Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Γ. Σταμάτης-Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία (ΙIΙ)

Πρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος
5. Το πρόβλημα στο έργο του Μαρξ

Τόσο απλό είναι το όλο ζήτημα. Τις έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας πραγματεύεται όμως ο Marx και σε δύο ακόμη γραπτά του: στον ΙΙΙο τόμο (Κεφάλαια 16 κ.ε.) του Κεφαλαίου και στο πρώτο Μέρος (Ιο τόμο) των Θεωριών για την υπεραξία.

Ο τρόπος ανάγνωσης αυτών των γραπτών του Marx δημιούργησε το ανύπαρκτο κατά τη γνώμη μας πρόβλημα της ορθής ερμηνείας των εν λόγω μαρξικών εννοιών.


Νομίζουμε, ότι η μέχρι τώρα ανάγνωση δεν έχει λάβει υπόψη της δύο πράγματα:

Πρώτο: Ότι ο ΙΙΙος τόμος του Κεφαλαίου αποτελεί σημειώσεις - ούτε καν πρώτη γραφή ενός προς δημοσίευσιν κειμένου, πολύ λιγότερο δε κείμενο για τον τυπογράφο - οι οποίες, ως γνωστόν, γράφτηκαν τόσο πριν από τον Ιο τόμο του Κεφαλαίου [12], το κείμενο του οποίου δούλεψε ο Marx δύο φορές για τον τυπογράφο, μια για την πρώτη και μια με αφορμές τη ρωσική και τη γαλλική μετάφραση και την δεύτερη γερμανική έκδοση, όσο και πριν από τα "Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής", τα οποία αποτελούν, ως γνωστόν, το τελευταίο, τελικά μη συμπεριληφθέν σ' αυτόν, κεφάλαιο του Ιου τόμου του Κεφαλαίου [13].

To status του Ιου τόμου του Κεφαλαίου και των Αποτελεσμάτων της άμεσης διαδικασίας παραγωγής είναι λοιπόν, αναφορικά με την διασαφήνιση του περιεχομένου των μαρξικών εννοιών, που μας απασχολούν εδώ, προφανώς ανώτερο απ' αυτό του Που τόμου του Κεφαλαίου.

Και τίθεται πράγματι θέμα αξιολόγησης του status αυτών των μαρξικών κειμένων. Διότι στον ΙΙΙο τόμο του Κεφαλαίου περιέχονται αντιφατικές απόψεις για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, οι οποίες έχουν τις εξής δύο πηγές:

α) Ο Marx, καίτοι στον ΙΙΙο τόμο πραγματεύεται ρητά τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου ως ενότητα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας (ο τίτλος του ΙΙΙου τόμου του κεφαλαίου είναι: "Η συνολική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής"), στα κεφάλαια αυτού του τόμου, στα οποία αναφέρεται στην παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στον καπιταλισμό, θεωρεί, σε αντίφαση προς τον τρόπο πραγμάτευσης της διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας που μόλις αναφέραμε (σύμφωνα με τον οποίο η τελευταία αποτελεί στιγμή της συνολικής διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής), τη διαδικασία κυκλοφορίας όχι (όπως είναι ορθό και όπως ο ίδιος δηλώνει ότι προτίθεται να κάνει) ως actus purus, αλλά ως υλική διαδικασία, χωριστή από την συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας.

β) Ο Marx μάλλον δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει πλήρως το υλικό του και τις πρακτικές εφαρμογές των αντιλήψεων του για την παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία στον τομέα του εμπορίου [14].

Τι σημαίνει όμως η πραγμάτευση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus και γιατί αντιφάσκει στην πραγμάτευση της συνολικής διαδικασίας παραγωγής του κεφαλαίου ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας του κεφαλαίου; Η πραγμάτευση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus είναι ταυτόσημη με την πραγμάτευση αυτής της διαδικασίας κατ' αφαιρετικόν τρόπον ως ενός συνόλου δικαιοπραξιών, που αφορούν αγορές και πωλήσεις εμπορευμάτων και συνεπώς μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας αντί αντιτίμου, δηλ. αγορών και πωλήσεων εμπορευμάτων αυτές καθεαυτές, τουτέστιν ως συνόλου πράξεων, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν και υλικές δραστηριότητες παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών. Είναι δηλ. ταυτόσημη με την πραγμάτευση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως - μη υλικής - διαδικασίας ανταλλαγής.

Στην πραγματικότητα όμως η διαδικασία κυκλοφορίας είναι υλική διαδικασία παραγωγής, δηλ. μια διαδικασία, η οποία χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και μέσα παραγωγής και παράγει υλικά αγαθά ή και υπηρεσίες. Ο χονδρέμπορος π.χ., ο οποίος πουλάει σιδερόβεργες για οικοδομές, τις οποίες αγοράζει από ένα εργοστάσιο χαλυβουργίας, παράγει ένα νέο προϊόν, διαφορετικό από τις - από φυσική άποψη ίδιες - σιδερόβεργες του εργοστασίου χαλυβουργίας, χρησιμοποιώντας στην διαδικασία παραγωγής του πλην της εργασιακής δύναμης και άλλες αρχικές και ενδιάμεσες εισροές, τις οποίες προμηθεύεται από άλλους παραγωγούς και στις οποίες ανήκουν πλην άλλων (όπως κτήρια, εξοπλισμός γραφείων, ηλεκτρικό ρεύμα, υπηρεσίες μεταφορών, υπηρεσίες ασφάλισης κ.λπ.) και αυτές οι ίδιες οι σιδερόβεργες του εργοστασίου χαλυβουργίας - οι τελευταίες αποτιμημένες βέβαια σε τιμές εργοστασίου, δηλ. σε τιμές που ισχύουν «στην πόρτα του εργοστασίου». Ο ίδιος δεν πουλάει, όπως το εργοστάσιο, σιδερόβεργες «στην πόρτα του εργοστασίου», στην Θεσσαλονίκη π.χ., αλλά πουλάει τις «ίδιες» σιδερόβεργες στην Αθήνα π.χ. στο εκεί κατάστημα του σε τιμή χονδρεμπόρου, δηλ. σε τιμή, η οποία περιέχει ένα κόστος σε μισθούς και υλικά (στο κόστος σε υλικά περιέχεται και η τιμή εργοστασίου των σιδερόβεργων) και ένα ανάλογο προς το κεφάλαιο του (ανά μονάδα προϊόντος) κέρδος. Η τιμή του χονδρεμπόρου περιέχει λοιπόν μισθούς και κέρδη, δηλ. (προστιθέμενη) αξία, τα οποία δεν περιέχονταν στην τιμή εργοστασίου, αλλά δημιουργήθηκαν στην υλική διαδικασία παραγωγής του χονδρεμπόρου, χειροπιαστό προϊόν της οποίας είναι οι σιδερόβεργες στην Αθήνα και όχι σιδερόβεργες στο εργοστάσιο χαλυβουργίας στην Θεσσαλονίκη [14].

Ό,τι ισχύει για τον χονδρέμπορο σε σχέση με το εργοστάσιο χαλυβουργίας ισχύει π.χ. και για τον ιδιοκτήτη μάντρας οικοδομικών υλικών στα Λιόσια. Ο τελευταίος παράγει, χρησιμοποιώντας εργασιακή δύναμη (δική του μόνον ή και ξένη) και άλλες αρχικές και ενδιάμεσες εισροές (μεταξύ των οποίων και τις σιδερόβεργες τον χονδρέμπορου), σιδερόβεργες στα Λιόσια, η τιμή των οποίων περιέχει και μία (προστιθέμενη) αξία πέραν αυτών των (προστιθεμένων) αξιών, οι οποίες παρήχθησαν από εργοστάσιο χαλυβουργίας και από τον χονδρέμπορο[15]: αυτήν την (προστιθέμενη) αξία που παρήχθη στη μάντρα του.

Η διαδικασία κυκλοφορίας, ως υλική διαδικασία παραγωγής που την περιγράψαμε εδώ, αποτελεί στιγμή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας. Στα πλαίσια λοιπόν μιας θεώρησης της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας λόγος για τη διαδικασία κυκλοφορίας έξω απ' αυτήν την ενότητα μπορεί να γίνει μόνον ως για actus purus, δηλ. ως για μη υλική διαδικασία ανταλλαγής.

Μια δυνατή απλούστευση της παραπάνω θεώρησης της συνολικής διαδικασίας παραγωγής συνίσταται στη θεώρηση όχι και των τριών χωριστών διαδικασιών του παραδείγματος μας (των διαδικασιών παραγωγής του εργοστασίου, του χονδρεμπόρου και του λιανοπωλητή), αλλά στην θεώρηση της τελευταίας απ' αυτές ως εμπεριέχουσας και τις δυο άλλες. Αυτό κάνει π.χ.·ο Ricardo, όταν γράφει: «... εκτιμώντες, ε.π., την ανταλλακτικήν αξίαν των περικνημίδων, ευρίσκομεν ότι η αξία των, συγκρινόμενη προς άλλα αγαθά, εξαρτάται εκ της ολικής ποσότητος εργασίας, της αναγκαιούσης προς κατασκευήν και προσαγωγήν των εις την αγοράν. Πρώτον, εκ της αναγκαιούσης εργασίας προς καλλιέργειαν του εδάφους, εφ' ου φύεται ο βάμβαξ· δεύτερον, εκ της εργασίας προς μεταφοράν του βάμβακος εις την χωράν κατασκευής των περικνημίδων, εις ην εργασίαν περιλαμβάνεται τμήμα της καταβληθείσης προς ναυπήγησιν του πλοίου όπερ μετέφερε τον βάμβακα· το τμήμα τούτο της εργασίας υπολογίζεται εις τον ναύλον των εμπορευμάτων τρίτον, εκ της εργασίας του κλώστου και υφαντού· τέταρτον, μέρος της εργασίας του μηχανικού, σιδηρουργού και ξυλουργού, οίτινες ανήγειραν τα κτήρια και κατεσκεύασαν τας μηχανάς, δι ων παρήχθησαν αϊ περικνημίδες, πέμπτον, η εργασία του μικρεμπόρου και πολλών άλλων, ων περιτττεύει η απαρίθμησις»[16].

Έτσι άλλο είδος απλούστευσης συνίσταται στην προϋπόθεση ότι το προϊόν πωλεί στους τελικούς παραγωγούς το ίδιο το εργοστάσιο που το παράγει, δηλ. στην προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχουν ο χονδρέμπορος και ο λιανοπωλητής - μια προϋπόθεση που κάνει συχνά ο Marx, π.χ. στον Ιο τόμο του Κεφαλαίου. Από την αφαίρεση αυτή προκύπτει αυτό που ο ίδιος ο Marx ονομάζει πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η διαδικασία κυκλοφορεί ως actus purus· δεν αφορά μόνον δικαιοπραξίες μιας κάποιας χωριστής σφαίρας κυκλοφορίας (του «εμπορίου»), αλλά δικαιοπραξίες της σφαίρας παραγωγής εν γένει. Διότι, ακόμη κι αν ήθελε να χωρίσει κανείς το «εμπόριο» κ.λπ. από την «παραγωγή», ακόμη και τότε θα παρέμενε το γεγονός, ότι και το εργοστάσιο (χαλυβουργίας στο παράδειγμα μας) πουλάει!

Το ότι ο Marx πραγματεύεται στον ΙΙΙο τόμο του Κεφαλαίου την διαδικασία κυκλοφορίας, στο βαθμό που είναι υλική διαδικασία, ως στιγμή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, και στο βαθμό που είναι μη υλική διαδικασία ανταλλαγής, ως actus purus, φαίνεται άμεσα από προϋποθέσεις που εισάγει εκεί, όπως την ακόλουθη:

«Διασαφηνίστηκε (στο βιβλίο [στον τόμο] Π, κεφ. VI: Το κόστος κυκλοφορίας, [μέρη] 2 και 3), ως ποιο βαθμό σε ένα διανεμητικό σχήμα η βιομηχανία μεταφορών, η φύλαξη [= αποθήκευση] και η διανομή των εμπορευμάτων πρέπει να θεωρηθούν διαδικασίες παραγωγής, οι οποίες συνεχίζονται εντός της διαδικασίας κυκλοφορίας. Αυτές οι ενδιάμεσες περιπτώσεις του εμπορευματικού κεφαλαίου [Warenkapital][17] συγχέονται εν μέρει με τις αυθεντικές λειτουργίες του εμπορευτικού κεφαλαίου [kaufmännisches Kapital] ή επορευματεμπορικού κεφαλαίου [Warenhandlungskapital]·[18] εν μέρει βρίσκονται στην πράξη συνδεδεμένες με τις αυθεντικές ειδικές λειτουργίες του, παρόλο που με την ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας η λειτουργία του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου (Kaufmannskapital] αναπτύσσεται και καθαρά, δηλ. ως χωριστή από εκείνες και αυτοδύναμη απέναντι σε εκείνες τις υλικές λειτουργίες λειτουργία. Για τους [εδώ] σκοπούς μας, σύμφωνα με τους οποίους το ζήτημα είναι να προσδιορίσουμε την ειδική διαφορά αυτής της ιδιαίτερης μορφής του κεφαλαίου [του κεφαλαίου στην μορφή του ως εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου], πρέπει επομένως κατ' αφαιρετικόν τρόπο να μη λαμβάνουμε υπόψη μας εκείνες τις λειτουργίες [δηλ. τις λειτουργίες μεταφορών, φύλαξης και διανομής των εμπορευμάτων που επιτελεί επίσης το κεφάλαιο]. Στο βαθμό που εκείνο το κεφάλαιο που λειτουργεί μόνον στην διαδικασία κυκλοφορίας, ειδικά το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, συνδέει εν μέρει εκείνες τις λειτουργίες με τις δικές του, δεν εμφανίζεται στην καθαρή μορφή του. Αφού πρώτα αφαιρέσουμε και του απομακρύνουμε εκείνες τις λειτουργίες έχουμε την καθαρή του μορφή»[19].

Είναι λοιπόν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι εδώ ο Marx προϋποθέτει τη θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus. Σύμφωνα με αυτήν την προϋπόθεση όλες οι υλικές και παραγωγικές λειτουργίες της κυκλοφορίας και κατά συνέπεια του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου (δηλ. αυτού που σήμερα ονομάζουμε εμπορικό κεφάλαιο) ανήκουν στην διαδικασία παραγωγής, η οποία ακριβώς ως εκ τούτου περιλαμβάνει και την διαδικασία κυκλοφορίας στο βαθμό που αυτή η τελευταία δεν είναι actus purus αλλά υλική διαδικασία παραγωγής, στον βαθμό δηλ. που επιτελεί τις παραπάνω υλικές λειτουργίες παραγωγής. Η διαδικασία κυκλοφορίας και το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο που πραγματεύεται εδώ ο Marx είναι λοιπόν καθαρές αφαιρέσεις και δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική διαδικασία κυκλοφορίας, η οποία, πέραν του ότι είναι διαδικασία ανταλλαγής, δηλ. μεταβίβασης δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί εμπορευμάτων, είναι κυρίως υλική διαδικασία παραγωγής, και με το πραγματικό εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, το οποίο, πέραν του ότι διαμεσολαβεί τέτοιες μεταβιβάσεις in abstracto, παράγει υπηρεσίες χρησιμοποιώντας μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη. Έτσι γίνεται επίσης κατανοητό, γιατί ο Marx στο τέλος αυτού του κεφαλαίου γράφει: «Στην διαδικασία κυκλοφορίας όμως δεν παράγεται καμιά αξία, επομένως καν καμιά υπεραξία»[20]. Όποιος δεν κατανόησε την προαναφερθείσα προϋπόθεση, μερικές σελίδες πριν, ερμηνεύει βέβαια αυτή τη φράση ως άποψη του Marx, σύμφωνα με την οποία η απασχολούμενη στην κυκλοφορία εργασία είναι μη παραγωγική. Ξεχνώντας ότι η διαδικασία κυκλοφορίας, για την οποία πρόκειται εδώ, δεν απασχολεί καμιάν απολύτως εργασία, διότι θεωρείται όχι ως υλική διαδικασία αλλά ως actus purus. Αυτό φαίνεται καθαρότατα και από τις επεξηγήσεις του Marx που ακολουθούν αμέσως μετά την παρατεθείσα φράση. Γράφει ο Marx: «Πράγματι δεν συμβαίνει τίποτε άλλο από την μεταμόρφωση των εμπορευμάτων, η οποία ως τέτοια δεν έχει να κάνει τίποτα με την δημιουργία ή την μεταβολή της αξίας. Εάν κατά την πώληση του παραχθέντος εμπορεύματος πραγματώνεται μια υπεραξία, τότε [πραγματώνεται], επειδή αυτή η υπεραξία υπάρχει ήδη μέσα σ' αυτό. Γι αυτό και κατά την δεύτερη πράξη, την επανταλλαγή του χρηματικού κεφαλαίου με εμπόρευμα (στοιχεία της παραγωγής), δεν πραγματώνεται καμιά υπεραξία από τον αγοραστή, αλλά εδώ απλώς δια της ανταλλαγής του χρήματος με μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη μπαίνει στο δρόμο η παραγωγή της υπεραξίας»[21].

Την παραπάνω προϋπόθεση κάνει ο Marx στην αρχή του 18ου κεφαλαίου του IIIου τόμου του Κεφαλαίου, στο οποίο αρχίζει να πραγματεύεται και το ζήτημα αν η εργασία που απασχολεί το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, δηλ. στην διαδικασία κυκλοφορίας, είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Υπό μια τέτοια προϋπόθεση είναι όμως αδύνατο να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα. Διότι, πώς είναι δυνατόν να το πραγματευθεί κανείς όταν έχει ήδη προϋποθέσει την θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus, αφού η προϋπόθεση αυτή σημαίνει την θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως μιας διαδικασίας απογυμνωμένης απ' όλα τα υλικά της στοιχεία, ως μιας μη υλικής διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και μέσα παραγωγής για να παράγει, αλλά συνίσταται στην in abstracto μεταβίβαση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί των εμπορευμάτων. Το εν λόγω ζήτημα, το ζήτημα δηλ. αν η υπό το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο εργασία, η απασχολούμενη δηλ. στην διαδικασία κυκλοφορίας εργασία, είναι ή δεν είναι παραγωγική, μπορεί βέβαια να τεθεί μόνον εκεί, όπου η διαδικασία κυκλοφορίας θεωρείται ως αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δηλ. ως υλική διαδικασία παραγωγής υπηρεσιών, στην οποία χρησιμοποιούνται μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη. Κι εδώ το ζήτημα είναι εύκολο να απαντηθεί: Στο βαθμό που αυτά τα μέσα παραγωγής έχουν λάβει την μορφή του κεφαλαίου, (συγκεκριμένα του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου), η εργασία αυτή είναι, ακριβώς ως υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία, παραγωγική, διαφορετικά, αν δηλ. αυτά τα μέσα παραγωγής δεν έχουν λάβει την μορφή του κεφαλαίου, μη παραγωγική εργασία.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι εδώ ο Marx πολύ συχνά πραγματεύεται την διαδικασία κυκλοφορίας όχι, όπως ήταν η αρχική του πρόθεση, μόνον ως actus purus, αλλά και ως υλική διαδικασία παραγωγής, με συνέπεια να εμπλέκεται σε αντιφάσεις. Έτσι π.χ. αμέσως μετά το τελευταίο χωρίο που παραθέσαμε γράφει (θεωρώντας τώρα την διαδικασία κυκλοφορίας ως υλική διαδικασία παραγωγής η οποία χρειάζεται χρόνο για την διεκπεραίωση της): «Αντιθέτως. Στο βαθμό που αυτές οι μεταμορφώσεις κοστίζουν χρόνο κυκλοφορίας - χρόνο, κατά τον οποίο το κεφάλαιο δεν παράγει κι επομένως δεν παράγει και υπεραξία, αυτός ο χρόνος κυκλοφορίας είναι περιορισμός της δημιουργίας αξίας, και η υπεραξία θα εκφραστεί ως ποσοστό κέρδους ακριβώς σε αντίστροφη αναλογία προς την διάρκεια του χρόνου κυκλοφορίας [δηλ. το ποσοστό κέρδους θα μειούται με αυξανόμενο χρόνο κυκλοφορίας]. Γι αυτό το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο δεν δημιουργεί ούτε αξία ούτε υπεραξία, δηλ. όχι άμεσα. Στο βαθμό που συμβάλλει στην μείωση του χρόνου κυκλοφορίας, δύναται να βοηθήσει έμμεσα να αυξηθεί η από τον βιομηχανικό καπιταλιστή παραγόμενη αξία» κ.λπ., κ.λπ.[21]. Εδώ πρόκειται πλέον για μια θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως υλικής διαδικασίας. Ωστόσο εδώ δεν προκύπτουν ακόμη αντιφάσεις πέρα της μεθοδολογικής. Στην συνέχεια όμως ο Marx πέφτει σε αντιφάσεις που αφορούν τα ίδια τα πράγματα, επειδή, ενώ τώρα αναφέρεται πλέον στην διαδικασία κυκλοφορίας ως υλική διαδικασία, εξακολουθεί να την θεωρεί actus purus. H παρουσίαση τους και η ανάλυση τους θα απαιτούσε πολύ χώρο. Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο 17ο κεφάλαιο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου. Το σημαντικό ωστόσο είναι ότι ο Marx έχει συνείδηση αυτών των αντιφάσεων. Τις αντιλαμβάνεται τουλάχιστον ως ζητήματα που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαριστεί ή ως δυσκολίες της ανάλυσης που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί, και των οποίων το ξεκαθάρισμα ή, αντιστοίχως, η λύση επαφίονται στο μελλοντικό ξαναδούλεμα της ύλης. Έτσι κατά την θεώρηση του κόστους της κυκλοφορίας γράφει: «Το μόνο μέρος αυτού του κόστους που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το τοποθετημένο σε μεταβλητό κεφάλαιο». Και προσθέτει εντός παρενθέσεως: «(Εκτός αυτού θα έπρεπε [αργότερα] να διερευνηθεί: Πρώτον, πώς ο νόμος, σύμφωνα με τον οποίο μόνον αναγκαία εργασία εισέρχεται στην αξία του εμπορεύματος, επιβάλλει την ισχύ του στην διαδικασία κυκλοφορίας. Δεύτερον, πώς εμφανίζεται η επισώρευση στο εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο. Τρίτον, πώς λειτουργεί το εμπορευτικό κεφάλαιο στην πραγματική συνολική διαδικασία αναπαραγωγής της κοινωνίας)»[22]. Και τρεις σελίδες παρακάτω επίσης εντός παρενθέσεως: «(Πρέπει λοιπόν να διερευνηθούν τα εξής σημεία: το μεταβλητό κεφάλαιο τον εμπόρου· ο νόμος της αναγκαίας εργασίας στην κυκλοφορία· πώς η εμπορική εργασία διατηρεί την αξία του σταθερού κεφαλαίου της· ο ρόλος του εμπορευτικού κεφαλαίου στην συνολική διαδικασία αναπαραγωγής - τέλος ο αναδιπλασιασμός σε επορευματικό κεφάλαιο και χρηματικό κεφάλαιο αφενός και σε εμπορευματεμπορικό και χρηματεμπορικό κεφάλαιο αφετέρου)»[23].

Τα περισσότερα από τα παραπάνω ζητήματα που δεν έχει ακόμη και προτίθεται να ξεκαθαρίσει αργότερα ο Marx, είναι ζητήματα, η αποσαφήνιση των οποίων αποτελεί προφανώς αναγκαία προϋπόθεση της διερεύνησης του ερωτήματος αν η απασχολούμενη στην κυκλοφορία εργασία είναι ή δεν είναι παραγωγική εργασία. Όπου λοιπόν προσπαθεί να απαντήσει ορισμένες όψεις αυτού του ερωτήματος και τις απαντά λανθασμένα και αντιφατικά, σημειώνει αμέσως ο ίδιος τις δυσκολίες που προκύπτουν από την αντιφατική του απάντηση. Π.χ.: «Όπως η απλήρωτη εργασία του εργάτη δημιουργεί στο παραγωγικό κεφάλαιο άμεσα υπεραξία, [έτσι] προμηθεύει η απλήρωτη εργασία των εμπορικών μισθωτών εργατών στο εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο [Handelskapital] μια μερίδα σ' αυτήν την υπεραξία.

Η δυσκολία είναι αυτή: Αφού ο χρόνος εργασίας και η εργασία του εμπόρου [εννοεί τον εργαζόμενο στο εμπόριο] η ίδια δεν είναι δημιουργούσα αξία εργασία, καίτοι του προμηθεύει μερίδα στην παραχθείσα υπεραξία, πώς έχει το πράγμα με το μεταβλητό κεφάλαιο, το οποίο προκαταβάλλει για την αγορά απασχολούμενης στο εμπόριο εργασιακής δύναμης; Πρέπει να συνυπολογιστεί αυτό το μεταβλητό κεφάλαιο ως προκαταβολή κόστους στο προκαταβληθέν εμπορευματικό κεφάλαιο; Αν όχι, τότε αυτό φαίνεται να αντιφάσκει στον νόμο της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους· ποιος καπιταλιστής θα προκατέβαλε 150, εάν του επετρέπετο να λογαριάσει μόνον 100 ως προκαταβληθέν κεφάλαιο; Εάν, παρόλα αυτά, ναι, τότε αυτό φαίνεται να αντιφάσκει στην ιδιαίτερη ύπαρξη [Wesen] του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου, επειδή αυτό το είδος κεφαλαίου δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο θέτοντας, όπως το βιομηχανικό κεφάλαιο, ξένη εργασία σε κίνηση, αλλά δουλεύοντας αυτό το ίδιο, δηλ. επιτελώντας τις λειτουργίες της αγοράς και της πώλησης, και ακριβώς λόγω αυτού και δι αυτού μεταβιβάζει στον εαυτό του ένα μέρος της υπεραξίας που παρήγαγε το βιομηχανικό κεφάλαιο»[24]. Και συνεχίζει με το χωρίο, το οποίο παραθέσαμε αμέσως πριν απ' αυτό εδώ και στο οποίο απαριθμεί τα σημεία που πρέπει να ξεκαθαρίσει για να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία.

Οι αντιφάσεις, στις οποίες πέφτει εδώ το Marx, προκύπτουν όλες από την αντίφαση, ότι «η απλήρωτη εργασία... των εμπορικών υπαλλήλων, καίτοι δεν δημιουργεί αξία, δημιουργεί... [στον έμπορο καπιταλιστή]... την ιδιοποίηση υπεραξίας [η οποία παρήχθη από το βιομηχανικό κεφάλαιο]...»". Η αντίφαση γίνεται εμφανής, αν σκεφτεί κανείς, πώς είναι δυνατόν ο έμπορος να παίρνει υπεραξία που δεν παρήγαγαν οι εργάτες του. Υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στις αξίες τους δυο δυνατότητες υπάρχουν: Ή πουλάει το εμπόρευμα σε μια αξία μεγαλύτερη απ' αυτήν που αυτό έχει (και η οποία εδώ, που οι μισθωτοί εργάτες του εμπόρου δεν παράγουν κατά τον Marx νέα αξία και υπεραξία, είναι ίση με την αξία την οποία πλήρωσε ο έμπορος στον βιομήχανο) ή ο βιομήχανος πούλησε στον έμπορο το εμπόρευμα κάτω από την αξία του και αυτός το πουλάει τώρα στην αξία του [26]. Και στις δύο περιπτώσεις θα είχαμε όμως μια ανταλλαγή, η οποία δεν θα ήταν ανταλλαγή ισοδυνάμων. Απ' αυτήν την αντίφαση προκύπτουν όλες οι άλλες: Ότι μια συγκεκριμένη χρήσιμη παράγουσα εμπορεύματα εργασία δεν δημιουργεί αξία. Ότι μια συγκεκριμένη χρήσιμη μισθωτή και υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία δεν δημιουργεί υπεραξία, ότι υπάρχει ένα είδος κεφαλαίου, το βιομηχανικό, το οποίο είναι παραγωγικό, παράγει δηλ. υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, και ένα άλλο είδος κεφαλαίου, το εμπορευματικό, το οποίο δεν είναι παραγωγικό, δεν παράγει δηλ. υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος - καίτοι η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος είναι «καρπός» κάθε μέσου παραγωγής που χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, δηλ. του κεφαλαίου γενικά, και παράγει εμπορεύματα ανεξάρτητα από το είδος της αξίας χρήσης, στην οποία συνίστανται αυτά τα εμπορεύματα, καίτοι δηλ. η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος είναι «καρπός» του κεφαλαίου εν γένει. Ότι ένας τομέας (ο βιομηχανικός) παίρνει λιγότερα απ' ό,τι παρήγαγε, κι ένας άλλος (ο τομέας του εμπορίου) παίρνει κάτι που δεν παρήγαγε καθόλου, καίτοι έχουμε εμπορευματική παραγωγή και έτσι ό,τι παράγει ένας τομέας αυτό και παίρνει και ό,τι παίρνει αυτό και παράγει.

Τελικά όμως ο Marx κλείνει το 17ο κεφάλαιο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου, λέγοντας παρόλα αυτά το ορθό: «Στο βιομηχανικό κεφάλαιο το κόστος κυκλοφορίας εμφανίζεται ως, και είναι για αυτό το κεφάλαιο, κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο [Unkosten]. Στον έμπορο εμφανίζεται το κόστος κυκλοφορίας ως πηγή του κέρδους του, το οποίο - υπό την προϋπόθεση ενός γενικού ποσοστού κέρδους - είναι ανάλογο του μεγέθους αυτού του κόστους. Ως εκ τούτου η δαπάνη που έχει να κάνει το εμπορευτικό κεφάλαιο για αυτό το κόστος είναι για αυτό το κεφάλαιο παραγωγική τοποθέτηση. Επομένως και η εμπορική εργασία [η εργασία των εμπορικών υπαλλήλων], την οποία αγοράζει, είναι για αυτό το κεφάλαιο άμεσα παραγωγική»[27].

Πολλοί αρέσκονται να συνθέτουν απόψεις, τις οποίες αποδίδουν στον ίδιο τον Marx, από λάθη του. Όπως όμως γνωρίζουμε από την λογική, από λάθος προκύπτει ο,τιδήποτε. Ο ορθός τρόπος ανάγνωσης του Marx όχι μόνον όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, αλλά γενικά, και όχι μόνον της ανάγνωσης του Marx, είναι αυτός, τον οποίον συνιστά ο Adorno για την ανάγνωση του Hegel: να δίνει κανείς προσοχή στην μεμονωμένη φράση, αλλά έχοντας κατά νου το όλον.

Μια ακόμη πηγή παρανόησης των μαρξικών απόψεων για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία είναι και η ελλιπής ανάγνωση και κατανόηση των όσων γράφει ο Marx για παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στο Ιο Μέρος των θεωριών για την υπεραξία. Ο Marx των Θεωριών για την υπεραξία έχει τις ίδιες - και εξίσου ξεκάθαρες - απόψεις για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία με τον Marx του Ιου τόμου του Κεφαλαίου και των Αποτελεσμάτων της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. Μόνον που εδώ δεν αναπτύσσει τις ίδιες τις δικές του απόψεις, αλλά υποβάλλει βάσει των δικών του τις απόψεις προγενέστερων του οικονομολόγων σε κριτική θεώρηση. Η ανάγνωση αυτής της θεώρησης δημιούργησε και δημιουργεί σε ορισμένους αναγνώστες δυσκολίες για τους ακόλουθους δυο λόγους:

Πρώτον, διότι ο Marx χρησιμοποιεί εδώ, όπως συχνά και αλλού, την ίδια τη γλώσσα του κρινόμενου. Έτσι όσοι δεν κατανοούν την ρεαλιστική και συγχρόνως ειρωνική λειτουργία αυτού του τρόπου κριτικής διένεξης με ένα ξένο κείμενο εκλαμβάνουν την ρεαλιστική ειρωνική ιδιοποίηση και χρήση της γλώσσας του κειμένου απ' αυτόν που το παρουσιάζει κριτικά ως συμφωνία του τελευταίου με το περιεχόμενο του κειμένου. Επιπροσθέτως, ο Marx εδώ, επειδή οι θεωρίες για την υπεραξία είναι σημειώσεις εργασίας και κείμενο με αποδέκτη τον ίδιο το συγγραφέα του, κείμενο δηλ. διένεξης του ίδιου του συγγραφέα με το υλικό του, η οποία αποσκοπεί στην κατανόηση του απ' αυτόν τον ίδιο, κι όχι παρουσίαση ενός ήδη ξεκαθαρισμένου υλικού για τον αναγνώστη, χρησιμοποιεί, προφανώς χάριν απλούστευσης και συντομίας, μια και το κείμενο είναι ένα κείμενο δι ιδίαν κατανόησιν του αντικειμένου κι έτσι δεν τίθεται θέμα παρανόησης από μέρους του ανύπαρκτου ακόμη αναγνώστη, όχι πάντα, όταν εκθέτει ξένες απόψεις, τον συνήθη στη γερμανική γλώσσα πλάγιο λόγο (indirekte Rede), ο οποίος δηλοί, ότι οι εκτιθέμενες δεν είναι οι απόψεις του γράφοντος αλλά ξένες απόψεις, που εκτίθενται είτε ουδέτερα είτε με την ταυτόχρονη έκφραση αμφιβολίας ως προς την ορθότητα τους. Συνήθως ο πλάγιος λόγος χρησιμοποιείται σε μια ή δυο προτάσεις ή σε μια περίοδο. Όταν οι ξένες απόψεις που πρόκειται να παρατεθούν απαιτούν περισσότερες περιόδους, ή τον εγκαταλείπει κανείς και περιορίζεται σε ενδείξεις του τύπου «κατά τον», «σύμφωνα με τον» ή παραλείπει κι αυτές τις τελευταίες ως ευκόλως εννοούμενες από τον αναγνώστη. Το τελευταίο κάνει εδώ και ο Marx.

Οι θεωρίες για την υπεραξία περιέχουν ωστόσο και αντιφατικές «εφαρμογές» των ορθών απόψεων του Marx για παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Γι αυτές τις αντιφατικές «εφαρμογές» ισχύει ό,τι ελέχθη παραπάνω για τις ανάλογες αντιφατικές «εφαρμογές» που περιέχονται στον ΙΙΙο τόμο του Κεφαλαίου. (Τέτοιες «εφαρμογές» περιέχονται διάσπαρτες και στα Grundrisse, αλλά και στο κεφάλαιο 6 του Που τόμου του Κεφαλαίου).

Δεν πρόκειται όμως εδώ μόνον για παρανοήσεις απόψεων του Marx συνεπεία ελλιπούς ανάγνωσης και κατανόησης των αντιστοίχων γραπτών του. Διότι οι έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον καπιταλισμό είναι αντικειμενικές έννοιες. Έτσι - και στο βαθμό που ο Marx τις κατανοεί, όπως νομίζουμε, ορθά - δεν πρόκειται απλώς για μια παρανόηση των αντιστοίχων απόψεων του Marx, αλλά για πλάνες σχετικά με το ίδιο το αντικειμενικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Ας μην ξεχνάμε, ότι τις έννοιες αυτές δεν τις εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη πρώτος ο Marx.

Η κυριότερη πλάνη συνίσταται στην άποψη ότι η παραγωγική και η μη παραγωγική εργασία δεν προσδιορίζονται κοινωνικά από τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες καταβάλλεται, αλλά υλικά από το είδος των αξιών χρήσης που παράγουν. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Marx «η κακή συνήθεια, να ορίζει κανείς την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία δια του υλικού της περιεχομένου, προέρχεται από τρεις πηγές.

1. Η χαρακτηριστική για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και πηγάζουσα από την ουσία του φετιχιστική θεώρηση, η οποία βλέπει οικονομικές μορφικές προσδιοριστικότητες, όπως το να είναι κάτι εμπόρευμα, το να είναι κάτι παραγωγική εργασία κ.λπ., ως ιδιότητα προσήκουσα στους υλικούς φορείς αυτών των μορφικών προσδιοριστικοτήτων ή κατηγοριών αυτούς καθεαυτούς.

2. Ότι, θεωρώντας την διαδικασία εργασίας ως τέτοια, παραγωγική είναι εκείνη μόνον η εργασία, η οποία καταλήγει σε ένα προϊόν (υλικό προϊόν, μια κι εδώ πρόκειται μόνον για υλικό πλούτο).

3. Ότι στην πραγματική διαδικασία αναπαραγωγής - θεωρουμένων των πραγματικών της στιγμών υφίσταται ως προς την δημιουργία κ.λπ. του πλούτου

μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της εργασίας, η οποία παριστάνεται σε αναπαραγωγικά είδη [,] και άλλης [εργασίας], η οποία παριστάνεται σε απλά luxuries [πολυτελή είδη]»[28].

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η κυρίαρχη σήμερα άποψη, ότι κατά τον Marx παραγωγική είναι η εργασία, που δαπανάται στην υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής· και μη παραγωγική η εργασία, που δαπανάται στην διαδικασία κυκλοφορίας, όπου η υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής νοείται ως διαδικασία παραγωγής υλικών αξιών χρήσης και η διαδικασία κυκλοφορίας ως διαδικασία παραγωγής μη υλικών αξιών χρήσης, δηλ. υπηρεσιών.

Αν αυτή η άποψη ήταν ορθή, τότε ο Marx θα όριζε την παραγωγική και την μη παραγωγική εργασία με κριτήριο το είδος των αξιών χρήσης που αυτή παράγει, πράγμα όμως που όχι μόνον δεν κάνει, αλλά και υποβάλλει σε λεπτομερή κριτική στα "Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής."

Η παραπάνω εσφαλμένη άποψη στηρίζεται και σε μια ακόμη παρανόηση μαρξικών εννοιών, στην παρανόηση των όρων πραγματική ή υλική παραγωγή, πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής, και διαδικασία κυκλοφορίας.

Όταν ο Marx ομιλεί για την πραγματική ή υλική παραγωγική ή για την πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής δεν εννοεί την διαδικασία υλικών αγαθών σε αντιδιαστολή προς την διαδικασία παραγωγής υπηρεσιών, αλλά την διαδικασία παραγωγής αξιών χρήσης εν γένει - υλικών αξιών χρήσης ή υπηρεσιών - σε αντιδιαστολή προς αυτή την ίδια διαδικασία ως διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων και συγκεκριμένα σχέσεων παραγωγής [30]. Με πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής εννοεί την κατά τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω απλοποιημένη (απλοποιημένη δηλ. ως προς το ότι προϋποθέτει, ότι κάθε παραγωγός πουλά στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή) διαδικασία παραγωγής. Πραγματική ή υλική ονομάζει αυτήν την διαδικασία όχι επειδή παράγει δήθεν μόνον υλικές αξίες χρήσης, αλλά επειδή είναι μια πραγματική υλική διαδικασία, δηλ. μια διαδικασία που χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και ύλες για να παράγει ό,τι παράγει (υλικά αγαθά και υπηρεσίες). Και άμεση την ονομάζει, επειδή την πραγματεύεται αφαιρετικά ως διαδικασία των άμεσων μόνον προϊόντων της, των αξιών χρήσης που παράγει, κι όχι ως διαδικασία παραγωγής των εμμέσων προϊόντων της, δηλ. των σχέσεων παραγωγής.

Επίσης, όταν ο Marx ομιλεί για την διαδικασία κυκλοφορίας δεν εννοεί πάντα τα μέρη της πραγματικής ή υλικής ή άμεσης διαδικασίας παραγωγής, τα οποία αναφέρονται σ' αυτό που η προεπιστημονική αντίληψη των πραγμάτων ονομάζει «κυκλοφορία», δηλ. στο εμπόριο κ.λπ., αλλά συχνά την διαδικασία κυκλοφορίας ως actus purus, δηλ. ως σύνολο των πράξεων ανταλλαγής. Όπως ακριβώς, όταν λέει, ότι η αξία και η υπεραξία δεν παράγονται στην κυκλοφορία, αλλά στην παραγωγή και πραγματώνονται μόνον στην κυκλοφορία, δεν εννοεί ότι μόνον η υλική παραγωγή και εμπόριο ή ο τομέας των υπηρεσιών, δηλ. η «κυκλοφορία», παράγει αξία και υπεραξία, αλλά απλώς, ότι κατά την ανταλλαγή ως actus purus δεν πραγματώνεται καμιά αξία και υπεραξία που δεν έχει προηγουμένως παραχθεί στη διαδικασία παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, δηλ. ότι κατά την ανταλλαγή ως actus purus δεν παράγεται καμιά νέα αξία και υπεραξία (πράγμα αυτονόητο βέβαια, διότι κατ' αυτήν την ανταλλαγή δεν ξοδεύεται εργασιακή δύναμη και δεν παράγεται κανένα προϊόν).

Όταν ο Marx ομιλεί για πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής και για διαδικασία κυκλοφορίας ως για δυο χωριστές διαδικασίες, πρόκειται για αναλυτικές, αν θέλετε, έννοιες, οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε δυο υπαρκτές διαφορετικές διαδικασίες. Γι αυτό και δεν επιτρέπεται να τις οντοποιεί κανείς, όπως γίνεται στην παραπάνω εσφαλμένη άποψη, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία παραγωγής είναι μια διαδικασία παραγωγής υλικών, ενώ η διαδικασία κυκλοφορίας μια διαδικασία μη υλικών αγαθών. Δεν υπάρχουν δυο τέτοιες χωριστές διαδικασίες. Μόνον στην μαρξική συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας αντιστοιχεί μια υπαρκτή, πραγματική διαδικασία: η διαδικασία παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, η οποία συμπεριλαμβάνει πέραν της άμεσης διαδικασίας παραγωγής (στην οποία ο Marx προϋποθέτει απλουστευτικά, ότι όλοι οι παραγωγοί πουλούν άμεσα οι ίδιοι στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή) και την διαδικασία «κυκλοφορίας» (την διαδικασία παραγωγής των τομέων της «κυκλοφορίας»), κατά την θεώρηση της οποίας λαμβάνεται δηλ. υπόψη και το γεγονός, ότι δεν πουλάει κάθε παραγωγός άμεσα στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή, και επομένως και το σύνολο των αντιστοίχων πραγματικών υλικών πράξεων ανταλλαγής. Η διαδικασία αυτή, όταν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη πραγματική καπιταλιστική κοινωνία, παράγει τόσο καπιταλιστικά εμπορεύματα, όσο και αξίες χρήσεις, οι οποίες ή δεν είναι καθόλου εμπορεύματα ή είναι απλά εμπορεύματα, και συνεπώς χρησιμοποιεί τόσο παραγωγική εργασία (για την παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων), όσο και μη παραγωγική εργασία (για την παραγωγή είτε αξιών χρήσης, που δεν είναι εμπορεύματα, είτε αξιών χρήσης που είναι απλά εμπορεύματα) - αδιάφορο τι είδους αξίες χρήσης, υλικά αγαθά ή υπηρεσίες παράγει το καθένα απ' αυτά τα δύο είδη εργασίας.

Έτσι ένας τομέας παραγωγής είναι παραγωγικός, όταν χρησιμοποιεί παραγωγική και μη παραγωγικός, όταν χρησιμοποιεί μη παραγωγική εργασία, δηλ. παραγωγικός, όταν είναι υπαγμένος, και μη παραγωγικός, όταν δεν είναι υπαγμένος στο κεφάλαιο.

Οι τομείς παραγωγής σχηματίζονται με συμβατικά κριτήρια. Το συνηθέστερο απ' αυτά είναι το είδος του τελικού προϊόντος του τομέα. Γι αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι υπάρχουν τομείς που χρησιμοποιούν παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Διότι αυτό σημαίνει απλώς ότι οι τομείς αυτοί έχουν, σύμφωνα με το παραπάνω κριτήριο, συντεθεί από μονάδες παραγωγής, στις οποίες η εργασία είναι, και από μονάδες παραγωγής, στις οποίες η εργασία δεν είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο. Ένας τέτοιος τομέας είναι π.χ. ο αγροτικός τομέας.

Ας παρατηρήσουμε τέλος, ότι, όπου ο Marx προϋποθέτει την συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, προϋποθέτει και την διαδικασία κυκλοφορίας ως actus purus, ως μη υλική διαδικασία μεταβίβασης ιδιοκτησίας, κι όχι ως υλική διαδικασία παράγωγης αξιών χρήσης που παράγονται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, δηλ. στους τομείς παραγωγής εμπόριο, πίστη, υπηρεσίες κ.λπ., διότι αυτή η τελευταία συμπεριλαμβάνεται τώρα στη συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και κυκλοφορίας.

Αυτοί, που πρεσβεύουν την άποψη ότι παραγωγική είναι η εργασία, που δαπανάται για την παραγωγή υλικών αξιών χρήσης, και μη παραγωγική αυτή, που δαπανάται για την παραγωγή μη υλικών αξιών χρήσης, και συνεπώς ότι παραγωγικοί είναι οι τομείς, που παράγουν υλικά αγαθά, ενώ μη παραγωγικοί αυτοί, που παράγουν μη υλικά αγαθά (υπηρεσίες), ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι, επειδή κατά τον Marx η μη παραγωγική εργασία δεν παράγει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος, που ιδιοποιούνται οι μη παραγωγικοί τομείς, δεν μπορεί παρά να μεταβιβάζεται σ' αυτούς από τους παραγωγικούς τομείς.

Δείξαμε ήδη, ότι μια τέτοια μεταβίβαση είναι αδύνατη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου