Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Επαναστατική κατάσταση και επαναστατική εποχή (Ι)

Το τι είναι η επαναστατική κατάσταση το έχει ορίσει με την γνωστή του λιτότητα και εκφραστική ακρίβεια ο Λένιν το 1922, στο Ο Αριστερισμός: Η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού:

Ο βασικός νόμος της επανάστασης, που τον επιβεβαίωσαν όλες οι επαναστάσεις και ειδικά οι τρεις ρωσικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, συνίσταται στο εξής: για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή· για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν “οι κάτω” δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται διαφορετικά με τα λόγια: η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια πανεθνική κρίση (που να θίγει και τους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές). Επομένως για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι’ αυτή· δεύτερο, πρέπει οι άρχουσες τάξεις να περνούν κυβερνητική κρίση που τραβά στην πολιτική ακόμη και τις πιο καθυστερημένες μάζες (το γνώρισμα κάθε πραγματικής επανάστασης είναι ότι γρήγορα δεκαπλασιάζεται ή ακόμη και εκατονταπλασιάζεται ο αριθμός των ικανών για πολιτικό αγώνα εκπροσώπων της εργαζόμενης και καταπιεζόμενης μάζας που ως τότε ήταν απαθής), εξασθενεί την κυβέρνηση και κάνει δυνατή για τους επαναστάτες τη γρήγορη ανατροπή της.
Στο "Ο Λένιν, ο 'βασικός νόμος της επανάστασης' και η ελληνική σοσιαλδημοκρατία" συζήτησα όσο μπορούσα διεξοδικά την πιο πάνω διατύπωση.  Δεν θα επανέλθω εδώ στα ζητήματα που έθεσα εκεί. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο το οποίο αφιέρωσε στη σκέψη του Λένιν ο Λούκατς, παρατήρησα ότι εκεί επιχειρείται μια εξέταση της ενοποίησης στον Λένιν της επαναστατικής θεωρίας και της επαναστατικής πρακτικής υπό το πρίσμα της έννοιας της επαναστατικής εποχής. Για παράδειγμα, ο Λούκατς γράφει:
Η επικαιρότητα της επανάστασης: αυτή είναι η θεμελιώδης σκέψη του Λένιν, καθώς και το καθοριστικό σημείο που τον συνδέει με τον Μαρξ. [...] η επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης δεν είναι πλέον μόνο ένας ορίζοντας της παγκόσμιας ιστορίας που απλώνεται πάνω από την εργατική τάξη, η οποία βρίσκεται στο δρόμο για την απελευθέρωσή της, αλλά [...] η επανάσταση έχει ήδη γίνει καθημερινό θέμα του εργατικού κινήματος. [...] Αν ο βασικός χαρακτήρας όλης της εποχής είναι η επικαιρότητα της επανάστασης, αν αυτή η επανάσταση μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, τόσο σε κάθε ξεχωριστή χώρα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς ποτέ η στιγμή αυτή να μπορεί να καθοριστεί από τα πριν, και αν ο επαναστατικός χαρακτήρας ολόκληρης της εποχής εκδηλώνεται με την όλο και μεταλύτερη αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας, πράγμα που έχει σαν αναγκαία συνέπεια να εναλλάσσονται και να διασταυρώνονται ασταμάτητα οι πιο διαφορετικές τάσεις, όλα αυτά σημαίνουν, λοιπόν, ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να αρχίσει και να ολοκληρώσει την επανάστασή του κάτω από τις 'πιο ευνοϊκές' συνθήκες που θα έχει επιλέξει το ίδιο, και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να εκμεταλλευτεί σε κάθε περίπτωση κάθε τάση που, έσω και προσωρινά, μπορεί να προωθήσει την επανάσταση ή τουλάχιστον να αποδυναμώσει τους εχθρούς της. (Γκέοργκ Λούκατς, Η Σκέψη του Λένιν: Η επικαιρότητα της επανάστασης, μτφρ. Σ. Σφακιανούδης, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή 1990, σελ. 11, 13, 97-98).
Η διάγνωση της ύπαρξης "επαναστατικής εποχής", που σύμφωνα με τον Λούκατς είναι θεμελιώδους σημασίας για τον συνολικό προσανατολισμό της σκέψης και της πράξης του Λένιν, είναι βέβαια διάγνωση ευρύτερων τάσεων και προϋποθέσεων και όχι ειδικών συνθηκών στον συσχετισμό δύναμης. Δεν αφορά μια χώρα και μια περίοδο στενά και συγκεκριμένα αλλά την ιστορική συγκυρία ευρύτερα, τις τάσεις που διαγράφονται σ' αυτή. Η επαναστατική κατάσταση δεν είναι άλλο από την ειδική μορφή του συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων που πρέπει να συντρέχει σε ένα συγκεκριμένο χώρο και τόπο για να είναι εφικτή η απόπειρα επανάστασης. Η επαναστατική εποχή είναι το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο το οποίο καθιστά πιθανή ή πολύ πιθανή την δημιουργία, σε απρόβλεπτα χρονικά σημεία, επαναστατικής κατάστασης σε διαφορετικές χώρες. Η διάγνωση της ύπαρξης επαναστατικής κατάστασης δεν μπορεί να είναι ένα "θεωρητικό" ζήτημα προς "συζήτηση": όταν μια τάξη που έχει συνείδηση της εκμετάλλευσής της και του χαρακτήρα των δικών της συμφερόντων διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιας κατάστασης, το καθήκον της είναι να την εκμεταλλευτεί έμπρακτα για να επαναστατήσει. Αντίθετα, το αν η εποχή έχει ή δεν έχει επαναστατικό χαρακτήρα είναι κατεξοχήν θεωρητικό πρόβλημα και προϋποθέτει μια μεθοδολογία διάγνωσης. Για το δεύτερο αυτό ζήτημα, την θεωρητική μεθοδολογία του Λένιν για την σύλληψη της ύπαρξης επαναστατικής εποχής (το κόμμα του οργάνωσε επιτυχημένη επανάσταση 14 μόνο χρόνια μετά την ίδρυσή του), ο Λούκατς γράφει:
Η ανωτερότητα του Λένιν συνίσταται στο ότι κατάφερε --κι αυτό αποτελεί ένα θεωρητικό επίτευγμα που δεν έχει όμοιό του-- να συνδέει μόνιμα και συγκεκριμένα την οικονομική θεωρία του ιμπεριαλισμού με όλα τα πολιτικά προβλήματα της σημερινής εποχής και να καθιστά το περιεχόμενο της οικονομίας αυτής της νέας φάσης καθοδηγητικό νήμα όλων των συγκεκριμένων πράξεων στον περίγυρο που διαμορφώνονταν με αυτόν τον τρόπο. [...] Το πέρασμα από την αφηρημένη σωστή εκτίμηση της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας, από την απόδειξη της γενικά επαναστατικής ουσίας ολόκληρης της ιμπεριαλιστικής εποχής στο συγκεκριμένο, κορυφώνεται στο ζήτημα του ιδιαίτερου χαρακτήρα αυτής της επανάστασης. [...] Γιατί η πραγματική επανάσταση είναι η διαλεκτική μετατροπής της αστικής επανάστασης σε προλεταριακή. (Λούκατς, Η σκέψη του Λένιν, σελ. 50, 57-58).
Θα προσπαθήσω, στην βάση αυτού του παραθέματος, να συνοψίσω την ερμηνευτική αλυσίδα στην οποία βασίζεται η λενινιστική διάγνωση του επαναστατικού χαρακτήρα της εποχής: 

α) στην περιοδοποίηση, στην διαίρεση δηλαδή της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε διακριτές φάσεις ή στάδια με συγκεκριμένα οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά (και με συγκεκριμένες εκφράσεις της αντιφατικής ενότητας αυτών των χαρακτηριστικών), αποτέλεσμα της οποίας είναι η θεωρητικοποίηση της φάσης του ιμπεριαλισμού ως ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού και κατά συνέπεια, ωριμότατης έκφρασης των ενδογενών του αντιφάσεων.

β) στην παρατήρηση, κατόπιν, ότι το ανώτατο αυτό στάδιο οδηγεί στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατών, στον πόλεμο. Με άλλα λόγια, στην προτεραιοποίηση του πολέμου ως προνομιακού πεδίου αποτύπωσης των πολιτικών και οικονομικών επιδιώξεων των κυρίαρχων τάξεων.

γ) στην ταυτόχρονη διαπίστωση ότι η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση καταστρέφει ραγδαία τον προνεωτερικό ιστό των ιεραρχικών σχέσεων στις εκμεταλλευμένες χώρες και αναδεικνύει στη θέση τους, ακόμα και στις πιο "υπανάπτυκτες" χώρες, την σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ μιας αναδυόμενης αστικής τάξης και ενός ταυτόχρονα αναδυόμενου προλεταριάτου.

δ) στην συνακόλουθη διαπίστωση ότι η φύση του ιμπεριαλισμού είναι τέτοια που ο πόλεμος αυτός θα είναι είτε i) αμιγώς αντιδραστικός, μοχλός κορύφωσης της εκμετάλλευσης δια των όπλων, με θύμα τις εργατικές τάξεις όλων των χωρών και κερδισμένη μονάχα την αστική είτε ii) ανεπαρκώς απελευθερωτικός, καθώς το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό σηματοδοτεί το πέρασμα κάθε αστικής τάξης παγκόσμια στην αντίδραση, και άρα την αδυναμία της να ηγηθεί προοδευτικών (εθνικοαπελευθερωτικών) αστικών επαναστάσεων ακόμα και στις "εκμεταλλευμένες χώρες".

ε) την ιστορική δυνατότητα και την πολιτική αναγκαιότητα, στη βάση αυτή, του περάσματος από τις αστικές στις προλεταριακές επαναστάσεις, από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στον εμφύλιο, δηλαδή στην ένοπλη σύγκρουση, σε κάθε χώρα, ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

Με δυο λόγια, η διάγνωση στον Λένιν της ύπαρξης "επαναστατικής εποχής" είναι απόλυτα αλληλένδετη με την διάγνωση της ύπαρξης ενός νέου, διακριτού σταδίου του καπιταλισμού που καθιστά αδύνατες τις προοδευτικές αστικές επαναστάσεις στη συνείδηση όλο και μεγαλύτερου τμήματος των μαζών, και φυσικά, και σ' αυτή της επαναστατικής πρωτοπορίας. Το στάδιο αυτό είναι ο ιμπεριαλισμός, και η λενινιστικά εννοούμενη "επαναστατική εποχή" είναι επίσης η εποχή του ιμπεριαλισμού.

Σ' αυτή τη μεθοδολογική βάση --σε σύγκριση δηλαδή με τις επιμέρους διαγνώσεις που συγκροτούν την ευρύτερη διάγνωση του Λένιν-- μπορεί να τεθεί ξεκάθαρα το φλέγον, το κεντρικής σημασίας πολιτικό ερώτημα: είναι η δική μας εποχή επαναστατική, έχει ως πραγματικό της ορίζοντα την (σοσιαλιστική) επανάσταση; Και αν ναι, για ποιους λόγους;

3 σχόλια:

  1. "για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή• για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν “οι κάτω” δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση."

    Δεν ξέρω αν (για την ακρίβεια, δε νομίζω ότι) το σχόλιό μου βρίσκεται ακριβώς μες στη θεματολογική κατεύθυνση της ανάρτησης, ούτε ξέρω αν εντάσσεται σε θέμα συζητημένο σε παλιότερη ανάρτηση.

    Όπως και να 'χει, το σχόλιο θέλει να δώσει μια έμφαση στο εξής: Τα δυο σκέλη της παραπάνω περιγραφής δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το αν οι πάνω μπορούν δεν είναι ανεξάρτητο από το αν οι κάτω θέλουν. Επίσης, και για τα δυο σκέλη, καθοριστικοί δεν είναι μόνο οι "αντικειμενικοί παράγοντες” αλλά και ο υποκειμενικός παράγοντας που κάνει τους κάτω, σε δοσμένο επίπεδο και σε δοσμένους συσχετισμούς, είτε να θέλουν είτε να μη θέλουν. Βέβαια ο υποκειμενικός παράγοντας δεν είναι κι αυτός ανεξάρτητος από τον αντικειμενικό, κι επίσης σε τελική ανάλυση αποτελεί κι αυτός ο ίδιος ένα μέρους του αντικειμενικού παράγοντα, ο υποκειμενικός παράγοντας είναι κατά κάποιο τρόπο κι ο ίδιος αντικειμενικός, αλλά από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε την αυτοτέλειά του τείνει σαν αυτοτελής να είναι εξίσου αν όχι και περισσότερο καθοριστικός από τον αντικειμενικό.

    Για να μη γενικολογώ: Ακόμα και στις σημερινές συνθήκες, εδώ και τώρα, οι πάνω εξακολουθούν να μπορούν γιατί οι κάτω εξακολουθούν να «θέλουν». Ακόμα κι αν πια η θέλησή τους δεν έχει ενεργητικό χαρακτήρα, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα έχουν πάψει να «θέλουν», η έλλειψη θέλησης δεν έχει μετασχηματιστεί σε άρνηση θέλησης, δεν έχει μετασχηματιστεί σε συνειδητοποίηση των συνεπειών και καθηκόντων που απορρέουν είτε από τη θέληση είτε από την άρνησή της, και σ’ ένα βαθμό γι’ αυτό δεν έχει μετασχηματιστεί και σε άρνηση. Γι’ αυτό και «μόνο» συνεχίζουν οι πάνω να μπορούν. Γι’ αυτό επίσης διαθέτουν, και δεν έχουν ακόμα εξαντλήσει, πολιτικές εφεδρείες εναλλακτικές ως προς τη δυνατότητά τους να κυβερνούν. Αλλά κι η αξία τέτοιων εναλλακτικών καθορίζεται από το βαθμό και τη διαδικασία μορφοποίησης της άρνησης (ή όχι) των κάτω να θέλουν.

    Η θέληση λοιπόν κι η άρνηση θέλησης, ακόμη και σε συνθήκες εξαθλίωσης ή προθύρων εξαθλίωσης, είναι απόλυτα συνδεμένη με το «επίπεδο» της συνείδησης. Η ίδια ακριβώς εξαθλίωση, πχ, επιδρά διαφορετικά στη θέληση μιας θρησκόληπτης λαϊκής μάζας και διαφορετικά σε μια λαϊκή μάζα που έχει αντικαταστήσει τη θρησκοληψία ή τη μοιρολατρία με έναν ορισμένο βαθμό επίγνωσης των νόμων κίνησης της ιστορίας, των ιστορικών δυνατοτήτων ανάλογα με τη δική της θέληση ή τη δική της άρνηση θέλησης να κυβερνιέται (εδώ φυσικά μπαίνει το ζήτημα της κυβέρνησης όχι απλά με το τυπικό αλλά με το γενικό εννοιολογικό του περιεχόμενο).

    Ο ρόλος της συνείδησης είναι, άλλωστε, καθοριστικός (για τη δυνατότητα των πάνω να κυβερνούν) ακόμα και σε συνθήκες σχετικής ευημερίας. Γι’ αυτό και η εκμεταλλεύτρια τάξη δίνει τόση σημασία στη χειραγώγηση της συνείδησης, έως και στην απονέκρωσή της ιδίως σε ό,τι αφορά τα γνωσιολογικά της χαρακτηριστικά σε σχέση με την ιστορία, τόσο την χθεσινή όσο πολύ περισσότερο την παρούσα και δρώσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βλέπε την ανάλυση της ανάρτησης "Ο Λένιν, ο 'βασικός νόμος της επανάστασης' και η ελληνική σοσιαλδημοκρατία" στην οποία παραπέμπω.

      Διαγραφή
    2. Συμφωνώντας με την συλλογιστική του AGIS, θέλω να προσθέσω ότι καθοριστικός παράγοντας ώστε να εκπληρωθεί η συνθήκη "οι κάτω να μην θέλουν" είναι η δράση του κομμουνιστικού κινήματος. Δράση σε επίπεδο οργάνωσης της Ε.Τ., σε επίπεδο συνειδητοποίησης της αλλά και σε επίπεδο επιβεβαίωσης της δύναμης της. Θέλω να πω, ότι έχει απόλυτα δίκαιο ο AGIS όταν λέει "Το αν οι πάνω μπορούν δεν είναι ανεξάρτητο από το αν οι κάτω θέλουν. Επίσης, και για τα δυο σκέλη, καθοριστικοί δεν είναι μόνο οι "αντικειμενικοί παράγοντες” αλλά και ο υποκειμενικός παράγοντας που κάνει τους κάτω, σε δοσμένο επίπεδο και σε δοσμένους συσχετισμούς, είτε να θέλουν είτε να μη θέλουν" και ταυτόχρονα θεωρώ ότι το "να θέλουν οι κάτω" βρίσκεται σε εξάρτηση με το αν πιστεύουν "ότι μπορούν" και επομένως να εκδηλωθεί το "θέλω". Διαφορετικά η Ε.Τ. μπορεί να "μην θέλει" επειδή πιστεύει ότι "δεν μπορεί". Είναι λοιπόν καθήκον του Κ.Κ. να δείξει μέσα από τους καθημερινούς αγώνες, μέσα από την καθημερινή πρακτική του στην Ε.Τ ότι "μπορεί". Η δράση του Κ.Κ. τελικά πρέπει να είναι επιθετική, πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς το δικαίωμα των αστών να κυβερνούν, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια Ε.Τ. που "θα θέλει" επειδή θα ξέρει και ότι "μπορεί".

      Διαγραφή