσθετο μέρος για τη διεύρυνση της παραγωγής.

Τρίτον: Αποθεματικά ασφαλείας κατά δυσμενών περιπτώσεων, διαταραχών συνεπεία φυσικών συμβάντων κλπ.

Αυτά τα αφαιρούμενα από τη "χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας" ποσά αποτελούν οικονομική αναγκαιότητα και το μέγεθος της καθορίζεται ανάλογα με τα υπάρχοντα μέσα και τις υπάρχουσες δυνάμεις, εν μέρει με υπολογισμό πιθανοτήτων, ωστόσο κατά κανένα τρόπο δεν μπορούν να υπολογισθούν με γνώμονα τη δικαιοσύνη.

Απομένει το άλλο μέρος του συνολικού προϊόντος, το οποίο προορίζεται να χρησιμεύσει ως μέσο κατανάλωσης. Πριν φτάσει το πράγμα στο μοίρασμα στα άτομα, αφαιρούνται απ' αυτό το μέρος του συνολικού προϊόντος:

Πρώτον: τα γενικά, μη ανήκοντα άμεσα στην παραγωγή κόστη της διοίκησης. Αυτό το μέρος περιορίζεται σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία στα απολύτως απαραίτητα και μειώνεται στον ίδιο βαθμό, στον οποίο αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Δεύτερον: ό,τι προορίζεται για τη συλλογική ικανοποίηση αναγκών, όπως σχολεία, σύστημα υγείας κλπ. Αυτό το μέρος αυξάνεται εξαρχής σημαντικά σε σύγκριση με τη σημερινή κοινωνία και αυξάνεται στον ίδιο βαθμό, με τον οποίο αναπτύσσεται η νέα κοινωνία.

Τρίτον: Αποθεματικά για τους μη ικανούς προς εργασίαν κλπ., εν συντομία, για ό,τι ανήκει σήμερα στη λεγόμενη περίθαλψη των φτωχών.

«Και τώρα μόνο, μετά απ' όλα αυτά, φτάνουμε στην "κατανομή", την οποία το Πρόγραμμα [της Γκότα - Γ. Σ.] υπό λασαλλική επιρροή, λαμβάνει κατά περιοριστικό τρόπο μόνον υπόψη του, και συγκεκριμένα στο μέρος των μέσων κατανάλωσης, το οποίο κατανέμεται στους ατομικούς παραγωγούς του συνεταιρισμού. Η "χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας" μεταμορφώθηκε στα κλεφτά ήδη σε "περικομμένη", καίτοι αυτό που χάνει ο παραγωγός υπό την ιδιότητα του ως ιδιωτικό άτομο το παίρνει άμεσα ή έμμεσα υπό την ιδιότητα του ως μέλος της κοινωνίας. Όπως εξαφανίστηκε η αερολογία της "χωρίς περικοπές απόδοσης της εργασίας", έτσι εξαφανίζεται τώρα και η αερολογία της "απόδοσης της εργασίας γενικά"».[14]

Ο Marx αποδεικνύει το αστήρικτον της άποψης, ότι σε μια κοινωνία, στην οποία οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής έχουν κοινωνικοποιηθεί άμεσα και η παραγωγή ρυθμίζεται συλλογικά, το συνολικό κοινωνικό προϊόν κατανέμεται στους άμεσους παραγωγούς, επισημαίνοντας, ότι από το συνολικό κοινωνικό προϊόν αφαιρούνται αναγκαστικά, πριν κατανεμηθεί στους άμεσους παραγωγούς, ορισμένα μέρη, τα οποία χρησιμεύουν στην αναπαραγωγή θεμελιωδών όρων της κοινωνικής παραγωγής εν γένει, ανεξαρτήτως της εκάστοτε μορφής της. Συνεπεία μεταβολών στη μορφή της κοινωνικής παραγωγής μεταβάλλεται και η μορφή ή ακόμη και το περιεχόμενο αυτών των θεμελιωδών όρων της κοινωνικής παραγωγής. Επίσης είναι δυνατόν να προκύψουν κοντά στους ήδη υπάρχοντες και νέοι όροι της κοινωνικής παραγωγής. Όλα αυτά εξαρτώνται από την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, των μεθόδων παραγωγής και του τρόπου παραγωγής καθώς και από τις οφειλόμενες σε αυτήν την εξέλιξη μεταβολές στη μορφή της κοινωνικής παραγωγής. Η αναγκαιότητα της αναπαραγωγής αυτών των θεμελιωδών όρων και συνεπώς η αναγκαιότητα της χρησιμοποίησης ορισμένων μερών του συνολικού κοινωνικού προϊόντος γι' αυτήν την αναπαραγωγή εξακολουθούν όμως να υφίστανται σε κάθε μορφή της κοινωνικής παραγωγής, επομένως και σ' εκείνη τη μορφή, την οποία προϋποθέτει η τρίτη παράγραφος του Προγράμματος της Γκότα.[15]

Αυτό, το οποίο επικρίνει ο Marx στο τελευταίο χωρίο που παραθέσαμε στην περιεχόμενη στην τρίτη παράγραφο του Προγράμματος της Γκότα αντίληψη για την κατανομή του εισοδήματος σε μια κοινωνία, η οποία αποτελεί μια πρώτη μορφή της κομμουνιστικής κοινωνίας, είναι, ότι η αντίληψη αυτή δεν λαβαίνει υπόψη της την αναγκαιότητα της αναπαραγωγής ορισμένων θεμελιωδών όρων της κοινωνικής παραγωγής. Ο Marx δείχνει το αστήρικτον αυτής της αντίληψης, παραπέμποντας στους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής παραγωγής και στις απαιτήσεις της αναπαραγωγής αυτών των όρων.

Κατά βάση ο Marx δεν πραγματεύεται εδώ το ζήτημα της κατανομής του εισοδήματος σε μια κομμουνιστική κοινωνία, αλλά αναπτύσσει τις συνέπειες, τις οποίες έχει για την κατανομή του εισοδήματος η αναγκαιότητα της αναπαραγωγής ορισμένων γενικών θεμελιωδών όρων της κοινωνικής παραγωγής. Επισημαίνει αυτές τις συνέπειες, ενώ το πρόβλημα της κατανομής του εισοδήματος σε μια κομμουνιστική κοινωνία, όπως τίθεται από την αντίστοιχη αντίληψη του Προγράμματος της Γκότα, του χρησιμεύει απλώς ως αφορμή, η οποία όμως τον αναγκάζει βέβαια συγχρόνως να εκθέσει αυτές τις συνέπειες για την ειδική περίπτωση της κοινωνίας, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα, δηλ. για την περίπτωση της κομμουνιστικής μορφής της κοινωνικής παραγωγής.

Οι παραστάσεις του Προγράμματος της Γκότα για την κατανομή του εισοδήματος σε μια κοινωνία, στην οποία τα μέσα εργασίας είναι άμεσα κοινωνικοποιημένα και η παραγωγή ρυθμίζεται συλλογικά, ενώ η εργασιακή δύναμη εξακολουθεί ακόμη να είναι εμπόρευμα, ενέχει πλην της άποψης, ότι ολόκληρο το συλλογικό κοινωνικό προϊόν κατανέμεται στους άμεσους παραγωγούς, και την άποψη, ότι οι μεμονωμένοι άμεσοι παραγωγοί μετέχουν σε αυτό το προϊόν «με ίσο δικαίωμα». Αυτές οι δυο απόψεις προσδιορίζουν στις παραστάσεις του Προγράμματος της Γκότα τον χαρακτήρα αυτής της κατανομής ως «δίκαιης» κατανομής.

Ο Marx έδειξε πρώτα, ότι η κατανομή της «χωρίς περικοπές απόδοσης της εργασίας» στους επιμέρους άμεσους παραγωγούς είναι αδύνατη. Αμέσως μετά δείχνει, ότι η «με ίσο δικαίωμα» κατανομή του μέρους του συνολικού κοινωνικού προϊόντος, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση των κοστών που ανέφερε, μπορεί μόνο να προκύψει από τον τρόπο παραγωγής μιας κοινωνίας, στην οποία είναι μόνον οι αντικειμενικοί, όχι όμως και οι υποκειμενικοί όροι (η εργασιακή δύναμη) της παραγωγής κοινωνικοποιημένοι, ως αναγκαία συνέπεια αυτού του τρόπου παραγωγής, η οποία ως τέτοια δεν έχει καμιά σχέση με οποιουδήποτε είδους δικαιοσύνη:

«Στα πλαίσια της συνεταιριστικής, στην κοινή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής θεμελιωμένης κοινωνίας, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους· εξίσου ελάχιστα εμφανίζεται εδώ η για την παραγωγή των προϊόντων χρησιμοποιηθείσα εργασία ως αξία αυτών των προϊόντων, ως μια προσήκουσα σ' αυτά ως πράγματα ιδιότητα, επειδή τώρα, σε αντίθεση προς την καπιταλιστική κοινωνία, οι ατομικές εργασίες υπάρχουν ως συστατικά μέρη της συνολικής εργασίας όχι δια μιας παρακαμπτηρίου οδού, αλλά άμεσα. Οι λέξεις "απόδοση της εργασίας", ακόμη και σήμερα που είναι λόγω της αμφισημίας τους απορριπτέες, χάνουν κάθε νόημα. Αυτό, με το οποίο έχουμε εδώ να κάνουμε, είναι μια κομμουνιστική κοινωνία, όπως έχει αναπτυχθεί όχι πάνω στις ίδιες τις δικές της βάσεις, αλλά, αντιστρόφως, όπως ακριβώς προέρχεται από την καπιταλιστική κοινωνία, δηλ. από κάθε άποψη, οικονομικά, πνευματικά, σημαδεμένη ακόμη με τα εκ γενετής σημάδια της παλιάς κοινωνίας, από τον κόλπο της οποίας προέρχεται. Σε αντιστοιχία με αυτό το γεγονός ο επιμέρους παραγωγός παίρνει - μετά τις αφαιρέσεις των κοστών που αναφέραμε - πάλι πίσω ακριβώς αυτό που της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του εργασιακή δύναμη. Παραδείγματος χάριν η κοινωνική ημέρα εργασίας αποτελείται από το άθροισμα των ατομικών ωρών εργασίας. Ο ατομικός χρόνος εργασίας του επιμέρους παραγωγού είναι το μέρος της κοινωνικής ημέρας εργασίας, το οποίο πρόσφερε αυτός, το μερίδιο του σ' αυτήν την κοινωνική ημέρα εργασίας. Ο επιμέρους παραγωγός παίρνει μια απόδειξη ότι πρόσφερε τόση εργασία (μετά την αφαίρεση της εργασίας του [που πρόσφερε - Γ. Σ.] για τα κοινά αποθεματικά) και παίρνει μ' αυτήν την απόδειξη από το κοινό απόθεμα μέσων κατανάλωσης τόσα, όσα κοστίζουν ίση [με αυτήν που πρόσφερε ο ίδιος - Γ. Σ.] εργασία. Την ίδια ποσότητα εργασίας, την οποία έδωσε υπό μιαν μορφή στην κοινωνία, την παίρνει πάλι πίσω υπό μιαν άλλη μορφή.

Εδώ ισχύει προφανώς η ίδια αρχή [με εκείνην - Γ. Σ.], η οποία ρυθμίζει την εμπορευματική ανταλλαγή στο βαθμό που αυτή είναι ανταλλαγή ισαξίων. Περιεχόμενο και μορφή έχουν μεταβληθεί, επειδή υπό τις μεταβληθείσες συνθήκες κανείς δεν μπορεί να δώσει τίποτε άλλο από την εργασία του και επειδή αφετέρου τίποτα δεν μπορεί να περιέλθει στην ιδιοκτησία των επιμέρους ατόμων πλην των ατομικών μέσων κατανάλωσης. Όσον όμως αφορά την κατανομή των ατομικών μέσων κατανάλωσης στους επιμέρους παραγωγούς, ισχύει η ίδια αρχή όπως και κατά την ανταλλαγή ισοδυνάμων [ποσοτήτων - Γ. Σ.] εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται δηλ. ίση εργασία υπό μια μορφή με ίση εργασία υπό μιαν άλλη μορφή. Ως εκ τούτου το ίσο δικαίωμα είναι εδώ πάντα ακόμη - κατ' αρχήν - το αστικό [δηλ. το της αστικής κοινωνίας - Γ. Σ.] δίκαιο, καίτοι [εδώ - Γ. Σ.] η αρχή και η πρακτική δεν μαλλιοτραβιούνται πλέον, ενώ η ανταλλαγή ισοδυνάμων κατά την ανταλλαγή εμπορευμάτων υφίσταται μόνο κατά μέσον όρο, όχι στην επιμέρους περίπτωση. [16]

Παρά αυτήν εδώ την πρόοδο, αυτό το ίσο δικαίωμα είναι πάντα ακόμη βεβαρυμένο με έναν αστικό περιορισμό. Το δικαίωμα των παραγωγών είναι ανάλογο των ποσοτήτων εργασίας που πρόσφεραν η ισότητα συνίσταται στο ότι [το δικαίωμα - Γ. Σ.] μετράται με το ίδιο μέτρο, με την εργασία. Ο ένας υπερέχει όμως του άλλου φυσικά ή πνευματικά, προσφέρει δηλ. στον ίδιο χρόνο περισσότερη εργασία ή μπορεί να εργαστεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα· και η εργασία, για να χρησιμεύσει ως μέτρο, πρέπει να προσδιοριστεί σύμφωνα με τη διάρκεια ή την ένταση της, διαφορετικά θα έπαυε να είναι μέτρο. Αυτό το ίσο δικαίωμα είναι άνισο δικαίωμα για άνιση εργασία. Δεν αναγνωρίζει ταξικές διαφορές, επειδή καθένας είναι απλώς εργάτης όπως και ο άλλος· αναγνωρίζει όμως σιωπηρά τα άνισα ατομικά εφόδια και ως εκ τούτου την άνιση ατομική ικανότητα απόδοσης των εργατών ως φυσικό προνόμιο. Ως εκ τούτου είναι ένα δίκαιο της ανισότητας, όσον αφορά το περιεχόμενο του, όπως κάθε δίκαιο. Το δίκαιο δύναται ως εκ της φύσεως του να συνίσταται μόνο στη χρήση του ίδιου μέτρου - όμως τα άνισα άτομα (και δεν θα ήσαν διαφορετικά άτομα, αν δεν ήσαν άνισα) είναι μετρήσιμα μόνο με το ίδιο μέτρο, στο βαθμό που τα θέσει κανείς υπό μιαν ίδιαν άποψη, τα θεωρήσει μόνο από μια ορισμένη πλευρά, π.χ. στη δεδομένη περίπτωση τα δει μόνον ως εργάτες και δεν βλέπει σ' αυτά τίποτα παραπέρα, δεν λάβει τίποτα άλλο υπόψη του. Περαιτέρω: Ένας εργάτης είναι παντρεμένος, ο άλλος δεν είναι· ένας έχει περισσότερα παιδιά από τον άλλο κλπ. Στην περίπωση ίσης προσφοράς εργασίας και συνεπώς ίσου μεριδίου στο κοινωνικό απόθεμα μέσων κατανάλωσης παίρνει λοιπόν ο ένας στην πράξη περισσότερα από τον άλλο, ο ένας είναι πλουσιότερος από τον άλλο κλπ. Για ν' αποφύγει όλες αυτές τις άσχημες καταστάσεις θα 'πρεπε το δικαίωμα αντί ίσο να είναι μάλλον άνισο».[17]

Και σ' αυτό το χωρίο ο Marx δεν αναπτύσσει καμιά δική του παράσταση για μια μορφή κοινωνίας που πρέπει να επιδιωχθεί ή για την κοινωνία, η οποία θα προκύψει άμεσα μετά το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Εκθέτει απλώς τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της κοινωνίας, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα, όπου κατά την έκθεση αυτή είναι γι' αυτόν χωρίς σημασία αν το ίδιο το Πρόγραμμα της Γκότα την εννοεί ως μια κοινωνία που πρέπει να επιδιωχθεί ή ως την κοινωνία, η οποία θα προκύψει άμεσα από την καπιταλιστική.

Ο λόγος είναι ο εξής: Ο Marx δεν θέλει να εξακριβώσει αν η κοινωνία, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα, αποτελεί την παράσταση μιας μορφής κοινωνίας, την οποία θα έπρεπε να επιδιώκει ένας σοσιαλιστής ή κομμουνιστής, ή της κοινωνίας, η οποία θα προκύψει άμεσα από την άρση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, για να πραγματευτεί μετά κριτικά αυτήν την παράσταση και να αναπτύξει αντίστοιχες δικές του παραστάσεις, αλλά θέλει απλώς, ξεκινώντας από την κοινωνία, την οποία προϋποθέτει το ίδιο το Πρόγραμμα της Γκότα, να υποβάλει σε κριτική τις απόψεις του Προγράμματος της Γκότα για τις βάσεις και τον χαρακτήρα της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος σ' αυτήν την κοινωνία. Έτσι, όταν, κατ' απόκλισιν από τις ίδιες τις δικές του παραστάσεις για την κομμουνιστική κοινωνία, περιγράφει μια κοινωνία, στην οποία οι άμεσοι παραγωγοί διαθέτουν μόνο τους αντικειμενικούς όρους της παραγωγής τους συλλογικά, την εργασιακή τους δύναμη όμως ακόμη ατομικά, δεν αναπτύσσει από την κομμουνιστική κοινωνία, όπως την εννοεί αυτός ο ίδιος, δια της διαγραφής μιας από τις βασικές της προϋποθέσεις και συγκεκριμένα της άμεσης κοινωνικοποίησης της εργασιακής δύναμης, τη μορφή κοινωνίας, η οποία θα προκύψει άμεσα μετά το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά εκθέτει πώς πρέπει να είναι οργανωμένη η κοινωνική παραγωγή στην κοινωνία, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα, δηλ. σε μια κοινωνία, στην οποία τα μέσα παραγωγής είναι κοινή ιδιοκτησία, η παραγωγή είναι ρυθμισμένη συνεταιρικά και το προς κατανομήν στους άμεσους παραγωγούς μέρος του συνολικού κοινωνικού προϊόντος κατανέμεται σ' αυτούς σύμφωνα με την αρχή του «ίσου δικαιώματος». Αυτό το κάνει, για να δείξει ότι αυτού ακριβώς του είδους η κατανομή, την οποία ζητάει το Πρόγραμμα της Γκότα, δεν είναι συνέπεια της πραγμάτωσης ορισμένων παραστάσεων των άμεσων παραγωγών αυτής της κοινωνίας για τη «δίκαιη» κατανομή, αλλά απλώς αναγκαία συνέπεια του δεδομένου, ότι οι άμεσοι παραγωγοί αυτής της κοινωνίας διαθέτουν μεν συλλογικά τους αντικειμενικούς όρους της παραγωγής τους, αλλά ατομικά την εργασιακή τους δύναμη (γι' αυτό και αυτή η κοινωνία αναγκαστικά πρέπει να αγοράζει την εργασιακή δύναμη των μελών της υπό ίσους όρους, δηλ. για ίσο μισθό), δηλ. μια συνέπεια του τρόπου παραγωγής της προϋποτεθείσας από το Πρόγραμμα της Γκότα κοινωνίας.

Για να δείξει παραστατικότερα, ότι η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος καθορίζεται από τον τρόπο παραγωγής κι όχι από κάποιες αντιλήψεις περί δικαιοσύνης, ο Marx αναφέρεται στη συνέχεια σε μια υψηλότερη μορφή σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αναφέρεται σε μια κοινωνία, στην οποία είναι και η εργασιακή δύναμη άμεσα κοινωνικοποιημένη, και επισημαίνει, ότι σ' αυτήν την κοινωνία η κατανομή του για ατομική κατανάλωση προοριζόμενου μέρους του κοινωνικού προϊόντος συντελείται, σε αντιστοιχία με τον νέο, υψηλότερο τρόπο παραγωγής, κατά τρόπον, ώστε κάθε μέλος της κοινωνίας δεν συμμετέχει στο μέρος αυτό του κοινωνικού προϊόντος ανάλογα με την ποσότητα της εργασιακής δύναμης που πρόσφερε, αλλά ανεξάρτητα απ' αυτήν την ποσότητα, ανάλογα με τις ανάγκες του.

Γράφει λοιπόν ο Marx στη συνέχεια αμέσως μετά το τελευταίο χωρίο που παραθέσαμε:

«Αλλά αυτές οι άσχημες καταστάσεις [εννοεί τις καταστάσεις, οι οποίες προκύπτουν από την κατανομή του για ατομική κατανάλωση προοριζόμενου μέρους του συνολικού κοινωνικού προϊόντος στους άμεσους παραγωγούς σύμφωνα με την αρχή του "ίσου δικαιώματος" - και στις οποίες αναφέρθηκε στο τελευταίο χωρίο - Γ. Σ.] είναι αναπόφευκτες στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπως ακριβώς προέκυψε από την καπιταλιστική κοινωνία μετά από μακρές οδύνες τοκετού. Το δίκαιο δεν δύναται να είναι υψηλότερο απ' ό,τι είναι η οικονομική διαμόρφωση και η οφειλόμενη σ' αυτήν ανάπτυξη της καλλιέργειας της κοινωνίας.

Σε μια υψηλότερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, αφού πρωτύτερα η εξανδραποδίζουσα υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας κι έτσι επίσης και η αντίθεση μεταξύ πνευματικής και σωματικής εργασίας έχουν εξαφανιστεί· αφού πρωτύτερα η εργασία έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζει κανείς, αλλά η πρώτη ζωτική ανάγκη - αφού πρωτύτερα με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων έχουν αυξηθεί και οι παραγωγικές τους δυνάμεις και όλες οι πηγές του συνεταιριστικού πλούτου ρέουν πλουσιότερα - τότε μόνο δύναται να ξεπεραστεί πλήρως ο στενός αστικός ορίζοντας του δικαίου και δύναται η κοινωνία να γράψει στη σημαία της: Καθένας ανάλογα με τις ικανότητες του, σε καθέναν ανάλογα με τις ανάγκες του».[18]

Υπό τις συνθήκες αυτής της μορφής κοινωνίας η «δίκαιη» κατανομή και πιο συγκεκριμένα αυτό, που αποτελεί τη «δικαιοσύνη» της, αποκτά ένα νέο περιεχόμενο. Κατ' αυτόν τον τρόπο γίνεται ορατός ο ιδεαλιστικός χαρακτήρας της «δίκαιης» κατανομής, τον οποίο υπαινίχθηκε ο Marx στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του πάνω στην τρίτη παράγραφο του Προγράμματος της Γκότα. Οι εκάστοτε παραστάσεις για τη «δικαιοσύνη» μιας πραγματικής ή υποθετικής κατανομής είναι - όπως ακριβώς και αυτή η ίδια - προϊόν του τρόπου παραγωγής, από τον οποίο προέκυψε αυτή η κατανομή, έτσι ώστε κάθε δεδομένη κατανομή είναι, βάσει του τρόπου παραγωγής από τον οποίο καθορίζεται, αναγκαστικά η μοναδική, «δίκαιη» κατανομή.

Η «δικαιοσύνη» της κατανομής είναι μια ταυτολογία, επειδή τελικά δεν μπορεί να εκφράσει τίποτε άλλο παρά μόνο το γεγονός, ότι κάθε κατανομή πρέπει αναγκαστικά να αντιστοιχεί στον τρόπο παραγωγής, από τον οποίο προκύπτει. Δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο παρά η αναγκαστική αντιστοιχία της εκάστοτε κατανομής στον εκάστοτε τρόπο παραγωγής. Εννοούμενη όμως ως μια παράσταση έξω και ανεξάρτητη από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής, με την οποία μετράται και αξιολογείται η πραγματική κατανομή, με τη βοήθεια δηλ. της οποίας προσδίδονται στην πραγματική κατανομή ορισμένοι και της αμφισβητούνται άλλοι προσδιορισμοί που είναι ξένοι προς τη φύση της ως μιας αναγκαίας συνέπειας του δεδομένου τρόπου παραγωγής - εννοούμενη έτσι, η παράσταση για μια «δίκαιη» κατανομή είναι μια ιδεαλιστική παράσταση.

Η εμπεριεχόμενη στο Πρόγραμμα της Γκότα ιδεαλιστική απολυτοποίηση της κατανομής, το ξέκομμά της από τη βάση της, δηλ. από τον τρόπο παραγωγής, έχει ως συνέπεια, ότι ορισμένες παραστάσεις για τη «δίκαιη» κατανομή ανακηρύσσονται σε ουσία της σοσιαλιστικής κοινωνίας και σε στόχο του αγώνα για τη δημιουργία αυτής της κοινωνίας.[19]

Αφού ξεκαθάρισε, ότι η κατανομή είναι προϊόν του τρόπου παραγωγής, ο Marx στρέφεται κατά της συνήθειας, να θεωρείται η κατανομή σαν κάτι ανεξάρτητο από τον τρόπο παραγωγής, και των συνεπειών της:

«Αναφέρθηκα εκτενέστερα στη "χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας" αφενός, στο "ίσο δικαίωμα", στη "δίκαιη κατανομή" αφετέρου, για να δείξω πόσο πολύ ασεβεί κανείς, εάν αφενός θέλει να επιβάλει στο κόμμα ως δόγμα παραστάσεις, οι οποίες σε μια κάποια εποχή είχαν ένα νόημα, τώρα όμως έχουν καταντήσει πεπαλαιωμένες αερολογίες, αφετέρου όμως διαστρεβλώνει τη ρεαλιστική αντίληψη, η οποία διδάχθηκε με τόσο κόπο, αλλά και ρίζωσε στο κόμμα, μέσω αερολογιών περί δικαίου και άλλων αερολογιών που απαντώνται τόσο συχνά στους δημοκράτες και στους Γάλλους σοσιαλιστές.[20] Αλλά κι ανεξάρτητα απ' όσα αναπτύξαμε εδώ, ήταν γενικά λανθασμένο που έδωσαν σημασία στη λεγόμενη κατανομή και έριξαν το κύριο βάρος σ' αυτήν. Η εκάστοτε κατανομή των μέσων κατανάλωσης είναι απλώς συνέπεια της ίδιας της κατανομής των όρων της παραγωγής· η τελευταία κατανομή όμως είναι ένα χαρακτηριστικό του ίδιου του τρόπου παραγωγής. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής π.χ. βασίζεται στο ότι οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής έχουν δοθεί υπό τη μορφή της ιδιοκτησίας κεφαλαίου και γης στους μη εργάτες, ενώ η μάζα είναι μόνον ιδιοκτήτης του προσωπικού όρου της παραγωγής, της εργασιακής δύναμης. Αν τα στοιχεία της παραγωγής είναι κατανεμημένα κατ' αυτόν τον τρόπο, τότε προκύπτει αφεαυτής η σημερινή κατανομή των μέσων κατανάλωσης. Αν οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής είναι συνεταιριστική ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών, τότε προκύπτει κατά τον ίδιο τρόπο μια διαφορετική από τη σημερινή κατανομή των μέσων κατανάλωσης. Ο χυδαίος σοσιαλισμός (και μαζί μ' αυτόν κι ένα μέρος της δημοκρατίας) πήρε από τους αστούς τον τρόπο να θεωρεί και να πραγματεύεται την κατανομή ανεξάρτητα από τον τρόπο παραγωγής και ως εκ τούτου να παρουσιάζει τον σοσιαλισμό κυρίως ως στρεφόμενο περί την κατανομή. Μα αφού η πραγματική σχέση [μεταξύ κατανομής και τρόπου παραγωγής - Γ. Σ.] έχει ήδη προ πολλού αποκαλυφθεί, γιατί να πάει κανείς πάλι προς τα πίσω;».[21]

Η τελευταία όψη της μαρξικής κριτικής στη «δίκαιη» κατανομή, δηλ. η κριτική στην παρουσίαση της «δίκαιης κατανομής» στο Πρόγραμμα της Γκότα ως του θεμελίου της από το ίδιο το Πρόγραμμα προϋποτεθείσας κομμουνιστικής κοινωνίας καθώς και στην αντίληψη, στην οποία στηρίζεται αυτή η παρουσίαση, ότι το είδος της κατανομής καθορίζει την ουσία της αντίστοιχης κοινωνίας, έχει άμεση σημασία για μια πραγματικά μαρξιστική εκτίμηση και αξιολόγηση των δήθεν μαρξιστικών ισχυρισμών ότι μπορεί κανείς σύμφωνα με τις αντιλήψεις του ίδιου του Marx περί δικαιοσύνης να χαρακτηρίσει την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στην καπιταλιστική κοινωνία και συνεπώς και την ίδια την καπιταλιστική κοινωνία «άδικη» και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στην όποια ιδεατή σοσιαλιστική ή κομμουνιστική κοινωνία και συνεπώς την ίδια αυτή κοινωνία «δίκαιη». Κατά τις αντιλήψεις του Marx οι κρίσεις: «η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στην καπιταλιστική κοινωνία και συνεπώς και αυτή η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία είναι "άδικη"» (ή «δίκαιη») και «η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στη σοσιαλιστική ή κομμουνιστική κοινωνία και συνεπώς και αυτή η ίδια η σοσιαλιστική ή κομμουνιστική κοινωνία είναι "δίκαιη"» (ή «άδικη») είναι και οι τέσσερις τους εγκελιανές θετικές άπειρες κρίσεις [22] και συνεπώς ψευδείς κρίσεις. Στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μιας κοινωνίας και στην ίδια αυτή κοινωνία δεν προσήκουν προσδιορισμοί του είδους «δικαιότητα», όπως π.χ. και στη θρησκεία δεν προσήκουν προσδιορισμοί του είδους «χρώμα» (η θρησκεία ούτε είναι ούτε δεν είναι πράσινη, κόκκινη, γαλάζια, κίτρινη κ.ο.κ., διότι δεν της προσήκουν τέτοιου είδους επιμέρους προσδιορισμοί, αφού γενικώς δεν της προσήκουν προσδιορισμοί του είδους «χρώμα», οι οποίοι ως εκ τούτου ούτε θετικά ούτε αρνητικά να της αποδοθούν μπορούν). Οι μόνοι προσδιορισμοί που κατά τον Marx προσήκουν στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος κάθε πραγματικής ή νοητής κοινωνίας και σ' αυτήν την ίδια την κοινωνία είναι - πέραν εκείνων της αντιστοιχίας ή μη αντιστοιχίας των προς τον τρόπο παραγωγής, στον οποίο βασίζονται - εκείνοι της συμφωνίας ή μη συμφωνίας των και συνεπώς και της συμφωνίας ή μη συμφωνίας αυτού του τρόπου παραγωγής με τα συμφέροντα καθεμιάς από τις τάξεις αυτής της κοινωνίας. Έτσι κατά τον Marx η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μιας οποιασδήποτε νοητής σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής κοινωνίας και συνεπώς η ίδια αυτή κοινωνία δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε άδικη, αλλά λιγότερο ή περισσότερο σύμφωνη με τα συμφέροντα των εργαζομένων αυτής της κοινωνίας (αλλά και με τα συμφέροντα των υπό το κεφάλαιο μισθωτών εργαζομένων της δεδομένης καπιταλιστικής κοινωνίας) και αντίθετη με τα συμφέροντα των καπιταλιστών της δεδομένης καπιταλιστικής κοινωνίας και η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στη δεδομένη καπιταλιστική κοινωνία και συνεπώς η ίδια αυτή κοινωνία δεν είναι κι αυτή ούτε δίκαιη ούτε άδικη, αλλά σύμφωνη με τα συμφέροντα των καπιταλιστών της και αντίθετη με τα συμφέροντα των υπό το κεφάλαιο μισθωτών εργαζομένων της.

Από τις παραπάνω αναπτύξεις έπεται, ότι ο Marx στο «Randglossen» δεν αναπτύσσει καμιά δική του παράσταση για μια σοσιαλιστική ή κομμουνιστική «δίκαιη» κοινωνία. Ξεκινάει, αντιθέτως, από την κοινωνία, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα, για να δείξει, πρώτον, ότι η αντίληψη του Προγράμματος της Γκότα για εκείνο το μέρος του συνολικού κοινωνικού προϊόντος, το οποίο προορίζεται στην κοινωνία που περιγράφει το ίδιο το Πρόγραμμα της Γκότα για κατανομή στους άμεσους παραγωγούς, είναι εσφαλμένη, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη της την αναπαραγωγή ορισμένων θεμελιωδών όρων της κοινωνικής παραγωγής, οι οποίοι είναι κοινοί για όλες τις κοινωνίες, συνεπώς και για την κοινωνία, την οποία προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα, δεύτερον, ότι το είδος της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος προκύπτει, όπως σε κάθε κοινωνία, έτσι και στην κοινωνία που προϋποτίθεται από το Πρόγραμμα της Γκότα, όχι από κάποιες παραστάσεις για τη «δίκαιη» κατανομή, αλλά από τον τρόπο παραγωγής, δηλ. από τον τρόπο, κατά τον οποίο είναι οργανωμένη η κοινωνική παραγωγή, και τρίτον, ότι ως εκ τούτου στην κατανομή κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας και σε κάθε κοινωνία δεν προσήκουν οι προσδιορισμοί «δίκαιη» ή «άδικη», η πρόσδοση των οποίων είναι ιδεαλιστική, αλλά μόνον οι προσδιορισμοί της αντιστοιχίας ή μη αντιστοιχίας τους με τον τρόπο παραγωγής, στον οποίο και οι δύο βασίζονται, και οι προσδιορισμοί της συμφωνίας ή μη συμφωνίας τους προς τα ταξικά συμφέροντα καθεμιάς από τις κοινωνικές τάξεις αυτής της κοινωνίας.

Συγχρόνως ο Marx δεν παραλείπει εδώ να διαπιστώσει ποια βαθμίδα στη διαδικασία εξέλιξης από τον καπιταλισμό προς τον σοσιαλισμό (=κομμουνισμό) συνιστά κατά την άποψη του η από το Πρόγραμμα της Γκότα προϋποτιθέμενη κοινωνία. Ονομάζει αυτήν την κοινωνία «κομμουνιστική κοινωνία»[23] και στη συνέχεια πιο συγκεκριμένα «μια κομμουνιστική κοινωνία όχι όπως έχει αναπτυχθεί στην ίδια τη δική της βάση, αλλά, αντιστρόφως, όπως ακριβώς προέρχεται από την καπιταλιστική κοινωνία, δηλ. από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά βεβαρυμένη με τα εκ γενετής σημάδια της παλιάς κοινωνίας, από τον κόλπο της οποίας προέρχεται»,[24] καθώς και μια «πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπως ακριβώς προέκυψε από την καπιταλιστική κοινωνία μετά από μακρές οδύνες τοκετού».[25]

Είναι λοιπόν σαφές, ότι αυτή η κοινωνία δεν περιγράφεται από τον Marx ως μια «δίκαιη» κοινωνία, την οποία θα μπορούσε να αναγάγει κανείς σε μέτρο μέτρησης, κρίσης και αξιολόγησης του «δικαίου» ή «άδικου» χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Τέλος, είναι εξίσου σαφές, ότι ο Marx ούτε το πλάσμα εκείνης «της υψηλότερης φάσης κομμουνιστικής κοινωνίας», στην οποία καθένας συμμετέχει στη μεν παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος ανάλογα με τις ικανότητες του, στη δε κατανάλωση αυτού του προϊόντος ανάλογα με τις ανάγκες του, αναπτύσσει και παριστά ως τη «δίκαιη», την «απολύτως δίκαιη κοινωνία», η οποία αποδίδει το απόλυτο πλέον μέτρο μέτρησης, κρίσης και αξιολόγησης του «δίκαιου» ή «άδικου» χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας ειδικώς αλλά και κάθε κοινωνίας γενικώς. Διότι, πρώτον, αναπτύσσει αυτό το πλάσμα κοινωνίας για να δείξει ότι όχι μόνο στην κοινωνία που προϋποθέτει το Πρόγραμμα της Γκότα αλλά, όπως σε κάθε κοινωνία, και σ' αυτήν την κατά τις χύδην αντιλήψεις «απόλυτα δίκαιη» κοινωνία, η κατανομή δεν είναι «δίκαιη» ούτε «άδικη» αλλά απλώς αντίστοιχη του τρόπου παραγωγής αυτής της ούτε «δίκαιης» ούτε «άδικης» αλλά απλώς οργανωμένης σύμφωνα με τα συμφέροντα των μελών της κοινωνίας, και, δεύτερον, δεν του περνάει καν από το μυαλό να συγκρίνει ιδεαλιστικά αυτήν την κοινωνία και την κατανομή του προϊόντος της με οποιαδήποτε άλλη κοινωνία, είτε αυτή είναι η καπιταλιστική κοινωνία είτε αυτή είναι η προϋποτιθέμενη από το Πρόγραμμα της Γκότα κοινωνία, και την κατανομή του προϊόντος της ως προς τον «δίκαιον» ή «άδικον» χαρακτήρα τους.


Σημειώσεις
1. Εισήγηση στο διεθνές Συνέδριο Social Emancipation 150 years after the «Communist Manifesto», που διοργάνωσαν στην Αβάνα, στο διάστημα 1720 Φεβρουαρίου 1998, το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Κούβας, σε συνεργασία με την Κουβανέζικη Εταιρία Φιλοσοφικής Έρευνας, το Πανεπιστήμιο Las Villas και τις επιθεωρήσεις Marx Ahorn και Ciencias Sociales.

1. Karl Marx, «Randglossen zum Programm der Deutschen Arbeiterpartei», MEW, τόμ. 19, σ. 15,32.

2. Δες Karl Marx, «Randglossen zum Programm der Deutschen Arbeiterpartei», MEW, τόμ. 19, σς. 1825 και ιδιαιτέρως σς. 1921.

3. Δες Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 20.

4. Στο τέλος των παρατηρήσεων του για την πρώτη παράγραφο γράφει ο Marx: «Στην πραγματικότητα όμως η όλη, από άποψη στυλ και περιεχομένου αποτυχημένη, παράγραφος εξυπηρετεί μόνο τον σκοπό να γραφτούν οι λασαλλικές υπαινικτικές λέξεις η χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας σαν σύνθημα στην κορυφή της σημαίας του κόμματος, θα επανέλθω αργότερα στη "χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας", στο "ίσο δικαίωμα" κλπ. μια και το ίδιο πράγμα επανέρχεται με κάπως διαφορετική μορφή» (σ. 17). Ο Marx επανέρχεται σ' αυτές τις έννοιες κατά την κριτική του στην τρίτη παράγραφο του Προγράμματος της Γκότα.

5. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

6. Δες Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

7. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., ο. 18.

8. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

9. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

10. «Αν πάρουμε κατ' αρχάς τη λέξη "απόδοση της εργασίας" με το νόημα του προϊόντος της εργασίας, τότε η απόδοση της εργασίας του συνόλου των εργαζομένων είναι το συνολικό κοινωνικό προϊόν». Karl Marx, «Randglossen...», ο.π 18.

11. Kar! Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

12. Δες Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

13. «H τελευταία [η τρίτη παράγραφος - Γ. Σ.] υποθέτει ως δεδομένη μια κοινωνία, στην οποία...». Και: «...σ' αυτή την κομμουνιστική κοινωνία...». Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

14. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 19.

15. Δες Karl Marx, «Das Kapital», τόμ. III, MEW, τόμ. 25, σς. 883 και 885.

16. Σχολιαζει ο Φ. Βασιλόγιαννης: «Ακολουθεί, μια έκθεση των βασικών αρχών διανομής [του κοινωνικού προϊόντος - Γ. Σ.] μιας (υποθετικής) κοινωνίας [της κοινωνίας που μόλις περιγράφαμε - Γ. Σ.] χωρίς ατομική ιδιοκτησία, αλλά με αστικό δίκαιο (condratictio in adjecto)» (Φ. Βασιλόγιαννης, «Η δικαιοσύνη στον Marx. Ένα ιστορικοϋλιστικό αντισκεπτικιστικό και αντισχετικιστικό επιχείρημα», θέσεις, No 56, 1996, σ. 108).

«Πάντα ακόμη - κατ' αρχήντο αστικό δίκαιο», γράφει ο Marx, υπαινισσόμενος ότι αυτό το κατ' αρχήν αστικό δίκαιο ισχύει μόνο για την εργασιακή δύναμη και τα εμπορεύματα, με τα οποία την ανταλλάσσουν οι εργαζόμενοι, «αστικό δίκαιο» διαβάζει και μεταφέρει ο Φ. Β. και προσθέτει εντός παρενθέσεως ότι αυτό το αστικό δίκαιο είναι αναφορικά με αυτήν την κοινωνία μια condradictio in adjecto, δηλ. ένας προσδιορισμός αυτής της κοινωνίας, ο οποίος δήθεν αντιφάσκει σ' αυτήν την ίδια κοινωνία, διότι (αυτό είναι το υπόρρητο επιχείρημα του) πώς γίνεται να ισχύει σ' αυτήν το αστικό δίκαιο ενώ δεν υπάρχει σ' αυτήν ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Γίνεται! Διότι, ενώ τα μέσα παραγωγής και τα αποτελέσματα της παραγωγής είναι σε συλλογική και όχι ατομική ιδιοκτησία, η εργασιακή δύναμη είναι σε ατομική ιδιοκτησία και επίσης εξακολουθεί να είναι εμπόρευμα, επειδή ανταλλάσσεται με τα μέσα κατανάλωσης των εργαζομένων που βρίσκονται σε συλλογική ιδιοκτησία. Αυτήν την ανταλλαγή τη ρυθμίζει το «πάντα ακόμη - κατ' αρχήν - αστικό δίκαιο», το οποίο σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αποτελεί βέβαια αντιφατικό προσδιορισμό της δεδομένης κοινωνίας.

17.. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σς. 1921.

18.. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 21.

19.. Σε μια ανάγνωση του αυτού του μαρξικού κείμενου, ανάγνωση, την οποία θεωρεί μεταφυσικώς αναγκαία (ο.π., σελ. 108), όπου με «μεταφυσικός» εννοεί, όπως μας διαφωτίζει ο ίόιος (ο.π., σελ. 103, υποσημείωση 4), ό,τι ο Kant με «transzendental», δηλ. «υπερβατολογικός», ο Φ. Βασιλόγιαννης φρονεί ότι το ίδιο αυτό μαρξικό κείμενο «αναπτύσσει τον άδικο - ως προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής - χαρακτήρα ενός συγκεκριμένου περιεχομένου δικαιοσύνης, για να αναζητήσει έγκυρα τους πραγματικούς όρους της ιστορικοπολιτικής δικαίωσης του [sic! τουτέστιν: έτσι ακριβώς, ακριβώς έτσι! - Γ. Σ.]» (ο.π., σ. 107), όπου με το - ως προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής - αδίκου χαρακτήρας «συγκεκριμένο περιεχόμενο δικαιοσύνης» εννοεί, όπως μπορεί να διαπιστώσει όποιος έχει τον προς τούτο αναγκαίο χρόνο, τόσο το αίτημα του Προγράμματος της Γκότα για «ίσο δικαίωμα» κάθε εργαζομένου στο συνολικό κοινωνικό προϊόν, δηλ. το αίτημα «ο καθένας πρέπει να συμμετέχει στην κατανομή του συνολικού κοινωνικού προϊόντος (ή, μετά από τα όσα επ' αυτού ανέπτυξε ο Marx και εμείς παραθέσαμε παραπάνω, τέλως πάντων του μέρους του κοινωνικού προϊόντος που απομένει αφού πρώτα αφαιρεθεί από αυτό ό,τι πρέπει να αφαιρεθεί για την εξυπηρέτηση άλλων πέραν εκείνων της ατομικής κατανάλωσης κοινωνικών αναγκών) ανάλογα με την εργασία του» ή και την αρχή κατανομής αυτού του εναπομένοντος για ατομική κατανάλωση μέρους του συνολικού κοινωνικού προϊόντος, η οποία κατά τον Marx ισχύει σε μια υψηλότερης φάσης κομμουνιστική κοινωνία όπου και η εργασιακή δύναμη δεν είναι πλέον εμπόρευμα και σύμφωνα με την οποία «καθένας πρέπει να εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητες του, σε καθέναν πρέπει να δίδεται ανάλογα με τις ανάγκες του».

Ο Φ. Β. φρονεί δηλ., πρώτον, ότι ο Marx δεν περιγράφει την «κομμουνιστική», όπως την ονομάζει κοινωνία, στην οποία πληρούται το αίτημα του Προγράμματος της Γκότα για «ίσο δικαίωμα» κάθε εργαζόμενου στο διαθέσιμο για ατομική κατανάλωση μέρος του κοινωνικού προϊόντος, δηλ. το αίτημα «καθένας πρέπει να συμμετέχει στο διαθέσιμο προς ατομικήν κατανάλωσιν μέρος του κοινωνικού προϊόντος ανάλογα με την εργασία του», για να δείξει κριτικά ότι σ' αυτήν την κοινωνία η κατανομή αυτού του μέρους του κοινωνικού προϊόντος δεν είναι ούτε «δίκαιη», όπως λέει το Πρόγραμμα της Γκότα, ούτε «άδικη», όπως - κατά τον Φ. Β. - λένε οι καπιταλιστές, αλλά απλώς αντίστοιχη του τρόπου παραγωγής αυτής της κοινωνίας, και, δεύτερον, ότι ο Marx δεν αναπτύσσει το πλάσμα μιας, σε σχέση με την προηγούμενη, την οποίαν προϋποθέτει άρρητα το Πρόγραμμα της Γκότα, υψηλότερης φάσης κομμουνιστικής κοινωνίας, στην οποίαν καθένας συμμετέχει στην παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος, δηλ. εργάζεται, ανάλογα με τις ικανότητες του και στην κατανάλωση του προς ατομικήν κατανάλωσιν διαθέσιμου μέρους αυτού του προϊόντος ανάλογα με τις ανάγκες του, στην οποίαν δηλ. ισχύει η αρχή «καθένας ανάλογα με τις ικανότητες του, σε καθέναν ανάλογα με τις ανάγκες του», για να δείξει ότι και σ' αυτήν ακόμη την κοινωνία η κατανομή του κοινωνικού προϊόντος δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε άδικη, αλλά απλώς αντιστοιχεί στον τρόπο και στις σχέσεις παραγωγής αυτής της κοινωνίας και βάσει αυτής της αντίληψης του, την οποία ονομάζει «ρεαλιστική αντίληψη» (ο.π., σελ. 22), να υποβάλλει εκ νέου σε κριτική την αντίληψη του Προγράμματος της Γκότα, σύμφωνα με την οποία η κατανομή του προς ατομικήν κατανάλωσιν τέλος πάντων διαθέσιμου μέρους του κοινωνικού προϊόντος εκείνης της κοινωνίας, την οποία ευαγγελίζεται αυτό το ίδιο το Πρόγραμμα της Γκότα, δεν αντιστοιχεί απλώς και μόνο στον τρόπο και τις σχέσιες παραγωγής αυτής της κοινωνίας, αλλά είναι δίκαιη, αντίληψη που ο Marx χαρακτηρίζει «Flausen» («αερολογίες» ή, αν θέλετε, μπούρδες) (ο.π., σ. 22). Κατά τον Φ. Β. οι δυο αυτές νοητές κομμουνιστικές κοινωνίες, που περιγράφει για τους παραπάνω και μόνο λόγους ο Marx, συνιστούν, τόσο καθεμιά χωριστά όσο και οι δυο μαζί την από μέρους του Marx έγκυρη αναζήτηση των πραγματικών όρων της ιστορικοπολιτικής δικαίωσης ενός συγκεκριμένου ως προς τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής - αδίκου χαρακτήρας αξιακού περιεχομένου δικαιοσύνης, το οποίο αξιακό περιεχόμενο δικαιοσύνης είναι η αρχή «σε καθέναν ανάλογα με την εργασία του» ή και «καθένας ανάλογα με τις ικανότητες του, σε καθέναν ανάλογα με τις ανάγκες του».

20.. Αυτές οι κατά το ίδιο το κείμενο του Marx «αερολογίες» αποτελούν κατά τον Φ. Βασιλόγιαννη την πεμπτουσία αυτού του μαρξικού κειμένου.

21.. Αυτήν ακριβώς την κριτική, την οποία ασκεί ο Marx στο Πρόγραμμα της Γκότα, στους χυδαίους σοσιαλιστές και σε ένα ορισμένο μέρος των δημοκρατών, αλλά και στους αστούς και στους αιρετικούς σοσιαλιστές (ο.π., σ. 18) όχι επειδή - προκειμένου για το Πρόγραμμα της Γκότα, τους χυδαίους ή αιρετικούς σοσιαλιστές και ένα ορισμένο μέρος των δημοκρατών - χαρακτηρίζουν την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος σ' αυτήν κι όχι σ' εκείνην τη σοσιαλιστική ή κομμουνιστική κοινωνία «δίκαιη», ή επειδή - προκειμένου για τους αστούςχαρακτηρίζουν την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος στην καπιταλιστική κι όχι στη σοσιαλιστική ή κομμουνιστική κοινωνία «δίκαιη», αλλά επειδή τόσο οι μεν όσο και οι δε προσδίδουν στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος σε μια οποιαδήποτε ιδεατή ή πραγματική κοινωνία τον προσδιορισμό «δίκαιη» και συνεπώς στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος σε μιαν άλλη κοινωνία ή σε άλλες κοινωνίες τον προσδιορισμό «άδικη» και έτσι προϋποθέτουν ότι στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος εν γένει προσήκουν προσδιορισμοί αυτού του είδους, δηλ. προσδιορισμοί του είδους «δικαιότητα», ενώ δεν της προσήκουν προσδιορισμοί αυτού του είδους, η πρόσδοση των οποίων κατά τον Marx είναι ιδεαλιστική, αλλά μόνον οι προσδιορισμοί του είδους της αντιστοιχίας ή μη αντιστοιχίας προς τον τρόπο παραγωγής, στον οποίον βασίζεται, και τους είδους της συμφωνίας ή μη συμφωνίας με τα συμφέροντα καθεμιάς από τις κοινωνικές τάξεις της δεδομένης καπιταλιστικής ή και της κοινωνίας στην οποία αναφέρεται αυτή η κατανομή - αυτήν λοιπόν τη μαρξική κριτική στις αντιλήψεις του Προγράμματος της Γκότα περί «δικαίου» ή «αδίκου» της κατανομής, τις οποίες ο Marx ονομάζει «αερολογίες», ο Φ. Β. την εκλαμβάνει και την εκδίδει ως μια «κριτική», στην «οποία δείχνεται ανάγλυφα τόσο ο απολογητικός ή αντιδραστικός χαρακτήρας της ανάπτυξης ενός άδικου [ως προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλ. για τους καπιταλιστές - Γ. Σ.] αξιακού περιεχομένου χωρίς την προοπτική ενός άλλου τρόπου παραγωγής, όσο και ο ουτοπικός χαρακτήρας της ανάπτυξης του χωρίς τη συγκεκριμένη αντίθεση του προς τον τρόπο παραγωγής στον οποίο αντιβαίνει» (ο.π., σ. 107).

Σύμφωνα λοιπόν με τον Φ. Β., ο Marx ασκεί κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, επειδή αυτό αναπτύσσει ένα αφορούν στην δικαιοσύνη, για τους καπιταλιστές άδικο αξιακό περιεχόμενο, δηλ. το αίτημα «ο καθένας ανάλογα με την εργασία του», χωρίς ούτε να αναπτύσσει την προοπτική ενός άλλου, τουτέστιν διαφορετικού από τον καπιταλιστικό, τρόπου παραγωγής ως της βάσης της πραγματοποίησης αυτού του αιτήματος, με συνέπεια η ανάπτυξη αυτού του αιτήματος να είναι «απολογητικο[ύ] ή αντιδραστικο[ύ] χαρακτήρα» (σελ. 107), ούτε επίσης να «αντιθέτει συγκεκριμένα» αυτό το αίτημα «προς τον τρόπο παραγωγής, στον οποίο αντιβαίνει [δηλ. προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής - Γ. Σ.]» (σ. 107), με συνέπεια η ανάπτυξη του ιδίου αυτού αιτήματος να είναι «ουτοπικο[ύ] χαρακτήρα» (σελ. 107).

Αν αυτή η ανάγνωση του εν λόγω μαρξικού κειμένου από τον Φ. Β. ήταν ορθή, τότε ο Marx θα έπρεπε να είχε αναπτύξει τις δυο μορφές κομμουνιστικής κοινωνίας, τις οποίες αναπτύσσει σ' αυτό το κείμενο του, την κομμουνιστική κοινωνία, στην οποία καθένας συμμετέχει στην κατανομή του προς ατομικήν κατανάλωσιν μέρους του κοινωνικού προϊόντος ανάλογα με την εργασία του, και εκείνη την πιο εξελιγμένη, στην οποία καθένας συμμετέχει στην παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος, ανάλογα με τις ικανότητες του και στην κατανομή του προς ατομικήν κατανάλωσιν μέρους του ανάλογα με τις ανάγκες του, πρώτον, ως «προοπτική» ενός άλλου μη καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στον οποίο αυτές οι αρχές συμμετοχής στην παραγωγή και στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, η ανάπτυξη των οποίων είναι «απολογητικού ή αντιδραστικού» και πάντως «άδικου» για τους καπιταλιστές χαρακτήρας, για να απαλείψει δϊ αυτής της «προοπτικής» τον «απολογητικό ή αντιδραστικό» χαρακτήρα της παραπάνω αρχής συμμετοχής στην παραγωγή και στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, και, δεύτερον, ως «αντίθεση» προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, για να απαλείψει δϊ αυτής της «αντίθεσης» τον «ουτοπικό» χαρακτήρα της ίδιας της παραπάνω αρχής συμμετοχής στην παραγωγή και στην κατανομή του κοινωνικού προϊόντος.

Όπως έδειξε η ανάλυση μας, σε τίποτε απ' όλα αυτά δεν συνίσταται η κριτική του Marx στο Πρόγραμμα της Γκότα - κάτι παρόμοιο θα ονόμαζε ο ίδιος ο Marx ειρωνικά «Zukunftsbeweise» («αποδείξεις του μέλλοντος») (Karl Marx, Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο της Πολιτικής Οικονομίας του Adolph Wagner, μετ. Κώστας Σιδηρόπουλος, θεώρηση Γιώργος Σταμάτης, Εκδόσεις Κριτική, Σειρά Κριτική Σκέψη, Αθήνα 1993, σ. 12). Αντιθέτως: Οι περί «αξίας» της δικαιοσύνης (ο.π., σ. 103 και passim) αντιλήψεις του Φ. Β., την επιβεβαίωση των οποίων ο Φ. Β. νομίζει πως βρήκε στο εν λόγω μαρξικό κείμενο, αποτελούν σαφέστατα στοιχείο των περί δικαίου αντιλήψεων, τις οποίες υποβάλλει ο Marx, στο ίδιο αυτό κείμενο σε ανίλεη κριτική.

22.. Για τις εγκελιανές άπειρες κρίσεις δες Karl Marx, Εμπόρευμα και χρήμα, Το πρώτο κεφάλαιο από την πρώτη έκδοση (1867) τον «Το κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το Παράρτημα «1.1: Η αξιακή μορφή». Μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γ. Σταμάτης, Εκδ. Κριτική, Αθήνα 1991, Σημείωση 61* του μεταφραστή, σ. 168ε.

23.. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 18.

24.. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 20.

25.. Karl Marx, «Randglossen...», ο.π., σ. 21.

8 σχόλια:

  1. «Όπως κι αν είναι ορισμένο το περιεχόμενο των προσδιορισμών «δίκαιος» και «άδικος», οι προσδιορισμοί αυτού του είδους δεν προσήκουν στην ανταλλαγή. Γι αυτό - ακόμη κι αν υπήρχε ισοδύναμη και μη ισοδύναμη ανταλλαγή - η κοινή πρώτη προκείμενη της «θέσης» και της «Αντίθεσης (1η εκδοχή)» συνιστά μια εγγελιανή θετική άπειρη πρόταση και συνεπώς - ανεξαρτήτως του αληθούς ή του ψευδούς της δεύτερης προκείμενης της «θέσης» και του αληθούς ή του ψευδούς της δεύτερης προκείμενης της «Αντίθεσης (1η εκδοχή)» - τόσο το συμπέρασμα της «θέσης» όσο και το συμπέρασμα της «Αντίθεσης (1η εκδοχή)» συνιστά μια χεγγελιανή θετική άπειρη κρίση, επομένως και η «θέση» και η «Αντίθεση (1η εκδοχή)» συνιστούν χεγγελιανές θετικές άπειρες κρίσεις και η προϋποτεθείσα «αντινομία» τους είναι ανύπαρκτη, όπως ακριβώς και η «αντινομία» μεταξύ των προτάσεων «η θρησκεία είχε χρώμα πράσινο» και «η θρησκεία έχει χρώμα διαφορετικό του πράσινου».»

    Για να πω την αλήθεια, δεν καταλαβαίνω γιατί χρειάζεται και σε τι αποσκοπεί αυτή η «ανάλυση». Η άπειρη αρνητική κρίση, απ' όσο ξέρω ο έρμος, είναι διαπίστωση ότι το «υποκείμενο» τής κρίσης δεν ανήκει στο γένος το οποίο αναφέρει η «κρίση». [«Η γάτα δεν είναι ανόργανη ύπαρξη»!] Από την διαπίστωση ότι μια πρόταση είναι «άπειρη κρίση», δεν συνάγεται το «παράλογο» ή δεν ξέρω τι τής πρότασης. Υπάρχει νομίζω στην Εγκυκλοπαίδεια μια συζήτηση περί είναι και τίποτα και άπειρες κρίσεις, σε σχέση με τις καντιανές αντινομίες, αλλά σαφώς δεν έχει σχέση με το επιχείρημα στο κείμενο. Υπάρχει επιπλέον και το πρόβλημα στη τυπική λογική τού τρόπου αντιμετώπισης τέτοιων κρίσεων σε ένα «συλλογισμό» [non-monotonic logic] αλλά πάλι δεν βλέπω την σχέση. Αν κανείς καταλαβαίνει κάτι που δεν καταλαβαίνω, ας μου το εξηγήσει κι εμένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Από όσο κατάλαβα, ο Σ. λέει πως εφόσον το "δίκαιο" ή "άδικο" δεν έχουν κάποια αυτόνομη ύπαρξη για να μπορούν να υποκαταστήσουν ως βάση την κρίση επί του τρόπου παραγωγής και του συστήματος διανομής, συνιστούν κρίσεις όχι παράλογες αλλά λογικά έωλες, χωρίς δυνατότητα διάψευσης.

      Δεν έχω υπόψη την ακριβή χρήση του όρου στον Χέγκελ, θα πρέπει να το δω.

      Διαγραφή
    2. εφόσον το "δίκαιο" ή "άδικο" δεν έχουν κάποια αυτόνομη ύπαρξη-->

      αυτό που εννοεί ως "μη-ιδεαλιστικό"[*] ("άπειρη αρνητική κρίση;") ο Σ. είναι πολύ κοντά στο ρεύμα τού πολιτισμικού σχετικισμού ("ο κανιβαλισμός είναι και "πραγματικός" και "έλλογος" [--->«ρεαλιστική αντίληψη», στο κείμενο (real-rational)] στην κοινωνία των κανιβάλων"). Ξανά, δεν γνωρίζω αν η εισαγωγή τέτοιων μοτίβων εξυπηρετεί την ερμηνεία ή γιατί ο Σ. δεν μπορεί να δει το «παράδοξο» τής «ρεαλιστικότητας» μιας αντίληψης για μια μη-ακόμα υπαρκτή κοινωνία.

      [*] ως γνωστό υπάρχουν και κοινωνιολογικοί "ιδεαλισμοί", παράδειγμα, η «εμπειρικότατη» εθνομεθοδολογία τού Γκάρφινκελ.

      Διαγραφή
    3. "ο Σ. είναι πολύ κοντά στο ρεύμα τού πολιτισμικού σχετικισμού"

      Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό. Η πρόταση, που είναι ότι η αντίληψη περί δικαίου απορρέει από τις σχέσεις παραγωγής, είναι πρόταση του Μαρξ (απλώς την αναπτύσσει ο Σταμάτης) και δεν έχει καμία σχέση με "πολιτισμικό σχετικισμό": "Τι είναι "δίκαιη" κατανομή; Δεν ισχυρίζονται οι αστοί, ότι η σημερινή κατανομή είναι "δίκαιη"; Και αυτή δεν είναι πράγματι η μοναδική "δίκαιη" κατανομή βάσει του σημερινού τρόπου παραγωγής; Ρυθμίζονται οι οικονομικές σχέσεις από δικαιακές έννοιες ή δεν προέρχονται, αντιθέτως, οι δικαϊκές έννοιες από τις οικονομικές; " (Μαρξ, Κριτική).

      Το γιατί έχει σημασία η έμφαση στις απολήξεις αυτής και των συνδεδεμένων παρατηρήσεων του Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα αποδείχθηκε στην πράξη από την κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό με όρους αφηρημένου "δικαίου" και "ηθικών κριτηρίων" που πόζαραν ως υπερταξικά και υπεριστορικά κριτήρια ενώ στην πραγματικότητα εφορμούσαν από την ίδια την αστική κοινωνία, και άρα και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, των οποίων άρνηση ήταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός.

      Επίσης, έχεις απάντηση από άλλο σχολιαστή μέσω mail, την οποία σου προώθησα.

      Διαγραφή
    4. Κοίταξε, ο αναγνώστης [εγώ] δεν μπορεί να ξαναγράψει-ω κείμενο που πάσχει από άποψη κατηγοριών. Είναι προφανές ο Σ. εισάγει και ερμηνεύει τη φράση "ρεαλιστική αντίληψη" αναφερόμενος στην τετριμμένη ερμηνεία τής εγελιανής κοινοτοπίας "το πραγματικό είναι και έλλογο". Από το κείμενο δεν προκύπτει τίποτε άλλο που να εισάγει κάποια διαφοροποίηση ή που να μας μαθαίνει τίποτε νέο σε σχέση με αυτό. Ακόμα χειρότερα επιμένει, και εδώ είναι η αντίρρηση, να προσαρμόζει την ερμηνευτική ανάλυση στο σχήμα-πρότυπο τής αντι-ουσιοκρατίας, ή πες το όπως θες (η παράγραφος για τις αιώνιες αλήθειες). Θες να δεις το "ζήτημα" υπό το πρίσμα των «κοινωνικών σχηματισμών λόγου»; ΟΚ, τότε είναι θεμιτή και η ρορτιανή ερμηνεία τού Μαρξ.

      «στην πράξη από την κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό με όρους αφηρημένου "δικαίου" και "ηθικών κριτηρίων" που πόζαραν ως υπερταξικά και υπεριστορικά κριτήρια»--->

      Δεν είναι αυτό που γράφει ή που συνάγεται από το κείμενο. Το κείμενο μοιάζει απλώς να λέει ότι οι έννοιες "δίκαιο-δικαιοσύνη-κατανομή κ.ο.κ." στις δύο "κοινωνίες" υπό εξέταση απλώς δεν επικοινωνούν. Από τη στιγμή που δεν "επικοινωνούν" (δεν έχουν τίποτε κοινό), καμία "κριτική" δεν είναι δυνατή είτε από τη μια είτε από την άλλη κατεύθυνση.

      Ωστόσο, αυτό που εννοείς εσύ είναι ότι απεναντίας επικοινωνούν ως έννοιες είδους τής «οικονομίας».

      Έτερον εκάτερον. Αποφασίστε/αποφάσισε τι εννοείς/εννοείτε για να δούμε τι γίνεται από κει και πέρα.

      --------------------

      ΥΓ Η απάντηση στο μέιλ δεν με έπεισε καθόλου.

      Είναι ή δεν είναι σήμερα, τουλάχιστον στην κοινωνική θεωρία η τάση (στα πανεπιστήμια) να θεωρηθεί ο Μαρξ ως συνεχιστής του Διαφωτισμού--->

      Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο Μαρξ είναι πρόδρομος τού Χορκχάιμερ-Αντόρντο, τής Μπλαβάτσκι; Ότι είναι σκοταδιστής, οπαδός τού Σβέντερμποργκ; Δεν καταλαβαίνω.

      το κόλπο είναι στο "δεν είναι", αλλά και το απίστευτο του πολιτισμικού σχετικισμού δια των άπειρων κρίσεων--->

      Τα περί "αναδιπλασιασμού" είναι κυριολεκτικά ασυναρτησίες.

      α [γάτα] ∉ [does not belong to] b [ανόργανη ύπαρξη] (όπου b [ανόργανη ύπαρξη] ∉ [does not belong to] c [οργανική ύπαρξη].

      το ∉ & ∉ που μας γυρίζει στο ∈ τής "οργανικής ύπαρξης" είναι ο αναδιπλασιασμός και το "κόλπο"; Η κλασσική λογική είναι το κόλπο; Ή μήπως ο Γιάννης [;] εννοεί εκτός της κλασσικής υπάρχει και η ιντουισιονιστική λογική που δεν δέχεται την αρχή του «αποκλεισμένου τρίτου»; Τι σχέση έχει αυτό με το κείμενο τού Σταμάτη;

      Φυσικά το ζήτημα που θίγει ο Γιώργος δεν είναι οι συνθήκες δυνατότητας των ... απείρων κρίσεων ... αλλά και τούτο είναι άνευ νοήματος;--->

      Αφού είναι άνευ νοήματος, τι στο καλό γράφει για άπειρες κρίσεις;

      Διαγραφή
    5. Αν κάποιος μπορεί να δώσει το κείμενο τής υππσημείωσης 168, μήπως μπορέσω-ουμε να βγάλουμε άκρη:

      δες Karl Marx, Εμπόρευμα και χρήμα, Το πρώτο κεφάλαιο από την πρώτη έκδοση (1867) τον «Το κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το Παράρτημα «1.1: Η αξιακή μορφή». Μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γ. Σταμάτης, Εκδ. Κριτική, Αθήνα 1991, Σημείωση 61* του μεταφραστή, σ. 168ε.

      Διαγραφή
    6. Το τι εννοώ εγώ νομίζω πως είναι σαφές και παρέθεσα ήδη τον Μαρξ.

      Ρωτάς:

      "Θες να δεις το "ζήτημα" υπό το πρίσμα των «κοινωνικών σχηματισμών λόγου»; ΟΚ, τότε είναι θεμιτή και η ρορτιανή ερμηνεία τού Μαρξ. "

      Απαντώ: αυτά είναι τα λόγια του Μαρξ. Περιγράφουν "κοινωνικούς σχηματισμούς λόγου" κατά την άποψή σου;

      "Αναφέρθηκα εκτενέστερα στη "χωρίς περικοπές απόδοση της εργασίας" αφενός, στο "ίσο δικαίωμα", στη "δίκαιη κατανομή" αφετέρου, για να δείξω πόσο πολύ ασεβεί κανείς, εάν αφενός θέλει να επιβάλει στο κόμμα ως δόγμα παραστάσεις, οι οποίες σε μια κάποια εποχή είχαν ένα νόημα, τώρα όμως έχουν καταντήσει πεπαλαιωμένες αερολογίες, αφετέρου όμως διαστρεβλώνει τη ρεαλιστική αντίληψη, η οποία διδάχθηκε με τόσο κόπο, αλλά και ρίζωσε στο κόμμα, μέσω αερολογιών περί δικαίου και άλλων αερολογιών που απαντώνται τόσο συχνά στους δημοκράτες και στους Γάλλους σοσιαλιστές. Αλλά κι ανεξάρτητα απ' όσα αναπτύξαμε εδώ, ήταν γενικά λανθασμένο που έδωσαν σημασία στη λεγόμενη κατανομή και έριξαν το κύριο βάρος σ' αυτήν. Η εκάστοτε κατανομή των μέσων κατανάλωσης είναι απλώς συνέπεια της ίδιας της κατανομής των όρων της παραγωγής· η τελευταία κατανομή όμως είναι ένα χαρακτηριστικό του ίδιου του τρόπου παραγωγής. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής π.χ. βασίζεται στο ότι οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής έχουν δοθεί υπό τη μορφή της ιδιοκτησίας κεφαλαίου και γης στους μη εργάτες, ενώ η μάζα είναι μόνον ιδιοκτήτης του προσωπικού όρου της παραγωγής, της εργασιακής δύναμης. Αν τα στοιχεία της παραγωγής είναι κατανεμημένα κατ' αυτόν τον τρόπο, τότε προκύπτει αφεαυτής η σημερινή κατανομή των μέσων κατανάλωσης. Αν οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής είναι συνεταιριστική ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών, τότε προκύπτει κατά τον ίδιο τρόπο μια διαφορετική από τη σημερινή κατανομή των μέσων κατανάλωσης. Ο χυδαίος σοσιαλισμός (και μαζί μ' αυτόν κι ένα μέρος της δημοκρατίας) πήρε από τους αστούς τον τρόπο να θεωρεί και να πραγματεύεται την κατανομή ανεξάρτητα από τον τρόπο παραγωγής και ως εκ τούτου να παρουσιάζει τον σοσιαλισμό κυρίως ως στρεφόμενο περί την κατανομή. Μα αφού η πραγματική σχέση έχει ήδη προ πολλού αποκαλυφθεί, γιατί να πάει κανείς πάλι προς τα πίσω;»

      Δεν νομίζω να αποφανθείς ότι αυτό είναι "πολιτιστικός σχετικισμός", "Ρόρτι" ή άλλο τι.

      Οπότε απομένει να αποφανθείς για το αν η παρακάτω πρόταση του Σταμάτη εξάγει βάσιμα συμπεράσματα από το παραπάνω ή όχι και να το αιτιολογήσεις:

      "Η «δικαιοσύνη» της κατανομής είναι μια ταυτολογία, επειδή τελικά δεν μπορεί να εκφράσει τίποτε άλλο παρά μόνο το γεγονός, ότι κάθε κατανομή πρέπει αναγκαστικά να αντιστοιχεί στον τρόπο παραγωγής, από τον οποίο προκύπτει. Δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο παρά η αναγκαστική αντιστοιχία της εκάστοτε κατανομής στον εκάστοτε τρόπο παραγωγής."

      Διαγραφή
    7. Ακόμα χειρότερα επιμένει, και εδώ είναι η αντίρρηση, να προσαρμόζει την ερμηνευτική ανάλυση στο σχήμα-πρότυπο τής αντι-ουσιοκρατίας, ή πες το όπως θες (η παράγραφος για τις αιώνιες αλήθειες).--->


      Ό,τι έγραψα πιο πάνω, η αντίρρηση ήταν στις δυο παραγράφους για άπειρες κρίσεις και "αιώνιες αλήθειες" βάσει των οποίων διάβασα και το κείμενο που ανέβασες (το άλλο κείμενο εδώ--->: http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=570&Itemid=29)*. Άλλο "η δικαιοσύνη της κατανομής" και άλλο "δικαιοσύνη". Άλλος ο Σταμάτης, άλλος ο Μαρξ.

      * Όπως κατάλαβε ο σχολιαστής στο μέιλ που έδωσε και την παραπομπή στην υποσημείωση 168n.

      Οπότε απομένει να αποφανθείς για το αν η παρακάτω πρόταση του Σταμάτη εξάγει βάσιμα συμπεράσματα από το παραπάνω ή όχι και να το αιτιολογήσεις:--->

      Εγώ προσπάθησα να ερμηνεύσω την "ερμηνεία" ανατρέχοντας στο έτερο κείμενο τού Σ. Και το συμπέρασμα είναι ότι δεν βγάζω νόημα που να με ικανοποιεί. Αν κάποιος θέλει και μπορεί να μου εξηγήσει τι εννοεί ο Σταμάτης με τις άπειρες κρίσεις, τις αιώνιες αλήθειες και τη "βάσανο" τού Μαρξ, εδώ είμαι.

      Διαγραφή