Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Domenico Losurdo-"Κοινή Ευρώπη"

Ντ. Λοζούρντο, Αναθεωρητισμός στην Ιστορία, Κεφ. 4
[«Αποσχιστικός Πόλεμος μεταξύ των Λευκών», «Διεθνής Εμφύλιος», «Αμερικανικός Αιώνας» & «Δεύτερος Τριακονταετής Πόλεμος»] [το κείμενο σε pdf]
Μετάφραση-πηγή: Waltendegewalt

4.2. Το δράμα τής γερμανικής κουλτούρας: Από τον Βέμπερ στους Νόλτε & Χίλγκρουμπερ



Κάνοντας τον απολογισμό τού δεύτερου τριακονταετή πολέμου, διαπιστώνουμε τη δυσμενή θέση στην οποία είχε περιέλθει η γερμανική κουλτούρα. Απέναντι σε μια παράδοση που, στα μάτια τουλάχιστον ενός οξυδερκούς παρατηρητή, χαρακτηρίζεται από κρίσιμα διακυβεύματα τόσο από υλικής όσο και από γεωπολιτικής πλευράς, η στροφή προς το πνεύμα ενός μάλλον ιστοριογραφικού αν όχι καθαρά πολιτικού ρεβανσισμού συνεχίζει να εμφανίζεται ανθεκτική. Πριν ακόμη σιγήσουν τα όπλα, ο Βέμπερ χλεύαζε τον υποτιθέμενο δημοκρατικό παρεμβατισμό τής Αντάντ, επισημαίνοντας ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, την χώρα που ανέλαβε στο εξής να ηγηθεί των συμμαχικών δυνάμεων στην σταυροφορία τους ενάντια στη Γερμανία, οι μαύροι όχι μόνο στερούνταν κάθε πολιτικού δικαιώματος αλλά υπόκειντο σε ένα λεπτομερέστατο καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού και σε αυστηρές νομοθετικές απαγορεύσεις όσον αφορά τη σύναψη μεικτών φυλετικών γάμων.[33] Τη στιγμή μάλιστα που θα ξεκινήσει η συζήτηση για την πολεμική «ευθύνη» με αφορμή τη συνθήκη των Βερσαλλιών, ο Βέμπερ θα υπογραμμίσει την ύπαρξη μιας ισχυρής «ιδεολογίας πολέμου» ακόμη και στις ΗΠΑ — και μάλιστα μεταξύ των «επιφανέστερων στρωμάτων τής “νέας Αμερικής”». Έτσι, το 1904, ήταν ένας διακεκριμένος αμερικανός ερευνητής που έδωσε κύρος στην ευρύτατα διαδεδομένη αλλά ωστόσο «εντελώς εσφαλμένη θεωρία για την υποτιθέμενη αναγκαιότητα ενός πολέμου για το εμπόριο»· στο βιβλίο τού Βέμπλεν, στο οποίο αναφέρεται ο Βέμπερ:
θα μπορούσε να διαβάσει κανείς το πασίχαρο συμπέρασμα ότι πλησίαζε ο καιρός που η πολεμική επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν στον τομέα τού παγκοσμίου εμπορίου θα αντιμετωπιζόταν εκ νέου ως μια έλλογη υπόθεση [a sound business view], πράγμα που θα είχε ως συνέπεια την επαναφύπνιση τού φιλοπόλεμου πνεύματος και την αντικατάσταση τού άθλιου κυνηγιού των δολαρίων από ένα αίσθημα αξιοπρέπειας.[34]
Δεν είναι τυχαίο που ο Βέμπερ ήταν μεταξύ των πρώτων που επισήμαναν την έλευση τού «αμερικανικού αιώνα» — όπως θα αποκληθεί, δύο δεκαετίες αργότερα, το φαινόμενο αυτό τής ακαταμάχητης ανόδου μιας νέας δύναμης προσηλωμένης στον στόχο τής «οικονομικής υπεροχής» και τής «παγκόσμιας ηγεμονίας» κατά το πρότυπο τής αρχαίας Ρώμης.[35]

Παρ’ όλ’ αυτά η βούληση απομυθοποίησης τής κοινότοπης μανιχαϊκής ερμηνείας τής πρώτης παγκόσμιας σύρραξης στην οποία προβαίνουν οι νικητές τού πολέμου δεν συνοδεύεται από κανένα αυτοκριτικό απολογισμό τής ιστορίας τού γερμανικού ιμπεριαλισμού, τής οποίας γνώστης ήταν δίχως άλλο ο Βέμπερ, αφού ήδη στα τέλη τού 19ου αιώνα είχε προβλέψει με βεβαιότητα το επικείμενο τέλος τού «διαλείμματος τού φαινομενικά ειρηνικού ανταγωνισμού» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.[36] Με το ενδιαφέρον του στραμμένο στον αγώνα ενάντια στον τσαρισμό, ο μεγάλος κοινωνιολόγος εξακολουθεί αντιθέτως να υποστηρίζει το γερμανικό σκεπτικό: η ίδια η γερμανική σοσιαλδημοκρατία δεν συμμεριζόταν, άλλωστε, την εκτίμηση ότι «ο πόλεμος ενάντια σε ένα τέτοιο σύστημα ήταν ένας δίκαιος πόλεμος»;[37] Ο αγώνας για τη «συντριβή τού τσαρισμού» δεν μπορούσε επομένως παρά να είναι ένας «καλός πόλεμος».[38] Αν και αντικείμενο αποδοκιμασίας, καθόσον ασκείται από τις δυνάμεις τής Αντάντ, ο δημοκρατικός παρεμβατισμός εμφανίζεται ως πλήρως νομιμοποιημένος στην περίπτωση τής ανατολικής εκστρατείας τής αυτοκρατορίας τού Γουλιέλμου τού Β΄. Στο τέλος όμως η εν λόγω ιδεολογία διαψεύδεται από τον ίδιο τον Βέμπερ, όταν δηλώνει ότι «έχουμε συντρίψει τον τσαρισμό, αλλά η αντιπαράθεσή μας με την Ανατολή δεν θα λάβει ποτέ τέλος».[39] Εν προκειμένω, η αιωνιότητα τής διαπάλης μοιάζει να παραπέμπει, όχι τόσο στα χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος, όσο στην γεωπολιτική ή, ακόμη χειρότερα, στο μοτίβο τής αιώνιας αντίθεσης μεταξύ σλάβων και γερμανών. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που υπονοείται είναι ότι ο πόλεμος εναντίον τής Γαλλίας, μιας χώρας που ανέκαθεν ενδιαφερόταν να έχει «έναν αδύναμο γείτονα»,[40] δεν χρειάζεται καν να καταστεί αντικείμενο αυτοκριτικού αναστοχασμού — πόσο δε μάλλον ο επιβεβλημένος και δίκαιος πόλεμος εναντίον τής Ρωσίας: «Το δυστύχημα για μας ήταν ότι ο πόλεμος αυτός εξελίχθηκε σε πόλεμο εναντίον τής Δύσης, εναντίον τού αγγλοσαξωνικού κόσμου».[41]

Είναι αλήθεια ότι εν μέσω τής διαμάχης που ξέσπασε για την «ευθύνη» και τις «φρικαλεότητες» τού πολέμου ο Βέμπερ δεν θα διστάσει να καταγγείλει τον «προφανώς παράνομο» και απάνθρωπο «αγγλικό ναυτικό αποκλεισμό» που προκάλεσε «επτακόσια πενήντα χιλιάδες περίπου» θύματα μεταξύ τού αμάχου γερμανικού πληθυσμού.[42] Και όμως, η βαθύτερή του πρόθεση από πλευράς ιστοριογραφίας και πολιτικής συνίσταται στη θεραπεία τού ατυχούς σχίσματος ανάμεσα στη Γερμανία και τις αγγλοσαξωνικές χώρες και στην αποκατάσταση τής ενότητας τού πολιτισμένου κόσμου, θέτοντας, για το σκοπό αυτό, στο εδώλιο των κατηγορουμένων την τσαρική και μετέπειτα μπολσεβίκικη Ρωσία. Η ίδια τάση συναντάται αργότερα και στον Σμιτ, ο οποίος, ήδη από τα πρώτα χρόνια τού μεσοπολέμου, θα καταδικάσει τον αγγλικό «θαλάσσιο πόλεμο» και «ναυτικό αποκλεισμό» ως μορφές ολικού πολέμου που καταργούν την «ηπειρωτική διάκριση μεταξύ εμπολέμων και αμάχων» και πλήττουν αδιακρίτως «το σύνολο τού πληθυσμού τής ζώνης στην οποία επιβάλλεται ο αποκλεισμός».[43] Κατά τη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο, ο Σμιτ θα επαναλάβει την καταγγελία του αυτή, όσον αφορά ειδικότερα τις πολεμικές επιδόσεις τού αγγλοαμερικανικού αεροστόλου, υποστηρίζοντας ότι δυνητικά επρόκειτο για έναν «καθαρά εξοντωτικό πόλεμο».[44] Εντούτοις, ο γερμανός δημοσιολόγος θα επιρρίψει, κατ’ ανάλογο τρόπο, το μεγαλύτερο μερίδιο τής ευθύνης για την εμφάνιση τού ολικού πολέμου, όπως επίσης και για τις γενοκτονίες και τις σφαγές που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα, στην επαναστατική παράδοση, τής οποίας επιστέγασμα ήταν η μπολσεβίκικη οκτωβριανή επανάσταση. Σύμφωνα με τον Σμιτ, το σφάλμα των δυτικών εχθρών τής Γερμανίας συνίστατο κυρίως στο ότι έθεσαν σε κρίση το jus publicum europeum [ευρωπαϊκό δημόσιο δίκαιο], διακυβεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ενότητα τού πραγματικά πολιτισμένου κόσμου.

Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει και τις κριτικές αναφορές τού Νόλτε στα γεγονότα τής Δρέσδης ή την εκτίμησή του για την ύπαρξη μιας «σαφούς και απροκάλυπτης γενοκτονικής» πρόθεσης εκ μέρους τού Τσέρτσιλ, όταν ο τελευταίος δήλωνε, σε ομιλία του το 1941, ότι:
Υπάρχουν σήμερα λιγότεροι από 70 εκ. κακοήθεις ούννοι, εκ των οποίων ορισμένοι είναι ιάσιμες περιπτώσεις, ενώ άλλοι είναι, για να το πω απλά, για σκότωμα· πολλοί εξ αυτών συμμετέχουν ήδη ενεργά στην καταπίεση των αυστριακών, των τσέχων, των πολωνών, των γάλλων και πολλών άλλων ιστορικών, αρχαίων φυλών, τις οποίες λεηλατούν και καταδυναστεύουν.[45][i]
Προς επίρρωση τής θέσης του, ο γερμανός ιστορικός θα αποδώσει τη λέξη «others» που χρησιμοποιεί ο Τσέρτσιλ ως «die Anderen», έτσι ώστε το υποτιθέμενο νόημα να είναι ότι θα έπρεπε να εξοντωθούν όλοι οι υπόλοιποι γερμανοί εκτός από τους ελάχιστους που θα μπορούσαν να «ανανήψουν». Και όμως, για μια ακόμη φορά και παρά την μάλλον ακραία αυτή υπερβολή (δεδομένου τού ότι, όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα, ο άγγλος πολιτικός είχε πράγματι κατά νου ένα σχέδιο μαζικής εκκαθάρισης των «ούνων»), ο Νόλτε θα εστιάσει τα πυρά του στην ασιατική και μπολσεβίκικη βαρβαρότητα. Η σύγκλιση των πολλαπλών οπτικών ανάλυσης τού δεύτερου τριακονταετή πολέμου με κοινό πλέον παρονομαστή την κατηγορία τού διεθνούς εμφυλίου επιτελείται σε συνάρτηση με την απόδειξη τής πρότασης ότι η μοναδική γνήσια αντίφαση των υπό εξέταση δεκαετιών είναι αυτή τής σύγκρουσης ανάμεσα στη Δύση συνολικά (συμπεριλαμβανομένης εδώ και τής Γερμανίας) και τον κομμουνισμό. Ως εκ τούτου, όμως, καθίσταται δυσεξήγητο το γεγονός τής μη εμπλοκής τής Σοβιετικής Ένωσης στην παγκόσμια σύρραξη πριν από την έναρξη τής επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Εν προκειμένω, ο γερμανός ιστορικός επιχειρεί να παρακάμψει τη δυσκολία αυτή επισημαίνοντας απλώς τον «παράδοξο» χαρακτήρα των εν λόγω εξελίξεων.[46]

Στο ίδιο πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε και τον Α. Χίλγκρουμπερ, ο οποίος είναι αλήθεια ότι εφιστά την προσοχή στο ότι ήταν η αγγλική κυβέρνηση που πίεζε για τη «μαζική μεταφορά πληθυσμών από τα ανατολικογερμανικά εδάφη και τη Σουδητία», καθώς και στο ότι η ιδέα τής «εκτόπισης στη Σιβηρία των γερμανών τής Ανατολικής Πρωσίας και τής Άνω Σιλεσίας» διατυπώθηκε το πρώτον από τον άγγλο υφυπουργό Σάρτζεντ. Ο γερμανός ιστορικός μάλιστα θα σκιαγραφήσει το πορτραίτο ενός Στάλιν που ενδίδει, με μισή καρδιά, «στις πιέσεις τού Μπένες [;] για τη βίαιη μετακίνηση των γερμανών σουδητών από το έδαφος τής ανασυσταθείσης Τσεχοσλοβακίας».[47] Ωστόσο, οι λεπτομέρειες αυτές αποδεικνύονται ασήμαντες, όταν έρχεται η στιγμή τού γενικού απολογισμού. Ξανά και ξανά, η «βαρβαρότητα» εντοπίζεται εκτός τής Δύσης — στους κόλπους τής οποίας η Γερμανία προσδοκά να γίνει ξανά δεκτή με όλες τις πρέπουσες τιμές. Εδώ αναγνωρίζουμε την κοινή κατευθυντήρια γραμμή τού φαινομένου τού γερμανικού αναθεωρητισμού στο σύνολό του. Τα εγκώμια και οι ευχαριστίες εκ μέρους τού Νόλτε κάθε άλλο παρά εμποδίζουν τον Φυρέ, όταν ασχολείται με τη συγγραφή τής ιστορίας τού 20ού αιώνα, να ταυτιστεί με την εμπειρία των πρωταγωνιστών τής αντι-γερμανικής σταυροφορίας. Και, όπως συμβαίνει και με τις συγκρούσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, βλέπουμε και εδώ να επιχειρείται, στο μέτρο τού δυνατού, η δημιουργική ανασύνθεση των διαφόρων ρευμάτων τού αναθεωρητισμού στη βάση τής αποκατάστασης τής ενότητας τής Δύσης και τής καταγγελίας τού ανατολίτικου-μπολσεβίκικου Οκτώβρη.

Εκείνο λοιπόν που προέχει είναι να ξαναγραφεί η ιστορία τής ΕΣΣΔ. Πρόσφατα δε κυκλοφόρησαν και βιβλία που επιχειρούν να δείξουν ότι η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα προηγήθηκε μόλις τής επίθεσης που είχε προγραμματιστεί από τον Στάλιν κατά τής Γερμανίας.[48] Αυτή όμως η θέση κινδυνεύει να υπονομεύσει μια από τις βασικές κατηγορίες τού κατηγορητηρίου εναντίον τής μπολσεβίκικης επανάστασης, που, όπως μας πληροφορεί ο Φυρέ, θα οδηγούσε στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος το οποίο θα τιμούσε μέχρι τέλους τη συμμαχία του με τον Χίτλερ. Πιθανώς για να αποφύγει αντιφάσεις αυτού τού είδους, ο ιστορικός αναθεωρητισμός προκρίνει μια διαφορετική επιχειρηματολογική στρατηγική. Επιχειρείται επομένως να δειχθεί ότι ο πόλεμος τής ΕΣΣΔ εναντίον τής Γερμανίας είναι ανάλογος με αυτόν που εξαπέλυσε το Γ΄ Ράιχ με την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα· υποστηρίζεται έτσι ότι η σοβιετική πολεμική αντεπίθεση στο έδαφος τής ανατολικής Ευρώπης προκαλεί αδιακρίτως θύματα μεταξύ των κρατουμένων πολέμου και τού άμαχου πληθυσμού. Πέραν τής κατανοητής επιθυμίας για εκδίκηση, τα δεδομένα αυτά μοιάζουν να παραπέμπουν, σύμφωνα με τον Χίλγκρουμπερ, στον εγγενώς «βάρβαρο» χαρακτήρα «τής σοβιετικής αντίληψης για τον τρόπο διεξαγωγής τού πολέμου».[49]

Ο a priori χαρακτήρας τής δήλωσής αυτής συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι ο ιστορικός δεν επιχειρεί καν να προβεί σε μια συγκριτική ανάλυση με τα τεκταινόμενα στα άλλα μέτωπα τού Β΄ ΠΠ ή με τη συμπεριφορά που επέδειξαν τα αντι-μπολσεβίκικα ρωσικά στρατεύματα που, σε συνεργασία με τους Ναζί, έσπειραν τον τρόμο σε περιοχές όπως η Καρνία.[50][ii] Κυρίως όμως απουσιάζει κάθε μορφή συγκριτικής ανάλυσης με τη συμπεριφορά τού τσαρικού στρατού στην ανατολική Πρωσία είκοσι χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια τής πρώτης παγκόσμιας σύρραξης. Στις 23 Αυγούστου τού 1914, ένας συνεργάτης τού Λούντερντορφ σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Δεν υπήρξε και, αναμφίβολα, δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά άλλος πόλεμος σαν αυτόν, όπου οι συγκρούσεις έφθασαν σε πρωτόγνωρα επίπεδα κτηνώδους βίας. Οι ρώσοι κατακαίουν και καταστρέφουν τα πάντα στο διάβα τους».[51] Ομοίως, στο έργο τού Χίλγκρουμπερ, απουσιάζει κάθε προσπάθεια αυτοκριτικού στοχασμού όσον αφορά τη συμβολή που είχε ήδη παράσχει η προχιτλερική Γερμανία στην ερμηνεία μέσα από ένα φυλετικό πρίσμα τής πάλης μέχρι θανάτου που εκτυλισσόταν στην Ανατολή. Στις παραμονές τού πρώτου παγκοσμίου πολέμου ο Γουλιέλμος ο Β΄ βλέπει να διαγράφεται στον ορίζοντα «η τελική μάχη ανάμεσα στους σλάβους και τους γερμανούς»· «δεν πρόκειται καθόλου για ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα, αλλά για ένα καθαρά φυλετικό ζήτημα […]. Το ερώτημα πλέον είναι αν, στην Ευρώπη, θα ανήκει κανείς ή όχι στη γερμανική φυλή».[52] Οι πολεμικοί στόχοι προς επίτευξη είναι επίσης πρωτοφανείς. Το Β΄ Ράιχ επιδιώκει να «προκαλέσει τη διάσπαση τής Ρωσίας, προκειμένου να απωθηθεί ο ανατολικός γείτονας στα προγενέστερα σύνορα, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί προ τής βασιλείας τού Μεγάλου Πέτρου».[53] Μετά την ειρήνη τού Μπρεστ-Λίτοβσκ και το ξέσπασμα τού εμφυλίου, ιθύνοντες κύκλοι τής βιλχελμιανής αυτοκρατορίας στοιχημάτιζαν όχι μόνο σε μια ενδεχόμενη μελλοντική επέκταση των εδαφικών κατακτήσεων, αλλά ακόμη και στην ολοκληρωτική αποσύνθεση τής Ρωσίας. Για τον Γουλιέλμο τον Β΄, «δεν [υπήρχε] καμία δυνατότητα για ειρήνη μεταξύ σλάβων και γερμανών».[54] Αυτό ακριβώς το πρόγραμμα κληρονόμησε και ριζοσπαστικοποίησε ο Χίτλερ.

Η θέση, άλλωστε, τού Χίλγκρουμπερ διαψεύδεται και από τα κείμενα και τις πηγές που περιέχονται στον συλλογικό τόμο στον οποίο παραπέμπει.[55] Υπήρξαν βέβαια κάποια περιστατικά σφαγών, αλλά συγχρόνως απευθύνθηκαν εκκλήσεις από τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές προς τους στρατιώτες, προκειμένου να αντιμετωπισθούν με αξιοπρέπεια και σεβασμό οι αιχμάλωτοι πολέμου και ο άμαχος πληθυσμός και να αποφευχθούν «συμπεριφορές ανάρμοστες για τον Κόκκινο Στρατό»· διαβάζουμε, επί παραδείγματι, για τις επανειλημμένες παραινέσεις και συστάσεις όσον αφορά τον διαχωρισμό των καλών από τα σάπια μήλα στο εχθρικό στράτευμα, δεδομένου ότι «καθήκον μας είναι να φροντίσουμε ώστε ο γερμανός στρατιώτης να συμπαραταχθεί στο πλευρό τού Κόκκινου Στρατού». Θα μπορούσε ακόμη κανείς να μείνει απλώς στη διαπίστωση τού επιμελητή τού εν λόγω συλλογικού τόμου, ότι δηλαδή οι άνωθεν εντολές βρίσκονταν σε προφανή αναντιστοιχία με την πραγματική συμπεριφορά στα πεδία των μαχών και τα κατεχόμενα εδάφη.[56] Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι τις πρώτες μέρες τού Φεβρουαρίου τού 1945 οι σοβιετικές αρχές κατέβαλαν «κάθε προσπάθεια για να μετριάσουν το εκδικητικό μένος των στρατιωτών τους», οι οποίοι, διασχίζοντας «ορισμένες από τις πλέον κατεστραμμένες από τον δεύτερο τριακονταετή πόλεμο περιοχές»,[57] βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα κάνει τον Ρούσβελτ να πει ότι «διψάει για το αίμα των γερμανών». Όσον δε αφορά τους σοβιετικούς στρατιώτες, είναι αδιαμφισβήτητη η σημασία τού κινήτρου τής προσωπικής εκδίκησης που επιδίωκαν να πάρουν οι νεοσύλλεκτοι χωρικοί — ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των οποίων είδαν συγγενικά τους πρόσωπα να εκτελούνται, να βασανίζονται ή να εκτοπίζονται ως δούλοι των κατακτητών. Δεν τίθεται καν θέμα ύπαρξης σχεδίου πολιτικής εξόντωσης. Για παράδειγμα, είναι κάθε άλλο παρά τυχαίο το ότι «οι πράξεις βαρβαρότητας που διεπράχθησαν από τους ρώσους» αντιμετωπίσθηκαν συχνά από το στρατιωτικό επιτελείο με αυστηρότατα μέτρα καταστολής, όπως ήταν η καταδίκη των υπευθύνων σε ποινές υπηρεσίας στα «πειθαρχικά τάγματα».[58]

Από την άλλη, όμως, πλευρά, ο ίδιος ο Χίλγκρουμπερ επισημαίνει το γεγονός ότι «η ιδέα μιας εθνοφυλετικής ανασύνθεσης τής περιοχής» πρωτοεμφανίστηκε «στη διάρκεια των εθνοτικών διαμαχών στην περιφέρεια τής Ευρώπης», ήδη κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο[59] και, επομένως, σε χρονικό σημείο προγενέστερο τής οκτωβριανής επανάστασης. Υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για την προαναφερθείσα αναφορά στη «σοβιετική αντίληψη για τον τρόπο διεξαγωγής τού πολέμου» πέραν τής ιδεολογικής προκατάληψης βάσει τής οποίας επιχειρείται η εξίσωση τής ναζιστικής με την κομμουνιστική «βαρβαρότητα»; Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η σαφής διαφορά μεταξύ των όρων τής σύγκρισης προκύπτει από την εικόνα που σκιαγραφεί ο ίδιος ο γερμανός ιστορικός: ο Χίτλερ επιδίωκε να «οικοδομήσει στα ερείπια τής ΕΣΣΔ μια γερμανική αυτοκρατορία μέσω τής εξαφάνισης τής μπολσεβίκικης άρχουσας τάξης, τού μαζικού αποδεκατισμού τού σλαβικού πληθυσμού και τής συστηματικής εξόντωσης των εβραίων»·[60] ο «πραγματικός αγώνας για επιβίωση» στον οποίο υποχρεώθηκε να επιδοθεί η ΕΣΣΔ ώθησε τον Στάλιν να «ενισχύσει την ασφάλεια τής χώρας μέσω τής επέκτασης προς δυσμάς τής σοβιετικής επικράτειας, πράγμα που κατά κάποιο τρόπο συνεπαγόταν την αναστροφή ή ανατροπή τής πολιτικής δημιουργίας “υγειονομικού κλοιού” που είχε πρωτοεφαρμοστεί τη διετία 1919-20 με σαφώς εχθρικές προθέσεις έναντι τής ΕΣΣΔ»[61]. Είναι προφανές ότι ο σκοπός τής ένταξης τής Γερμανίας στη σφαίρα επιρροής τής Μόσχας, για την επιδίωξη τού οποίου χρησιμοποιήθηκαν, ομολογουμένως, σκληρότατα μέσα, δεν έχει καμία σχέση με το χιτλερικό σχέδιο περιαγωγής των «ιθαγενών» τής ανατολικής Ευρώπης στο καθεστώς των ερυθρόδερμων τής Βορείου Αμερικής.

Δεν έχει νόημα να κατηγορεί κανείς το καθεστώς που γεννήθηκε από την οκτωβριανή επανάσταση για το ότι αποδύθηκε σε έναν αγώνα που έλαβε τα χαρακτηριστικά τού διεθνούς εμφυλίου πολέμου και, συγχρόνως, σε έναν πόλεμο φυλετικής εξολόθρευσης. Αυτές οι δύο μορφές σύγκρουσης διαφέρουν ριζικά, καθόσον βασίζονται σε διαφορετικούς τύπους «αποπροσδιορισμού» [déspécification][iii] που δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Παραμένει βέβαια το γεγονός ότι το όριο ανάμεσα στον ηθικοπολιτικό και τον νατουραλιστικό «αποπροσδιορισμό» είναι ασταθές και ευμετάβλητο και ότι ορισμένες δηλώσεις και εκκλήσεις, το περιεχόμενο των οποίων στόχευε στην απανθρωποποίηση τού γερμανικού λαού στο σύνολό του, υπερέβησαν το όριο αυτό. Εδώ όμως γίνεται αισθητό το βάρος τής παλιότερης πολιτικο-πολιτισμικής παράδοσης και όχι τής υποτιθέμενης πολεμικής ιδεολογίας τής οκτωβριανής επανάστασης. Θα δούμε στη συνέχεια ότι οι Σοβιετικοί κατέβαλαν συστηματικές προσπάθειες προκειμένου να πάρουν με το μέρος τους όσο το δυνατόν περισσότερους στρατιώτες, αξιωματικούς και ακόμα και στρατηγούς τού εχθρικού στρατού. Το ξέσπασμα τού εμφυλίου στη Γερμανία προϋπόθετε τον κάθετο διχασμό τής χώρας και όχι τη μονολοθική αντιμετώπισή της ως μιας ενιαίας μάζας καταδικασμένης σε εξαφάνιση. Ακόμη και από τον ίδιο τον Νόλτε αναγνωρίζεται «ένα προτέρημα στον σοβιετικό κομμουνισμό»:
Κατά τη διάρκεια τού πολέμου, [ο κομμουνισμός] υιοθέτησε για μικρό μόνο διάστημα την αποκαλούμενη σήμερα «ρατσιστική» θεώρηση («Σλάβοι εναντίον Γερμανών»), πριν ασπαστεί εκ νέου την αντίληψη ότι ο γερμανικός λαός αποτελούνταν από εθνικοσοσιαλιστές ή φασίστες, από αντιφασίστες, από μη εθνικοσοσιαλιστές και τέλος από αντι-εθνικοσοσιαλιστές. Το περί ου ο λόγος «υποκείμενο» συγκροτούνταν στη βάση τού εθνικο-σοσιαλισμού ή και στη βάση τού μονοπωλιακού κεφαλαίου που υποκρυπτόταν πίσω από αυτόν. Πρόκειται για τη διαμόρφωση μιας μάλλον ιστορικής αντίληψης, την ίδια μάλιστα στιγμή που στη Δύση, όλως παραδόξως, εμφανιζόταν μια θεώρηση που αποτελούσε, κατά κάποιο τρόπο, πιστό αντίγραφο τής προσφιλούς στον εθνικοσοσιαλισμό αντίληψης, σύμφωνα με την οποία οι λαοί αποτελούσαν τα μόνα υποκείμενα. Η πολεμική φιλολογία των συμμάχων απέπνεε την ίδια αίσθηση υποστηρίζοντας, για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια ευθεία γραμμή που οδηγεί από τον Αρμίνιο στον Χίτλερ ή από τον Λούθηρο στον Χίτλερ κ.ο.κ.[62]
Με τη σειρά της, η ιστορικός Ντέμπορα Ε. Λίπσταντ, υιοθετώντας θέσεις διαμετρικά αντίθετες από αυτές τού αναθεωρητισμού, έρχεται να καταδικάσει τους κομμουνιστές, επειδή δίδαξαν ότι «οι φασίστες (και όχι οι γερμανοί) ήταν εκείνοι που σκότωναν τους κομμουνιστές (και όχι τους εβραίους)», αναιρώντας έτσι το «χαρακτηριστικά εβραϊκό στοιχείο τής τραγωδίας» που διαδραματίστηκε στο Γ΄ Ράιχ.[63] Όπως θα δούμε στη συνέχεια, πρόκειται για έναν προβληματικό, αν όχι εντελώς αυθαίρετο, ισχυρισμό. Τουλάχιστον εδώ αναγνωρίζεται, έστω και με τίμημα την ανωτέρω ιδιαίτερα αρνητική αξιολογική κρίση, ότι η μαρξιστική διδασκαλία όσον αφορά την ανάλυση τού συγκεκριμένου παρεμπόδισε ή απέτρεψε την ταύτιση των γερμανών με τους ναζί.

Δίνοντας έμφαση στα αντικειμενικά γνωρίσματα τού ιμπεριαλισμού, ο Λένιν είχε αρνηθεί να καταλογίσει την αποκλειστική ευθύνη για το ξέσπασμα τού Α΄ ΠΠ στη Γερμανία βάσει τής καθαρά ανεδαφικής κατασκευής ενός υποτιθέμενα φιλοπόλεμου γερμανικού λαού που, στη συντριπτική του πλειοψηφία και καθ’ όλη την ιστορική του διαδρομή, χαρακτηριζόταν από άκρατο μιλιταρισμό. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι, κατά τη σύναψη τής ειρήνης τού Μπρεστ-Λιτόφσκ, που ο Λένιν καταδίκασε ως ληστρική, ο μπολσεβίκος ηγέτης συνέκρινε την πάλη τής νέας σοβιετικής δημοκρατίας ενάντια στον ιμπεριαλισμό με τον αγώνα ενάντια στην εισβολή και κατοχή τού στρατού τού Ναπολέοντα, που είχε στο παρελθόν διεξάγει η Πρωσία, κάτω όμως από την ηγεσία των Χοεντσόλερν, χωρίς όμως την ίδια στιγμή να διστάσει να χαρακτηρίσει τον ίδιο τον Ναπολέοντα «πειρατή που δεν διέφερε σε τίποτα από τους σημερινούς Χοεντσόλερν».[64] Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ αντίδρασης και προόδου, όπως και μεταξύ των δυνάμεων τής ειρήνης και τού πολέμου, δεν μπορεί να καθοριστεί άπαξ και διαπαντός και, εν πάση περιπτώσει, δεν δύναται ποτέ να ταυτιστεί με κάποια εθνικά σύνορα. Επομένως, είναι αναγκαία κάθε φορά η συγκεκριμένη ανάλυση τής συγκεκριμένης κατάστασης. Και ενώ αρχικά ο Λένιν θα επικαλεστεί — την ίδια ακριβώς ώρα που ο στρατός τού Γουλιέλμου κατάγει περιφανείς νίκες — το ενδεχόμενο εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων ενάντια στον γερμανικό ιμπεριαλισμό ακόμη και εντός τής Ευρώπης, δεν θα διστάσει, στη συνέχεια, να καταγγείλει την εθνική καταπίεση την οποία υφίσταται ο γερμανικός λαός. Είτε εξαιτίας των οικονομικών ρητρών που περιελήφθησαν στη συνθήκη των Βερσαλιών, είτε επειδή, μέσω τής ρήτρας ενοχής, καταλογίστηκε στη Γερμανία η πλήρης ευθύνη για τον πόλεμο, η εν λόγω συνθήκη εμφανίζεται στα μάτια τού μπολσεβίκου ηγέτη ως εξαιρετικά εκδικητική και βάρβαρη, ακόμη και εν συγκρίσει με εκείνη τού Μπρεστ-Λιτόφσκ. Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά έκφραση τής ίδιας ιμπεριαλιστικής αρπακτικότητας, την οποία οι δυνάμεις τής Αντάντ θεωρούν, αδίκως, ότι συνιστά εγγενές χαρακτηριστικό των γερμανών ή καλύτερα των ούννων. Στο λενινιστικό εννοιολογικό σύμπαν δεν έχει θέση η φυλετική ταυτοποίηση των γερμανών ως ούννων ή ως βανδάλων, μια μορφή φυλετικοποίησης που, όπως θα δούμε, αντιθέτως, εξαπλώνεται στις τάξεις των δυτικών εχθρών τής Γερμανίας.

Από μια άλλη άποψη, η επαναστατική ρήξη διαιρεί στα δύο την ίδια τη ρωσική ιστορία: οι πρώτες φασιστικές συμμορίες, οι επονομαζόμενες «λευκές φρουρές», παρομοιάζονται από τον Λένιν με τις μαύρες εκατονταρχίες, τις ένοπλες συμμορίες τής αντίδρασης στην τσαρική Ρωσία. Διδασκόμενος από τη συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία, ο Κίροφ, λίγο μετά την άνοδο τού Χίτλερ στην εξουσία, θα αποκηρύξει «τον γερμανικό φασισμό, με τον αντισημιτισμό του, την ιδεολογική του εμμονή στις διώξεις και τα πογκρόμ, την αντίληψη περί ανώτερων και κατώτερων φυλών» ως ιδεολογικό απόγονο των «μαύρων εκατονταρχιών».[65] Η χιτλερική εισβολή δεν αρκεί για να γεφυρωθεί το ρήγμα που υπέστη η ρωσική ιστορία. Παρά τις ανείπωτες απώλειες και καταστροφές που προκλήθηκαν από την επίθεση και παρά το ότι το επιθετικό εγχείρημα φαίνεται να χαρακτηρίζεται από ένα στοιχείο συνέχειας που ανάγεται στο απώτερο παρελθόν των τευτόνων ιπποτών, τους οποίους εξάλλου επικαλείται ρητά ο «Αγών μου»,[66] ο Στάλιν δεν είναι καθόλου πρόθυμος να προβεί στη φυλετικοποίηση και τη συλλήβδην καταδίκη τού γερμανικού λαού. Όπως δηλώνει τον [Φεβρουάριο] τού 1942:
Θα ήταν γελοίο να ταυτίσουμε την χιτλερική κλίκα με τον γερμανικό λαό ή με το γερμανικό κράτος. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι Χίτλερ έρχονται και φεύγουν, αλλά το γερμανικό κράτος, ο γερμανικός λαός μένει. Η δύναμη τού Κόκκινου Στρατού έγκειται στο γεγονός ότι δεν τρέφει, δεν μπορεί να τρέφει κανένα φυλετικό μίσος για κανέναν λαό, ούτε ακόμη και για τον γερμανικό λαό. [67][iv]
Επομένως, η στάση τού Στάλιν δείχνει πόσο ελάχιστα ήταν διατεθειμένος να ταυτίσει την ιστορία τής Γερμανίας με αυτή τού Γ΄ Ράιχ, πράγμα που, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε, όταν απηύθυνε μια φλογερή έκκληση για εθνική ενότητα στον «πατριωτικό αγώνα» ενάντια στον εισβολέα, να καταδικάσει το ναζιστικό καθεστώς ως συνέχεια, από πλευράς ορισμένων ουσιωδών πτυχών, τού τσαρικού καθεστώτος που κατέρρευσε μετά τη ρωσική επανάσταση:
Το χιτλερικό καθεστώς είναι ουσιαστικά αντίγραφο τού αντιδραστικού εκείνου καθεστώτος που υπήρχε στη Ρωσία με τον τσαρισμό. Είναι γνωστό, πως οι χιτλερικοί με την ίδια προθυμία καταπατούν τα δικαιώματα των εργατών, τα δικαιώματα των διανοουμένων και τα δικαιώματα των λαών, όπως τα καταπατούσε το τσαρικό καθεστώς, πως με την ίδια προθυμία οργανώνουν μεσαιωνικά πογκρόμ κατά των Εβραίων, όπως τα οργάνωνε και το τσαρικό καθεστώς.
Το χιτλερικό κόμμα είναι κόμμα των εχθρών των δημοκρατικών ελευθεριών, κόμμα τής μεσαιωνικής αντίδρασης και των πιο φανατικών πογκρόμ.
Δεν πρόκειται για κάποιο μεμονωμένο περιστατικό· οι ναζί στιγματίζονται διαρκώς ως «πρωταγωνιστές των πογκρόμ», ενώ επίσης υπογραμμίζεται ότι επιχειρούν, εις μάτην, να συγκαλύψουν ή να εξωραΐσουν τον «πογκρομιστικό, αντιδραστικό τους χαρακτήρα».[68] Ανεξάρτητα από την όποια ηθικο-πολιτική αξιολόγηση τού Στάλιν, δεν παύει να ισχύει το γεγονός ότι, στη βάση τής λενινιστικής διδασκαλίας, ο σοβιετικός ηγέτης επισήμανε ότι οι γενεσιουργές αιτίες και οι συγκεκριμένες εκφάνσεις τού πολέμου «δεν μπορούν να αναχθούν στην ιδιοσυγκρασία των γιαπωνέζων ή των γερμανών».[69] Όταν, προς το τέλος τού πολέμου, ο συγγραφέας Έρενμπουργκ, σε μια στιγμή αδυναμίας, δήλωσε ότι οι γερμανοί ήταν «όλοι τους ίδιοι», η Πράβδα παρενέβη καταδικάζοντας απερίφραστα τις στερεοτυπικές αυτές αντιλήψεις και υπενθυμίζοντας την προαναφερθείσα δήλωση τής 23ης Φεβρουαρίου τού 1942 τού σοβιετικού ηγέτη.[70] Δεν αποκλείεται βεβαίως η στάση αυτή να υπαγορεύτηκε για λόγους προπαγάνδας ή, εξίσου πιθανό, να ήταν απόρροια διπλωματικών υπολογισμών. Ωστόσο, αυτό δεν ακυρώνει ούτε στο ελάχιστο τη σημασία της.

4.3 Το δράμα τής γερμανικής κουλτούρας: Από τον Σουμπέτερ στον Χάμπερμας

Δίπλα στην ιστοριογραφική και πολιτισμική παράδοση που έλκει την καταγωγή της από το έργο τού Νόλτε και τού Χίλγκρουμπερ εμφανίζεται στη Γερμανία και μια άλλη, φαινομενικά αντίθετη προς αυτή προσέγγιση, η οποία βαυκαλίζεται με την ιδέα ότι, υιοθετώντας δουλικά την ιδεολογία των νικητών, συμβάλλει στην προαγωγή τής ειρηνικής και δημοκρατικής αναγέννησης τής χώρας. Στις ηττημένες Κεντρικές Αυτοκρατορίες, τα πρώτα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο, οι φιλελεύθεροι κύκλοι, καθώς και οι κύκλοι που ήταν ιδεολογικά συγγενείς με τη μερίδα εκείνη τής σοσιαλδημοκρατίας που αφενός μεν ήθελε να ξεχαστεί η ψήφος της υπέρ των πολεμικών πιστώσεων, αφετέρου δε ήταν αποφασισμένη να πολεμήσει την επιρροή τού Λένιν, φάνηκαν να υιοθετούν το σκεπτικό τού «δημοκρατικού παρεμβατισμού» τής Αντάντ. Ενώ λοιπόν ο μεγάλος ρώσος επαναστάτης εντόπιζε τις αιτίες τού Α΄ ΠΠ στην αντικειμενική διαλεκτική τού καπιταλισμού και τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων, βλέπουμε τώρα τον Κάουτσκι και τον Χίλφερντιγκ να υπογραμμίζουν τις ριζικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ τού αγγλοσαξωνικού κόσμου και τής Γερμανίας: από τη μια μεριά καταβάλλεται προσπάθεια να δημιουργηθεί μια εξιδανικευμένη εικόνα των υποτιθέμενα «φιλειρηνικών» αγγλοσαξωνικών χωρών, με ειδική μάλιστα αναφορά στον αμερικανό πρόεδρο Γουίλσον, ενώ, από την άλλη, η Γερμανία στιγματίζεται ως η μόνη γνήσια κοιτίδα τού μιλιταρισμού, αλλά και ως η έδρα τής λατρείας τού κράτους και τής σύμφυτης με αυτό «βούλησης», η οποία κατευθύνεται «προς την κατάφαση και ενίσχυση τής ισχύος του».[71]

Στη συνέχεια, η εν λόγω θεώρηση θα τύχει πληρέστερης «επιστημονικής» επεξεργασίας στο έργο τού Γιόζεφ Σουμπέτερ, που είχε διατελέσει υπουργός οικονομικών τής Αυστρίας από το 1919 έως το 1920. Σύμφωνα με τον Σουμπέτερ, ο ιμπεριαλισμός, αντί να αποτελεί το «ανώτατο στάδιο τού καπιταλισμού», όπως υποστήριζε ο Λένιν, δεν είναι παρά έκφραση τής επιβίωσης προκαπιταλιστικών σχηματισμών και τής συναφούς «στενότητας πνεύματος». Ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη για τον εν λόγω ισχυρισμό χρησιμοποιείται το παράδειγμα των ΗΠΑ, οι οποίες μπόρεσαν, με ήπια μέσα, να εντάξουν στη σφαίρα επιρροής τους τον Καναδά, το Μεξικό, καθώς και άλλες αχανείς ζώνες τού δυτικού ημισφαιρίου, παραμένοντας πάντα πιστές στον ειρηνικό τους προσανατολισμό. Πρόκειται, λοιπόν, για μια διαφωτιστική περιγραφή και απεικόνιση τής εξωτερικής πολιτικής μιας μεγάλης δύναμης που, κατά την περίοδο που εξετάζει ο Σουμπέτερ, δεν διστάζει να ανάγει σε θεωρητικό δόγμα την αναγκαιότητα και τον επωφελή χαρακτήρα τής πολιτικής τής «ράβδου» [big stick policy]. Καθίσταται, επομένως, προφανές ότι οι επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και επεμβάσεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική δεν θεωρούνται ότι υπάγονται στην κατηγορία τού πολέμου. Ο μεγάλος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος δεν υποψιάζεται καν ότι ακριβώς στο στοιχείο αυτό τής μη υπαγωγής εντοπίζεται από τον Λένιν η καταδικαστέα αλαζονεία που χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί «μια ολόκληρη σειρά πολέμων, που δεν θεωρούνταν πόλεμοι, γιατί συχνά ήταν μόνο μακελειό, όπου τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά στρατεύματα, οπλισμένα με τα πιο σύγχρονα όπλα εξόντωσης, εξολόθρευαν τους άοπλους και ανυπεράσπιστους κατοίκους των αποικιακών χωρών».[72]

Θα ήταν εύκολο κανείς να συγκρίνει τη θέση τού Σουμπέτερ με τον πολύ πιο ρεαλιστικό ιστορικό απολογισμό των αγγλοσαξώνων συγγραφέων. Χαρακτηριστικά διαφορετική και απαλλαγμένη από τέτοιες προκαταλήψεις είναι η στάση που υιοθετεί ο Κίσινγκερ, όταν πραγματεύεται την πολιτική των ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική. Είδαμε, εξάλλου, ότι ο Βέμπλεν, με τον οποίο ασχολήθηκε ο Βέμπερ, προσπάθησε να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στην κατάκτηση των διεθνών αγορών και την εθνική καπιταλιστική οικονομία. Πίσω από αυτή την ανάλυση βρίσκεται η εμπειρία τής στενής σύνδεσης μεταξύ τής βιομηχανικής ανάπτυξης και τής διάδοσης τού «πολεμοχαρούς πνεύματος» στις ΗΠΑ. Το 1895, ο επιφανής αμερικανός γερουσιαστής Χένρι Κάμποτ Λοτζ, αφού εκθείασε τις αρετές τής χώρας του, η οποία είχε αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην υλοποίηση ενός προγράμματος «κατάκτησης, αποικισμού και επέκτασης που δεν [είχε] προηγούμενο μεταξύ των εθνών τού 19ου αιώνα», απαίτησε να υπάρξει μια νέα ισχυρή ώθηση προς τα εμπρός:
Μεταξύ τού Ρίο Γκράντε και τού Αρκτικού Ωκεανού πρέπει να κυματίζει η σημαία μίας και μόνης χώρας […]. Για τη διασφάλιση τής εμπορικής κυριαρχίας μας στον Ειρηνικό, πρέπει να θέσουμε υπό τον έλεγχό μας τα νησιά τής Χαβάης και να διατηρήσουμε την επιρροή μας στη Σαμόα.[73]
Εδώ βλέπουμε να αναγγέλλεται η έλευση τού «αμερικανικού αιώνα», που θα σημάνει τη σταδιακή αντικατάσταση τής ηγεμονίας τής Μεγάλης Βρετανίας από εκείνη των ΗΠΑ, τόσο από πλευράς βιομηχανικής ανάπτυξης, όσο και από πλευράς αποικιακής εξάπλωσης. Στα μέσα τού 19ου αιώνα, ο βρετανός φιλελεύθερος Ρίτσαρντ Κόμπντεν διατυπώνει τις εξής αυτοκριτικές παρατηρήσεις:
Είμαστε η πλέον μαχητική και επιθετική κοινωνία που υπήρξε ποτέ από την εποχή τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από την επανάσταση τού 1688 και μετά, έχουμε ξοδέψει πάνω από 1,5 δις [στερλίνες] σε πολέμους που κανένας τους δεν έγινε στις ακτές μας ή για την υπεράσπιση των σπιτιών και των οικογενειών μας […]. Η εριστικότητά μας είναι ένα στοιχείο που ποτέ δεν διέφυγε τής προσοχής όλων όσων ασχολήθηκαν με τον εθνικό μας χαρακτήρα.[74][v]
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι, στους προαναφερθέντες συγγραφείς και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση τού Σουμπέτερ, δεν υπάρχει κανένας κραυγαλέος εξωραϊσμός τού αγγλοσαξωνικού κόσμου και τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας. Ο Σουμπέτερ, μάλιστα, ισχυρίζεται ότι η εγγενώς ειρηνική φύση τού αμερικανικού καπιταλισμού συνάγεται αβίαστα από την υποτιθέμενη άρνηση τής χώρας αυτής να συγκροτήσει «επαγγελματικό στρατό»· όπως όμως γνωρίζουμε, η χώρα που ο αυστροαμερικανός συγγραφέας επέλεξε ως πρότυπο διαθέτει σήμερα τεράστια στρατιωτική ισχύ, πράγμα που της επιτρέπει να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες επαγγελματιών στρατιωτών έτοιμων να επέμβουν οπουδήποτε στον κόσμο ή να βομβαρδίσουν οποιαδήποτε χώρα, ώσπου να την στείλουν πίσω στη «λίθινη εποχή». Δεν είναι όμως αυτό το εντυπωσιακότερο στοιχείο. Υποχρεωμένος να αναγνωρίσει τη δραστηριοποίηση κάθε άλλο παρά φιλειρηνικών δυνάμεων εντός των ίδιων των ΗΠΑ, ο Σουμπέτερ ισχυρίζεται, προκειμένου να παρακάμψει τη δυσκολία αυτή, ότι η αιτία τού φαινομένου δεν είναι άλλη από την ύπαρξη «προκαπιταλιστικών καταλοίπων» που συνδέονται με τα μεταναστευτικά ρεύματα από τις πλέον καθυστερημένες χώρες τής Ευρώπης![75] Στον πυρήνα, λοιπόν, τής «επιστημονικής» αυτής ερμηνείας τού ιμπεριαλισμού βρίσκονται μια σειρά εθνικά στερεότυπα, που εξάλλου βρίθουν από κραυγαλέες αντιφάσεις. Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς ότι οι ευρωπαίοι μετανάστες εντάχθηκαν μαζικά στις γραμμές τού σοσιαλιστικού και φιλειρηνικού κινήματος που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ, καθώς και ότι, όταν κατήγγειλε την επεκτατική πολιτική τής χώρας του στα μέσα τού 19ου αιώνα, ο Κόμπτεν έθεσε στο στόχαστρο τον «εθνικό χαρακτήρα» των άγγλων, που, όπως γνωρίζουμε, απετέλεσαν τον πρωταρχικό εθνοτικό κορμό τής αμερικανικής δημοκρατίας.

Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι η ανάλυση και αξιολόγηση από τον Σουμπέτερ τού αμερικανικού καπιταλισμού στηρίζεται μάλλον στην αυτο-απολογητική εικόνα που η χώρα αυτή συνηθίζει να προβάλει προς τα έξω με σκοπό τον εξωραϊσμό τής παρουσίας και τής δράσης της στη διεθνή πολιτική σκηνή, παρά στην αντικειμενική πραγματικότητα των πολιτικών και κοινωνικών της σχέσεων. Παρόμοιες εκτιμήσεις μπορούν να προβληθούν και σε σχέση με άλλους συγγραφείς, όπως ο Χάγιεκ, ο Μίζες και ο Πόπερ (όλοι τους επίσης διανοούμενοι αυστριακής καταγωγής που, έχοντας εκπληρώσει την επιθυμία τους να μετοικήσουν σε χώρες τού αγγλοσαξωνικού κόσμου, δεν έπαψαν ποτέ να τον εκθειάζουν με τον φανατικό ζήλο των νεοφώτιστων). Για να αντιληφθούμε περί τίνος πρόκειται, αρκεί να αντιπαραβάλουμε τις απόψεις τους για τον ρόλο τής Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ στους δύο παγκοσμίους πολέμους με τις σχετικές εκτιμήσεις συγγραφέων όπως ο Τέιλορ και ο Κίσινγκερ — για να μην αναφερθούμε καν στον Κέινς, που εξέφρασε κατά καιρούς την περιφρόνησή του απέναντι ακόμη και στον Γουίλσον!

Το φαινόμενο τής εσωτερίκευσης τής ιδεολογίας των νικητών τού πολέμου συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο, να έχει αντίκτυπο στη σύγχρονη γερμανική ιστοριογραφία. Η σημαντική μονογραφία τού Φριτς Φίσερ, η οποία δημοσιεύτηκε τη δεκαετία τού εξήντα, έχει το προτέρημα ότι καταρρίπτει μια για πάντα τον ευσεβή μύθο τής σταδιακής και ανεπαίσθητης ολίσθησης τού Β΄ Ράιχ στην τραγωδία τής πρώτης παγκόσμιας σύρραξης. Ωστόσο, ο ιστορικός επιμένει να θεωρεί ότι ο ιμπεριαλισμός είχε μία και μοναδική έκφανση, δείχνοντας να μην καταλαβαίνει ότι η Γερμανία (συμπεριλαμβανομένης εδώ και τής χιτλερικής Γερμανίας), που, βέβαια, δεν ήταν η μοναδική ιμπεριαλιστική δύναμη,[76] αντιμετώπιζε πάντα με θαυμασμό και φθόνο το παράδειγμα τής βρετανικής αυτοκρατορίας. Ο Χάμπερμας κινείται στο ίδιο πλαίσιο. Η οξεία του πολεμική εναντίον τού ιστορικού αναθεωρητισμού αναπτύσσεται στο όνομα τού εκθειασμού των «δυτικών μορφών ζωής».[77] Άθελά του ο γερμανός φιλόσοφος συναντά εδώ τον Νόλτε, που, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, συνέδεσε το όνομά του με τη προσπάθεια κατάδειξης τού ασιατικού ή ανατολικού χαρακτήρα τού ναζισμού. Και, για μια ακόμη φορά, βλέπουμε, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, να πραγματοποιείται η απώθηση ή αποσιώπηση τής επιρροής που άσκησε η δυτική και κυρίως η αγγλοσαξωνική αποικιακή παράδοση στον χιτλερικό πόλεμο εξόντωσης και τα ιμπεριαλιστικά σχέδια τής ναζιστικής Γερμανίας.

4.4. Ο Πόλεμος στην Ασία: Λευκοί & Έγχρωμοι Πληθυσμοί

Ενώ από τη μια μεριά ο Χίλγκρουμπερ καταγγέλλει τον «βάρβαρο» τρόπο με τον οποίο διεξήγαγαν τον πόλεμο οι σοβιετικοί, από την άλλη ο Νόλτε υποχρεώνεται να αναγνωρίσει ότι τα φαινόμενα φυλετικοποίησης τού γερμανικού λαού ήταν περισσότερο διαδεδομένα στους δυτικούς εχθρούς τής Γερμανίας από ό,τι στην ΕΣΣΔ. Σύμφωνα με τον ιστορικό, πρόκειται για «προτέρημα» εγγενές στην έννοια και πρακτική τού διεθνούς εμφυλίου πολέμου και, γενικότερα, στην επαναστατική παράδοση, η οποία όμως στιγματίζεται από τον ίδιο ως πηγή κάθε κακού. Σε περιπτώσεις, λοιπόν, όπου η παράδοση αυτή έχει μικρή ή καθόλου επιρροή, η διαδικασία τού νατουραλιστικού «αποπροσδιορισμού» τού εχθρού θα συναντά ελάχιστα προσκόμματα, κάτι που επαληθεύτηκε στη διάρκεια τού αμερικανοϊαπωνικού πολέμου. Είναι γνωστά τα εγκλήματα πολέμου που διεπράχθησαν από τους Ιάπωνες, οι οποίοι, σε αντίποινα για τους μαζικούς και αδιάκριτους βομβαρδισμούς των πόλεών τους, ξεσπούσαν πάνω στους αιχμαλώτους πολέμου, στέλνοντάς τους στο απόσπασμα ή, συχνότερα, μετατρέποντάς τους σε δούλους καταδικασμένους να πεθάνουν μαζικά από την εξάντληση και τις στερήσεις κατά την κατασκευή στρατιωτικών έργων.[78] Ας ρίξουμε όμως τώρα μια ματιά σε ένα ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο τής ιστορίας. Η ιδεολογία που ενέπνεε τους αμερικανούς στρατιώτες περιγράφεται ως εξής: «το 90% εξ αυτών» θεωρούσαν ως «ισχυρότερα κίνητρα: α) τον εθνικισμό […], [και] β) τη φυλετική προκατάληψη» έναντι των εχθρών, που τους ενέτασσαν στην ίδια κατηγορία με τους «νέγρους» και τους οποίους συχνά αποκαλούσαν «τσακάλια», «πιθηκάνθρωπους» ή «υπάνθρωπους», στερώντας τους έτσι συστηματικά την ανθρώπινη υπόστασή τους.[79] Εναντίον αυτών των «υπανθρώπων», που, σύμφωνα με πλήθος δημοσιευμάτων τού αμερικανικού τύπου, συνιστούσαν «φυλετική απειλή», έπρεπε να διεξαχθεί ένας πολύ σκληρός «φυλετικός πόλεμος» — ο οποίος, πριν ακόμη λάβει χώρα η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, είχε χαρακτηρισθεί ως «ανηλεής» από τον τότε στρατηγό (και μετέπειτα υπουργό εξωτερικών) Τζορτζ Κ. Μάρσαλ.[80]

Ας δούμε τώρα τι συνέβαινε στο μέτωπο σύμφωνα με την εικόνα που μας δίνουν δύο αμερικανοί ιστορικοί, οι οποίοι, ας σημειωθεί, έχουν ελάχιστη σχέση με τον ιστορικό αναθεωρητισμό:
Οι πεζοναύτες διασκέδαζαν χρησιμοποιώντας ως στόχο σκοποβολής τους ιάπωνες που τους πλησίαζαν για να παραδοθούν και ένιωθαν μεγάλη ικανοποίηση βλέποντας τα θύματά τους να πέφτουν στο έδαφος και να σφαδάζουν, ενώ τους τύλιγαν οι φλόγες των ναπάλμ. Τα ιαπωνικά κρανία δεν ήταν τα μόνα περιζήτητα τρόπαια: μεγάλη ζήτηση είχαν και τα χρυσά δόντια, που μερικές φορές τα αφαιρούσαν από το στόμα των ζωντανών θυμάτων τους χρησιμοποιώντας τη λαβή των μαχαιριών Κα-Μπαρ, που ήταν μέρος τού εξοπλισμού των πεζοναυτών.[81]
Αυτή είναι η οπτική των ιστορικών. Ας ακούσουμε όμως τι έχει να μας πει ένας πολεμικός ανταποκριτής τής εποχής:
Πυροβολήσαμε εν ψυχρώ αιχμαλώτους πολέμου, καταστρέψαμε νοσοκομεία, σφυροκοπήσαμε σκάφη και λέμβους διάσωσης· σκοτώσαμε ή κακομεταχειριστήκαμε τον άμαχο πληθυσμό και δώσαμε τη χαριστική βολή στους τραυματίες τού εχθρού· ρίξαμε σε λάκκους τους ημιθανείς μαζί με τους νεκρούς και, στον Ειρηνικό, βράσαμε τα κρανία τους, για να φτιάξουμε μπιμπελό για τις φιλενάδες μας, ενώ τα κόκαλα τού εχθρού κατέληξαν να γίνουν χαρτοκόπτες.[82]
Πεπεισμένος ότι «το κρανίο των ιαπώνων βρισκόταν περίπου 2.000 χρόνια πίσω σε εξέλιξη σε σχέση με το δικό μας», ένας διακεκριμένος ανθρωπολόγος έκρινε σκόπιμο να πληροφορήσει σχετικά τον αμερικανό πρόεδρο.[83] Πρόκειται για «ανακάλυψη», που, όπως πληροφορούμαστε, συνέβαλε στη χαλάρωση των συνηθισμένων αναστολών: «Θα ήταν ανάρμοστο ή ίσως και ιερόσυλο να μεταχειριστεί κάποιος με τον ίδιο τρόπο το κρανίο ενός γερμανού ή ενός ιταλού ή, με άλλα λόγια, το κρανίο ενός “λευκού”». Ο επικεφαλής τού αμερικανικού στόλου στον Ειρηνικό υποχρεώθηκε, εκ των υστέρων, να παρέμβει για να βάλει τέλος και να αποτρέψει στο μέλλον την επανάληψη παρόμοιων περιστατικών σε βάρος των «κίτρινων».[84]

Δεδομένης τής ύπαρξης τού φαινομένου τού νατουραλιστικού «αποπροσδιορισμού» τού εχθρού, γίνεται κατανοητή η εμφάνιση σχεδίων που έτειναν να λάβουν τον χαρακτήρα γενοκτονίας. Ως ο μετριοπαθέστερος μεταξύ των εμπνευστών παρόμοιων σχεδίων αποδεικνύεται ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ, ο οποίος για κάποιο διάστημα έπαιζε με την ιδέα τής αναγκαστικής στείρωσης («τους βάζουμε να περάσουν μέσα από ένα στενό διάδρομο και …. μπιζζζ … ακούγεται ο ήχος τής ηλεκτρικής συσκευής») ή με την ιδέα τής «αναγκαστικής υβριδοποίησής τους με τους ιθαγενείς των νότιων θαλασσών, ούτως ώστε να εξαλειφθεί η ιαπωνική βαρβαρότητα». Ο γιος του Έλιοτ, πολύ πιο ευφάνταστος σε σύγκριση με τον πατέρα του, πρότεινε τον βομβαρδισμό τής εχθρικής χώρας «για να μειωθεί στο μισό ο άμαχος πληθυσμός».[85] Δεν έλειψαν βέβαια και ορισμένες ριζοσπαστικότερες ή δελεαστικότερες προτάσεις. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα δημοσκόπησης που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο τού 1944, το 13 τοις εκατό των αμερικανών συμφωνούσαν με την ολοκληρωτική εξολόθρευση τού ιαπωνικού λαού· στο ερώτημα τι έπρεπε να γίνει με τη γονατισμένη και εξουθενωμένη ασιατική χώρα, μια ομάδα αξιωματικών, ειδικά εκπαιδευμένων για να αναλάβουν τη μελλοντική στρατιωτική διακυβέρνηση τής χώρας, έδωσαν την εξής απάντηση: «οι “κίτρινοι μπάσταρδοι” έπρεπε να αφεθούν να πεθάνουν από την πείνα».[86] Τέλος, ο πρόεδρος τής «War Manpower Commission»[vi] Πολ Β. Μακ Νατ τάχθηκε υπέρ μιας τρόπο τινά τελικής λύσης στο ιαπωνικό πρόβλημα, απαιτώντας την «ολική εξόντωση τού ιαπωνικού πληθυσμού».[87]

Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι αν υπάρχει σχέση ανάμεσα στο φαινόμενο τής φυλετικοποίησης και την εκστρατεία μαζικών βομβαρδισμών που εξαπέλυσαν οι αμερικανικές δυνάμεις με αποκορύφωμα την καταστροφή τής Χιροσίμα και τού Ναγκασάκι. Με δεδομένη την εξάπλωση τού μίσους ενάντια στους «κίτρινους» πριν ακόμη από τα γεγονότα τού Περλ Χάρμπορ και την επίσημη έναρξη τού πολέμου, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα σχέδια και οι προβλέψεις τού στρατηγού Τζορτζ Κ. Μάρσαλ, όσον αφορά τον επικείμενο «ανηλεή» πόλεμο, περιελάμβαναν και τη διεξαγωγή μαζικών και αδιάκριτων εμπρηστικών βομβαρδισμών, με δηλωμένο σκοπό την καταστροφή των εύφλεκτων κατασκευών από ξύλο και χαρτόνι στις πυκνοκατοικημένες ιαπωνικές πόλεις. Στην πραγματικότητα, αυτού τού είδους τα σχέδια ανάγονται στις αρχές τής δεκαετίας τού ’30. Στη διάρκεια τού πολέμου, χρησιμοποιήθηκαν εκτός από εμπρηστικές βόμβες και βόμβες βραδείας ανάφλεξης, με αντικειμενικό σκοπό τη δυσχέρανση τού έργου των επιχειρήσεων διάσωσης.[88] Κατά τη στιγμή τής λήψης τής απόφασης για τη χρήση πυρηνικών όπλων, ο Τρούμαν θα προσπαθήσει να καταπνίξει τις επικριτικές φωνές και τις ηθικές του αναστολές λέγοντας τα εξής: «όταν έχω να κάνω με ζώα, οφείλω να συμπεριφερθώ αναλόγως»· «οι ιάπωνες διεξήγαγαν τον πόλεμο με τρόπο σκληρό, βάρβαρο και φαύλο».[89]

Το χρώμα τού δέρματος διαδραμάτισε βεβαίως καίριο ρόλο στις αμοιβαίες διαδικασίες φυλετικοποίησης. Ωστόσο, ο παράγοντας αυτός δεν πρέπει να ιδωθεί μεμονωμένα ή να απολυτοποιηθεί. Ενώ, από τη μια μεριά, η Ιαπωνία καλεί σε αγώνα ενάντια στις «λευκές αυτοκρατορίες»,[90] εντούτοις τα σοβαρότερα πολεμικά της εγκλήματα στρέφονται εναντίον των «κίτρινων» κορεατικών και κινεζικών πληθυσμών, οι οποίοι έχουν την επιπλέον ατυχία να αντιμετωπίζονται ως αποικιακοί λαοί, που η μοίρα τους είναι να υποδουλωθούν, να υποχρεωθούν σε καταναγκαστική εργασία ή να υποβληθούν σε πειράματα βακτηριολογικού πολέμου.[91] Ωστόσο, η ιδεολογία και η συμπεριφορά των αμερικανών παραπέμπει επίσης στην αποικιακή παράδοση. Οι κίτρινοι εχθροί εξομοιώνονται με τους μαύρους και τους ερυθρόδερμους και κατατάσσονται στους έγχρωμους πληθυσμούς. Η «χειροτεχνία» με υλικά τα κρανία ή τα κόκαλα των νεκρών εχθρών φέρνει στο νου τον πόλεμο εναντίον των αμερινδών, όταν ακόμα και ο ίδιος ο πρόεδρος Τζάκσον μοίραζε παρόμοια αναμνηστικά στις «κυρίες τού Τενεσί».[92] Ο αμερικανός ιστορικός Φάσελ, στον οποίο αναφέρθηκα επανειλημμένα, παρομοιάζει την ιδεολογία των ΗΠΑ κατά τον πόλεμο στην Ασία με την πολεμική ιδεολογία τού Γ΄ Ράιχ κατά τη διάρκεια τής εκστρατείας στην Ανατολική Ευρώπη· πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ήταν ο ίδιος ο Χίτλερ που εξομοίωνε τους πολωνούς και ρώσους «ιθαγενείς» με τους ερυθρόδερμους τής Αμερικής.

4.5 Ηθική οργή και φυλετικοποίηση τού εχθρού

Ας εξετάσουμε τώρα ορισμένα χαρακτηριστικά τού πολέμου στο δυτικό μέτωπο. Από το 1914 και μετά, η Γερμανία βρέθηκε στο στόχαστρο μιας εκστρατείας ηθικο-πολιτικού «αποπροσδιορισμού» στη βάση τής αντίληψης ότι αποτελούσε τον κατ’ εξοχήν φορέα τού αυταρχισμού και τού μιλιταρισμού τού «παλαιού καθεστώτος». Ωστόσο, το εν λόγω μοτίβο, που, σε τελική ανάλυση, παραπέμπει στην επαναστατική παράδοση ( — και αφήνοντας κατά μέρος τη συζήτηση, η οποία αναπτύσσεται σε συνάρτηση με το επαναστατικό κύμα τού 1789 και, στη συνέχεια, τού 1917, για το κατά πόσον είναι θεμιτή ή εφικτή η «εξαγωγή τής επανάστασης») συνυπάρχει αντιφατικά με το μοτίβο κατά το οποίο οι ευθύνες για τον πόλεμο επιρρίπτονται στις βαρβαρικές ορδές των «γότθων» ή στους «απογόνους των ούννων και των βανδάλων».[93] Ανάλογες εκτιμήσεις μπορούν να διατυπωθούν και για την πολεμική ιδεολογία των ΗΠΑ: η ιδέα τής δημοκρατικής σταυροφορίας υποκαθίσταται συχνά από τον προσδιορισμό των γερμανών είτε ως «ούννων», είτε ως «βαρβάρων» που αψηφούν τον «πολιτισμό», είτε τέλος ως απολίτιστων αγρίων που κατατάσσονται σε κατηγορία χαμηλότερη και από αυτή των «ερυθρόδερμων τής Αμερικής ή των μαύρων φυλών τής Αφρικής».[94]

Η συνύπαρξη και εναλλαγή τού ηθικο-πολιτικού και νατουραλιστικού «αποπροσδιορισμού», όπως επίσης και η τάση μεταλλαγής μεταξύ των δύο αυτών μορφών «αποπροσδιορισμού», καθίστανται πιο έκδηλες κατά τη διάρκεια τής δεύτερης παγκόσμιας σύρραξης. Ενδεικτικά μπορεί εδώ να αναφερθεί η δριμύτατη καταγγελία των εγκλημάτων των «ούννων» εκ μέρους τόσο τού Τσέρτσιλ,[95] όσο και τού Αϊζενχάουερ.[96] Ο δεύτερος, μάλιστα, θα γράψει τα εξής στη γυναίκα του: «Θεέ μου, πόσο μισώ τους γερμανούς».[97] Το μίσος του είναι «αιώνιο»[98] και ασίγαστο: «σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους γερμανούς να αποποιηθούν την ευθύνη τους, τον ρόλο τους στα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την υφήλιο».[99] Ο μελλοντικός αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει με την κάθε άλλο παρά ασήμαντη επισήμανση ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για «εξατομικευμένη [!] ευθύνη» που, ωστόσο, βαρύνει κάθε άτομο που ανήκει στο γερμανικό έθνος.[100] Το ηθικό πάθος ρίχνει λάδι στη φωτιά τής αγανάκτησης και τού μίσους: «Ο γερμανός είναι άγριο θηρίο». Επιπλέον, από ό,τι φαίνεται, η εισαγωγή διακρίσεων στο εσωτερικό τού καταραμένου αυτού έθνους θεωρείται αδιανόητη και ανεπίτρεπτη: «Θα τους κάνουμε να το πληρώσουν ακριβά, μόλις παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία»·[101] «πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε με σκληρότητα».[102] Παρόμοια ήταν και η εν γένει στάση τού αμερικανικού επιτελείου στρατού, που θεωρούσε ως δεδομένο ότι «οι γερμανοί είναι όλοι τους ένοχοι, αν και ορισμένοι είναι περισσότερο ένοχοι από τους υπόλοιπους»· αυτό ήταν το σκεπτικό τής πολιτικής που συνίστατο στην αντιμετώπιση «όλων των γερμανών ως λεπρών»[103] και τής αρχικής απαγόρευσης που αφορούσε την ανάπτυξη σχέσεων συμπάθειας μεταξύ των στρατευμάτων κατοχής και τού πληθυσμού τής ηττημένης χώρας.[104]

Ο ηθικός φανατισμός φαίνεται να έπαιξε κάποιο ρόλο και στη σύλληψη τού σχεδίου Μοργκεντάου [1944] (υπουργού των οικονομικών των ΗΠΑ), που προέβλεπε την ολοκληρωτική διάλυση τού βιομηχανικού συστήματος τής Γερμανίας και, στη συνέχεια, τη μετατροπή τής οικονομίας της σε «αγροτο-ποιμενική». Από τη μια μεριά, το σχέδιο αυτό ανταποκρινόταν σε συγκεκριμένους οικονομικούς στόχους, δεδομένου ότι, αφενός, η ΕΣΣΔ εξέταζε τη δυνατότητα να λάβει στην κατοχή της σημαντικό μέρος τού γερμανικού βιομηχανικού εξοπλισμού (ως αποζημίωση για τις υλικές ζημιές και τη βιομηχανική αποδιάρθρωση που υπέστη κατά τη διάρκεια τού πολέμου) και, αφετέρου, η Αγγλία εμφανιζόταν έτοιμη να αδράξει την ευκαιρία για να εκτοπίσει έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή από τη διεθνή αγορά. Από την άλλη, όμως, μεταξύ των εκπροσώπων τής αμερικανικής κυβέρνησης δεν έλειπαν και εκείνοι που επιθυμούσαν ο γερμανικός πληθυσμός να φτάσει στο «κατώτατο επίπεδο διαβίωσης», προκειμένου έτσι «να εξιλεωθεί για τα αμαρτήματά του» και για «τα δεινά που προκάλεσε στα θύματά του».[105]

Έχοντας προηγηθεί η πλήρης αποσιώπηση των ανηλεών διώξεων στις οποίες υπέβαλε τους εσωτερικούς του αντιπάλους το Γ΄ Ράιχ, η ηθική αγανάκτηση στρέφεται πλέον συνολικά κατά τού γερμανικού λαού, γεγονός το οποίο καθίσταται δυνατό μόνο μέσω τής σύμφυρσης τού ηθικού και τού νατουραλιστικού «αποπροσδιορισμού» — στο μέτρο, λοιπόν, που ο εχθρός μπορεί να θεωρηθεί συλλήβδην ένοχος, καταλήγει σταδιακά να ενσαρκώνει μια «παράδοση» ή μια «φυλή», που η συμπεριφορά και η διαγωγή της παραπέμπει όχι τόσο στην ιστορία όσο στην ίδια τη φύση. Είδαμε ήδη τον Τσέρτσιλ να αποκαλεί υποτιμητικά τους γερμανούς «κακοήθεις ούννους» και, ενώ, στη συνδιάσκεψη τής Γιάλτας, ο Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούσβελτ θα πει αναφερόμενος στα ναζιστικά εγκλήματα ότι «διψάει περισσότερο από ποτέ για το αίμα των γερμανών»,[106] θα καταλήξει να επαναφέρει στο προσκήνιο μια πρόταση, που, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, είχε διατυπωθεί από έναν επιφανή αμερικανό ιερωμένο κατά τη διάρκεια τού Α΄ ΠΠ.[107] Πιο συγκεκριμένα, ο αμερικανός πρόεδρος θα δηλώσει τα εξής:
Πρέπει να είμαστε σκληροί απέναντι στη Γερμανία και με αυτό εννοώ ολόκληρο τον γερμανικό λαό και όχι μόνο τους ναζί. Πρέπει να ευνουχίσουμε τον γερμανικό λαό ή να προσπαθήσουμε, τουλάχιστον, να βρούμε κάποιο τρόπο, ώστε να εμποδιστούν να αναπαράγουν ανθρώπους που θα συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν.[108][vii]
Η ιδέα αυτή τού «ευνουχισμού» αποτελεί ξεκάθαρα το αποκορύφωμα τής διαδικασίας φυλετικοποίησης τού εχθρού. Επομένως, δεν μπορεί κανείς παρά να κατανοήσει την αγανάκτηση που εξέφρασε εν προκειμένω ο Μπενεντέτο Κρότσε. Όπως είχε ήδη επισημάνει ο ιταλός φιλόσοφος κατά τη διάρκεια τού Α΄ ΠΠ, η θεώρηση τού πολέμου υπό την οπτική γωνία τής σύγκρουσης μεταξύ «γερμανισμού» και «λατινικότητας» δεν αποβάλλει τον απεχθή χαρακτήρα της, ακόμη και αν επιχειρηθεί από την πλευρά των ιταλών (ή/και των αγγλογάλλων) η αλλαγή τού προσήμου τής σχετικής αξιολογικής κρίσης: η ιδέα τής συλλήβδην καταδίκης των γερμανών ως «απόκληρου λαού» είναι «εξίσου ανόητη» με την εξύμνησή του ως «περιούσιου λαού».[109] Κατά τον Β΄ ΠΠ ο φιλόσοφος υπογραμμίζει μεν τον «ιστορικό χαρακτήρα» τού «κακού» που ενσαρκώνει το ναζιστικό καθεστώς και ιδεολογία, ταυτοχρόνως όμως επισημαίνει ότι όσοι προτείνουν το μέτρο των αναγκαστικών «στειρώσεων» μιμούνται ουσιαστικά «το παράδειγμα, που έδωσαν οι ίδιοι οι ναζί».[110] Πράγματι, στην περίοδο τού Γ΄ Ράιχ, μια σειρά από προγράμματα ή προτάσεις σχετικά με τη «μαζική στείρωση των εβραίων» είχαν προηγηθεί τής υιοθέτησης τής «τελικής λύσης» τού εβραϊκού ζητήματος.[111]

Προσδίδοντάς του μόνιμα, αν όχι αιώνια, χαρακτηριστικά και απαγορεύοντας την εισαγωγή διακρίσεων στο εσωτερικό τού αντίπαλου έθνους, ο νατουραλιστικός «αποπροσδιορισμός» τού εχθρού στρώνει τον δρόμο σε μορφές βίας που τείνουν να πάρουν τον χαρακτήρα γενοκτονίας. Στην συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση, υπάρχει πιθανώς σχέση ανάμεσα στα προαναφερθέντα φαινόμενα φυλετικοποίησης και την απόφαση τής βρετανικής κυβέρνησης και γενικού επιτελείου στρατού να προχωρήσουν σε αεροπορικούς βομβαρδισμούς που είχαν ως στόχο να προκαλέσουν όσο το δυνατόν περισσότερα θύματα μεταξύ τού άμαχου γερμανικού πληθυσμού μέσω τής συστηματικής καταστροφής, κατά κύριο λόγο, των λαϊκών συνοικιών (δηλαδή των περιοχών με τη μεγαλύτερη αστική πυκνότητα).[112] Μεταξύ των πρωτεργατών τής εφαρμογής τού σχεδίου αυτού, βρίσκουμε έναν από τους πλέον ένθερμους θιασώτες τής σταυροφορίας εναντίον των «κακοήθων ούννων», τον Ουίνστον Τσέρτσιλ, ο οποίος δεν φαίνεται να πτοείται από το γεγονός ότι μετά το τέλος τού Α΄ ΠΠ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να προσαχθούν ως εγκληματίες πολέμου στη δικαιοσύνη οι γερμανοί πιλότοι οι οποίοι είχαν λάβει μέρος σε επιχειρήσεις βομβαρδισμών συγκριτικά μικρότερης κλίμακας.[113] Ανάλογες εκτιμήσεις ισχύουν όσον αφορά και τον Ρούσβελτ, ο οποίος, το 1939, είχε καλέσει τα εμπόλεμα μέρη να απέχουν από τη «βάρβαρη και απάνθρωπη» πρακτική των βομβαρδισμών κατά τού αμάχου πληθυσμού·[114] κατά τη διάρκεια, ωστόσο, τού τελικού σταδίου τού ολικού πολέμου, ο αμερικανός πρόεδρος θα προκαλέσει μαζικές και αδιάκριτες καταστροφές πολύ μεγαλύτερης έκτασης από εκείνες που ο ίδιος είχε αποδοκιμάσει στο παρελθόν.

Οι ολέθριες συνέπειες τής φυλετικοποίησης τού εχθρού συνεχίζουν να είναι αισθητές και μετά το πέρας τού πολέμου. Πρόσφατα, ο καναδός ιστορικός Τζέιμς Μπακ κατηγόρησε τον Αϊζενχάουερ ότι καταδίκασε σε θάνατο από την πείνα και τις στερήσεις χιλιάδες γερμανούς αιχμαλώτους πολέμου και ζήτησε για τον λόγο αυτό να καταστραφούν τα μνημεία που ανεγέρθηκαν προς τιμήν τού αμερικανού στρατηγού και πολιτικού. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο διευθυντής τού Κέντρου Αϊζενχάουερ τού Πανεπιστημίου τής Νέας Ορλεάνης, αν και υπερασπίστηκε την υστεροφημία τού μεγάλου ανδρός διαψεύδοντας τις σοβαρότερες από τις διατυπωθείσες κατηγορίες, παραδέχτηκε τελικά ότι:
Κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι τού 1945 σημειώθηκαν εκτεταμένα περιστατικά κακομεταχείρισης των γερμανών αιχμαλώτων πολέμου, οι οποίοι ξυλοκοπούνταν, στερούνταν επαρκών ποσοτήτων πόσιμου νερού, λάμβαναν πενιχρό συσσίτιο, υποχρεώνονταν να ζουν στην ύπαιθρο, χωρίς κατάλυμα και χωρίς επαρκή ιατρική φροντίδα· εμποδιζόταν επίσης η επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο και τους παρακρατούνταν η αλληλογραφία· σε ορισμένες περιπτώσεις, για να ξεγελάσουν την πείνα τους, οι αιχμάλωτοι έφτιαχναν «ζωμό» βράζοντας χόρτα.[115]
Ωστόσο, η εικόνα που περιγράφουν οι φύλακες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι οποίοι, σύμφωνα με τις δηλώσεις τους, έγιναν «μάρτυρες φρικαλεοτήτων», είναι πολύ πιο τραγική:
Δεν υπήρχε έλλειψη νερού, αφού βρισκόμαστε δίπλα στο Ρήνο· αυτό που συνέβαινε ήταν ότι δεν τους δίναμε αρκετό νερό. Κάποιοι από αυτούς, τρελαμένοι από τη δίψα, σέρνονταν κάτω από το συρματόπλεγμα και έτρεχαν στο ποτάμι, μέσα από τα χωράφια μέρα μεσημέρι, ενώ τους πυροβολούσαν οι αμερικανοί δεσμοφύλακες.
Ένας φίλος που δούλευε στην κουζίνα τού στρατοπέδου μού έδειξε τις άφθονες προμήθειες τροφίμων και παραδέχτηκε ότι οι κρατούμενοι θα μπορούσαν να σιτίζονται καλύτερα. Όταν δοκίμασα να τους προσφέρω, πάνω από το συρματόπλεγμα, λίγο από το συσσίτιο που μου περίσσεψε, απειλήθηκα με φυλάκιση. Διαμαρτυρήθηκα σχετικά στους υπευθύνους αξιωματικούς, οι οποίοι με πληροφόρησαν ότι υπήρχε άνωθεν εντολή για την επιβολή καθεστώτος πείνας και ότι το εν λόγω μέτρο αποτελούσε γενικότερη πολιτική επιλογή.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ένας άλλος αυτόπτης είναι το εξής: «Μερικές φορές ξεπεράσαμε τα όρια τής πολιτισμένης συμπεριφοράς και τελικά, σε κάποιο βαθμό, γίναμε ίδιοι με αυτούς που πολεμούσαμε».[116]

Ενώ το μοτίβο τής δημοκρατικής σταυροφορίας παραπέμπει ως ένα βαθμό στην επαναστατική παράδοση, ο προσδιορισμός τού εχθρού ως βαρβαρικού φύλου έλκει την καταγωγή του από μια διαφορετική παράδοση που θέτει στο στόχαστρο τους ίδιους τους επαναστάτες, καθόσον αυτοί περιγράφονται από τους αντιπάλους τους ως «τούρκοι», ως «άγριοι» ή ακόμα και ως «βάρβαροι εισβολείς» που απειλούν να καταστρέψουν τον πολιτισμό. Από τη μια μεριά, λοιπόν, μετά την εξέγερση τού Ιούνη τού 1848, οι επαναστατημένοι εργάτες εμφανίζονται στα μάτια μιας πολύ μεγάλης μερίδας τής κοινής γνώμης ως «γότθοι» και «βάνδαλοι», σύμφωνα τουλάχιστον με την προαναφερθείσα παρατήρηση τού Τοκβίλ. Από την άλλη όμως μεριά, στη διάρκεια τού δεύτερου τριακονταετούς πολέμου, βλέπουμε τους ίδιους τους γερμανούς να μεταμορφώνονται πλέον σε «βανδάλους», «γότθους» και «ούννους». Ο «αποπροσδιορισμός» αυτής τής μορφής, που δημιουργεί ένα γεωγραφικό, ανθρωπολογικό ή εθνικό χάσμα εχθρότητας ανάμεσα στον εαυτό και τον άλλο, φτάνει στο αποκορύφωμά του με τη στάση που υιοθετείται απέναντι στους πληθυσμούς που κατοικούν στις ζώνες τής αποικιακής επέκτασης. Επιπλέον, καθώς εμφανίζονται στο προσκήνιο νέες οξύτατες αντιπαραθέσεις, το φαινόμενο τής φυλετικοποίησης αγγίζει πλέον και τους άμαχους πληθυσμούς των πολιτισμένων χωρών. Έτσι, από τη μια μεριά, βλέπουμε τους αμερικανούς, με μακρά εμπειρία στις εκστρατείες κατά των νέγρων και των ερυθροδέρμων, να απαξιώνουν χωρίς ιδιαίτερες αναστολές τους ιάπωνες ως «κίτρινους», ενώ, από την άλλη, βλέπουμε να αναπτύσσεται στην Ευρώπη μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη διαλεκτική. Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών τού δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, ο Τσέρτσιλ — έχοντας αποκαλέσει τον Χίτλερ «Αττίλα» — καλεί τους Ιταλούς να αρνηθούν να συμμαχήσουν με τη Γερμανία, δείχνοντας ανυπακοή στα κελεύσματα τού Μουσολίνι: «Στον τελευταίο πόλεμο κατά των βάρβαρων ούννων ήμαστε στο ίδιο στρατόπεδο […]. Ένας και μόνον άνδρας υποχρεώνει σήμερα εσάς, τους κληρονόμους και συνεχιστές τής αρχαίας Ρώμης, να συμπαραταχθείτε με τους βάρβαρους ειδωλολάτρες».[117][viii] Ενώ, λοιπόν, στις αρχές τού δεύτερου τριακονταετούς πολέμου, ο άγγλος πολιτικός πίστευε ότι η βαρβαρότητα ενδημούσε αποκλειστικά στον εξωευρωπαϊκο κόσμο και πιο συγκεκριμένα στις αποικιακές περιοχές, τώρα όμως θεωρεί ότι αυτή ενσαρκώνεται στους «ούννους», που ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή συνιστούν διαρκή απειλή για τον πολιτισμό. Γίνεται έτσι κατανοητό το περιεχόμενο μιας πινακίδας που χρησιμοποιήθηκε προς το τέλος τού Β΄ ΠΠ και η οποία προειδοποιούσε τους στρατιώτες που επρόκειτο να εισέλθουν στην ηττημένη πλέον Γερμανία από τα ολλανδογερμανικά σύνορα ότι: «Εδώ τελειώνει ο πολιτισμένος κόσμος».[118] Δεδομένου ότι η χάραξη των ορίων μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας είναι αποτέλεσμα μονομερούς διακήρυξης, παραμένει πάντα ανοικτό το ενδεχόμενο να υποβιβαστούν στην κατηγορία των βαρβάρων οι λαοί και οι χώρες που έχουν εμπλακεί σε έναν ανηλεή πόλεμο: η ιδεολογία που διαμορφώνεται με σκοπό τη νομιμοποίηση και την αποθέωση των πολεμικών επιχειρήσεων σε βάρος των «βαρβάρων» καταλήγει να εμφανίζεται και να εφαρμόζεται ακόμη και στο εσωτερικό τής καπιταλιστικής μητρόπολης.

Η εν λόγω διαδικασία διευκολύνεται από το γεγονός ότι, ακόμη και εν καιρώ ειρήνης, η οριοθέτηση τού πολιτισμένου κόσμου συντελείται με ποικίλους και συχνά αντιφατικούς τρόπους. Το γεγονός αυτό επισημαίνεται και από τον ίδιο τον Σμιτ, όταν, αφήνοντας κατά μέρος τη συνήθη καταγγελτική ρητορική εναντίον τής επαναστατικής παράδοσης, υποχρεώνεται να αναφερθεί στο δόγμα Μονρόε και στη γεωπολιτική κοσμοθεώρηση που θεμελιώνεται σε αυτό. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Αμερική το όριο ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα αντιβαίνει στις αντιλήψεις των ευρωπαίων ηγετών και στοχαστών. Ο πολιτισμός εξακολουθεί μεν να ταυτίζεται με τη Δύση, αλλά η Δύση μετατοπίζεται τώρα στην άλλη πλευρά τού Ατλαντικού:
Κατά τρόπο παράδοξο, η έννοια τού δυτικού ημισφαιρίου λαμβάνει πολεμική χροιά, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής της την Ευρώπη, την αρχαία Δύση. Αρνητικό σημείο αναφοράς αποτελεί πλέον όχι η παλιά Ασία ή η Αφρική, αλλά η παλιά Δύση. Η νέα Δύση διεκδικεί για τον εαυτό της τον τίτλο τής γνήσιας Δύσης, τής αληθινής Ευρώπης.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, «η παλιά Ευρώπη» τίθεται εκτός πολιτισμού, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την περίπτωση τής Ασίας και τής Αφρικής, με τις οποίες πλέον μοιράζεται κοινή μοίρα.[119]

Αρκεί εδώ να αναφερθεί ότι, στο αποχαιρετιστήριο διάγγελμά του, ο Τζορτζ Ουάσιγκτον είχε καλέσει τους συμπολίτες του να μην εμπλακούν στο πλέγμα «των ανταγωνισμών, των φιλοδοξιών, των συμφερόντων, των αντιφατικών βλέψεων και των απρόβλεπτων συγκρούσεων»[120][ix] των ευρωπαϊκών δυνάμεων, των οποίων τη συμπεριφορά παρομοίασε με εκείνη των ερυθροδέρμων:
[Τ]ην ίδια στιγμή που όλα σχεδόν τα έθνη τής Ευρώπης συγκλονίζονται από πολέμους και ταραχές, παντού στον τόπο μας επικρατεί ειρήνη και ηρεμία — με εξαίρεση ορισμένες περιοχές στα δυτικά μας σύνορα, όπου οι Ινδιάνοι μάς προκαλούν κάποια προβλήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων έχουν ήδη ληφθεί τα κατάλληλα σωφρονιστικά μέτρα.[121][x]
Η τάση εξοβελισμού τής Ευρώπης από τον πολιτισμένο κόσμο επανεμφανίζεται κατά τον πόλεμο τού 1812 εναντίον των Άγγλων. Πέραν τής κατηγορίας ότι στον πόλεμο κατά των αποικιών δεν είχαν διστάσει να χρησιμοποιήσουν τη βοήθεια των «άγριων» αμερικανικών φυλών (—κατηγορία, που, ας σημειωθεί, είχε διατυπωθεί στο κείμενο τής Διακήρυξης τής Ανεξαρτησίας), οι Άγγλοι κατηγορούνται τώρα από τον Μάντισον για το ότι οι πρακτικές στις οποίες καταφεύγουν δεν διαφέρουν καθόλου από εκείνες των «απολίτιστων» ερυθροδέρμων, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από τους ναυτικούς βομβαρδισμούς, που προκαλούν αδιακρίτως θύματα, μεταξύ των οποίων και γυναικόπαιδα.[122]

Η εν λόγω τάση εξακολουθεί να γίνεται αισθητή κατά τον δεύτερο τριακονταετή πόλεμο. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, στις εβδομάδες και μήνες που ακολουθούν το ξέσπασμα τού Α΄ ΠΠ, οι αποδοκιμασίες στρέφονται εναντίον όλων ανεξαιρέτως των εμπολέμων, που, όπως επισημαίνεται σε κύριο άρθρο τής εφημερίδας Times στις 2 Αυγούστου 1914, «έχουν περιπέσει στην κατάσταση των πρωτόγονων φυλών».[123] Στην ομιλία που εκφωνεί στις 26 Οκτωβρίου 1916, ο Γουίλσον καταγγέλλει για μια ακόμα φορά το «ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του», που με τη μορφή ενός «πολύπλοκου πλέγματος συμμαχιών και συμφωνιών, ενός σκοτεινού δικτύου κατασκοπείας και σκευωριών, […] ενέπλεξε» σε έναν καταστροφικό πόλεμο «ολόκληρη την ανθρώπινη οικογένεια».[124][xi] Στη συνέχεια, καθώς αρχίζει να διαγράφεται η προοπτική τής αμερικανικής επέμβασης στο πλευρό τής Αντάντ, οι καταγγελίες εστιάζονται αποκλειστικά στους γερμανούς, οι οποίοι, όπως είδαμε, αποκαλούνται απαξιωτικά «ούννοι» και «βάρβαροι» και θεωρούνται χειρότεροι και από τους «ερυθρόδερμους τής Αμερικής και τις μαύρες αφρικανικές φυλές». Μια ανάλογη διαλεκτική θα αναπτυχθεί και κατά τη διάρκεια τού Β΄ ΠΠ. Ακόμη και τον Απρίλιο τού 1939, ο Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούσβελτ εξακολουθούσε να κατηγορεί συλλήβδην τις ευρωπαϊκές χώρες για το ότι δεν μπόρεσαν να βρουν άλλες μεθόδους επίλυσης των διαφορών τους από εκείνες που χρησιμοποιούσαν «οι ούννοι και οι βάνδαλοι πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια»· ευτυχώς, όμως, χάριν στον «τυπικά αμερικανικό θεσμό» τής παναμερικανικής ένωσης, που περιελάμβανε όλες τις χώρες τής «αμερικανικής οικογένειας», «οι δημοκρατίες τού δυτικού κόσμου [Western World]», τουτέστιν τής αμερικανικής ηπείρου, κατάφεραν να προάγουν «τον κοινό τους πολιτισμό στο πλαίσιο ενός συστήματος ειρήνης» και να προστατεύσουν τη «δύση» από τη σκληρή μοίρα που επιφυλάχθηκε στον «παλιό κόσμο».[125] Μετά την είσοδο τής Αμερικής στον πόλεμο, ο Ρούσβελτ επικεντρώνει τα πυρά του αποκλειστικά στη Γερμανία, χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ύπαρξη διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό τής χώρας, όπως άλλωστε φαίνεται και από την προαναφερθείσα πρότασή του όσον αφορά την «αναγκαστική στείρωση» τού γερμανικού λαού.

4.6 Αποσχιστικός Πόλεμος των Λευκών στη Δύση, Αποικιακός Πόλεμος στην Ανατολή

Κατά τις δεκαετίες που προηγήθηκαν των δύο παγκοσμίων πολέμων, οι χώρες τής Δύσης επαίρονταν για το ότι ανήκαν όλες στην ίδια οικογένεια χωρών — ή ακόμα και στην ίδια φυλή ή την ίδια οικογένεια φυλών, ο προαιώνιος προορισμός των οποίων ήταν να υποτάξουν τις λοιπές «κατώτερες» φυλές· υπήρχε, λοιπόν, μια «ανώτερη, επεκτατική φυλή» ή μια «αυτοκρατορική φυλή» (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια τού Θίοντορ Ρούσβελτ και τού Τόμας Μακόλεϊ αντίστοιχα),[126-7] η οποία προσδιοριζόταν είτε ως «νορδική» είτε ως «άρια» είτε, ακόμη, ως «τευτονική». Ένας διακεκριμένος άγγλος εθνολόγος, γράφοντας το 1842, σημειώνει ότι «κατά σχεδόν γενική παραδοχή, το συλλογικό σώμα των ευρωπαϊκών εθνών [είναι] ινδοευρωπαϊκής ή άριας καταγωγής»· δέκα περίπου χρόνια αργότερα, ένας απολογητής τού βρετανικού ιμπεριαλισμού θα πλέξει το εγκώμιο των άγγλων και των γερμανών, που αποτελούν «τα δύο μεγάλα παρακλάδια τής τευτονικής φυλής».[128] Το 1899, ο βρετανός υπουργός αποικιών Τζόζεφ Τσάμπερλεν θα απευθύνει έκκληση στις ΗΠΑ και τη Γερμανία για τη σύναψη μιας τριμερούς «τευτονικής» συμμαχίας.[129] Έπρεπε να μεσολαβήσει το ξέσπασμα τού Α΄ ΠΠ για να μετατραπούν οι εν λόγω έννοιες από όργανα εξύμνησης εν χορώ τής Ευρώπης και τής Δύσης (και προπαντός των ηγέτιδων δυτικών δυνάμεων) σε όργανα «αδελφοκτόνου» πάλης. Στις ΗΠΑ, μετά την εμπλοκή τής χώρας στον πόλεμο κατά τής Γερμανίας, ο όρος «τεύτονας» χάνει τις θετικές συνδηλώσεις που είχε αποκτήσει μέχρι τότε σε ευρείς κύκλους διανοουμένων και πολιτικών και μετατρέπεται στο εξής σε προσβολή στρεφόμενη κατά τού εχθρού.[130]

Ο διχασμός στους κόλπους τής Ευρώπης, τής Δύσης και τής άριας φυλής προκαλεί έντονες αποδοκιμασίες και βαθιές απογοητεύσεις. Ενώ μαίνεται ο πόλεμος, δεν λείπουν τα παραδείγματα γερμανών συγγραφέων που εκφράζουν τη λύπη τους για το ότι γίνονται μάρτυρες τόσο μιας αιματηρής σύγκρουσης μεταξύ «δύο αδελφών εθνών γερμανικής καταγωγής» όσο και τής «συναδέλφωσης μεταξύ τής ινδογερμανικής Μεγάλης Βρετανίας και τής μογγολικής Ιαπωνίας».[131] Ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση προκαλεί η παρουσία στο πλευρό των συμμάχων τής Αντάντ και, κατόπιν, στις τάξεις τού στρατού κατοχής στη Γερμανία μαύρων στρατιωτών, οι οποίοι κατηγορούνται για τη ροπή τους προς την ακολασία. Η εκδικητική μανία των νικητών θα φτάσει, άραγε, μέχρι την αναγκαστική «μιγαδοποίηση» των ηττημένων; Ακολουθεί σωρεία διαμαρτυριών με αποδέκτες τα πολιτισμένα κράτη και την Αγία Έδρα τού Βατικανού για την πρωτόγνωρη αυτή παραβίαση τής αλληλεγγύης μεταξύ των λευκών εθνών και των επιταγών τής φυλετικής (και κοινωνικής) ιεραρχίας:
Η Γερμανία βλέπει, με φρίκη και αποτροπιασμό, να απειλείται η καθαρότητα τού αίματός της […]· μολύνουν το αίμα μας, βεβηλώνουν την ιερότητα τού αίματός μας, για να μας μετατρέψουν σε λαό μιγάδων, καθώς για χρόνια ολόκληρα το αίμα μας θα αναμειγνύεται με το αίμα των πλέον πρωτόγονων φυλών. Μια τέτοια προσβολή δεν θα γίνει ποτέ ανεκτή! Οι υπόλοιποι λαοί τής Ευρώπης, που τουλάχιστον ως προς το ζήτημα αυτό έχουν χάσει κάθε αίσθημα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τον κίνδυνο που θα διέτρεχε ολόκληρη η Ευρώπη, εάν η Γερμανία κατοικούνταν από έναν ασεβή, προλεταροποιημένο και μιγαδοποιημένο λαό.
Το κείμενο τής έκκλησης, με τίτλο «κραυγή απόγνωσης των γερμανίδων γυναικών», ζητά να δοθεί άμεσα τέλος σε έναν τέτοιου είδους φυλετικό εμφύλιο πόλεμο:
Με καλυμμένη την κεφαλή, παρουσιαζόμαστε ενώπιον σας, άνδρες και γυναίκες τής λευκής φυλής, και δείχνοντάς σας την σπαραγμένη μας καρδιά, […] σας καλούμε να υψώσετε μαζί μας τη δική σας φωνή διαμαρτυρίας και αγανάκτησης ενάντια στην απολίτιστη φυλή που στο πρόσωπό μας εξευτελίζει την παγκόσμια φυλή των λευκών.[132]
Η εν λόγω θεματική γνωρίζει μεγάλη διάδοση και στην άλλη όχθη τού Ατλαντικού. Ο Λόθροπ Στόνταρντ — το έργο τού οποίου θα γίνει γρήγορα παγκοσμίως γνωστό, αποσπώντας μάλιστα τα εγκώμια δύο αμερικανών προέδρων, τού Γ. Χάρντινγκ και τού Χ. Χούβερ — εκφράζει τη θλίψη και την απογοήτευσή του για τον «εμφύλιο» ή «αποσχιστικό πόλεμο μεταξύ των λευκών» ή ακόμη για τον «νέο πελοποννησιακό πόλεμο» τού «λευκού πολιτισμού».[133] Σύμφωνα με τον συγγραφέα, πρόκειται για έναν αδελφοκτόνο αγώνα, που, μέσω τής διάρρηξης τής «λευκής αλληλεγγύης» και τού σπαραγμού, κατά κύριο λόγο, τής Ευρώπης, «τής χώρας των λευκών, τής καρδιάς τού λευκού κόσμου», συνιστά «αυτοκτονία για τη λευκή φυλή». Όπως συνέβη και στην περίπτωση τού καθαυτό πολέμου απόσχισης των νότιων πολιτειών, ο οποίος οδήγησε στη μαζική κατάταξη των μαύρων στις τάξεις τού στρατού τής Ένωσης, έτσι και ο Α΄ ΠΠ κατέστησε αναγκαία τη μεγάλης κλίμακας χρήση εκ μέρους τής Αντάντ έγχρωμων στρατευμάτων. Αυτός ο διχασμός τού λευκού πολιτισμένου κόσμου και το συνακόλουθο φαινόμενο τής κατάργησης των συνόρων μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας φτάνουν στο απόγειό τους με την εμφάνιση τού μπολσεβικισμού, ο οποίος, καθώς επιδιώκει τη συγκρότηση μιας παγκόσμιας συμμαχίας με τους αποικιακούς λαούς εναντίον τής Δύσης και των Λευκών, ενισχύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την «ανερχόμενη πλημμυρίδα των έγχρωμων λαών», θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «ο αποστάτης, ο προδότης στις τάξεις μας, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να παραδώσει τα κλειδιά τού φρουρίου» και, επομένως, ως «θανάσιμος εχθρός τού πολιτισμού και τής φυλής μας».[134]

Ο Σπένγκλερ καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα και καταγγέλλει την «υποδαύλιση μίσους κατά τής Ευρώπης» και «τής λευκής ανθρωπότητας», στην οποία σημαντικό ρόλο παίζουν οι μπολσεβίκοι, που όχι μόνο έχουν συμμαχήσει με τους «έγχρωμους πληθυσμούς τού πλανήτη», αλλά, στην πραγματικότητα, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι τους. Ο γερμανός συγγραφέας θα ασχοληθεί συστηματικά με την ιστορική αναδόμηση τής ολέθριας αυτής αλληγορίας με πρώτο ιστορικό σταθμό την αναζήτηση εκ μέρους τής Αγγλίας τής βοήθειας των ερυθροδέρμων (μοτίβο που, όπως ήδη αναφέρθηκε, πρωτοεμφανίζεται με την αμερικανική Διακήρυξη τής Ανεξαρτησίας)· επόμενο σταθμό αποτελεί η σύναψη συμμαχίας μεταξύ των γάλλων ιακωβίνων και των μαύρων τής Αϊτής, στο όνομα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»· έπεται η χρήση από τους συμμάχους τής Αντάντ έγχρωμων στρατευμάτων,[135] ενώ, τέλος, η μπολσεβίκικη επανάσταση θα σημάνει το αποκορύφωμα τής όλης αυτής διαδικασίας.

Οι εν λόγω στάσεις και αντιλήψεις ασκούν επιρροή και στον Χίτλερ, ο οποίος στο «Μάιν Καμπφ» εξαγγέλλει ένα πρόγραμμα αποικιακής επέκτασης στην ευρωπαϊκή ανατολή, για την αποφυγή, ακριβώς, ενός αδελφοκτόνου πολέμου με τη Μεγάλη Βρετανία. Όπως μάλιστα παρατηρεί σε συνέντευξή του σε βρετανό δημοσιογράφο λίγο μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία, ο Α΄ ΠΠ αποτέλεσε τραγωδία για τα «δύο γερμανικά έθνη». Ένα χρόνο αργότερα, συνομιλώντας με έναν άλλο βρετανό δημοσιογράφο, ο Φύρερ διατυπώνει την ιδέα ότι «οι γερμανικοί λαοί, όπως οι δικοί μας, πρέπει να είναι φίλοι μεταξύ τους, για τον απλό και μόνο λόγο ότι αυτό υπαγορεύουν τα φυσικά τους ένστικτα. Το ναζιστικό κίνημα θα θεωρούσε φυλετικό έγκλημα τον πόλεμο μεταξύ Γερμανίας και Αγγλίας». Το 1937, η «Ντέιλι Μέιλ» θα δημοσιεύσει επιστολή τού Χίτλερ, με την οποία αυτός εκθειάζει «τη ναυτική ισχύ και την ιστορικά μοναδική αποικιακή στάση και νοοτροπία τής Μεγάλης Βρετανίας» και διατυπώνει την επιθυμία του για τη σύναψη βρετανογερμανικής συμφωνίας, στην οποία θα μπορούσε αργότερα «να προσχωρήσει και το αμερικανικό έθνος», ούτως ώστε να κρατηθεί ψηλά η σημαία τής «λευκής φυλής».[136] Αυτή την έννοια έχει και η εξύμνηση εκ μέρους τού Ρόζενμπεργκ των «δημιουργικών αξιών» και «τού εν γένει πολιτισμού τού δυτικού κόσμου» ή ακόμη των «γερμανικο-δυτικών αξιών», που πρέπει να σωθούν από το «χάος των λαών».[137]

Μην μπορώντας να αποφύγει τον πόλεμο στη Δύση, ο Φύρερ δηλώνει ότι θα συμμορφωθεί ουσιωδώς με τις επιταγές τού jus publicum europeum κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τής Γαλλίας, τής Αγγλίας και των ΗΠΑ (— ας σημειωθεί παρενθετικά ότι το θέμα τής καταστολής τού αντάρτικου απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση λόγω των συναφών διεθνοδικαιικών ζητημάτων), ενώ, ταυτόχρονα, επιχειρεί να προσδώσει θεωρητικό επίχρισμα στον πόλεμο εξόντωσης κατά των «ιθαγενών» τής αποικιακής αυτοκρατορίας που προτίθεται να οικοδομήσει. Έτσι, από τη μια μεριά, ασκεί κριτική στην Αγγλία (η οποία, σε αντίθεση με τη Γερμανία, είχε πλούσια ιστορική εμπειρία από τις επεμβάσεις της σε βάρος «ξένων» βαρβαρικών λαών) για τους βομβαρδισμούς αστικών περιοχών και τη μη συμμόρφωσή της προς τους «παραδεδεγμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη διεξαγωγή τού πολέμου μεταξύ ίσων», ενώ, από την άλλη, δηλώνει ότι δεν αποδίδει «καμιά σημασία στην αντιμετώπιση και έκβαση, από πλευράς δικαίου, τού πολέμου στην Ανατολή»[138] Κι αυτό γιατί πρόκειται για έναν ξεκάθαρα αποικιακό πόλεμο εναντίον των «βαρβάρων». Μετά την ολοκλήρωση τής κατάκτησης και τής αποίκισης των νέων εδαφών, θα είναι αναγκαία η δημιουργία «ενός τεράστιου αναχώματος για την απόκρουση των μαζών τής κεντρικής Ασίας».[139] Το πάθος για την ενότητα των γερμανικών εθνών, από το οποίο εξακολουθεί να διαπνέεται η πολιτική τού Γ΄ Ράιχ, δεν είναι παρά η άλλη όψη τής φυλετικής αντιπαράθεσης με την Ανατολή, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο ακραίος νατουραλιστικός αποπροσδιορισμός τού «ασιατικού» εχθρού εμποδίζει, παρά τον ολικό χαρακτήρα τού πολέμου, την πλήρη εκδήλωση τού φαινομένου τού νατουραλιστικού αποπροσδιορισμού τού «δυτικού» εχθρού, που, παρά ταύτα, εξακολουθεί να θεωρείται ότι ανήκει στον πολιτισμένο κόσμο.

Με τη λήξη τού πολέμου ο Χίμλερ παραδίδεται στον «φυλετικά συγγενή εχθρό», τους αγγλοσάξωνες, που δεν παύουν να αποτελούν «τμήμα τής νορδικής φυλετικής οικογένειας». Το ηγετικό στέλεχος τής ναζιστικής συμμορίας είναι πιθανό να έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι θα τον αντιμετώπιζαν με κατανόηση,[140] αφού, σε τελική ανάλυση, ο πόλεμος που εξαπέλυσε το Γ΄ Ράιχ στράφηκε κυρίως εναντίον τής Ανατολής και των «ιθαγενών» της. Η εν λόγω στάση έχει μακρά ιστορία πίσω της. Έχει επισημανθεί επανειλημμένα το γεγονός τής «χρήσης δύο μέτρων και δύο σταθμών σε σχέση με τον αμερικανικό τρόπο διεξαγωγής τού πολέμου», ανάλογα με το αν οι εχθροί ήταν λευκοί ή ερυθρόδερμοι. Η αντίληψη αυτή εκδηλώθηκε και στον πόλεμο μεταξύ Βορείων και Νοτίων. Ωστόσο, παρά την σφοδρότητά του, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συγκριθεί ή να εξισωθεί με τις διαδοχικές εκστρατείες εξόντωσης που, την ίδια περίοδο, εξαπολύοντο εναντίον των εξεγερμένων ινδιάνικων πληθυσμών, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, δεν αποτελούσαν κίνδυνο για την ασφάλεια τής Ένωσης. Εν προκειμένω, οι ρητές διαταγές προς τα στρατεύματα ήταν να μην πιάνουν αιχμαλώτους· στην «επονείδιστη σφαγή στο Σαντ Κρικ» το φθινόπωρο τού 1864, τα θύματα ήταν κυρίως γυναικόπαιδα.[141] Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η εφαρμογή «δύο μέτρων και σταθμών» αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τής ιστορίας ολόκληρου τού δυτικού κόσμου. Το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στην περίπτωση των ΗΠΑ οφείλεται απλώς και μόνο στην παρουσία αποικιακών πληθυσμών στο μητροπολιτικό έδαφος τής χώρας. Η εν λόγω πρακτική θα φτάσει στο απόγειο της κατά την περίοδο τού Γ΄ Ράιχ: η κατά το μάλλον ή ήττον «ιπποτική» μονομαχία στη Δύση, σύμφωνα πάντα με την εκπεφρασμένη ευχή των ναζί στο πλαίσιο τού διαρκούς και ολέθριου εμφυλίου μεταξύ των λευκών, συνδέεται αναπόσπαστα με την αποικιακή εκστρατεία εξόντωσης των βαρβάρων που έχουν τεθεί εκτός τού πολιτισμένου κόσμου.

4.7 Ολικός Πόλεμος και «Βάρβαροι»

Έτσι, βλέπουμε να καταρρέει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών του ο ισχυρισμός τού Σμιτ (αλλά και γενικότερα τού ιστορικού αναθεωρητισμού), κατά τον οποίον η ευθύνη για την εμφάνιση τού ολικού πολέμου πρέπει να αποδοθεί στην επαναστατική πολιτική παράδοση και κυρίως στο γεγονός τής κήρυξης τού διεθνούς εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται για μια απαράδεκτη ερμηνευτική κατασκευή όχι μόνο για τον λόγο ότι, σε περιόδους οξείας κρίσης, μια πληθώρα συντηρητικών και αντιδραστικών διανοουμένων απηύθυναν εκκλήσεις για σταυροφορίες, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι η κρίση στην οποία περιήλθε το jus publicum europeum και το jus in bello οφείλεται, όχι τόσο στον ιδεολογικό φανατισμό και το συνακόλουθο φαινόμενο τού ηθικοπολιτικού «αποπροσδιορισμού», όσο κυρίως στην αιφνίδια είσοδο των «βαρβάρων» στο προσκήνιο τής ιστορίας. Άκρως ενδεικτικά είναι τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια τού αμερικανικού εμφυλίου. Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται και καθώς οι συγκρούσεις γίνονται όλο και σκληρότερες, αυξάνεται αλματωδώς ο αριθμός των μαύρων από τον Βορρά και τον Νότο που συρρέουν στις τάξεις των Βορείων. Ως πρόεδρος τής Συνομοσπονδίας, ο Τζέφερσον Ντέιβις καλεί την παγκόσμια κοινή γνώμη των Λευκών να εκφράσει την αγανάκτηση και την οργή της για το σκάνδαλο τής μαζικής στράτευσης στο πλευρό τής Ένωσης των βαρβάρων, μελών μιας «υποδεέστερης φυλής», ενώ συγχρόνως αρνείται να θεωρήσει ως αιχμαλώτους πολέμου τους συλληφθέντες μαύρους στρατιώτες, όπως επίσης και τους λευκούς αξιωματικούς που έχουν τεθεί επικεφαλής έγχρωμων στρατιωτικών μονάδων και οι οποίοι, εκ τού λόγου τούτου, βρίσκονται αντιμέτωποι με τη θανατική ποινή για το έγκλημα τής υποκίνησης σε εξέγερση των σκλάβων.[142]

Επιστρέφουμε τώρα στη θεματική τού αποσχιστικού πολέμου μεταξύ των λευκών, ο οποίος, όπως είδαμε, προκάλεσε αποτροπιασμό κυρίως στην αμερικανική και γερμανική κοινή γνώμη εξαιτίας τής συμμετοχής έγχρωμων στρατευμάτων σε έναν πόλεμο μεταξύ πολιτισμένων λαών. Παρά το γεγονός ότι οι διεθνοδικαιικοί θεσμοί κατάφεραν να επιβιώσουν τής δοκιμασίας τού Μεγάλου Πολέμου, το σύστημα τού jus publicum europeum θα περιέλθει σε βαθιά κρίση κατά τη διάρκεια τού Β΄ ΠΠ. Όπως έγινε και με τους μαύρους τής Συνομοσπονδίας, έτσι και στην περίοδο τού Γ΄ Ράιχ ο «ιθαγενής» πληθυσμός τής Ανατολικής Ευρώπης θα τεθεί εκτός διεθνούς νομιμότητας· συγχρόνως, η μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους λευκούς διοικητές των έγχρωμων μονάδων δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου τη μεταχείριση από το ναζιστικό καθεστώς των πολιτικών επιτρόπων τού Κόκκινου Στρατού, των σοβιετικών και κομματικών στελεχών, καθώς επίσης και των εβραίων, οι οποίοι θεωρούνταν ως οι εγκέφαλοι τού μπολσεβίκικου συστήματος και επομένως υπάγονταν στην ίδια κατηγορία με τους προηγούμενους. Ως εκ τούτου, διαπιστώνουμε ότι η καταστροφικότερη κρίση τού συστήματος τού jus publicum europeum σημειώθηκε στην Ανατολή, με πρωταγωνιστή τη χώρα που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή τής «άριας επανάστασης».

Το παράδειγμα τού αμερικανικού εμφυλίου είναι σημαντικό και για άλλον έναν λόγο. Επιδιώκοντας να κάμψουν την αντίσταση των Νοτίων, τα στρατεύματα τής Ένωσης καταστρέφουν συστηματικά τις σοδιές, ενώ δεν διστάζουν να πυρπολούν ακόμη και πόλεις. Εκείνο όμως που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι «η πορεία τού Σέρμαν προς τη θάλασσα είχε τις ρίζες της στις εκστρατείες εναντίον των Ινδιάνων κατά την αποικιακή και την επαναστατική περίοδο» — εκστρατείες από τις οποίες αναδείχθηκαν «τα στελέχη, όπως και το νέο στρατιωτικό δόγμα, που θα χρησιμοποιηθούν αργότερα στις ιμπεριαλιστικές περιπέτειες των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική και στις Φιλιππίνες».[143] Με άλλα λόγια, σε περιόδους έντονων συγκρούσεων μεταξύ των μελών τού δυτικού κόσμου, οι μορφές πολέμου που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά εναντίον των βαρβάρων τείνουν να εμφανίζονται και στους κόλπους τού πολιτισμένου κόσμου. Φαίνεται, μάλιστα, ότι κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων μαζικής εξόντωσης εναντίον των «ιθαγενών» τής ανατολικής Ευρώπης ο Χίτλερ, εμπνεόμενος από το παράδειγμα τού Σέρμαν,[144] επικαλέστηκε ρητά το προηγούμενο τού πολέμου εναντίον των ερυθροδέρμων.

Επομένως, μπορούμε τώρα να δούμε κάτω από νέο φως την κατηγορία που διατύπωσε ο Σμιτ εναντίον τής επαναστατικής παράδοσης, ότι, δηλαδή, κατέστρεψε το jus publicum europeum — τα όρια και τις αρχές που οφείλουν να διέπουν κάθε σύγκρουση μεταξύ των πολιτισμένων λαών. Αυτή η θεματική έχει πίσω της μακρά παράδοση που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ανάγεται στον ίδιο τον Πλάτωνα, ο οποίος διακρίνει μεταξύ καθαυτό «πολέμου» και «στάσεως», δηλαδή μεταξύ τού απεριόριστου πολέμου ανάμεσα σε έλληνες και βαρβάρους (οι οποίοι, σε περίπτωση ήττας, δύνανται να θανατωθούν ή και να στερηθούν τής ελευθερίας τους) και τού εμφυλίου πολέμου μεταξύ ελλήνων (η διεξαγωγή τού οποίου, αν δεν μπορεί να αποφευχθεί, πρέπει πάντα να υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως την απαγόρευση τής θανάτωσης ή τής υποδούλωσης των ηττημένων). Η ένοπλη αντιπαράθεση με τους ομόαιμους «συγγενείς» οφείλει να υπακούει σε διαφορετικούς κανόνες απ’ ό,τι ο ολικός πόλεμος εναντίον ενός όλως διόλου ξένου και βαρβάρου «γένους».[145] Με τη σειρά του, ο Κικέρωνας διακρίνει αυστηρά μεταξύ ενός πολέμου όπου διακυβεύεται η ηγεμονία ανάμεσα σε ανταγωνιστές [competītōrēs], των οποίων οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από αλληλοσεβασμό και αλληλοεκτίμηση, και έναν πόλεμο που διεξάγεται ανάμεσα σε ολικούς εχθρούς [inimīcōs] και όπου το μόνο διακύβευμα είναι η επιβίωση· στη δεύτερη περίπτωση, για παράδειγμα, ανήκει ο πόλεμος εναντίον των Κίμβρων και των Τευτόνων, όπου το ζητούμενο ήταν «ποιος θα επιζήσει και όχι ποιος θα κυριαρχήσει» (uter esset, non uter imperaret). Στο πλαίσιο αυτό, ενώ η εκ θεμελίων καταστροφή τής Καρχηδόνας ή τής Νουμαντίας δεν φαίνεται να εγείρει κανένα πρόβλημα, η ανάλογη τύχη τής Κορίνθου προξενεί επιφυλάξεις, διότι επρόκειτο για μια ελληνική πόλη που κατοικούνταν από ένα πολιτισμένο λαό (πέρα από το ότι η Ελλάδα πρωτοστατούσε στον αγώνα εναντίον των «βαρβάρων» από τον καιρό ήδη τού Τρωικού πολέμου).[146]

Στη συνέχεια, η πανελλήνια κοινότητα τού Πλάτωνα μετασχηματίζεται στη respublica christiana τού Εράσμου, ο οποίος αποδίδει τον όρο «πόλεμος» ως «bellum» και τον όρο «στάσις» ως «seditio» (με τη δεύτερη έννοια να εξακολουθεί να υποδηλώνει την απαίτηση εφαρμογής όσο το δυνατόν αυστηρότερων περιορισμών στον τρόπο διεξαγωγής τού πολέμου).[147] Ωστόσο, αργότερα, ο αββάς ντε Σαιν-Πιερ έρχεται να διατυπώσει τον παράτολμο στόχο τής εδραίωσης μιας διαρκούς ειρήνης στο εσωτερικό τής χριστιανικής κοινότητας, με τη διευκρίνηση ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα είναι, τότε, σε θέση να εκμεταλλευτούν «τις ευκαιρίες να καλλιεργήσουν το στρατιωτικό πνεύμα και τις δεξιότητες» στον αγώνα τους εναντίον των «τούρκων», των «κουρσάρων τής Αφρικής» και των «ταρτάρων».[148] Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Φίχτε αποδοκιμάζει τον Ναπολέοντα, επειδή προκάλεσε με τους πολέμους του τη διάσπαση τής ενότητας τής «κοινής Ευρώπης», τής «μόνης αληθινής πατρίδας» των «χριστιανών ευρωπαίων»:[149] θα ήταν προτιμότερο ο γάλλος κοντοτιέρος να είχε διοχετεύσει τον επεκτατικό δυναμισμό του εκτός «τού βασιλείου τού πολιτισμού», εκεί δηλαδή όπου υπήρχε «περίσσεια βαρβάρων» που έπρεπε να συντριβούν με τη βία και τον πόλεμο, πράγμα που θα επέτρεπε και την εκτόνωση τής ζωτικότητας τής «ευρωπαϊκής νεολαίας» σε υγιή και δημιουργικά κανάλια.[150] Τέλος, στα κείμενα τού Σμιτ, η πανελλήνια κοινότητα, η respublica christiana και η «κοινή Ευρώπη» μετασχηματίζονται στη «δυτική κοινότητα», η οποία έχει πλέον ως συνδετικό ιστό το jus publicum europeum και όχι βέβαια τη «διαρκή ειρήνη»· ομοίως, ο πλατωνικός «πόλεμος» και η ερασμική έννοια τού «bellum» επανεμφανίζονται με τη μορφή τού ασύμμετρου πολέμου εξόντωσης, που σύμφωνα με τον Σμιτ θα πρέπει να αποφεύγεται πάση θυσία στο εσωτερικό και μόνον τού πολιτισμένου κόσμου, ενώ η «στάσις» ή η seditio αντιστοιχεί τώρα στον «συμμετρικό» πόλεμο-μονομαχία, ο οποίος δεν πρέπει ποτέ να μετατραπεί στο είδος εκείνο τής «εμφύλιας» πάλης όπου όλα τα χτυπήματα επιτρέπονται και που συνήθως συνοδεύεται από εκκλήσεις για σταυροφορία, προκαλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο διχασμό στο εσωτερικό τής δυτικής-ευρωπαϊκής κοινότητας ή και των κρατών που την αποτελούν. Σύμφωνα με τον γερμανό πολιτειολόγο, η επαναστατική παράδοση, η οποία, παρασυρμένη από το πάθος τού καθολικού, αντιπαρέρχεται ή σκόπιμα καταστέλλει τις ιστορικές και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες τού «νόμου τής γης», αμαυρώνεται από το γεγονός ότι καταργεί ή καθιστά ασαφή τη διάκριση μεταξύ πολιτισμένων και βαρβάρων με αποτέλεσμα και τη συσκότιση των ορίων μεταξύ στάσεως και πολέμου, seditio και bellum, συμμετρικού και ασύμμετρου πολέμου εξόντωσης.

Ο Σμιτ θα επικαλεστεί και τον «μεγάλο και γενναίο διανοητή τού παλαιού καθεστώτος», τον Ζοζέφ Ντε Μεστρ, που ομοίως καταδικάζει τη γαλλική επανάσταση για το ότι συνέβαλε στον εκβαρβαρισμό και εκφυλισμό τού «ιπποτικού ευρωπαϊκού πολέμου», στον οποίο «εμπλέκονταν πολεμιστές, που πολεμούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, και ποτέ τα ίδια τα έθνη». Ο προσφιλής στον γερμανό πολιτειολόγο συγγραφέας εκθειάζει επίσης «τον πολεμικό οίστρο και την αιμοδιψία των [παλαιών] μαχητών», ενώ όπως φαίνεται θεωρεί δικαιολογημένη και την εξόντωση των ινδιάνων, «των εκφυλισμένων αυτών ανθρώπων», τους οποίους οι «Ευρωπαίοι» αρνούνταν εύλογα να αναγνωρίσουν ως «ομοίους» τους. Η θρηνολογία για την εξαφάνιση τού ιπποτικού πολέμου αφορά αποκλειστικά και μόνο το τμήμα εκείνο τού πλανήτη που καταυγάζεται από το «θείο πνεύμα»· κατά τα άλλα, όπως καθίσταται σαφές στο πλαίσιο τής «διαρκούς σφαγής» που ανήκει στο «ευρύτερο σχέδιο» τής θείας οικονομίας, υπάρχουν «ορισμένα έθνη» που ο «εξολοθρευτής άγγελος» πασχίζει με κάθε τρόπο να βυθίσει στο αίμα.[151] Το γεγονός όμως παραμένει ότι, στον θλιβερό απολογισμό που καταγράφει ο «Νόμος τής Γης» όσον αφορά την ιστορική εμφάνιση των πολέμων εξολόθρευσης, δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε κριτική εξέταση των αποικιακών πολέμων εξολόθρευσης, συμπεριλαμβανομένου και τού πολέμου που εξαπέλυσε ο Χίτλερ εναντίον των «ιθαγενών» τής Ανατολικής Ευρώπης.

Η αποβολή από τους κόλπους τής Ευρώπης συνεπάγεται και την αποβολή από τους κόλπους τού χριστιανισμού (πρόκειται ακριβώς περί αφορισμού). Δεδομένου ότι, όπως διευκρινίζει ο Σμιτ, η «διάκριση μεταξύ πολιτισμένων και μη- ή ημι-πολιτισμένων λαών» συνιστά «εκκοσμίκευση τής διάκρισης μεταξύ χριστιανικών και μη λαών»,[152] συμβαίνει συχνά ο πόλεμος εναντίον των βαρβάρων στα μέσα τού 20ού αιώνα να παίρνει κυριολεκτικά τη μορφή θρησκευτικού πολέμου· έτσι, για παράδειγμα, ο Εμίλ Μπουτρού εκφράζει την αποδοκιμασία του για το γεγονός ότι η Γερμανία «δεν έχει ακόμη πλήρως ασπαστεί τη χριστιανική διδασκαλία τής αγάπης και τής καλοκαγαθίας»,[153] ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Τσέρτσιλ καλεί σε αγώνα εναντίον των γερμανών (ή των ούνων), τους οποίους αποκαλεί «βάρβαρους ειδωλολάτρες».

Στο έργο τού Σμιτ, η καταδίκη τής επαναστατικής παράδοσης, η οποία σύμφωνα πάντα με τον γερμανό νομικό κατάργησε τη διαφορά ή τη διάκριση μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας, πηγαίνει χέρι-χέρι με την καταδίκη των αποικιακών επαναστάσεων: η φιγούρα τού παρτιζάνου, που εμπνέεται από τον μαρξισμό και συμμετέχει ενεργά στον απελευθερωτικό, αντιαποικιακό αγώνα, ευθύνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, «για την κατάρρευση τού παλιού ευρωκεντρικού κόσμου, που ο Ναπολέων θέλησε να διασώσει και τον οποίο το Συνέδριο τής Βιέννης ήλπιζε να αποκαταστήσει»,[154] ενώ άμεση συνέπεια τής κατάρρευσης αυτής είναι και ο μαρασμός τού «jus publicum europeum, ενός, δηλαδή, καθαρά ευρωκεντρικού διεθνούς δικαίου».[155]

Σημειώσεις:
[i] «There are less than seventy million malignant Huns – some of whom are curable and others killable – many of whom are already engaged in holding down Austrians, Czechs, Poles, French, and the many other ancient races they now bully and pillage.»
[ii] Αναφέρεται στους Κοζάκους που το 1944 εγκαταστάθηκαν στην Καρνία, στη βορειοδυτική Ιταλία.
[iii] Άρνηση τής ανθρώπινης ιδιότητας.
[iv] πβ. G.Roberts, Stalin’s Wars, σελ. 116.
[v] [Since the revolution of 1688 we have expended more than fifteen hundred millions of money upon wars, not one of which has been upon our own shores, or in defence of our hearths and homes. […] [Τ]his pugnacious propensity has been invariably recognised by those who have studied our national character.]
[vi] «Πολεμική Επιτροπή Ανθρώπινου Δυναμικού».
[vii] «We have got to be tough with Germany and I mean the German people not just the Nazis. We either have to castrate the German people or you have got to treat them in such a manner so they can’t just go on reproducing people who want to continue the way they have in the past» [Η συγκεκριμένη δήλωση φέρεται να έγινε στον Μοργκεντάου].
[viii] «In the last war against the barbarous Huns we were your comrades […]. It is all one man [who …] has arrayed the trustees and inheritors of ancient Rome upon the side of the ferocious pagan barbarians».
[ix] «Why by interweaving our destiny with that of any part of Europe, entangle our peace and prosperity in the toils of European ambition, rivalry, interest, humor or caprice?» [17/09/1796]
[x] «[W]hile in Europe, wars or commotions seem to agitate almost every nation, peace and tranquillity prevail among us, except on some parts of our western frontiers, where the Indians have been troublesome, to reclaim or chastise whom proper measures are now pursuing». [28/07/1791]
[xi] «There has been growing up in Europe […] an interlacing of alliances and understandings, a complex web of intrigue and spying, that presently was sure to entangle the whole of the family of mankind on that side of the water in its meshes».

33. Weber, 1988, σελ. 354.
34. Weber, 1971, σελ. 495 & 585; Weber, 1988, σελ. 44.
35. Mommsen, 1974, σελ. 92-93.
36. Για τον Βέμπερ και τον ιμπεριαλισμό, δες Losurdo, 1993, σελ. 176-180.
37. Weber, 1971, σελ. 492.
38. Στο Mommsen, 1993, σελ. 711.
40. Weber, 1971, σελ. 492.
41. Weber, 1988, σελ. 356.
42. Weber, 1971, σελ. 494.
43. Schmitt, 1988, σελ. 238; Schmitt, 1985a, σελ. 382 και επ.
44. Schmitt, 1991a, σελ. 423.
45. Churchill, 1974, σελ. 6384 (ομιλία τής 27ης Απριλίου 1941)· πβ. Nolte, 1987a, σελ. 503.
46. Canfora, 1992, σελ. 96.
47. Hillgruber, 1991, σελ. 439.
48. Hoffmann, 1995, σελ. 18-64.
49. Hillgruber, 1990, σελ. 45; πβ. επίσης Hoffmann, 1995.
50. Rigoni Stern, 1996.
51. Gilbert, 1994.
52. Fischer, 1965, σελ. 33.
53. Ibid., σελ. 139.
54. Ibid., σελ. 743.
55. Hillgruber, 1990, σελ. 78, σημ. 9.
56. Zayas, 1984, σελ. 287-289.
57. Mayer, 1990, σελ. 436.
58. Duffy, 1991, σελ. 273-275.
59. Hillgruber, 1990, σελ. 71.
60. Ibid., σελ. 53.
61. Ibid., σελ. 63.
62. Στο Schmidt-Stein, 1993, σελ. 29.
63. Lipstadt, 1993, σελ. 7.
64. Lénine, 1958, τομ. XXVII, σελ. 191 & 102 [πβ. «Report On Ratification Of The Peace Treaty March 14» & «The Junius Pamphlet»
65. Στο Tucker, 1990, σελ. 258.
66. Hitler, 1939, σελ. 154.
67. Staline, 1972, σελ. 50 [«Order of the Day»]. Είναι αστήρικτη η θέση ότι «στη διάρκεια τού Β΄ ΠΠ» ο Στάλιν δήλωσε ότι «ο γερμανικός λαός στο σύνολό του είναι εχθρός τού σοσιαλισμού και των σοβιετικών λαών»: πβ. Rosdolsky, 1964, σελ. 149, υποσ. 11.
68. Staline, 1972, σελ. 28-29 & 137 [«Ομιλία τού Στάλιν στην πανηγυρική συνεδρίαση για την επέτειο τού Μεγάλου Οχτώβρη, το 1941»]. Χωρίς να παραθέτει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του, ο Φυρέ δηλώνει ότι «ήδη από την αρχή τής εμφάνισης τού χιτλερισμού, ο Στάλιν δεν έδειξε την παραμικρή συμπάθεια προς τους Εβραίους.» (Furet, 1995, σελ. 621-622). Στην πραγματικότητα, αναφορικά με την υπό εξέταση περίοδο, η καταδίκη τού αντισημιτισμού παίζει σημαντικό ρόλο όχι μόνο στην εν γένει στη διαμόρφωση των θέσεων των σοβιετικών ηγετών, αλλά και ειδικά σε σχέση με την τραγωδία τού Κατίν, όπου οι πολωνοί αξιωματικοί εκτελέστηκαν ως «αντισημίτες». Τυφλωμένος ίσως από το αντικομμουνιστικό του μένος, ο αναθεωρητής ιστορικός φαίνεται να συγχέει ανεπίτρεπτα τις διαφορετικές φάσεις από τις οποίες διήλθαν οι σχέσεις μεταξύ τής Σοβιετικής Ένωσης και τού εβραϊκού κόσμου. Κατά το τέλος τού πολέμου, η ΕΣΣΔ έχαιρε ιδιαίτερα μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των «σιωνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο», σε σημείο που αυτοί οι τελευταίοι να «ενθουσιάζονται με κάθε τι ρωσικό»· πρόκειται για διαπίστωση τής Χ. Άρεντ, η οποία, ακόμα και τον Μάιο τού 1948, εξέφραζε τη δυσαρέσκειά της για τον προσοβιετικό προσανατολισμό τού σιωνιστικού κινήματος που, ελαφρά τη καρδία, στηλίτευε τον «αντισημιτισμό» τής Μεγάλης Βρετανίας και καταδίκαζε τις ΗΠΑ ως «ιμπεριαλιστική δύναμη».
69. Staline, 1972, σελ. 192.
70. Deutscher, 1969, σε. 755· Boffa, 1979, τόμ.11, σελ. 273-274.
71. Losurdo, 1987b, σελ. 101-102.
73. Στο Millis, 1989, σελ. 27.
74. Στο Pick, 1994, σελ. 33.
75. Schumpeter, 1974, σελ. 76 & 79-80.
76. Fischer, 1965.
77. Habermas, 1987, σελ. 164.
78. Markusen-Kopf, 1995, σελ. 170· La Forte-Marcello, 1993.
79. Fussell, 1991, σελ. 177-178 & 152-153.
80. Markusen-Kopf, 1995, σελ. 191 & 165.
81. Fussell, 1991, σελ. 155.
82. Stannard, 1992, σελ. 252.
83. Ibid., σελ. 252.
84. Fussell, 1991, σελ. 152-153.
85. Στο Thomas, 1988, σελ. 891 & 585.
86. Friedman-Lebard, 1991, σελ. 95.
87. Markusen-Kopf, 1995, σελ. 190.
88. Ibid., σελ. 165, 173 & 178.
89. Alperovitz, 1995, σελ. 563-564.
90. Morgenstern, 1991, σελ. 101.
91. Harris, 1994.
92. Fussell, 1991, σελ. 177-178 & 152-153· Stannard, 1992, σελ. 252.
93. Losurdo, 1992, σελ. 347-348.
94. Gabriel, 1986, σελ. 394-399.
95. Harbutt, 1986, σελ. 28.
96. Ambrose, 1992, σελ. 31.
97. Bischof-Ambrose, 1992, σελ. 25.
98. Eisenhower, 1948, σελ. 470.
99. Ibid., σελ. 287.
100. Ambrose, 1992, σελ. 33 (η έμφαση δική μου).
101. Bacque, 1993, σελ. 35-36.
102. Ibid., σελ. 21.
103. Bischof-Ambrose, 1992, σελ. 12.
104. Ambrose, 1992, σελ. 33-34.
105. Σύμφωνα με τη σαφώς προκλητική δήλωση τού τότε υπουργού πολέμου Χ.Λ. Στίμσον· πβ. Stimson-Bundy, 1971, σελ. 571-579.
106. Bacque, 1993, σελ. 27.
107. Canedy, 1990, σελ. 10-11.
108. Bacque, 1993, σελ. 21.
109. Croce, 1950, σελ. 75 & 64.
110. Croce, 1993, σελ. 157-158.
111. Breitman, 1993, σελ. 184 & 199-200.
112. Veale, 1979, σελ. 18-19· Irving, 1992, σελ. 44 και επ.
113. Schmid, 1974, σελ. 322.
114. Johnson, 1989, σελ. 470.
115. Ambrose, 1991, σελ. 35.
116. The New York Times Book Review, 1991, σελ. 26-27· πβ. επίσης Adams, 1995, σελ. 217. Η έλλειψη αυτοκριτικού στοχασμού όσον αφορά το φαινόμενο τής φυλετικοποίησης τού εχθρού εξηγεί την επανειλημμένη παρουσίαση ιστορικών αναλύσεων στο πλαίσιο των οποίων εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο η τάση ενοχοποίησης ενός ολόκληρου λαού. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση ενός δημοφιλούς αμερικανού ιστορικού, ο οποίος ορίζει τον αντισημιτισμό και, πιο συγκεκριμένο, τον «δολοφονικό αντισημιτισμό» ως «γενικό χαρακτηριστικό γνώρισμα τού γερμανικού λαού». Με την απάλειψη από τον ιστορικό πίνακα των δεδομένων που αφορούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τη μαζική αποδημία προς αποφυγή των διώξεων και τον ανήλεη προληπτικό εμφύλιο πόλεμο που εξαπέλυσε ο ναζισμός με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αποφυγή τής επανάληψης τής επανάστασης τού Νοέμβρη, η πρόθεση παρουσίασης ενός αδυσώπητου κατηγορητηρίου τείνει να μετατραπεί στο αντίθετό της: ο Χίτλερ εμφανίζεται να πρωταγωνιστεί σε μια «ειρηνική επανάσταση στην οποία συμμετέχει οικειοθελώς ο γερμανικός λαός» (στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα επίμονο μοτίβο τής προπαγάνδας τού Τρίτου Ράιχ, που, κατά παράδοξο τρόπο, αναπαράγεται άκριτα στο εν λόγω βιβλίο). Ο αμερικανός ιστορικός υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία το γεγονός τής ύπαρξης μαζικής συναίνεσης στη Γερμανία όσον αφορά τις αντιεβραϊκές διώξεις που αποκορυφώθηκαν με την «τελική λύση». Όμως, τότε, εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς τι είδους και ποιας έκτασης ήταν η συναίνεση που εκφράστηκε στις ΗΠΑ σε σχέση με τους εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης πολιτών ιαπωνικής καταγωγής, τη ρίψη ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, καθώς και για τις προτάσεις συστηματικών εκκαθαρίσεων ή ολικής εξόντωσης σε βάρος τού «κίτρινου» εχθρού. Οπωσδήποτε η απλή πρόθεση διαφέρει ουσιαστικά από την αποπεράτωση τού εγκλήματος τής γενοκτονίας. Ωστόσο, εν τη απουσία οποιασδήποτε συγκριτικής ανάλυσης, η στάση αδιαλλαξίας τού αμερικανού ιστορικού όχι μόνο στερείται αξίας από τη σκοπιά τής ιστοριογραφίας, αλλά ακόμη και αν αντιμετωπιστεί με όρους ατομικής αγανάκτησης, αποδεικνύεται τελικά ανειλικρινής και αναξιόπιστη (πβ. Goldhagen, 1996, σελ. 454-456, 49 και επ. και σποράδην).
117. Churchill, 1965, σελ. 687-689 (ραδιοφωνικό μήνυμα στις 23/12/1940).
118. Bischof-Ambrose, 1992, σελ. 17.
119. Schmitt, 1991a, σελ. 381.
120. Washington, 1988, σελ. 525.
121. Ibid., σελ. 555.
122. Στο Commager, 1963, τόμ. 1, σελ. 208-209.
123. Στο Gabriel, 1986, σελ. 388.
124. Στο Schmitt, 1991a, σελ. 348.
125. Στο Commager, 1963, τόμ. II, σελ. 414.
126. Roosevelt, 1951, τόμ. 11, σελ. 377 & 620· Roosevelt, 1901, σελ. 251 & 275.
127. Στο Charmley, 1993, σελ. 424.
128. MacDougall, 1982, σελ. 120 & 98.
129. Στο Kissinger, 1994, σελ. 186.
130. Gosset, 1965, σελ. 341.
131. Ernst Haeckel, όπως παρατίθεται στο Buchner-Baumgart, 1976, τόμ. VII, σελ. 417.
132. Fattorini, 1991, σελ. 47-50.
133. Stoddard, 1925, σελ. 7-8 & 153· αναφορά στην κολακευτική αξιολόγηση εκ μέρους τού προέδρου Χάρντινγκ γίνεται στην αρχή τής γαλλικής μετάφρασης· για την εκτίμηση που έτρεφε ο Χούβερ προς το πρόσωπο τού Στόνταρντ, πβ. Kühl, 1994, σελ. 61.
134. Ibid., σελ. 7-8, 159, 173 & 193-195.
135. Spengler, 1933, σελ. 150.
136. Kilzer, 1994, σελ. 122-123.
137. Alfred Rosenberg, 1937, σελ. 81-82.
138. Hitler, 1952, τόμ. 1, σελ. 92 και τόμ. 11, σελ. 325 (συνομιλίες που έλαβαν χώρα στις 26-27 Οκτωβρίου 1941 και στις 6 Σεπτεμβρίου 1942).
139. Hitler, 1989 [1952], σελ. 69, 237 & 449 (συνομιλίες στις 9-10 Σεπτεμβρίου 1941 και στις 23 Απριλίου και 21 Ιουλίου 1942).
140. Breitmann, 1993, σελ. 9.
141. Grimsley, 1995, σελ. 18.
142. Du Bois, 1992, σελ. 113-114.
143. Slotkin, 1994, σελ. 304 & 322.
144. Kilzer, 1994, σελ. 53 & 185.
145. Πολιτεία, V, 469 c – 471 b.
146. De officiis, I, 35-38, et III, 99.
147. Érasme, 1992, σελ. 912 και επ.
148. Σύμφωνα, τουλάχιστον, με τη συνθετική παρουσίαση τής μελέτης του με τίτλο «Projet pour rendre la paix perpétuelle en Europe» από τον Ρουσό (Rousseau, 1959, τόμ. III, σελ. 585-586).
149. Fichte, 1971, vol. VII, σελ. 204-205.
150. Ibid., τόμ. XI, σελ. 426.
151. Maistre, 1984, τόμ. IV, σελ. 83 και τόμ V, σελ. 18-28· Schmitt, 1981, σελ. 41.
152. Schmitt, 1988, σελ. 163.
153. Boutroux, 1926, σελ. 234.
154. Schmitt, 1981, σελ. 41.
155. Schmitt, 1991a, σελ. 29.

Βιβλιογραφία

Adams, Michael C. C., 1995: Retelling the Tale: Wars in Common Memory, in Gabor S. Boritt éd., War Comes Again. Comparative Vistas on the Civil War and World War II, avec une introduction de David Eisenhower, New York-Oxford, Oxford University Press.
Ambrose, Stephen E., 1991: «Ike and the Disappearing Atrocities», The New York Times Book Review, 24 février.
—, 1992: «Eisenhower and the Germans», in Günther Bischof-Stephen E. Ambrose éd., Eisenhower and the German POW’s. Facts against Falsehood, Baton Rouge-Londres, Louisiana State University Press.
Alperovitz, Gar, 1995: The Decision to Use the Atomic Bomb and the Architecture of an American Myth, New York, Knopf.
Bacque, James, 1993: Other Losses (1989), New York, Saint Martin’s Press, 1991.
Bischof G.-Ambrose, Stephen E., 1992: Introduction à G. Bischof-Stephen E. Ambrose (éd.), Eisenhower and the German POWs [cf. Ambrose, 1992].
Boffa, Giuseppe, 1979: Storia dell’Unione Sovietica, Milan, Mondadori.
Boutroux, Émile, 1926: Études d’histoire de la philosophie allemande, Paris, Vrin.
Breitman, Richard D., 1993: The Architect of Genocide (1991), New York, Knopf.
Canedy, Suzan, 1990: America’s Nazis. A Democratic Dilemma, Markgraf, Menlo Park.
Canfora, Luciano, 1992: Marx vive a Calcutta, Bari, Dedalo.
Charmley, John, 1993: Churchill. The End of Glory, Londres-Sydney-Auckland, Hodder & Staughton.
Churchill, Winston, 1965: Great Destiny, anthologie éditée par F. W. Heath (1962), Putnam’s Sons, New York.
—, 1974: His Complete Speeches 1897-1963, vol. VI, New York-Londres, Chelsea House.
Commager, Henry S. (éd.), 1963: Documents of American History (7 éd.) New York, Appelton-Century-Crofts.
Croce, Benedetto, 1950: L ‘Italia dal 1914 al 1918. Pagine sulla guerra, Bari, Laterza.
—, 1993: Scritti e discorsi politici (1943-1947), A. Carella éd., vol. I (vol. VII, I de l’édition nationale), Naples, Bibliopolis.
Deutscher, Isaac, 1969: Stalin. A Political Biography (1965); trad. fr. Jean-Pierre Herbert, Staline, Paris, Gallimard, 1953.
Du Bois, William E. B., 1992: Black Reconstruction in America, 1860-1880 (1935), D. L. Lewis éd., New York, Atheneum.
Duffy, Christopher, 1991: Red Storm in the Reich. The Soviet March on Germany, 1945, New York, Atheneum.
Eisenhower, Dwight D., 1948: Crusade in Europe (1948), New York, Doubleday; trad. fr. Paule de Beaumont, Mémoires sur la Deuxième Guerre mondiale, Paris, Robert Laffont, 1949.
Breitman, Richard D., 1993: The Architect of Genocide (1991), New York, Knopf.
Buchner, Rudolf et Baumgart, Winfried (éd.), 1976: Quellen zum politischen Denken der Deutschen im 19. und 20. Jahrhundert. Freiherr vom Stein-Gedächtnisausgabe, Darmstadt, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, 1976 sqq.
Érasme, 1992: Querela pacis (1517); trad. fr. J.-C. Margolin, in Érasme, Paris, Robert Laffont.
Fattorini, Emma, 1991: Il colpo di grazia sessuale. La violenza delle truppe nere in Renania negli anni venti, in A. Bravo (éd.), Donne e uomini nelle guerre mondiali, Rome-Baril Laterza.
Fichte, Johann G., 1971: Werke, I. H. Fichte (éd.), Berlin, De Gruyter.
Fischer, Fritz, 1965: Griff nach der Weltmacht (1961); trad. fr. Geneviève Migeon et Henri Thies, Les Buts de l’ Allemagne impériale, Trévise, Paris, 1970.
Friedman, George et Lebard, Meredith, 1991: The Coming War with Japan, New York, Saint Martin’s Press.
Furet, François, 1995: Le Passé d’une illusion. Essai sur l’idée communiste au XXe siècle, Paris, le Livre de Poche, Robert Laffont.
Fussell, Paul, 1991: Wartime (1989), Oxford, Oxford University Press; tract. fr. Paul Chemla, À la guerre, Paris, Seuil, 1992.
Gabriel, Ralph H. 1986: The Course of American Democratic Thought, Greenwood Press (3e éd.), New York-Westport-Londres.
Gilbert, Martin, 1994: The First World War. A Complete History, New York, Henry Holt and Company.
Goldhagen, Daniel J., 1996: Hitler’s Willing Executioners. Ordinary Germans and the Holocaust, Londres, Little Brown and Company; tract. fr. Pierre Martin, Les Bourreaux volontaires de Hitler. Les Allemands ordinaires et l’Holocauste, Paris, Seuil, 1998.
Gosset, Thomas F., 1965: Race. The History of an Idea in America, New York, Schocken Books.
Grimsley, Mark, 1995: The Hard Hand of War. Union Military Policy Toward Southern Civilians 1861-1865, Cambridge, Cambridge University Press.
Habermas, Jürgen, 1987: Nachspiel (1987); trad. it. de G. E. Rusconi, Germania: un passato the non passa, Turin, Einaudi.
Harbutt, Fraser J., 1986: The Iron Curtain. Churchill, America and the Origin of the Cold War, New York-Oxford, Oxford University Press.
Harris, Sheldon H., 1994: Factories of Death. Japanese Biological Warfare and the American Cover Up, Londres-New York, Routledge.
Hillgruber, Andreas, 1990: Zweierlei Untergang. Die Zerschlagung des Deutschen Reich und das Ende des europäischen Judentums (1986), Berlin, Siedler, 1986.
—, 1991: Die Zerstörung Europas. Beiträge zur Weltkriegsepoche 1914 bis 1945 (1988), Berlin, Propyläen, 1988.
Hitler, Adolf, 1939: Mein Kampf (1925-1927), Zentral Verlag der NSDAP, Munich.
—, 1952: Tischgespräche, H. Picker, Ullstein, Francfort-sur-le-Main-Berlin; trad. fr. Françoise Genoud, Libres propos sur la guerre et la paix (conversations de table recueillis par Martin Bormann), Paris, Flammarion.
Hoffmann, Joachim, 1995: Stalins Vernichtungskrieg, 1941-1945, Verlag für Wehrwissenschaften, Munich; trad. fr. Erik Strasser, La Guerre d’ extermination de Staline, 1941-1945, Saint-Genis-Laval, Akribeia, 2003.
Irving, David, 1992: The Destruction of Dresden (1963); trad. fr. Jean-Daniel Katz, La Destruction de Dresde, Paris, Robert Laffont, 1964.
Johnson, Paul, 1989: A History of the Modern World from 1917 to the 1980s (1983); trad. fr. Philippe Delranc et Philippe Vitrac, Une histoire du monde moderne, Paris, Robert Laffont, 1985.
Kilzer, Louis C., 1994: Churchill’s Deception. The Dark Secret that Destroyed Nazi Germany, New York, Simon & Schuster.
Kissinger, Henry, 1994: Diplomacy, New York, Simon & Schuster; trad. fr. Marie-France de Paloméra, Diplomatie, Paris, Fayard, 1996.
Kühl, Stefan, 1994: The Nazi Connection. Eugenics, American Racism and German National Socialism, New York-Oxford, Oxford University Press.
LaForte, Robert S. et Marcello, Ronald E., 1993: Building the Death Railway. The Ordeal of American POWs in Burma, 1942-1945, Wilmington, SR Books.
Lénine, Vladimir I., 1958: Œeuvres complètes, Éditions sociales, Paris, et Éditions en langues étrangères, Moscou, 1958 sq.
Lipstadt, Deborah E., 1993: Denying the Holocaust. The Growing Assault on Truth and Memory, New York-Toronto, The Free Press-Macmillan.
Losurdo, Domenico, 1987b: La catastrofe della Germania e l’immagine di Hegel, Guerini, Milano; trad. fr. Charles Alunni, Hegel et la catastrophe allemande, Paris, Albin Michel, 1994.
—¸ 1992: Hegel e la libertà dei moderni, Editori Riuniti, Rome.
—¸ 1993: Democrazia o bonapartismo. Trionfo e decadenza del suffragio universale, Bollati Boringhieri, Turin; trad. fr. Jean-Michel Goux, Démocratie ou bonapartisme, Paris, Le Temps des cerises, 2003.
MacDougall, Hugh A., 1982: Racial Myth in English History. Trojans, Teutons and Anglo-Saxons, Montréal-Londres, Harvest-University Press of New England.
Maistre, Joseph de, 1984: Œuvres complètes, Lyon 1884, réimpression anastatique, Hildesheim-Zürich-New York, Olms.
Markusen, Eric et Kopf, David, 1995: The Holocaust and Strategic Bombing. Genocide and Total War in the Twentieth Century, Boulder-San Francisco-Oxford, Westview Press.
Mayer, Arno J., 1990: Why Did the Heavens not Darken?, New York, Pantheon Books, 1988.
Millis, Walter, 1989: The Martial Spirit (1931), Chicago, Elephant Paperbacks.
Mommsen, Wolfgang J., 1974: Max Weber. Gesellschaft, Politik and Geschichte, Francfort-sur-le-Main, Suhrkamp.
—, 1993: Max Weber and die deutsche Politik, 1890-1920 (2e éd., 1974); trad. fr. Jean Amsler, Jean-Rodolphe Amsler, Delphine Bechtel et al., Max Weber et la politique allemande, Paris, PUE, 1985.
Morgenstern, George, 1991: Pearl Harbor. The Story of the Secret War (1947), Newport, Institute for Historical Review.
Pick, Daniel, 1994: War Machine. The Rationalization of Slaughter in the Modern Age (1993).
Rigoni, Stern, 1996: Introduction à Leonardo Zanier, Carnia, Kosakenland, Kazackajia Zemlja, Udine, Mittelcultura.
Roosevelt, Theodore, 1901: The Strenuous Life. Essays and Adresses, New York, The Century.
—, 1951: The Letters, E. E. Morison, J. M. Blum, J. J. Buckley (éd.), Cambridge (Mass.), Harvard University Press, 1951 sqq.
Rosdolsky, Roman, 1964: «Friedrich Engels und das Problem der “geschichtslosen Völker”», in Archiv für Sozialgeschichte, Bd IV.
Rosenberg, Alfred, 1937: Der Mythus des XX. Jahrhunderts (1930), Munich, Hoheneichen; trad. fr. Adler von Scholle, Le Mythe du XXe siècle, Paris, Deterna, 1999.
Rousseau, Jean-Jacques, 1959: Œuvres complètes, B. Gagnebin et P. Raymond (éd.), Paris, Gallimard, 1959 sqq.
Schmid, Alex P., 1974: Churchills privater Krieg. Intervention und Konterrevolution im russischen Bürgerkrieg, November 1918-März 1920, Zürich, Atlantis.
Schmidt, Martin et Stein, Dieter, 1993: Im Gespräch mit Ernst Nolte, Postdam, Junge Freiheit.
Schmitt, Carl, 1985a: Verfassungsrechtliche Aufsätze (1958), 3e éd., Berlin, Dunker & Humblot.
— 1981: Theorie der Partisanen (1963); trad. fr. Marie-Louise Steinhauser, Théorie du partisan, Paris, Flammarion, 1992.
— 1988: Positionen und Begriffe im Kampf mit Weimar-Genf-Versailles 1932-1939 (1940), Berlin, Duncker & Humblot.
—, 1991a: Der Nomos der Erde im Völkerrecht des Jus Publicum Europeum (1950); trad. fr. Lilyane Deroche-Gurcel, Le Nomos de la terre, Paris, PUE, 2001.
Schumpeter, Joseph, A. 1974: Zur Soziologie der Imperialismen (1919; 1953); trad. fr. Suzanne de Segonzac, Impérialisme et classes sociales, Paris, Flammarion, 1984.
Slotkin, Richard, 1994: The Fatal Environment. The Myth of the Frontierin the Age of Industrialization 1800-1890 (1985), NewYork, Harper Perennial.
Spengler, Oswald, 1933: Jahre der Entscheidung, Beck, Munich, trad. fr. Raïa Hadekel-Bogdanovitch, 1933: année décisive, Paris, Copernic, 1980.
Staline, Joseph W., 1972: Über den grossen Vaterländischen Krieg der Sowietunion, Francfort­-sur-le-Main, Roter Druckstock.
— 1995: Letters to Molotov, L. T Lih, O. V Naumov et O. V Khlevniuk éd., préface de R. C. Tucker, New Haven-Londres, Yale University Press.
Stannard, David E., 1992: American Holocaust. The Conquest of the New World, Oxford, Oxford University Press.
Stimson, Henry L. et Bundy, Mc George, 1971: On Active Service in Peace and War, New York, Octagon Books.
Stoddard, Lothrop, 1925: The Rising Tide of Color Against White-World-Supremacy (1920); trad. fr. A. Doysié, Le Flot montant des peuples de couleur contre la suprématie mondiale des Blancs, Paris, Payot, 1925.
Thomas, Hugh, 1988: Armed Truce. The Beginnings of the Cold War 1945-1946 (1986), Londres, Sceptre.
Tucker, Robert C., 1990: Stalin in Power. The Revolution from Above, 1928-1941, New York-Londres, Norton.
Veale, Frederick J. P., 1979: Advance to Barbarism. The Develoment of Total Warfare (1948), Newport, Institute for Historical Review.
Washington, George, 1988: A Collection, W.B. Allen éd., Indianapolis, Liberty Classics.
Weber, Max, 1971: Gesammelte politische Schriften (1958), J. Winckelmann éd., 3e éd., Tübingen, Mohr (Siebeck).
— 1988. Zur Politik im Weltkrieg. Schriften und Reden 1914-1918, W J. Mommsen éd., en collaboration avec G. Hübinger, Tübingen, Mohr.
Zayas, Alfred M. de (éd.), 1984: Die Wehrmachtuntersuchungstelle. Deutsche Ermittlungen über allierte Völkerrechtsverletzungen im zweiten Weltkrieg, édité par A. M. de Zayas avec la collaboration de Walter Rabus, 4e éd., Munich, Universitas.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου