Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Γ. Σταμάτης-Η οικονομική κρίση και οι αυταπάτες για το ξεπέρασμά της (1986)

Η οικονομική κρίση και οι αυταπάτες για το ξεπέρασμα της
του Γιώργου Σταμάτη
Θέσεις, Τεύχος 15, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1986

Η σημερινή οικονομική κρίση στις καπιταλιστικές χώρες ξέσπασε στις αρχές της δεκαετίας του '70. Διανύει λοιπόν αισίως τη δεύτερη δεκαετία.

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τα αίτια της, αλλά με ορισμένες όψεις της που νομίζουμε ότι παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η ίδια η κρίση εκφράστηκε αρχικά σε μείωση του βαθμού απασχόλησης του εργατικού δυναμικού, δηλ. σε αύξηση της ανεργίας, και σε μείωση του βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου. Η μείωση του βαθμού απασχόλησης του εργατικού δυναμικού και του κεφαλαίου είχε ως άμεση συνέπεια στασιμότητα και μερικές φορές και μείωση του εθνικού προϊόντος.


Σύμφωνα με τη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '60 κυρίαρχη άποψη και πρακτική, οι κυβερνήσεις σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αντιδρούν αντικυκλικά, δηλ. να λαμβάνουν μέτρα αύξησης της ζήτησης για τα εγχώρια προϊόντα, σημαντικότερο των οποίων εθεωρείτο η αύξηση των ιδίων των δημοσίων δαπανών. Η πολιτική αυτή είναι γνωστή ως κεϋνεσιανική πολιτική καταπολέμησης της οικονομικής κρίσης. Στη δεδομένη όμως περίπτωση, στην κρίση της δεκαετίας του '70, συνέβη λες και εθεωρείτο πάντα αυτονόητο ακριβώς το αντίθετο: Οι μέχρι χθες υποστηρικτές της κεϋνεσιανικής οικονομικής πολιτικής εισηγούνται ξαφνικά μια προκυκλική πολιτική περικοπής των δημοσίων δαπανών, ιδιαιτέρως των κοινωνικών, και περιορισμού της ζήτησης, ιδιαιτέρως της καταναλωτικής, και οι κυβερνήσεις κάνουν ό,τι μπορούν για να ασκήσουν μια τέτοια πολιτική «λιτότητας», όπως καθιερώθηκε να λέγεται [1].

Ως λόγους για την αναγκαιότητα της άσκησης αυτής της προκυκλικής τους πολιτικής επικαλέσθηκαν και επικαλούνται τους εξής:

α) τον πληθωρισμό,
β) το έλλειμμα του λογαριασμού εσόδων και εξόδων του δημοσίου και
γ) το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών.

Ισχυρίζονται λοιπόν ότι δεν αυξάνει μόνον αυτό το ίδιο το έλλειμμα του λογαριασμού εσόδων και εξόδων του δημοσίου αλλά ότι προκαλεί την αύξηση του δημόσιου χρέους και συνεπώς των τόκων που πληρώνει το δημόσιο, και ότι έτσι η χρηματοδότηση του μέσω δανείων που παίρνει το δημόσιο αυξάνει τη ζήτηση χρήματος και συνεπώς το επιτόκιο κι έτσι, επειδή ακριβώς ακριβαίνει τη χρηματοδότηση τους, δυσχεραίνει τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Δείξαμε αλλού, ότι το κράτος, αδιάφορα από τους λόγους που επικαλείται το ίδιο, είναι αναγκασμένο σε περιόδους υποαπασχόλησης τόσο του εργατικού δυναμικού όσο και του κεφαλαίου να ασκεί προκυκλική οικονομική πολιτική2. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ότι η σύλληψη της κεϋνεσιανικής οικονομικής πολιτικής που υποτίθεται3 ότι ασκείτο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70 βασίζεται σε αυταπάτες.

Σύμφωνα με την κεϋνσιανική αντίληψη το κράτος πρέπει να ασκεί αντικυκλική σταθεροποιητική πολιτική, δηλ. να παίρνει μέτρα αύξησης της ζήτησης, όταν αυτή είναι χαμηλότερη από την προσφορά, και μέτρα μείωσης της ζήτησης, όταν αυτή είναι υψηλότερη από την προσφορά. Αυτό βέβαια προϋποθέτει, ότι το κράτος είναι σε θέση να ασκεί μια τέτοια πολιτική - προϋπόθεση, την οποία η κεϋνεσιανική αντίληψη της οικονομικής πολιτικής θεωρεί αυτονόητα δεδομένη.

Η πεποίθηση όμως, ότι η δυνατότητα του κράτους να ασκεί αντικυκλική πολιτική είναι πάντα δεδομένη, βασίζεται σε μια αυταπάτη. Στην αυταπάτη, πως η δυνατότητα και η ικανότητα του κράτους να επηρεάζει προς την επιθυμητή κατεύθυνση την οικονομική συγκυρία είναι πάντα και ανεξάρτητα από την ίδια την οικονομική συγκυρία δεδομένη. Στην αυταπάτη δηλ., ότι, σε περίπτωση οικονομικής κρίσης, η κρίση θίγει μεν την οικονομία, δεν θίγει όμως ούτε τα οικονομικά του κράτους ούτε την ικανότητα του κράτους να λαβαίνει τα κατά την κεϋνεσιανική αντίληψη κατάλληλα μέτρα κατά της κρίσης. Έτσι π.χ. ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους κεϋνεσιανούς θεωρητικούς, ο M. Kalecki, ονομάζει το κράτος, όσον αφορά τη ζήτηση που αναπτύσσει, «Αλλοδαπή», θεωρεί δηλ. τη ζήτηση του δημοσίου για εγχώρια προϊόντα στον ίδιο βαθμό ανεξάρτητη από την εκάστοτε οικονομική συγκυρία στην Ημεδαπή, στον οποίο είναι ανεξάρτητη και η ζήτηση της Αλλοδαπής για εγχώρια προϊόντα.

Ωστόσο η παρούσα κρίση κατέδειξε ότι το δημόσιο δεν αποτελεί στεγανό και ότι η οικονομική κρίση δεν εξαιρεί το κράτος, αλλά είναι επίσης και κρίση των οικονομικών του ιδίου του κράτους και συνεπώς και της ικανότητας του να λαβαίνει μέτρα για το ξεπέρασμα της.

Αν όμως η δυνατότητα του κράτους να λαβαίνει μέτρα κατά της κρίσης είναι αμφίβολη, τότε γεννώνται τα εξής ερωτήματα:

Γιατί οι κυβερνήσεις όχι μόνον θεωρούν τη δυνατότητα αυτή δεδομένη, αλλά επίσης προπαγανδίζουν σχεδόν κάθε μέτρο οικονομικής πολιτικής που παίρνουν ως μέτρο για το ξεπέρασμα της κρίσης;

Δεδομένης της αμφίβολης δυνατότητας τους να λάβουν μέτρα για το ξεπέρασμα της κρίσης σε τι αποσκοπούν στην πραγματικότητα τα μέτρα, τα οποία οι κυβερνήσεις εκδίδουν ως μέτρα που αποσκοπούν στο ξεπέρασμα της κρίσης;

Και, τέλος, τι λένε στην πραγματικότητα οι κυβερνήσεις, όταν ομιλούν για το ξεπέρασμα της κρίσης;

Για να δούμε τι σημαίνουν τα περί ξεπεράσματος της κρίσης, θα εμμείνουμε λίγο στο ερώτημα: σε τι συνίσταται η κρίση;

Όπως ήδη αναφέραμε, συνίσταται κυρίως σε δύο πράγματα: στην ανεργία και στην υποαπασχόληση του ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου.

Τι σημαίνει η ανεργία για τους μισθωτούς εργαζόμενους είναι γνωστό: Ανέχεια και συχνά εξαθλίωση για όσους έχασαν ήδη την εργασία τους, και χαμηλούς μισθούς, εντατικοποίηση της εργασίας, αυξημένη εργασιακή πειθαρχία, περιορισμούς των συνδικαλιστικών και διεκδικητικών δραστηριοτήτων τους και φόβο μπρος στην πιθανή απώλεια της εργασίας για όσους εργάζονται ακόμη.

Τι σημαίνει όμως η υποαπασχόληση του κεφαλαίου για τους καπιταλιστές;

Έστω ότι ένας καπιταλιστής έχει 10 μηχανές αξίας 500 εκατομμυρίων δραχμών, με τις οποίες μπορεί να παράγει σε μια ορισμένη περίοδο, π.χ. σ' ένα χρόνο, 1000 μονάδες ενός προϊόντος κόστους 50 εκατομμυρίων και αξίας 100 εκατομμυρίων. Αν η ζήτηση για το προϊόν του είναι ίση με 1000 μονάδες ανά περίοδο, τότε θα παράγει και θα πουλήσει 1000 μονάδες ανά περίοδο, δηλ. τόσες όσες μπορεί το πολύ να παράγει με τις δεδομένες μηχανές. Στην περίπτωση αυτή ο βαθμός απασχόλησης του κεφαλαίου του είναι ίσος με 100%, το κέρδος του ίσο με 50 εκατομμύρια και το ποσοστό κέρδους του ίσο με 10%. Αν όμως η ζήτηση για το προϊόν του και συνεπώς και η παραγωγή του μειωθεί στις 800 μονάδες ανά περίοδο, τότε ο βαθμός απασχόλησης του κεφαλαίου του μειώνεται σε 80%. Έστω ότι στην περίπτωση αυτή μειώνεται τόσο το κόστος του όσο και τα έσοδα του από τις πωλήσεις κατά το ίδιο ποσοστό, κατά το οποίο μειώθηκε η ζήτηση και η παραγωγή. Τότε το κέρδος του μειώνεται σε 40 εκατομμύρια και το ποσοστό κέρδους του σε 8%. Μειούμενος βαθμός απασχόλησης του κεφαλαίου σημαίνει λοιπόν μειούμενο ποσοστό κέρδους.

Σε ορισμένες άλλες όχι λιγότερο ενδιαφέρουσες όψεις της κρίσης θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Προς στιγμή ας παραμείνουμε στις δύο που μόλις αναφέραμε. Τι μπορεί λοιπόν να κάνει το κράτος για το ξεπέρασμα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης του κεφαλαίου;

Πριν όμως απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, επιθυμούμε να υπενθυμίσουμε το εξής: τουλάχιστον από το 1936 που δημοσιεύθηκε η «Γενική θεωρία» του Keynes είναι γνωστό ότι είναι δυνατόν να συνυπάρχουν ισορροπία στην αγορά αγαθών και συνεπώς πλήρης απασχόληση του κεφαλαίου και ανισορροπία στην αγορά εργασίας, δηλ. υποαπασχόληση του εργατικού δυναμικού (ανεργία). Κατά κανόνα μάλιστα, η ισορροπία στην αγορά αγαθών και η πλήρης απασχόληση του κεφαλαίου δεν συμπίπτει με ισορροπία στην αγορά εργασίας, δηλ. με πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού. Διότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος, ένεκα του οποίου η πλήρης απασχόληση του κεφαλαίου θα συνεπαγόταν αναγκαστικά και πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού.

Τα παραπάνω σημαίνουν όχι μόνον ότι η κρίση είναι άλλο πράγμα για τους μισθωτούς εργαζόμενους κι άλλο πράγμα για τους καπιταλιστές, αλλά επίσης ότι και το ξεπέρασμα της είναι άλλο για τους μισθωτούς εργαζόμενους κι άλλο για τους καπιταλιστές. Συνεπώς δεν υπάρχει η κρίση ενγένει, αλλά η κρίση για τους καπιταλιστές, δηλ. η υποαπασχόληση του κεφαλαίου και οι συνέπειες της (μείωση του ποσοστού κέρδους και ίσως και των κερδών), αφενός και η κρίση για τους μισθωτούς εργαζόμενους, δηλ. η ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί κτλ., αφετέρου.

Οι κυβερνήσεις ομιλούν συνήθως για την κρίση ενγένει ενώ συγχρόνως λαμβάνουν μέτρα μόνον για την αύξηση του βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου και για την απάλυνση των επιπτώσεων του χαμηλού βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου στο ποσοστό κέρδους και στα κέρδη. Τα μέτρα αυτά (μείωση των δημοσίων και ιδιαίτερα των κοινωνικών δημοσίων δαπανών, πολιτική μείωσης των μισθών κτλ.,) οξύνουν την κρίση και τις συνέπειες της για τους μισθωτούς εργαζόμενους.

Ενώ η ανεργία, όσο δεν έχει ως συνέπεια κοινωνικές αναταραχές, αφήνει τουλάχιστον αδιάφορους τους καπιταλιστές και ως ένα ορισμένο βαθμό αδιάφορες και τις κυβερνήσεις, για το ξεπέρασμα του χαμηλού βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου και των συνεπειών του για τους καπιταλιστές οι κυβερνήσεις και οι καπιταλιστές ζητούν τη σύμπραξη και συμπαράταξη των μισθωτών εργαζομένων, επιχειρηματολογώντας ότι η κρίση είναι μία και είναι για όλους η ίδια και γι' αυτό πρέπει όλοι να βοηθήσουν να ξεπεραστεί: οι μισθωτοί εργαζόμενοι με το να εργαστούν εντατικότερα και να αρκεστούν σε λιγότερα, το κράτος επιδοτώντας την παραγωγή, πριμοδοτώντας τις επενδύσεις και μειώνοντας τη φορολογία επί των κερδών, και οι καπιταλιστές μειώνοντας τους μισθούς, αυξάνοντας τα κέρδη και αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για επενδύσεις.

Τα μέτρα που προτείνουν οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης, δηλ. χαμηλοί μισθοί, επιδοτήσεις και πριμοδοτήσεις της παραγωγής και των επενδύσεων, φορολογικές ελαφρύνσεις για τα κέρδη και περικοπές ιδιαιτέρως των κοινωνικών δαπανών του δημοσίου, αυξάνουν μεν με απόλυτη βεβαιότητα τα κέρδη ή ακόμη και το ποσοστό κέρδους, δεν συνεισφέρουν όμως ούτε μέσω μιας αύξησης του βαθμού απασχόλησης του κεφαλαίου ούτε μέσω μιας αύξησης των επενδύσεων στη μείωση της ανεργίας. Διότι ούτε το βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου ούτε τις επενδύσεις αυξάνουν. Κι αυτό διότι η υποαπασχόληση του κεφαλαίου σημαίνει ότι η ζήτηση είναι, σε σχέση με τις δυνατότητες παραγωγής του δεδομένου κεφαλαίου, χαμηλή. Όσο λοιπόν η ζήτηση παραμένει χαμηλή, οι καπιταλιστές δεν θα αυξήσουν τις επενδύσεις τους. Τα παραπάνω μέτρα δεν αυξάνουν ούτε το βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου ούτε τις επενδύσεις ούτε την απασχόληση του εργατικού δυναμικού, αλλά μόνον τα κέρδη.

Λέγεται όμως, ότι τα αυξημένα κέρδη σημαίνουν αύξηση των επενδύσεων κι επομένως αύξηση της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Αυτό δεν ευσταθεί. Διότι οι καπιταλιστές επενδύουν, μόνον όταν η αναμενόμενη μελλοντική ζήτηση και τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη είναι υψηλά, όχι όταν τα κέρδη ενός ή περισσοτέρων ετών είναι υψηλά σαν συνέπεια όχι μιας αυξημένης ζήτησης αλλά κρατικών επιδοτήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων και χαμηλών μισθών.

Αλλά ας δεχθούμε προς στιγμήν, ότι τα μέτρα αυτά οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων.

Ως γνωστόν υπάρχουν δύο ειδών επενδύσεις: οι επενδύσεις επέκτασης του δυναμικού παραγωγής και οι επενδύσεις ορθολογικής αναδιάρθρωσης ή και συρρίκνωσης αυτού του δυναμικού. Οι πρώτες αυξάνουν, οι δεύτερες είτε αφήνουν αμετάβλητη είτε συνήθως μειώνουν την απασχόληση του εργατικού δυναμικού. Σε καιρούς κρίσης λοιπόν, λόγω της χαμηλής ζήτησης, οι καπιταλιστές δεν θα προβούν βέβαια σε επενδύσεις επέκτασης, αλλά προφανώς σε επενδύσεις ορθολογιστικής αναδιάρθρωσης και συρρίκνωσης του δυναμικού παραγωγής. Έτσι λοιπόν οι επενδύσεις θα έχουν ως συνέπεια μια αύξηση μάλλον, παρά μια μείωση της ανεργίας.

Αναφερθήκαμε στα παραπάνω και σ' ορισμένες άλλες όψεις της οικονομικής κρίσης πέραν αυτών της υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού και του κεφαλαίου. Πρόκειται για εκείνες τις όψεις της κρίσης, τις οποίες επικαλούνται οι κυβερνήσεις για να θεμελιώσουν την αναγκαιότητα της πολιτικής λιτότητας που επιδεινώνει την ανεργία, δηλ. για το έλλειμμα του λογαριασμού εσόδων - εξόδων του δημοσίου και των δημοσίων οργανισμών (Κοινωνικών Ασφαλίσεων κτλ.), το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών και τον πληθωρισμό. Όπως η ανεργία συνιστά την κρίση για τους μισθωτούς εργαζόμενους και η υποαπασχόληση του κεφαλαίου την κρίση για τους καπιταλιστές, έτσι και το έλλειμμα του λογαριασμού εσόδων - εξόδων του δημοσίου και των δημοσίων οργανισμών και το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών κυρίως συνιστούν την κρίση για το κράτος καθεαυτό. Τουλάχιστον το πρώτο από τα δύο αυτά ελλείμματα είναι συνέπεια της υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού και του κεφαλαίου. Διότι η άμεση συνέπεια της υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού και του κεφαλαίου, η στασιμότητα του εθνικού προϊόντος, συνεπάγεται από μέρους της μείωση των πόρων του δημοσίου (φόρων, εισφορών για κοινωνική ασφάλιση κτλ.) και συγχρόνως αύξηση ορισμένων υποχρεώσεων (πληρωμές σε ανέργους κτλ.).

Έτσι λοιπόν η κρίση δεν αφορά μόνον την οικονομία καθεαυτή, αλλά θίγει και τα οικονομικά του κράτους. Η κεϋνσιανική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η οικονομική κρίση θίγει την οικονομία όχι όμως και το κράτος και την ικανότητα του να παρεμβαίνει και να λαμβάνει μέτρα υπέρβασης της κρίσης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η ίδια η πραγματικότητα είναι η εξής: Ενώ υπάρχει ανεργία και υποαπασχόληση του κεφαλαίου, το κράτος δεν είναι σε θέση να πάρει μέτρα για το ξεπέρασμα τους, αλλά είναι αναγκασμένο ν' ασχοληθεί με τα προβλήματα που δημιουργεί σ' αυτό το ίδιο η κρίση. Και τα μέτρα που είναι αναγκασμένο να λάβει για να λύσει αυτά τα τελευταία προβλήματα αυξάνουν αντί να μειώνουν την ανεργία και την υποαπασχόληση του κεφαλαίου. Συνιστούν δηλ. μια λίγο ή πολύ προκυκλική οικονομική πολιτική που εντείνει την κρίση. Θα άξιζε τον κόπο να εξέταζε κανείς τα οικονομικά μέτρα που ελήφθησαν τον περασμένο Οκτώβριο απ' αυτήν τη σκοπιά4. Διότι πρόκειται για μέτρα οικονομικής πολιτικής που παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε.

Παρ' όλα αυτά οι κυβερνήσεις παρουσιάζουν τα μέτρα που λαμβάνουν για να ελαφρύνουν τις επιπτώσεις της κρίσης στο ίδιο το κράτος και στους καπιταλιστές ως μέτρα κατά της οικονομικής κρίσης ενγένει. Αυτό έκανε και η ελληνική κυβέρνηση με τα μέτρα που πήρε τον περασμένο Οκτώβριο.

Οι αντιλήψεις, ότι το κράτος είναι σε θέση να επηρεάζει την οικονομική συγκυρία προς μια ορισμένη κατεύθυνση για το συμφέρον της κοινωνίας στο σύνολο της, καλλιεργήθηκαν σε μια περίοδο ανοδικής εξέλιξης της οικονομίας, στη μεταπολεμική περίοδο. Οι αντιλήψεις αυτές είναι ευνοϊκές για τις κυβερνήσεις, διότι τους επιτρέπουν να ασκούν μια ταξική οικονομική πολιτική εκδίδοντας την συγχρόνως ως οικονομική πολιτική κατά της κρίσης ενγένει και συνεπώς ως οικονομική πολιτική για το συμφέρον της κοινωνίας ενγένει. Ήσαν ευνοϊκές για τις κυβερνήσεις τότε που τα πράγματα πήγαιναν καλά, αλλά ακόμη και τώρα που δεν πηγαίνουν και τόσο καλά.

Ωστόσο σήμερα που τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής δεν επιτυγχάνουν (όπως φαινόταν παλιότερα ότι επιτύγχαναν) τους σκοπούς, για τους οποίους λέγεται ότι λαμβάνονται, δημιουργούνται ορισμένα προβλήματα για τις κυβερνήσεις. Αν συνεχίσουν να καλλιεργούν τις αντιλήψεις περί χειρισιμότητας των προβλημάτων της οικονομικής συγκυρίας και κρίσης, τότε βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να εξηγήσουν σ' αυτούς που συμμερίζονται αυτές τις αντιλήψεις, γιατί αυτά τα οικονομικά μέτρα δεν ευδοκιμούν. Αν όμως πάψουν πλέον να τις καλλιεργούν, τότε θα γίνει πιθανότατα εμφανέστερο ότι τα μέτρα εξυπηρετούν άλλους ή και άλλους σκοπούς πέραν του δεδηλωμένου σκοπού της υπέρβασης της κρίσης εν γένει, τους οποίους και επιτυγχάνουν τουλάχιστον σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι το δεδηλωμένο σκοπό τους. Για ν' αποτρέψουν μια τέτοια αντίληψη, θα πρέπει λοιπόν να νομιμοποιήσουν τα μέτρα αυτά με διαφορετικό τρόπο, θα είχαν λοιπόν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα, αν όχι μια κρίση, νομιμοποίησης.

Ήδη σήμερα μπορεί να παρατηρήσει κανείς προληπτικές αντιδράσεις σ' αυτήν τη λανθάνουσα κρίση νομιμοποίησης της οικονομικής πολιτικής. Έτσι π.χ. η ελληνική κυβέρνηση κατά τη συζήτηση των οικονομικών μέτρων του περασμένου Οκτωβρίου επέλεξε την τακτική της φυγής προς τα μπρος και την ειλικρίνεια, ομολογώντας ότι τα μέτρα που πήρε θα μειώσουν πιθανόν το 1986 το εθνικό προϊόν και την απασχόληση του εργατικού δυναμικού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτό είναι μια απευκταία μεν, αλλά αναπόφευκτη, παροδική και πριν απ' όλα συνυπολογισμένη συνέπεια των μέτρων. Κατ' αυτόν τον τρόπο περιορίζει μεν τις προσδοκίες του κοινού που απορρέουν από τις αντιλήψεις του για τη δεδομένη χειρισιμότητα της οικονομικής κρίσης από το κράτος, χωρίς ωστόσο να θέτει υπό αμφισβήτηση αυτές τις ίδιες τις αντιλήψεις.

Οι εκπρόσωποι του νεοφιλελευθερισμού αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με διαφορετικό τρόπο: μειώνουν την πίεση των παραπάνω προσδοκιών του κοινού αμφισβητώντας τις αντιλήψεις, από τις οποίες προκύπτουν αυτές οι προσδοκίες, δηλ. τις αντιλήψεις, ότι το κράτος είναι ικανό να επηρεάζει αποτελεσματικά την οικονομική συγκυρία:

«Οι φιλελεύθερες θέσεις θέτουν σε αμφισβήτηση μια ολόκληρη, κυρίαρχη μέχρι τώρα, πολιτική λογική. Την αντίληψη δηλ., πως το δημόσιο έχει τα μέσα και τις δυνατότητες να λύνει, παρεμβαίνοντας, όλα σχεδόν τα προβλήματα»5.

Εδώ το βάρος της επίλυσης των προβλημάτων μετατίθεται από το κράτος στις λειτουργίες της ελεύθερης από θεσμικούς περιορισμούς και ρυθμίσεις αγοράς και στη δράση των εν τη ελευθερία της αγοράς δρώντων και συνεπώς «ελευθέρων» ατόμων 6.

Από τις μέχρι τώρα αναπτύξεις μας προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα:

1ον: Η κρίση είναι και κρίση των οικονομικών του κράτους. Και μόνο του αυτό το γεγονός σημαίνει ότι

2ον: η δυνατότητα μιας κρατικής πολιτικής υπέρβασης της κρίσης είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

3ον: Ήδη το ερώτημα για την ύπαρξη της δυνατότητας μιας κρατικής πολιτικής υπέρβασης της κρίσης υποβάλλει την αντίληψη ότι η κρίση είναι κατ' αρχήν δυνατόν να ξεπεραστεί. Ωστόσο η αντίληψη αυτή δεν έχει κανένα έρεισμα. Φαίνεται ορθή μόνον επειδή φαίνεται αυτονόητη. Και είναι αυτονόητη μόνον επειδή ανταποκρίνεται στην αντίληψη της αστικής κοινωνίας ως «ορθολογιστικής κοινωνίας», για τον κόσμο ως συνοχή μέσων και σκοπών. Ωστόσο ορθότερο είναι μάλλον, ότι η κρίση είναι, όσο αφορά τις δυνατότητες ξεπεράσματος της, κάτι σαν φυσικό φαινόμενο, π.χ. σαν τη βροχή πράγμα που δεν θα πρέπει να είναι τελείως άγνωστο στους φορείς της οικονομικής πολιτικής.

4ον: Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε τα κρατικά μέτρα σταθεροποίσης της οικονομίας είναι, ανεξάρτητα από τους ρητούς στόχους τους, μέτρα που δεν αποσκοπούν στο ξεπέρασμα της κρίσης, αλλά στην απάλυνση των επιπτώσεων της στο ίδιο το κράτος και σ' ορισμένες κοινωνικές τάξεις. Ακριβώς όπως το άνοιγμα μιας ομπρέλας δεν αποσκοπεί στο σταμάτημα της βροχής, αλλά στην προφύλαξη αυτού, πάνω από το κεφάλι του οποίου ανοίχθηκε, από την βροχή. Και φυσικά όχι μόνον δεν αποσκοπεί στο σταμάτημα της βροχής, αλλά και το τελευταίο, όταν επέλθει, δεν είναι ποτέ συνέπεια του. Συνέπειά του είναι όμως συχνά ότι κάποιος δεν βράχηκε τόσο πολύ από την βροχή.

5ον: θα 'πρεπε λοιπόν να διερευνηθεί ακριβέστερα το κατά πόσον έχουν τα κρατικά μέτρα τη δυνατότητα, παρότι δεν είναι ούτε υποκειμενικά μέτρα κατά της κρίσης ενγένει, να είναι μέτρα κατά των επιπτώσεων της κρίσης στους καπιταλιστές και στο ίδιο το κράτος.

6ον: Επίσης θα πρέπει να διερευνηθεί, μήπως η καλλιέργεια και προαγωγή των αντιλήψεων, ότι τα οικονομικά μέτρα του κράτους είναι μέτρα κατά της κρίσης ενγένει, δεν είναι παρά ιδεολογική συγκάλυψη του γεγονότος ότι τα μέτρα αυτά έχουν άλλους σκοπούς και συγκεκριμένα αυτούς που προαναφέραμε.

7ον: Τέλος θα πρέπει ακόμη να εξετασθεί η πιθανότητα, οι προτάσεις κεϋνεσιανικής οικονομικής πολιτικής αριστερών οικονομολόγων είτε να μην αποσκοπούν στην πραγματικότητα στο ξεπέρασμα της κρίσης ευγένει, αλλά στην απάλυνση των επιπτώσεων της κρίσης στους μισθωτούς εργαζόμενους, είτε ν' αποσκοπούν πράγματι στο ξεπέρασμα της κρίσης ευγένει, οπότε όμως βασίζονται σε αυταπάτες όσο αφορά τόσο το χαρακτήρα και τις προθέσεις όσο και τις αντικειμενικές δυνατότητες του κράτους, όπως καθορίζονται από τους όρους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

«Σε τελευταία ανάλυση, η ελληνική ιστορική εμπειρία είναι γεμάτη από σελίδες δόξας όταν η ατομικότητα κυριαρχούσε στις αντιλήψεις των προγόνων μας και οι πολίτες ελεύθερα αποφάσιζαν για τις υποθέσεις τους χωρίς την παρέμβαση κάποιας απρόσωπης κεντρικής εξουσίας (...) Για μας η ελευθερία, αξία πανανθρώπινη και με καταβολές γνήσια ελληνικές, αποτελεί τον μοχλό για την επίτευξη της πολυπόθητης ισότητας».

Αξιοπρόσεκτο στην ελληνική αυτή έκδοση του φιλελευθερισμού είναι ο πολιτικός της ρομαντισμός, ο οποίος συνίσταται στο ότι στις ρυθμίσεις και τους θεσμούς ως αρχή οργάνωσης της κοινωνικής ζωής αντιπαραθέτει την ατομικότητα και την ελευθερία του ατόμου. Διότι στην ελληνοπρέπειά του συναντάται με τον ιθαγενή θρησκευτικό ρομαντισμό, ο οποίος στις ρυθμίσεις και τους θεσμούς αντιπροτείνει την ελληνορθόδοξη αγάπη.

Σημειώσεις
1. Μόνο στους αριστερούς οικονομολόγους μπορεί να βρει κανείς ακόμη υποστηρικτές της κεϋνεσιανικής πολιτικής καταπολέμησης της κρίσης.
2.. Δες Γιώργος Σταμάτης, «Μη αναπαραγωγικές δαπάνες, κρατικές δαπάνες, κοινωνική αναπαραγωγή και κερδοφορία του κεφαλαίου», θέσεις, No 6, Γενάρης - Μάρτης 1984, σελ. 47 κ.ε.
3. Τελικά πρέπει να είναι άγνωστο, αν ασκήθηκε ποτέ πράγματι κεϋνεσιανική οικονομική πολιτική. Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνει η προσπάθεια που έγινε την περασμένη δεκαετία να αναπτυχθούν κριτήρια για το χαρακτηρισμό ενός δεδομένου κρατικού προϋπολογισμού ως «ουδέτερου» αναφορικά με τις επιδράσεις του στην οικονομική συγκυρία, παρά μόνον ότι μέχρι τότε τουλάχιστον δεν υπήρχαν τέτοια κριτήρια και συνεπώς ήταν αδύνατο να λεχθεί πότε το κράτος άσκησε με τον προϋπολογισμό του αντικυκλική ή προκυκλική πολιτική;
4. Για τα οικονομικά μέτρα του περασμένου Οκτωβρίου δες Τ. Γαλανού, «Εισαγόμενος πληθωρισμός», ΑΤΑ και λιτότητα, Μαρξιστική Συσπείρωση, Τεύχος 8, Γεν. Φλεβ. 1986, σελ. 12κε καθώς και Γ. Σταμάτης, Ήσαν αναγκαία τα μέτρα και γιατί; εφημ. Ελευθεροτυπία της 31/ 10/85 και Η. Ιωακείμογλου - Γ. Μηλιός, Κρίση και λιτότητα, Θέσεις τ. 14.
5. Α. Ανδριανόπουλου, «Είμαστε θατσερικοί», εφημ. Το Βήμα της 18ης 2ου 1986, σελ. 35.
6. Δες όπου παραπάνω.

24 σχόλια:

  1. Παντελώς άσχετο, αλλά ενδιαφέρον το δίχως άλλο.

    http://bestimmung.blogspot.gr/2014/01/blog-post_7293.html



    Σ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα είχε ενδιαφέρον το κείμενο του μηλιου και του ιωακειμογλου που παρατίθεται στην υποσημείωση 4 :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Στη διεύθυνση, γραμματεία και σύνταξη του ΘΕΣΕΙΣ αναγράφεται Γιάννης Μηλιός-δεν είναι ο ίδιος που είναι υπεύθυνος του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ?!-πόσους Μηλιούς έχει το ΕΜΠ?
    gorf

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Α) Σημειώνεται στο κείμενο ότι:

    "Ως λόγους για την αναγκαιότητα της άσκησης αυτής της προκυκλικής τους πολιτικής επικαλέσθηκαν και επικαλούνται τους εξής:

    α) τον πληθωρισμό,
    β) το έλλειμμα του λογαριασμού εσόδων και εξόδων του δημοσίου και
    γ) το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών."

    και λίγο παρακάτω:

    "Δείξαμε αλλού, ότι το κράτος, αδιάφορα από τους λόγους που επικαλείται το ίδιο, είναι αναγκασμένο σε περιόδους υποαπασχόλησης τόσο του εργατικού δυναμικού όσο και του κεφαλαίου να ασκεί προκυκλική οικονομική πολιτική2"

    Νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον να αναρτήσεις και το κείμενο της υποσημείωσης 2 του ιδίου.

    Β) Από την άλλη αυτό που μου έμεινε σαν συμπέρασμα, από μια όχι και τόσο καλή ανάγνωση, είναι ότι βασικά δεν υπάρχουν και πολλοί τρόποι ξεπεράσματος της κρίσης για το κεφάλαιο και για τα οικονομικά του κράτους (αλλά ο εξής ένας που εφαρμόζεται ήδη). Δεν υπάρχει άλλο μείγμα διαχείρισης αλλά άλλος τρόπος παρουσίασης και νομιμοποίησης στις συνειδήσεις των εργαζομένων του ίδιου μείγματος διαχείρησης όπως σημειώνεται στο κείμενο (αναφερόμενο σε αυτούς που διατείνονται ότι μπορούν με άλλο τρόπο να διαχειριστούν την κρίση: λέγε με ΣΥΡΙΖΑ):

    " Αν συνεχίσουν να καλλιεργούν τις αντιλήψεις περί χειρισιμότητας των προβλημάτων της οικονομικής συγκυρίας και κρίσης, τότε βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να εξηγήσουν σ' αυτούς που συμμερίζονται αυτές τις αντιλήψεις, γιατί αυτά τα οικονομικά μέτρα δεν ευδοκιμούν. Αν όμως πάψουν πλέον να τις καλλιεργούν, τότε θα γίνει πιθανότατα εμφανέστερο ότι τα μέτρα εξυπηρετούν άλλους ή και άλλους σκοπούς πέραν του δεδηλωμένου σκοπού της υπέρβασης της κρίσης εν γένει, τους οποίους και επιτυγχάνουν τουλάχιστον σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι το δεδηλωμένο σκοπό τους. Για ν' αποτρέψουν μια τέτοια αντίληψη, θα πρέπει λοιπόν να νομιμοποιήσουν τα μέτρα αυτά με διαφορετικό τρόπο, θα είχαν λοιπόν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα, αν όχι μια κρίση, νομιμοποίησης."

    Τότε το ερώτημα είναι το εξής: Γιατί όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος, υποστηρίζουν ότι υπάρχει και άλλος τρόπος οικονομικής διαχείρισης της κρίσης του κεφαλαίου; Μάλλον έχω καταλάβει κάτι λάθος απλά δεν αντιλαμβάνομαι πιο λάθος κάνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανδρέα, όταν γράφεις ότι το κόμμα υποστηρίζει ότι υπάρχει "και άλλος τρόπος οικονομικής διαχείρισης της κρίσης" εννοείς τις αναφορές του σε "μείγματα διαχείρισης";

      Αν ναι, το άρθρο δεν λέει ότι δεν υπάρχουν "μείγματα διαχείρισης." Η απάλυνση των επιπτώσεων σε ορισμένα στρώματα, η οποία αναφέρεται στο 7ο σημείο λίγο πριν το τέλος (για τους αριστερούς οικονομολόγους) είναι "μείγμα διαχείρισης" της κρίσης. Αυτό που λέει ο Σταμάτης είναι ότι η απάλυνση των συνεπειών δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα με το ξεπέρασμα, την άρση της κρίσης. Το κράτος, λέει και στοιχειοθετεί, δεν είναι σε θέση να ξεπεράσει την οικονομική κρίση· μπορεί μονάχα να διαχειριστεί. Αλλά σε τελική ανάλυση, το αστικό κράτος, λέει επίσης, μπορεί να διαχειριστεί την κρίση μόνο προς όφελος του κεφαλαίου, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της υποαπασχόλησης του κεφαλαίου, έχοντας δηλαδή έναν εστιασμό που όχι μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα της υποαπασχόλησης της εργασίας, αλλά μπορεί να το επιδεινώσει, χωρίς να θίγει την καπιταλιστική κερδοφορία.

      Σημαντικό είναι να γίνει κατανοητό ότι όπως δείχνει ο Σταμάτης, η κερδοφορία μπορεί κάλλιστα να διατηρείται ή και να αυξάνεται, χωρίς να ξεπερνιέται η κρίση. Για παράδειγμα:

      "Λέγεται όμως, ότι τα αυξημένα κέρδη σημαίνουν αύξηση των επενδύσεων κι επομένως αύξηση της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Αυτό δεν ευσταθεί. Διότι οι καπιταλιστές επενδύουν, μόνον όταν η αναμενόμενη μελλοντική ζήτηση και τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη είναι υψηλά, όχι όταν τα κέρδη ενός ή περισσοτέρων ετών είναι υψηλά σαν συνέπεια όχι μιας αυξημένης ζήτησης αλλά κρατικών επιδοτήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων και χαμηλών μισθών."

      Η κάμψη των επενδύσεων, που είναι ουσιώδες κομμάτι της κρίσης, δεν συνεπάγεται κάμψη κερδοφορίας, συνεπάγεται ότι τα κέρδη δεν επενδύονται, ότι επενδύεται λιγότερο μέρος τους από ό,τι πριν. Όσο για τον χαρακτήρα των επενδύσεων που γίνονται όσο διαρκεί η κρίση:

      "Αλλά ας δεχθούμε προς στιγμήν, ότι τα μέτρα αυτά οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων.

      Ως γνωστόν υπάρχουν δύο ειδών επενδύσεις: οι επενδύσεις επέκτασης του δυναμικού παραγωγής και οι επενδύσεις ορθολογικής αναδιάρθρωσης ή και συρρίκνωσης αυτού του δυναμικού. Οι πρώτες αυξάνουν, οι δεύτερες είτε αφήνουν αμετάβλητη είτε συνήθως μειώνουν την απασχόληση του εργατικού δυναμικού. Σε καιρούς κρίσης λοιπόν, λόγω της χαμηλής ζήτησης, οι καπιταλιστές δεν θα προβούν βέβαια σε επενδύσεις επέκτασης, αλλά προφανώς σε επενδύσεις ορθολογιστικής αναδιάρθρωσης και συρρίκνωσης του δυναμικού παραγωγής. Έτσι λοιπόν οι επενδύσεις θα έχουν ως συνέπεια μια αύξηση μάλλον, παρά μια μείωση της ανεργίας."

      Διαγραφή
    2. Ναι σε αυτό αναφερόμουν Αντώνη και συγκεκριμένα λέμε όπως το σημειώνεις "Μείγμα διαχείρισης της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου".

      Αντιλαμβάνομαι αυτό που μου εξήγησες. Το ερώτημά μου είναι το εξής. Το μόνο που μπορείς ως αστικό κράτος να κάνεις για να απαλύνεις τις επιπτώσεις σε ορισμένα στρώματα, που βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού, είναι βασικά να αυξήσεις κάποιες ψευτοπαροχές προς αυτά, να κόψεις τις δουλειές στα δύο και να ανακυκλώνεις την ανεργία, να επιδοτήσεις δουλειές των 400 € δίνοντας και τζάμπα εργατική δύναμη στο κεφάλαιο. Πράγμα που εξαρτάται άμεσα με τα οικονομικά σου και πράγμα που πασχίζει να κάνει και η σημερινή κυβέρνηση. Πρέπει να κάνεις όμως υποχωρήσεις για αυτό που σχετίζονται με τα οικονομικά του κράτους. Και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξοικονομήσεις χρήματα από αλλού. Και εκεί έρχεσαι σε σύγκρουση με τμήματα του κεφαλαίου που περιμένουν αυτά τα λεφτά για την ενίσχυσή τους, αφενός, αφετέρου είσαι εντός ΕΕ και δεν μπορείς να κάνεις ότι σου κατέβει. Τουναντίον μάλιστα. Εν ολίγοις. Τι μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τη σημερινή κυβέρνηση? Το άρθρο αυτό είναι πραγματικά ένα από τα καλύτερα οικονομικής φύσης σχετικά με την κρίση, που έχεις ανεβάσει και το ξεβράκωμα που κάνει στους θιασώτες του άλλου μείγματος διαχείρισης (Σαραντάκο μην πάει το μυαλό σου στο μείγμα για κέικ. Αυτό θα το βρεις στην Αυγή της Κυριακής), φτάνει τα βρακολάστιχα των οπορτουνιστών (νυν σοσιαλδημοκρατών) στο πάτωμα. Επί του πρακτέου όμως. Που θα βρουν οι Μηλιοί και οι Σταθάκηδες λεφτά για να ενισχύσουν και το κεφάλαιο και να βρουν δουλειές έστω και των 400 € στον κοσμάκι? Που θα βρουν λεφτά να αυξήσουν τα ψίχουλα προς τους πεινασμένους? Ποιο θα είναι το άλλο μείγμα διαχείρισης που θα προσπαθήσουν να κάνουν (όχι αυτά που μας λένε ότι θα κάνουν) σε σχέση με τα εφαρμοζόμενα από τη σημερινή κυβέρνηση. Οι πίπες περί σχεδίου Μάρσαλ, και μορατόριουμ αποπληρωμής και λοιπά προς ιθαγενείς δεν θέλει και πολύ μυαλό να καταλάβει κανείς ότι είναι απλά λόγια του αέρα. Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ δηλαδή ποιο θα είναι στη σημερινή Ελλάδα το άλλο μείγμα διαχείρισης. Δεν υπάρχουν περιθώρια. Δεν είμαστε USA να κόβουμε λεφτά χωρίς να ξεφτιλιστεί το νόμισμα σε χρόνο dt (άσε που δεν μπορούμε έντος ΕΕ, αλλά λέμε τώρα).
      Οκ στα οικονομικά δεν κατέχω παρά ελάχιστα. Απλά έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι, στις σημερινές συνθήκες δεν υπάρχει άλλο μείγμα. Είναι μονόδρομος για τον καπιταλισμό αυτό που εφαρμόζεται ήδη. Ίσως θα μπορούσε ο κυρ Νίκος να μας δώσει μια απάντηση και να τον λάβουμε μια φορά στα σοβαρά υπόψιν μας, εκτός από το να πεταχτεί και να μου πει ότι έχω κάνει 500 λάθη ορθογραφικά, γραμματικής και συντακτικού στο συγκεκριμένο σχόλιο...

      Διαγραφή
    3. " Επί του πρακτέου όμως. Που θα βρουν οι Μηλιοί και οι Σταθάκηδες λεφτά για να ενισχύσουν και το κεφάλαιο και να βρουν δουλειές έστω και των 400 € στον κοσμάκι? Που θα βρουν λεφτά να αυξήσουν τα ψίχουλα προς τους πεινασμένους? Ποιο θα είναι το άλλο μείγμα διαχείρισης που θα προσπαθήσουν να κάνουν (όχι αυτά που μας λένε ότι θα κάνουν) σε σχέση με τα εφαρμοζόμενα από τη σημερινή κυβέρνηση."

      Καταλαβαίνω απόλυτα τις ερωτήσεις σου, γιατί τις έχω και εγώ. Αλλά ότι τις έχω και εγώ σημαίνει ότι δυστυχώς δεν μπορώ να τις απαντήσω. Δηλαδή, δεν έχω ιδέα σε τι ακριβώς θα συνίσταται το διαφορετικό μείγμα διαχείρισης επί της ουσίας. Δεν μπορώ να δω σε τι θα είναι διαφορετικό, σε τι θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, σε ό,τι αφορά την οικονομία. Σε άλλα πράγματα, στο εποικοδόμημα, είναι πιο εύκολο να δει κανείς τις διαφορές που θα μπορούσε να έχει το μείγμα διαχείρισης. Στην οικονομία προβληματίζομαι όσο και συ για το αν μπορεί καν να υπάρξει.

      Διαγραφή
    4. Επιβεβαίωση της ανάλυσης Σταμάτη από τον σημερινό Ρίζο:

      1. ι λένε οι αστοί;
      «Από το αναμενόμενο πλεόνασμα του 2013 η κυβέρνηση - σύμφωνα με τη σχετική νομοθετική ρύθμιση του τέλους του 2012 - σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το 70% για την ενίσχυση των κοινωνικών ομάδων με χαμηλό εισόδημα. Η παραπάνω εξέλιξη, όμως, μπορεί να ακυρώσει στην πράξη μια τέτοια πρωτοβουλία, αφού η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να καταφύγει σε ισοδύναμα φορολογικά μέτρα, για να καλύψει το κενό που δημιουργείται. Η κυβέρνηση θα πρέπει να χρησιμοποιήσει με σύνεση τα διαθέσιμα κεφάλαια από το πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να μην αναγκαστεί να λάβει επιπλέον φορολογικά μέτρα κατά τη διάρκεια του 2014, που με τη σειρά τους θα ασκήσουν πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και στην κατανάλωση και συνεπώς και στις αναπτυξιακές προοπτικές». («Ημερησία» 23/1/2014, με βάση ενημερωτικό δελτίο της Γιούρομπανκ). «Το πλεόνασμα, που κερδίσαμε (...) πρέπει να κατευθυνθεί στο Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων (...) Ετσι το επισφαλές αυτό κέρδος θα μεταμορφωθεί σε δουλειές, ανάπτυξη και ελπίδα για το αύριο», έγραφε η «Καθημερινή» (16/1/2014). Τι λένε οι αστοί; Μην υπόσχεστε παροχές (σιγά τις παροχές, δηλαδή), γιατί η κρίση ακόμα δεν ξεπεράστηκε. Δώστε το πλεόνασμα στο κεφάλαιο για επενδύσεις και ανάπτυξη. Εχουν δίκιο από τη σκοπιά τους. Αλλά το δίκιο του λαού είναι η ικανοποίηση των δικών του αναγκών. Που απαιτεί αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική πάλη με ρότα την εργατική - λαϊκή εξουσία.
      http://www.rizospastis.gr/story.do?id=7795312&publDate=24/1/2014

      Διαγραφή
    5. 2. Το χρέος
      «Το χρέος πρέπει να επαναδιευθετηθεί για να προκόψει η Ελλάδα. Οχι, βέβαια, για να συνεχίσει την επιδοματική πολιτική σε επαγγελματικές ομάδες που έχουν τον τρόπο τους, δικαστικό ή άλλο. Αλλά για να ανασυνταχθεί παραγωγικά, να αναπτύξει τους διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς, να γίνει κανονική ευρωπαϊκή χώρα» (από τη χτεσινή «Καθημερινή»). Τι λέει; Οτι το χρέος δεν είναι διαχειρίσιμο, άρα χρειάζεται διαπραγμάτευση. Ο,τι λέει εδώ και ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση βεβαίως. Γιατί; Οχι για παροχές στο λαό, αλλά για παροχές στο κεφάλαιο ώστε να κάνει επενδύσεις. Κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε προβάλλουν την αναγκαιότητα διαπραγμάτευσης, επειδή ακριβώς υπάρχει ανάγκη να βρεθεί χρήμα για επενδύσεις. Βεβαίως, η μεν κυβέρνηση μιλά για κάποιες παροχές με βάση το πρωτογενές πλεόνασμα, ο δε ΣΥΡΙΖΑ επαναφορά του κατώτατου μισθού στο ύψος που ήταν πριν, όταν όμως το επιτρέψουν οι συνθήκες. Ο λαός απ' όλα τα παραπάνω χαμένος είναι.
      http://www.rizospastis.gr/story.do?id=7795558&publDate=24/1/2014

      Διαγραφή
    6. Η όπως το είπε κάπου αλλού ο "Ρ", "Τα περιθώρια διαχείρισης είναι τόσο στενά, που οι επίδοξοι διαχειριστές, κουτουλάνε μεταξύ τους."

      ημιάγριος

      Διαγραφή
  5. Απάντηση μάλλον θα μπορούσε να μας δώσει κάποιος υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ. Πετάω το γάντι και αν θέλει ο Σαραντάκος ας το σηκώσει. Να αφήσει λίγο στην άκρη τα τηλεγραφήματα του Βλαδίμηρου και να κάνει μια προσπάθεια να μας απαντήσει. (Αν το κάνει σφύρα μου κλέφτικα).
    Πάντως επειδή είχες αναφέρει κάποτε σε σχόλιό σου ότι θεωρείς την παρούσα οικονομική κρίση αξεπέραστη χωρίς πολεμικά μέσα και καθότι έχω ακριβώς την ίδια εντύπωση, αναμένω τις σκέψεις σου που είχες πει ότι θα εκφράσεις κάποια στιγμή επ' αυτού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, ναι.
      Το 1998 το ΚΚΕ έλεγε πως η κρίση των Ασιατικών Τίγρεων είναι η παγκόσμια κρίση του Καπιταλισμού.
      Εντάξει το σταματημένο ρολόι λέει την σωστή ώρα δυο φορές την ημέρα.
      Τώρα λέει πόλεμος και αυτό σημαίνει πως σε δέκα - δεκαπέντε χρόνια θα γίνει.

      Σταματήστε να τρολάρετε με προφητείες.
      Το ΚΚΕ δεν λέει πως η κρίση των κρίσεων είναι αυτή που περνάμε αλλά πολύ εύκολα θα μπορούσε να ξεπεραστεί με έναν πακτωλό κομμένου χρήματος μέχρι την επόμενη κρίση.
      Το ΚΚΕ δεν λέει για πόλεμο αλλά για ύπαρξη ενός ενδεχομένου. Το γνωρίζουν οι Αστοί πως μία κρίση ξεπερνιέται με πόλεμο. Μπορεί να το δοκιμάσουν.
      Καμία βεβαιότητα, ούτε για πόλεμο ούτε για για τέλος Καπιταλισμού και παγκόσμια επανάσταση.

      Δουλειά μυρμηγκιού για συμπαράταξη όλης της εργατικής τάξης χρειάζεται και αυτό προσπαθεί.

      Ανταφτου

      Διαγραφή
    2. Αλλο πραγμα ο πολεμικος κευνσιανισμος που τονονει τη ζητηση εσωτερικα σε μια χωρα και εξαγει την κριση με ενα περιφεριακο πολεμο οπως ειναι η πολιτικη των ΗΠΑ και αλλο πραγμα ο πολεμος για την απαιτουμενη καταστροφη κεφαλαιου και την αναζητηση αγορων.
      Οταν μιλαμε για παγκοσμια συγχρονισμενη κριση στον καπιταλισμο μιλαμε με ορους αναγκαιοτητας και οχι τυχαιου.Και μην ξεχνας που ειναι τα επιτοκια των ΕΚΤ FED απο το 2007 και η κριση ακομα να ξεπεραστει.

      G.

      Διαγραφή
  6. Καλα τα λεει ο Σταματης αν και ακομα καλυτερα περιγραφει ο ιδιος ο Μαρξ στο κεφαλαιο "Πλεονασμα κεφαλαιου σε συνθηκες πλεονασματος πληθυσμου" σελ 317 Το Κεφαλαιο Τομος 3,οπου οριζει και την υπερσυσορευση κεφαλαιου.
    Παντως υπαρχουν 2 σχολες μεσα στο μαρξισμο για την θεωρια των κρισεων.Η μια ειναι της μειωμενης ζητησης και η αλλη της υπερσυσσορευσης κεφαλαιου.Το ΚΚΕ αν δεν κανω λαθος συμφωνει με τη δευτερη ενω ο Σταματης φερνει ενα παραδειγμα πτωσης του ποσοστου του κερδους λογω μειωμενης ζητησης.Εγω προσωπικα δεν θεωρω οτι η μια αποκλειει την αλλη θεωρια αλλα χρονικα η υπερσυσωρευση και η αποτομη πτωση του ποσοστου του κερδους λογω αυξησης μισθων σε συνθηκες σχετικα πληρους απασχολησης προηγηται και μονο εφ οσον ξεσπασει η κριση εχουμε πτωση στη ζητηση και μειωση της παραγωγης.

    Ακομα εκει που λεει ο Σταματης "Η μείωση του βαθμού απασχόλησης του εργατικού δυναμικού και του κεφαλαίου είχε ως άμεση συνέπεια στασιμότητα και μερικές φορές και μείωση του εθνικού προϊόντος." κανει μια ταυτολογια να εμφανιζεται σαν αιτιακη σχεση.

    G.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν είναι η αύξηση μισθών η αιτία της πτώσης του ποσοστού κέρδους αλλά η αύξηση του ποσοστού σταθερού κεφαλαίου ως προς το μεταβλητό κεφάλαιο, ως αποτέλεσμα της σχετικής εξισορρόπησης της τεχνολογικής βελτίωσης της παραγωγής μεταξύ κλάδων και μεταξύ επιχειρήσεων στον ίδιο κλάδο: http://leninreloaded.blogspot.com/2013/06/blog-post_1.html

      Διάβασε και Μπαλακρίσναν για την τεχνολογική "επανάσταση" που όλο διαφήμιζε ο καπιταλισμός αλλά δεν ήρθε ποτέ. Είναι πολύ διαφωτιστικός για το θέμα.

      Επίσης, "αυξήσεις μισθών" πραγματικές έχουν να γίνουν κάτι δεκαετίες, ενώ στην Ελλάδα η λιτότητα βαστάει από το 1985 περίπου, μετά την πρώτη τετραετία ΠΑΣΟΚ.

      Διαγραφή
    2. «θα υπήρχε απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου
      από τη στιγμή που το πρόσθετο κεφάλαιο για
      την αύξηση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής
      θα ήταν =0. Ο σκοπός όμως της
      κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι η
      αξιοποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή ιδιοποίηση
      υπερεργασίας, παραγωγή υπεραξίας, παραγωγή
      κέρδους. Από τη στιγμή λοιπόν που το
      κεφάλαιο θα είχε αυξηθεί σε σχέση με τον
      εργατικό πληθυσμό, τόσο που να μην μπορεί
      ούτε να παραταθεί ο απόλυτος εργάσιμος
      χρόνος που προσφέρει ο πληθυσμός αυτός,
      ούτε να διευρυνθεί ο σχετικός χρόνος
      εργασίας (αυτό το δεύτερο θα ήταν έτσι
      κι αλλιώς αδύνατο να γίνει στην περίπτωση
      τόσο μεγάλης ζήτησης εργασίας, δηλαδή στην
      περίπτωση που επικρατεί τάση αύξησης των
      μισθών) - από τη στιγμή λοιπόν που το
      αυξημένο κεφάλαιο θα παρήγαγε μόνον τόση
      μάζα υπεραξίας, όση παρήγαγε πριν από την
      αύξηση του ή ακόμη και λιγότερη, από τη
      στιγμή αυτή θα σημειωνόταν απόλυτη
      υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Δηλαδή το αυξημένο
      κεφάλαιο Κ+ΔΚ, δεν θα παρήγαγε περισσότερο
      κέρδος, ή θα παρήγαγε ακόμη και λιγότερο
      κέρδος, απ' ό,τι παρήγαγε το κεφάλαιο Κ πριν
      από την αύξηση του με το ΔΚ. Και στις δύο
      περιπτώσεις θα συντελούνταν μια γερή και
      απότομη πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους,
      τη φορά αυτή όμως εξαιτίας μιας αλλαγής στη
      σύνθεση του κεφαλαίου, που δεν θα οφειλόταν
      στην ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης, αλλά
      σε μιαν αύξηση της χρηματικής αξίας του
      μεταβλητού κεφαλαίου (εξαιτίας των
      αυξημένων μισθών) και στην αντίστοιχη
      μ' αυτήν μείωση της σχέσης της υπερεργασίας
      προς την αναγκαία εργασία.» (Κ III, σ. 318).

      Εχεις δικιο για τους μισθους στην περιοδο 85-2001,αλλα απο το 2001-2009 οι μισθοι αυξηθικαν και ξεπερασαν τα επιπεδα του 85.

      G.

      Διαγραφή
    3. "Εξαιτίας της αυξημένης παραγωγικότητας της εργασίας, θα μπορούσε το ίδιο μέσο ποσο των καθημερινών μέσων συντήρησης να πέσει από 3 σε 2 σελίνια, ή να χρειάζονταν 4 αντί 6 ώρες της εργάσιμης μέρας για την αναπαραγωγή ενός ισοδύναμου για την αξία των καθημερινών μέσων συντήρησης. Ο εργάτης θα ήταν τώρα σε θέση να αγοράζει με 2 σελίνια τόσα μέσα συντήρησης, όσα αγόραζε προηγούμενα με 3 σελίνια. Στην πραγματικότητα, Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ θα έπεφτε, μα αυτή η ελαττωμένη αξία θα αντιπροσώπευε το ίδιο ποσό από μέσα συντήρησης όπως και πριν. Τότε το κέρδος θα ανέβαινε από 3 σε 4 σελίνια και το ποσοστό του κέρδους από 100 σε 200 τα εκατό. Αν και το απόλυτο βιοτικό επίπεδο του εργάτη θα έμενε το ίδιο, ο ΣΧΕΤΙΚΟΣ μισθός της εργασίας του και μαζί του και η ΣΧΕΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ σε σύγκριση με τη θέση του κεφαλαιοκράτη θα έπεφτε πιο χαμηλά. Αν ο εργάτης αντιστκόταν σ' αυτή την πτώση του σχετικού μισθού της εργασίας του, αυτό θα αποτελούσε μονάχα μια προσπάθεια να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ένα ορισμένο μερτικό από την αυξημένη παραγωγική δύναμη της ίδιας του της δουλειάς και μια προσπάθεια να διατηρήσει την προηγούμενη σχετική θέση του στην κοινωνική κλίμακα."
      (Μαρξ, Μισθός, τιμή και κέρδος, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 62).

      Διαγραφή
    4. "Σ' όλες τις περιπτώσεις που εξέτασα --κι αυτές αποτελούν τα ενενήντα εννιά τα εκατό-- είδατε ότι ο αγώνας για την αύξηση των μισθών αποτελεί απλώς το επακόλουθο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ αλλαγών, και είναι το αναγκαίο προϊόν προηγούμενων μεταβολών στο ποσό της παραγωγής, της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, της αξίας της εργασίας, της αξίας του χρήματος, της διάρκειας ή της ενατατικότητας της ξεζουμισμένης εργασίας των διακυμάνσεων των τιμών της αγοράς, που εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις της ζήτησης και της προσφοράς και που συμφωνούν με τις διάφορες φάσεις του βιομηχανικού κύκλου, με μια λέξη σαν αντιδράσεις της εργασίας ενάντια στην προηγούμενη δράση του κεφαλαίου. Όταν εξετάζετε την πάλη για αύξηση του μισθού ανεξάρτητα απ' όλες αυτές τις συνθήκες, όταν προσέχετε μόνο τις αλλαγές του μισθού και παραβλέπετε όλες τις άλλες αλλαγές από τις οποίες προέρχονται, τότε ξεκινάτε από μια λαθεμένη προϋπόθεση για να φτάσετε σε λαθεμένα συμπεράσματα."
      (στο ίδιο, σελ. 68).

      Διαγραφή
    5. "δείξαμε ότι μια γενική αύξηση των μισθών θα είχε σαν συνέπεια μια πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους, δεν θα έθιγε όμως τις μέσες τιμές των εμπορευμάτων, ή τις αξίες τους [...] όπω και σ' όλα εμπορεύματα, έτσι και στην εργασία, Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ της θα προσαρμοστεί με τον καιρό στην ΑΞΙΑ της, [...] επομένως ο εργάτης, ό,τι κι αν κάνει παρ' όλες τις διακυμάνσεις προς τα πάνω και προς τα κάτω, θα πάρει κατά μέσον όρο μονάχα την αξία της εργασίας του [...] που με τη σειρά της καθοιρίζεται από την αξία των μέσων συντήρησης που χρειάζονται για τη διατήρηση και αναπαραγωγή της και που η αξία τους ρυθμίζεται τελικά από την ποσότητα της εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή τους."
      (στο ίδιο, σελ. 69).

      "Το μέρος εκείνο του συνολικού κεφαλαίου που αποτελείται από σταθερό κεφάλαιο, από μηχανές, πρώτες ύλες, μέσα παραγωγής σε κάθε δυνατή μορφή, αυξάνεται πιο γρήγορα σε σύγκριση με το άλλο μέρος του κεφαλαίου που ξοδεύεται σε μισθούς ή στην αγορά εργασίας. [...] Με την πρόοδο της βιομηχανίας, η ζήτηση για εργασία δε συμβαδίζει λοιπόν με τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Θα εξακολουθεί ν' αυξάνεται, αλλά σε μια αναλογία που διαρκώς θα ελαττώνεται σε σύγκριση με την αύξηση του κεφαλαίου.

      Αυτές οι λίγες παρατηρήσεις αρκούν να δείξουν ότι ολόκληρη η ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανίας θα πρέπει να κάνει τη ζυγαριά να κλίνει προοδευτικά υπέρ του κεφαλαιοκράτη κι ενάντια στον εργάτη και ότι επομένως η γενική τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής δεν είναι να ανεβάζει αλλά να ρίχνει το μέσο επίπεδο των μισθών ή να πιέζει την ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ περισσότερο ή λιγότερο στο ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ της."
      (στο ίδιο, σελ. 74-75)

      Διαγραφή
    6. Εν ολίγοις: μια ΓΕΝΙΚΗ αύξηση των μισθών θα έριχνε πράγματι το γενικό ποσοστό κέρδους. Μόνο που αυτό που παρέθεσες είναι, όπως είναι και στο Μισθός, τιμή και κέρδος, ένα καθαρά υποθετικό σενάριο. Στην πραγματικότητα, με την πάροδο του χρόνου το σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται ως ποσοστό σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Η συνέπεια είναι ότι καθώς συσσωρεύεται περισσότερο κεφάλαιο μειώνεται η ζήτηση για εργασία σε σχέση πάντα με τους ρυθμούς αύξησης του κεφαλαίου. Έτσι, η γενική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης είναι η συγκριτική μείωση της ζήτησης για εργασία και κατ' επέκταση η μείωση των μισθών.

      Τέλος, η αύξηση του μισθού δεν συνίσταται στο να παίρνεις περισσότερα αν οι τιμές των αγαθών που χρειάζεσαι για να συντηρηθείς ανεβαίνουν περισσότερο από τον μισθό σου (στην Ελλάδα, οι τιμές εκτινάχθηκαν στα ουράνια μετά την είσοδο στο ευρώ), ενώ, αντίστροφα, ο μισθός μπορεί να αυξάνεται ουσιαστικά χωρίς να αυξάνεται αριθμητικά αν με τα ίδια χρήματα μπορείς να αγοράσεις περισσότερα αγαθά. Θα επιμείνω ότι καμία αύξηση μισθών δεν έλαβε χώρα στην περίοδο 2001-2009 σύμφωνα με τα κριτήρια του τι σημαίνει "πραγματικός μισθός".

      Διαγραφή
  7. "Μπαλακρίσναν "
    Μιλάς για αυτόν; http://www.newsbeast.gr/world/arthro/612934/proin-maoistes-to-zeugari-pou-kratouse-aihmalotes-3-gunaikes-gia-triada-hronia/

    Κάποια παραπομπή σε κείμενά του;
    Ανταφτου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συστήνω ηρεμιστικά και ξεκούραση, βλέπεις αντικομμουνιστικά φαντάσματα.

      Ο Μπαλακρίσναν στον οποίο αναφέρομαι είναι καθηγητής στην Καλιφόρνια.

      Διαγραφή
  8. Αντώνης: "Καταλαβαίνω απόλυτα τις ερωτήσεις σου, γιατί τις έχω και εγώ".

    Η απορία είναι κοινή σε όσους μπορούν να σκέφτονται.
    Η διαφορά των κευνσιανών (αριστερά του Σύριζα) απο τους νεοφιλελεύθερους (η σημερινή κυβέρνηση και δεξια του Σύριζα έως του διαβόλου τη μανα) είναι οτι οι δεύτεροι λένε συνεχίζουμε έτσι, κι όπου μας βγάλει. Το κράτος δεν μπορεί να κανει τίποτε και ας ελπίζουμε οτι η κρίση θα ξεπεραστεί με συνεχείς συνδρομές στο κεφάλαιο. Οι κευνσιανοί λένε πάμε κατά διαβόλου κι ας βάλουμε το κράτος να κανει κάτι διαφορετικό απο το τίποτε.
    Και τι μπορεί να είναι αυτό; Το πιθανότερο: η ανάκτηση απο το κράτος ενός ρόλου άμεσου επενδυτή π.χ. δημόσια έργα, αυξημένες δαπάνες στην κοινωνική πολιτική κ.α., κατά συνέπεια μείωση της ανεργίας, αύξηση της ζήτησης, ενίσχυση του παροπλισμένου κεφαλαίου (αυτού που στις παρούσες συνθήκες έχει σημαδευτεί για καταστροφή) επανεκκίνηση της " πραγματικής οικονομίας", υπέρβαση των ακραίων χαρακτηριστικών της οικονομικής κατάθλιψης.

    Και η απορία μας μεταφράζεται σε τούτο: με τι κεφάλαια ξεκινάει μια τέτοια διαδικασία; Μα με καινούριο δανεισμό του κράτους (μια αύξηση της φορολογίας και συνακόλουθη επέκταση της εξαθλίωσης θα υπονόμευε την προσδοκούμενη ανάκαμψη) σε συνδιασμό με την υποτίμηση του νομίσματος, ή οποία ευελπιστούν θα οδηγήσει σε τόνωση των εξαγωγών και μείωση της ανεργίας.

    Γι αυτό κι ο Λαπαβίτσας λέει οτι το grexit πρέπει να είναι αποτέλεσμα συμφωνίας κυρίων και να συνδυαστεί με μείωση του χρέους. Απλό: Για να μπορεί το κράτος να δανειστεί πάλι και να έχει ενα διαχειρήσημο, "μανιτζενελο" χρέος.
    Η διαφορά των κευνσιανών απο τους άλλους είναι οτι βλέπουν οτι μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης αυτό δεν γίνεται. Και φυσικά, η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα κι ο κρατικός έλεγχος του τραπεζικού τομέα θα τους το δωσει, ελπίζουν, περιθώρια να ασκήσουν δημοσιονομική πολιτική, πράγμα που είναι αδύνατο με την σημερινή απονεύρωση του κράτους.

    Κι απορία μας τώρα μετατρέπεται στο κομβικό ερώτημα: και γιατί παρακαλώ να συμφωνήσουν οι φανατικοί νεοφιλελεύθεροι της ΕΕ σε κάτι τέτοιο; Τι έχει να κερδίσει το χρηματιστικό κεφάλαιο και τα μεγαπώλια που αυτοι εξυπηρετούν; Η απάντηση είναι τίποτε περισσότερο. Και άρα το μόνο που απομένει είναι η ελληνική κυβέρνηση να τους εκβιάσει δείχνοντας οτι μια άτακτη φυγή της θα τους ζημιώσει.
    Επειδή όμως θα ξέρουν οτι μια τέτοια απειλή προέρχεται απο το στρώμα των μεσοαστών με επιχειρηματικά συμφέροντα τα οποία τώρα θυσιαζονται και τα οποία απεγνωσμένα προσπαθούν να υπερασπιστούν μπλοφάροντας, κι επειδή θα ξέρουν πως αυτοι οι μεσοαστοί ποτέ δεν θα εγκαταλείψουν την ιδέα να περισωθούν μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, οι εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου δεν θα ενδώσουν στον εκβιασμό τους διακινδυνευοντας το στάτους κβο που έχουν εμπεδώσει. Θα προτιμήσουν την μικρότερη ζημιά που συνάμα θα σημάνει την ολοσχερή καταστροφή των μεσοαστών που τους εκβιάζουν. Αυτοί που θα υποκύψουν θα είναι οι μεσοαστοί.

    Όλοι οι δρόμοι που προτείνουν οι ναυαγοσώστες του καπιταλισμού οδηγούν σε συνθηκολόγηση με όρους μεγαλοαστών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή