Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Προς μια κατανόηση της έννοιας της "δυαδικής εξουσίας": Το φυσιολογικά αδιαίρετο της εξουσίας. Jean-Jacques Rousseau

Jean-Jacques Rousseau
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο (1762)
Μτφρ.: Lenin Reloaded


Βιβλίο 1, Κεφάλαιο 7
Περί του κυρίαρχου

[...]
[2] Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως η δημόσια απόφαση η οποία μπορεί να υποχρεώσει όλους τους υπηκόους προς τον Κυρίαρχο εξαιτίας των δύο διαφορετικών σχέσεων, σε συνάρτηση με τις οποίες αντιμετωπίζεται ο κάθε υπήκοος, δεν μπορεί, για τον αντίστροφο λόγο, να εξαναγκάσει τον Κυρίαρχο απέναντι στον εαυτό της. Και συνεπώς, ότι είναι έναντια στη φύση του πολιτικού σώματος να επιβάλλει στον εαυτό του ένα νόμο που να μην μπορεί να παραβιάσει. Εφόσον ο Κυρίαρχος μπορεί να αναλογιστεί τον εαυτό του μόνο σε συνάρτηση με μία και μόνο μία σχέση, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση που βρίσκεται ένας ιδιώτης που συνάπτει συμβόλαιο με τον εαυτό του: πράγμα το οποίο δείχνει ότι δεν υπάρχει, και ούτε μπορεί να υπάρξει, κανένας θεμελιώδης νόμος που να είναι υποχρεωτικός για το σώμα του λαού· ούτε καν το κοινωνικό συμβόλαιο. [...]

[4] Μόλις ενωθεί λοιπόν το πλήθος σε ένα σώμα, δεν μπορεί κανείς να τραυματίσει ένα μέλος του χωρίς να επιτεθεί στο σώμα ολόκληρο. [...]

[5] Ο Κυρίαρχος, αφού σχηματίζεται εντελώς από τα άτομα που τον συνιστούν, δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει, συμφέροντα άλλα από τα δικά τους. Συνεπώς, η Κυρίαρχη εξουσία δεν έχει ανάγκη εγγυητή απέναντι στους υπηκόους, διότι είναι αδύνατο για το σώμα να θέλει να προξενήσει βλάβη σε ένα απ' τα μέλη του, και θα δούμε αργότερα ότι δεν μπορεί να βλάψει κανένα απ' αυτά ιδιαιτέρως.

Βιβλίο 2, Κεφάλαιο 2
Η κυριαρχία είναι αδιαίρετη

[1] Για τον ίδιο λόγο που η κυριαρχία είναι μη αλλοτριώσιμη, είναι επίσης αδιαίρετη. Διότι είτε η βούληση είναι γενική, είτε δεν είναι. Είτε είναι η βούληση σύσσωμου του λαού, είτε είναι αυτή ενός μόνο μέρους. Στην πρώτη περίπτωση, η δήλωση αυτής της βούλησης είναι μια πράξη κυριαρχίας και συνιστά νόμο. Στη δεύτερη, είναι απλώς μια επιμέρους βούληση, ή μια πράξη διακυβέρνησης. Στην καλύτερη, είναι διάταγμα.

[2] Οι πολιτικοί μας όμως, που αδυνατούν να διαμοιράσουν την κυριαρχία επί της αρχής της, την διαμοιράζουν επί του αντικειμένου της. Την χωρίζουν σε ισχύ και βούληση, σε νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, σε δικαιώματα φορολόγησης, δικαίου και πολέμου, σε εθνική διοίκηση και την ισχύ της διεκπεραίωσης διεθνών σχέσεων. Μερικές φορές, ανακατεύουν όλα αυτά τα μέρη και μερικές φορές τα χωρίζουν. Μετατρέπουν τον Κυρίαρχο σε ένα πρόσωπο φανταστικό και φτιαγμένο από πολλά διαφορετικά κομμάτια. Είναι λες και συγκροτούν τον άνθρωπο από πολλά διαφορετικά σώματα, ένα απ' τα οποία έχει μάτια, το άλλο χέρια, το άλλο πόδια, και τίποτε άλλο. Λέγεται πως οι γιαπωνέζοι μάγοι μπορούν να τεμαχίσουν ένα παιδί μπροστά στα μάτια των θεατών και κατόπιν να πετάξουν όλα του τα μέλη στον αέρα, το ένα μετά το άλλο, και να κάνουν το παιδί να πέσει κάτω ζωντανό και πλήρως επανασυναρμολογημένο. Μ' αυτό, λίγο-πολύ, μοιάζουν τα κόλπα των πολιτικών μας. Αφού διαμελίσουν το κοινωνικό σώμα, βάζουν μετά, μ' ένα ταχυδακτυλουργικό αντάξιο του τσίρκου, τα κομμάτια μαζί χωρίς κανείς να καταλαβαίνει πώς.

[3] Το σφάλμα αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι δεν έχουν διαμορφώσει ακριβείς έννοιες της κυρίαρχης εξουσίας, και από το γεγονός ότι πήραν απλές εκφάνσεις αυτής της εξουσίας ως τμήματα αυτής της εξουσίας. Έτσι, για παράδειγμα, την κήρυξη πολέμου και την σύναψη ειρήνης την βλέπουν ως πράξεις κυριαρχίας, ενώ δεν είναι τέτοιες. Γιατί καμία απ' αυτές τις πράξεις δεν είναι νόμος αλλά είναι εφαρμογή του νόμου, μια συγκεκριμένη πράξη η οποία αποφασίζει για μια περίπτωση, όπως θα δούμε ξεκάθαρα μόλης η ιδέα που προσκολλάται στη λέξη νόμος ξεκαθαριστεί.

[4] Εξετάζοντας τις άλλες διαιρέσεις με τον ίδιο τρόπο, ανακαλύπτει κανείς ότι οποτεδήποτε κάποιος θεωρεί πως βλέπει την κυριαρχία διαιρεμένη κάνει λάθος, ότι τα δικαιώματα τα οποία εκλαμβάνει για τμήματα αυτής της κυριαρχίας υπόκεινται όλα τους σ' αυτή, και ότι πάντα προϋποθέτουν ανώτατες βουλήσεις, τις οποίες αυτά τα δικαιώματα απλώς εφαρμόζουν.

[5] Θα ήταν δύσκολο να υπερβάλλουμε για το πόσο αυτή η έλλειψη ακρίβειας έχει συσκοτίσει τα συμπεράσματα συγγραφέων σε ζητήματα πολιτικών δικαιωμάτων, όταν προσπάθησαν να επιδιαιτητεύσουν τα αντίστοιχα δικαιώμτα των βασιλέων και των λαών με τις αρχές που θεμελίωσαν. Οποιοσδήποτε διαβάσει το τρίτο και το τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου Βιβλίου του Γκρότιους μπορεί να δει πως αυτός ο μορφωμένος άνθρωπος και ο μεταφραστής του Μπαρμπεϊράκ μπερδεύονται και περιορίζονται από τα σοφίσματά τους, φοβούμενοι μην πουν υπερβολικά πολλά ή υπερβολικά λίγα ανάλογα των απόψεών τους, και μην προσβάλλουν τα συμφέροντα που προσπαθούν να συμφιλιώσουν. Ο Γκρότιους, πρόσφυγας στη Γαλλία, δυσαρεστημένος με την πατρίδα του, και προσπαθώντας να κολακέψει τον Λουδοβίκο τον 13ο στον οποίο αφιέρωσε το βιβλίο του, δεν φείδεται κανενός μέσου για να σφετεριστεί τα δικαιώματα των λαών και να αποδώσει στους βασιλείς με τα δικαιώματα αυτά με τον πιο περίτεχνο τρόπο που μπορεί. Αυτό σίγουρα ταίριαζε με τα γούστα του Μπαρμπεϊράκ, ο οποίος αφιέρωσε τη μετάφρασή του στον βασιλέα Γεώργιο τον πρώτο της Αγγλίας. Δυστυχώς όμως, η εκδίωξη του Ιακώβου του δεύτερου, την οποία αποκαλεί απάρνηση του στέμματος, τον εξανάγκασε να προσέχει την πλάτη του, να επαμφοτερίζει, να υπεκφεύγει, ώστε να μην παρουσιάσει τον Γουλιέλμο τον τρίτο ως σφετεριστή. Αν αυτοί οι δύο συγγραφείς είχαν υιοθετήσει τις αληθινές αρχές, όλες τους οι δυσκολίες θα είχαν επιλυθει, και θα ήταν πάντα συνεπείς. Αλλά τότε θα είχαν την ατυχία να πουν την αλήθεια και να αποδώσουν τιμές μόνο στο λαό. Η αλήθεια όμως δεν οδηγεί σε περιουσίες και ο λαός δεν δίνει θέσεις πρεσβευτών, καθηγητών ή συντάξεις.

Βιβλίο 2, Κεφάλαιο 6
Περί του νόμου

[...]

[5]. Όταν όμως ολόκληρος ο λαός εφαρμόζει διατάγματα για ολόκληρο το λαό, τότε έχει στο νου μονάχα τον εαυτό του, κι αν δημιουργείται κάποια σχέση ως αποτέλεσμα, αυτή βρίσκεται μεταξύ ολόκληρου του αντικειμένου από τη μία οπτική και ολόκληρου τουτου αντικειμένου από μια άλλη οπτική, χωρίς την διαίρεση του όλου. Τότε το ζήτημα σε σχέση με το οποίο εφαρμόζεται το διάταγμα είναι γενικό, όπως είναι και η εφαρμοστική βούληση. Αυτή την πράξη αποκαλώ νόμο.


Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 4 
Περί της δημοκρατίας
[...]

[3] Με την αυστηρή έννοια του όρου, πραγματική δημοκρατία ούτε υπήρξε, ούτε και θα υπάρξει ποτέ. Είναι ενάντιο στην φυσική τάξη να κυβερνούν οι πολλοί και να κυβερνούνται οι λίγοι. Είναι αδιανόητο ο λαός να συγκεντρώνεται διαρκώς ώστε να παρακολουθεί τα δημόσια πράγματα, και είναι άμεσα σαφές ότι δεν μπορεί να διορίσει επιτροπές για να το κάνουν χωρίς να αλλάξει τη μορφή διακυβέρνησης [ενν. από την "πραγματική" δημοκρατία].

Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 13
Συνέχεια Κεφαλαίου 12
[...]

[5] [...] Πρώτον, η Κυρίαρχη εξουσία είναι απλή και μονή, δεν μπορεί να διαιρεθεί χωρίς να καταστραφεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου