Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Πρώτο δοκίμιο για τη δυαδική εξουσία. Πρώτο μέρος

Αν και ο Λένιν μιλά για την σημασία και τον ρόλο των Σοβιέτ [εργατικών συμβουλίων] σε πολλά του κείμενα, για την έννοια της "δυαδικής εξουσίας" μιλά κυρίως σε δύο από αυτά -- γραμμένα και τα δύο λίγους μήνες πριν την Οκτωβριανή επανάσταση. 

Στο πρώτο, "Για τη δυαδική εξουσία", που δημοσιεύτηκε στις 9 του Απρίλη του 1917, ο Λένιν επισημαίνει την "ιδιομορφία", όπως την χαρακτηρίζει, της επαναστατικής διαδικασίας στη Ρωσία, καθώς αυτή δημιούργησε, σύμφωνα με τον ίδιο, μια "δυαδική εξουσία" που βάζει σε νέο πρίσμα "το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης", το ζήτημα της "κρατικής εξουσίας."

Με τον όρο "δυαδική εξουσία" ο Λένιν αναφέρεται στη διαίρεση, κατά τη δική του πάντα εκτίμηση, της κρατικής εξουσίας στη προ-Οκτωβριανή Ρωσία στα δύο: το ένα της κομμάτι βρίσκεται στα χέρια της "Προσωρινής Κυβέρνησης" Κερένσκι, ενώ το δεύτερο βρίσκεται στα "Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών."


Tα κατά τον Λένιν χαρακτηριστικά της δεύτερης μορφής εξουσίας, της εξουσίας των Σοβιέτ, είναι εύκολο να απαριθμηθούν:

α) πηγή της εξουσίας αυτής δεν είναι ο νόμος του κράτους, και κατά συνέπεια πρόκειται για μια μορφή εξουσίας που είναι πρόδηλα έκ-νομη ή παρά-νομη, με την κυριολεκτική έννοια ότι βρίσκεται εκτός της σφαίρας του θεσμοθετημένου δικαίου του κράτους, την υπερβαίνει, και δεν μπορεί να υπαχθεί σ' αυτή. Πηγή της εξουσίας των Σοβιέτ είναι "η άμεση πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών": πρόκειται δηλαδή για μια μορφή συντακτικής και όχι συντεταγμένης (constituent και όχι constituted) εξουσίας, ή για μια μορφή δικαιοθετικής εξουσίας και όχι εξουσίας διαφύλαξης του δικαίου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια μορφή που προσιδιάζει στην κυρίαρχη εξουσία, εφόσον ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά της κυριαρχίας είναι ακριβώς η μη υπαγωγή στους θεσμοθετημένους κανόνες δικαίου.

β) η εξουσία αυτή είναι ένοπλη, και για τον λόγο αυτό είναι σε θέση να αντικαθιστά την ένοπλη εξουσία του κρατικού στρατού και της κρατικής αστυνομίας, περιφρουρώντας τη "δημόσια τάξη" η ίδια, μέσω των οπλισμένων εργατών και αγροτών. Συνεπώς είναι μια εξουσία που ανταγωνίζεται το μονοπώλιο της βίας του κράτους, στον βαθμό βεβαίως που το "δίκαιο" το οποίο εκφράζει δεν είναι μια αφηρημένη ηθική αρχή (το δίκαιο του εργάτη ως ηθικό πρόταγμα) αλλά αυτό που είναι στο ίδιο το κράτος, έκφραση δηλαδή έμπρακτης κυριαρχίας που μεταφράζεται στη δύναμη άσκησης βίας.

γ) η δύναμη της ένοπλης εξουσίας των Σοβιέτ στρέφεται ενάντια στους θεσμούς του κράτους, τους οποίους ανταγωνίζεται όχι μόνο στο επίπεδο της υποκατάστασης της ένοπλης εξουσίας του (της υποκατάστασης των μηχανισμών καταστολής του, δηλαδή) αλλά και στο επίπεδο της πολιτικής του δομής: στα Σοβιέτ, η "υπαλληλία" και η "γραφειοκρατία" είτε αντικαθίστανται "από την άμεση εξουσία του ίδιου του λαού", είτε μετατρέπονται σε αιρετά και ανακλητά αξιώματα, σε θέσεις εντολοδόχων που η αμοιβή τους "δεν ξεπερνά τη συνηθισμένη αμοιβή ενός καλού εργάτη."

Στην βάση των τριών αυτών χαρακτηριστικών της Σοβιετικής εξουσίας στην προ-Οκτωβριανή φάση, ο Λένιν επισημαίνει την πλήρη ταύτιση ανάμεσα στην Παρισινή Κομμούνα και την προ-Οκτωβριανή κατάσταση. Πρόκειται για καταστάσεις όπου τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά δημιουργούν, δίπλα στο θεσμοποιημένο κράτος της αστικής εξουσίας, κράτη "ιδιαίτερου τύπου", μορφές "επαναστατικής δικτατορίας."

Τον ορισμό της "δικτατορίας" ο Λένιν θα τον δώσει στην απάντησή του στον Καρλ Κάουτσκι στο Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι έναν χρόνο αργότερα και αφού έχει προηγηθεί η Οκτωβριανή επανάσταση, στα 1918. Ο Λένιν επιτίθεται με σφοδρότητα σε τουλάχιστο δύο από τις υποθέσεις του Κάουτσκι για το νόημα της "δικτατορίας": πρώτον, πως η δικτατορία είναι η εξουσία ενός και μόνο ατόμου και δεύτερον, πως στον Μαρξ η έννοια της "δικτατορίας του προλεταριάτου" αναφέρεται σε ένα είδος "κατάστασης" και όχι σε μια μορφή "κυβέρνησης." Η απάντηση του Λένιν στους δύο αυτούς ισχυρισμούς είναι, πρώτον, πως η δικτατορία μπορεί κάλλιστα να είναι εξουσία μιας τάξης και όχι ενός ατόμου· κατά συνέπεια, είναι λάθος ο ισχυρισμός, που έχει γίνει δεκτός και από την "κοινή λογική", ότι "δικτατορία" σημαίνει αναγκαστικά "κατάλυση της δημοκρατίας", διότι μπορεί κάλλιστα να υπάρχει δημοκρατία ανάμεσα στα μέλη της τάξης που ασκεί δικτατορική εξουσία. Δεύτερον, ο διαχωρισμός "κατάστασης" και "μορφής κυβέρνησης" είναι εντελώς παραπλανητικός και άνευ ουσίας, και η μαρξική αντίληψη της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν έχει να κάνει ούτε με το ένα ούτε με το άλλο, αλλά με "τη μορφή ή τον τύπο του κράτους."

"Δικτατορία" λοιπόν για τον Λένιν, και εδώ ερχόμαστε στον ορισμό που συνδέει την προεπαναστατική εξουσία των Σοβιέτ με την Παρισινή Κομμούνα, είναι απλώς "εξουσία που στηρίζεται άμεσα στη βία και δε δεσμεύεται από κανένα νόμο", ενώ ο ιδιαίτερος τύπος της "επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου" αφορά "μια εξουσία που κατακτήθηκε και διατηρήθηκε με τη βία που χρησιμοποιεί το προλεταριάτο ενάντια στην αστική τάξη". Αυτή η εξουσία "δε δεσμεύεται από κανένα νόμο."

Ο ορισμός αυτός, όπως είναι φανερό, παρακάμπτει εντελώς την υποτιθέμενη αντίστιξη ανάμεσα στη δικτατορία και τη δημοκρατία, μιας και μια δημοκρατική, αστικού τύπου επανάσταση (όπως η γαλλική) εκπροσωπεί επίσης "εξουσία που στηρίζεται άμεσα στη βία και δε δεσμεύεται από κανένα νόμο". Η "δικτατορία" δεν είναι μια έννοια της ίδιας τάξης με την δημοκρατία για τον Λένιν, και για αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε συνώνυμη ούτε αντίθετη της δημοκρατίας. Μάλλον, η "δικτατορία" ορίζεται ως μια συγκεκριμένη σχέση με τον νόμο αφενός και με τη βία αφετέρου.

Είναι σημαντικό να διευκρινήσουμε, επιστρέφοντας στην αναφορά μας σε μια κυριολεκτικά "έκ-νομη" ή "παρά-νομη" μορφή εξουσίας, ότι το "είναι επέκεινα του νόμου" δεν είναι χαρακτηριστικό "παραβατικότητας"· είναι η βασική και θεμελιώδης προϋπόθεση της νομοθετικής ικανότητας, της δυνατότητας θέσπισης δικαίου, και συνεπώς της συγκρότησης της κυρίαρχης εξουσίας. Μόνο μια εξουσία που δεν υπόκειται η ίδια στον νόμο, δεν λαμβάνει νόμο από πουθενά, μπορεί να δώσει νόμο, να θεσπίσει δίκαιο. Μόνο μια τέτοια εξουσία μπορεί να εκληφθεί ως "κυρίαρχη."

Τούτο το χαρακτηριστικό απασχόλησε πλειάδα θεωρητικών πριν τον Λένιν, και η σκέψη του σε ό,τι αφορά τη σύλληψη της φύσης της επαναστατικής προλεταριακής εξουσίας των Σοβιέτ ως κυρίαρχης εξουσίας εντάσσεται στην παράδοση που αυτοί εγγράφουν.

Συγκρίνετε για παράδειγμα τον ορισμό της "δικτατορίας" στον Λένιν με τον ορισμό της Κυριαρχίας στον Μποντέν:
αυτός που είναι κυρίαρχος δεν πρέπει με κανένα τρόπο να υπόκειται στις διαταγές κάποιου άλλου και πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλει το νόμο στους υπηκόους, και να ακυρώνει ή να αναστέλλει ασύμφορους νόμους και να τους αντικαθιστά με άλλους--πράγμα που δεν μπορεί να γίνει από κάποιον που υπόκειται ο ίδιος στους νόμους ή σε ανθρώπους που έχουν την δύναμη να τον διατάζουν. 
Γι αυτό, ο νόμος λέει ότι ο ηγεμόνας δεν υπόκειται στον νόμο [...] Αυτά είναι τα πραγματικά προνόμια της κυριαρχίας, τα οποία περιλαμβάνονται στην εξουσία να δίνεις τον νόμο σε όλους γενικά και στον καθένα ατομικά, και να μην λαμβάνεις τον νόμο από κανένα [...]
Ή στον Ρουσώ:
είναι έναντια στη φύση του πολιτικού σώματος να επιβάλλει στον εαυτό του ένα νόμο που να μην μπορεί να παραβιάσει. Εφόσον ο Κυρίαρχος μπορεί να αναλογιστεί τον εαυτό του μόνο σε συνάρτηση με μία και μόνο μία σχέση, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση που βρίσκεται ένας ιδιώτης που συνάπτει συμβόλαιο με τον εαυτό του: πράγμα το οποίο δείχνει ότι δεν υπάρχει, και ούτε μπορεί να υπάρξει, κανένας θεμελιώδης νόμος που να είναι υποχρεωτικός για το σώμα του λαού [...]
Αλλά και μετά τον Λένιν, στον Μπένγιαμιν, που στην έννοια της "Γενικής Απεργίας" εντοπίζει μια δυνάμει κατάσταση "δυαδικής εξουσίας":
Η οργανωμένη εργατική τάξη είναι σήμερα το μοναδικό υποκείμενο δικαίου, πλην τού κράτους, για το οποίο προβλέπεται το δικαίωμα άσκησης βίας. [...] μια τέτοια συμπεριφορά θα θεωρείται ότι συνιστά βία, εφόσον ασκείται μέσω αυτής, κατ’ ενεργητικό τρόπο, κάποιο προβλεπόμενο από την έννομη τάξη δικαίωμα με απώτερο όμως σκοπό την ανατροπή τής έννομης τάξης [...] το γεγονός ότι οι βιαιοπραγούντες απεργοί αντιμετωπίζονται, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, βίαια από τον νόμο, δεν αποτελεί έκφραση κάποιας λογικής αντίφασης τού δικαίου, αλλά μιας αντικειμενικής αντίφασης τής νομικής κατάστασης. Και αυτό γιατί στην περίπτωση τής απεργίας εκείνο που πάνω απ’ όλα τρέμει το κράτος είναι ακριβώς εκείνη η λειτουργία τής βίας τής οποίας τη διακρίβωση η παρούσα μελέτη προτάσσει ως το μοναδικό ασφαλές θεμέλιο κριτικής της. Δηλαδή, αν η βία ήταν, όπως αρχικά εμφανίζεται, ένα απλό μέσο [das bloße Mittel] για την άμεση επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού, θα εκπλήρωνε τότε τον σκοπό αυτό μόνον ως ληστρική βία. Θα ήταν τελείως ακατάλληλη για να μετασχηματίσει ή να θεμελιώσει σχετικά παγιωμένες συνθήκες. Η απεργία όμως καταδεικνύει ότι αυτό μπορεί πράγματι να συμβεί, ότι δηλαδή μπορεί η βία να τροποποιήσει ή να θεμελιώσει νομικές συνθήκες [...]
Και τέλος, στην συζήτηση περί Κυριαρχίας στον Καρλ Σμιτ, για τον οποίο ο Λένιν είναι ο βασικός εχθρός, δηλαδή αυτός που πρέπει να υπερκεραστεί εμμενώς, να χρησιμοποιηθεί από μια σκέψη που στόχο έχει να αφανίσει τον κίνδυνο που ο Λένιν εκπροσωπεί. Κρίσιμη για τον Σμιτ είναι η προστασία του αστικού κράτους που η δυαδική εξουσία έθετε σε κίνδυνο όχι απλά θεωρητικά, αλλά στην πράξη, αφού ο Σμιτ, όπως και ο Μπένγιαμιν, γράφει στη σκιά της εξέγερσης του Κιέλου, των Σπαρτακιστών και της πρώτης Σοβιετικής δημοκρατίας σε γερμανικό έδαφος. Έχει λοιπόν τη δική του ιδιαίτερη σημασία στο παρακάτω πως αν και ο νόμος αίρεται στην "κατάσταση εξαίρεσης", το κράτος --το κράτος της αστικής εξουσίας που ο Λένιν απαίτησε να τσακιστεί και που ο Σμιτ προσέφυγε στον φασισμό για να σώσει-- "παραμένει" ακέραιο, αμετάλλαχτο, και "διαρκές":
Επειδή η εξουσία για να άρει κανείς τον ισχύοντα νόμο --είτε είναι γενική είτε αφορά συγκεκριμένη περίπτωση-- είναι σε τέτοιο μεγάλο βαθμό το πραγματικό σημάδι της Κυριαρχίας, ο Μποντέν ήθελε να αντλήσει από τούτη την εξουσια όλα τα άλλα χαρακτηριστικά [της Κυριαρχίας] [...] Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές παρουσιάσεις του θέματος, έδειξα στη μελέτη μου για τη δικτατορία ότι ακόμα και οι συγγραφείς του 17ου αιώνα κατανόησαν πως το ζήτημα της Κυριαρχίας συνεπάγεται την απόφαση περί της εξαίρεσης. [...] Αυτό το οποίο χαρακτηρίζει την εξαίρεση είναι η επί της αρχής απεριόριστη ισχύς, πράγμα το οποίο σημαίνει άρση όλης της υφιστάμενης τάξης. Σε μια τέτοια κατάσταση, είναι σαφές ότι το κράτος παραμένει, ενώ ο νόμος υποχωρεί. (Πολιτική θεολογία, δική μου μετάφραση).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου