Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Πρώτο δοκίμιο για τη δυαδική εξουσία. Τρίτο μέρος

Μια προσεκτική ανάγνωση των αποσπασμάτων αυτών μας δείχνει ότι ο Λένιν επιμερίζει στα δύο μέρη της "δυαδικής εξουσίας" που εκδηλώθηκε στην Ρωσία δύο διαφορετικού είδους αδυναμίες, δύο διαφορετικού είδους μορφές του υπολείπεσθαι από την κυρίαρχη εξουσία: η Προσωρινή Κυβέρνηση χαρακτηρίζεται από την αστάθεια και την ανημπόρια, την έλλειψη πραγματικής, υλικής ισχύος, την αδυναμία επιβολής των αποφάσεών της: οι αποφάσεις αυτές εκφράζουν μοναχά "ευσεβείς πόθους", οι επίσημοι κρατικοί θεσμοί είναι "ανίσχυροι να κάνουν οτιδήποτε", η κυβέρνηση Κερένσκι είναι ακριβώς --και πρόδηλα-- "προσωρινή", μια εξουσία που δεν μπορεί να κρατήσει.

Η εξουσία των Σοβιέτ, από την άλλη πλευρά είναι ακόμα "εμβρυακή", η "αδυναμία" της δεν είναι αποτέλεσμα ανημπόριας αλλά νεότητας, παραμένει ανώριμη στο παρόν στάδιο. Και βέβαια, το βασικό σημάδι της ανωριμότητάς της είναι πως παραμένει στα χέρια των Ναρόντνικων και των Μενσεβίκουν, που φέρουν ακέραια την ευθύνη για την οικονομική παράλυση της χώρας και την παρεμπόδιση της προλεταριακής δράσης για να αποφευχθεί η "επερχόμενη καταστροφή". Απ' το κείμενο του Ιούνη:

Η μοναδική ευθύνη για αυτή την κρίση, για την επερχόμενη καταστροφή, βρίσκεται στους ώμους των Ναρόντνικων και των Μενσεβίκων ηγετών. Γιατί αυτοί είναι προς το παρόν οι ηγέτες των Σοβιέτ, δηλαδή της πλειοψηφίας. [...] Απ' τη μαρξιστική σκοπιά, η "συμφιλιωτική" στάση των ηγετών των Ναρόντικων και των Μενσεβίκων είναι εκδήλωση μικροαστικής αναποφασιστικότητας. Οι μικροαστοί φοβούνται και δεν εμπιστεύονται τους εργάτες, φοβούνται τη ρήξη με τους καπιταλιστές. Η αστάθειά τους είναι αναπόφευκτη, το ίδιο αναπόφευκτη με την πάλη μας, την πάλη του προλεταριακού κόμματος, να ξεπεράσει την αναποφασιστικότητα [...]
Η "δυαδική" λοιπόν "εξουσία" του Λένιν είναι ταυτόχρονα πραγματικότητα και ψευδαίσθηση: είναι πραγματικότητα στον βαθμό που εκφράζει, πέρα πάσης αμφιβολίας, μια κρίση πολιτικής και ταξικής κυριαρχίας με τη μορφή της διαίρεσης των εξουσιών ανάμεσα στο "επίσημο" αλλά αδύναμο κράτος και στο ισχυρό αλλά ακόμα διαιρεμένο προλεταριάτο. Είναι ψευδαίσθηση επειδή στην πραγματικότητα η κατάσταση "δυαδικής εξουσίας" δεν είναι κατάσταση εξουσίας επί δύο, αλλά κατάσταση εξουσίας που υπολείπεται του Ενός, εξουσίας που επειδή δεν φτάνει στο αδιαίρετο, δεν είναι με την αυστηρή έννοια κυρίαρχη εξουσία. 

Για αυτό το λόγο, επειδή δηλαδή η "δυαδική εξουσία" δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, κυρίαρχη εξουσία κανενός από τα δύο μέρη (επειδή δηλαδή ισχύει πλήρως ο λογικός συλλογισμός του Μποντέν) η "δυαδική εξουσία" είναι φύσει, νομοτελειακά παροδική:
Η δυαδική εξουσία παραμένει. Το βασικό ερώτημα κάθε επανάστασης, το ερώτημα της κρατικής εξουσίας, παραμένει σε μια αβέβαιη, ασταθή και προφανώς παροδική κατάσταση. [...] Ή θα επιστρέψουμε πίσω, στην ανώτατη εξουσία των καπιταλιστών, ή θα πάμε μπροστά, προς την πραγματική δημοκρατία, προς τις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Αυτή η δυαδική εξουσία δεν μπορεί να βαστήξει για πολύ. ("Έχει εξαφανιστεί η δυαδική εξουσία;")
Η παροδικότητα είναι λοιπόν ουσιώδες, θεμελιακό χαρακτηριστικό της δυαδικής εξουσίας και όχι απλώς μια συγκυριακή ή ενδεχομενική ποιότητά της. Δεν είναι μόνο ότι "δυαδική εξουσία" μπορεί να υπάρξει μονάχα για λίγο, παροδικά. Είναι ότι αυτό συμβαίνει επειδή είναι ενάντια στη φύση της εξουσίας να διαιρείται, διότι αυτή η "παρά φύση" κατάσταση δημιουργεί κενό εξουσίας, πράγμα που αντίκειται στην ίδια την αρχή συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας. Το κενό πληρούται, και συνεπώς είτε η επίσημη αλλά ανήμπορη κυβέρνηση θα βρει τον τρόπο να αποκτήσει την ισχύ των όπλων και να επιβάλλει τη βούλησή της, είτε η ανεπίσημη αλλά ισχυρή στην πράξη κυβέρνηση θα βρει τρόπο να ξεπεράσει την εσωτερική της διαίρεση (ανάμεσα σε μικροαστική ηγεσία και εργατική βάση), και κατακτώντας την ενότητά της, θα την επιβάλλει αυτόματα και πάραυτα και στο ίδιο το κράτος, το οποίο θα μετατρέψει σε προλεταριακό (όπερ και εγένετο, βέβαια, τον Οκτώβρη του 1917). 

Ο Λένιν λοιπόν δεν διαψεύδει τις βασικές υποθέσεις για τη φύση της κυριαρχίας των Μποντέν και Ρουσώ. Στοχάζεται θεωρητικά και δρα πρακτικά στη βάση μιας κατάστασης  εξαίρεσης από τις αρχές που διέπουν την "φυσιολογική" άσκηση κυρίαρχης εξουσίας. Αλλά αυτή η κατάσταση εξαίρεσης έχει ημερομηνία λήξης· είναι απαραίτητο να διαλυθεί είτε προς την μία κατεύθυνση (της αποκατάστασης της αστικής εξουσίας που εκπροσωπούν οι προσωρινά μετέωροι κοινοβουλευτικοί θεσμοί), είτε προς την άλλη (της ανατροπής της αστικής εξουσίας και της συντριβής των υπολειμμάτων του αστικού κράτους). Είναι ακριβώς επειδή ο Λένιν το γνωρίζει αυτό που γνωρίζει ότι η επανάσταση δεν μπορεί πια να περιμένει, ότι έφτασε η ώρα της τελικής ευθείας της επαναστατικής διαδικασίας, δηλαδή της τελικής προσπάθειας ενοποίησης των Σοβιέτ υπό Μπολσεβίκικο έλεγχο ώστε να τσακιστεί η άλλη πλευρά της δυαδικής εξουσίας που ενσαρκώνεται στο αστικό κράτος που υπηρετείται ταυτόχρονα, προς το παρόν, από την Προσωρινή Κυβέρνηση και την Μενσεβίκικη-Ναρόντνικη ηγεσία των Σοβιέτ:
Δεν υπάρχει όμως διέξοδος άλλη απ' το να αποφασίσει η πλειοψηφία των εργατών και των αγροτών να δράσει ενάντια στην καπιταλιστική μειοψηφία. Το να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε χρόνο δεν θα αποφέρει καρπούς· απλώς χειροτερεύει την κατάσταση ("Έχει εξαφανιστεί η δυαδική εξουσία;")
Το ακλόνητο της πίστης του Λένιν στο αδιαίρετο της κυριαρχίας είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η θεωρία της δυαδικής εξουσίας πρέπει να διαχωριστεί κάθετα από τις "αναρχικές" της παραναγνώσεις και στρεβλώσεις: Ο Λένιν δεν εξαίρει την κατάσταση δυαδικής εξουσίας ως αυτοσκοπό διότι δεν θεωρεί ότι μπορεί ποτέ να παραμείνει τέτοια· η "δυαδική εξουσία" είναι απλό μέσο για τον στρατηγικό σκοπό της επανάστασης, που έπεται ως δυνατότητα της κατάστασης δυαδικής εξουσίας, και για την οποία η δυαδική εξουσία είναι μονάχα προϋπόθεση. Από την λενινιστική σκοπιά είναι αυστηρά παράλογο να θελήσει κάποιος να παρατείνει μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας πέρα από τα όριά της· ή καλύτερα, είναι ίδιο των μικροαστικών αυταπατών του αναρχισμού, και πιο συγκεκριμένα της υπέρτατης αναρχικής αυταπάτης, της αναζήτησης, μέσα από την πολιτική εξέγερση, μιας κοινωνίας χωρίς πολιτική εξουσία. Όποιος έχει διαβάσει το Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω θα γνωρίζει ότι ήδη από το 1903 η "μονολιθικότητα" είναι για τον Λένιν θετική ποιότητα, και δεν προηγείται αλλά έπεται της πολυσυλλεκτικότητας και της οργανωτικής διασποράς. Ταυτόχρονα όμως, το Κράτος και επανάσταση θα καταστήσει σαφή την ειδοποιό διαφορά του Λένιν από τον σοσιαλδημοκρατικό κρατικισμό και την διαλεκτική του επαναπροσέγγιση με μια συγκεκριμένη διάσταση του αναρχισμού: δηλαδή, την επιμονή στο τσάκισμα και την συντριβή του κράτους, αλλά --κόντρα στον αναρχισμό-- και την αντικατάσταση του κρατικού μηχανισμού από έναν διαφορετικού τύπου μηχανισμό, που όμως δεν συνιστά "κράτος" με την ίδια έννοια.

Ο οπορτουνισμός δεν μπορεί να συλλάβει την ενότητα των δύο αυτών κινήσεων, την ενότητα δηλαδή της σύλληψης της αναγκαστικής μονολιθικότητας της κυρίαρχης εξουσίας αφενός και της αναγκαιότητας της συντριβής του μηχανισμού του αστικού κράτους απ' την άλλη. Σε ένα βαθμό, αυτό οφείλεται στην ανικανότητα του οπορτουνισμού να συλλάβει το γεγονός ότι η αντίληψη του Λένιν (και πριν απ' αυτόν, του Μαρξ και του Ένγκελς) για το αστικό κράτος ως μέσο ταξικής καταπίεσης δεν ισούται καθόλου με "εργαλειακή αντίληψη του κράτους." Βασικός υπεύθυνος για αυτές τις συγχύσεις και για τη διαιώνισή τους είναι ο θεωρητικός του ΚΚΕ εσωτερικού Νίκος Πουλαντζάς, με του οποίου την ενσυνείδητα συσκοτιστική αναθεώρηση της προβληματικής της "δυαδικής εξουσίας" (αναθεώρηση ανομολόγητα Προυντονική και καθόλου λενινιστική) θα ασχοληθούμε σε ένα δεύτερο Δοκίμιο στο μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου