Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Η φύση του κράτους, η αναγκαιότητα συντριβής του αστικού κράτους, το προλεταριακό κράτος: Διατυπώσεις του "Κράτος και επανάσταση" Κεφ. 1-3

Κεφ. 1, Τμ. 1:

i. "Το κράτος - λέει ο Ένγκελς, βγάζοντας τα συμπεράσμα τα από την ιστορική του ανάλυση - δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απ' έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης «η πραγματικότητα της ηθικής ιδέας», «η εικόνα και η πραγματικότητα του λογικού», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν άλυτη αντίφαση με τον εαυτό της, διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, που δεν έχει τή δύναμη να τις εξορκίσει. Και για να μη φθείρουν τον εαυτό τους και την κοινωνία σ' έναν άκαρπο αγώνα αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τ' αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα, έγινε αναγκαία μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τή σύγκρουση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της «τάξεως». Κι η δύναμη αυτή, που προήλθε από την κοινωνία, μα πού βάζει τον εαυτό της πάνω απ' αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ' αυτήν, είναι το κράτος».


ii. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες.

iii. Κατά τον Μαρξ, το κράτος δε θα μπορούσε ούτε να εμφανιστεί, ούτε να διατηρηθεί, αν ήταν δυνατή μια συμφιλίωση των τάξεων. Σύμφωνα με τους μικροαστούς και φιλισταίους καθηγητές και δημοσιολόγους, - που κάθε τόσο επικαλούνται καλόβουλα τον Μαρξ - βγαίνει πως το κράτος ίσα-ίσα συμφιλιώνει τις τάξεις. Κατά τον Μαρξ, το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης μιας τάξης από μιαν άλλη, είναι η δημιουργία της "τάξεως" εκείνης, που νομιμοποιεί και στερεώνει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων.

iv. Το γεγονός ότι το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης, που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αντίποδα της (με την αντίπαλη σ' αυτήν τάξη), αυτό η μικροαστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ σε θέση να το καταλάβει.

v. [...] η "καουτσκική" διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πολύ πιο ραφιναρισμένη. [...] παραβλέπεται ή συγκαλύπτεται τούτο: αν το κράτος είναι προϊόν του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων, αν είναι μια δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία και "όλο και περισσότερο ά π ο ξ ε ν ώ ν ε τ α ι από την κοινωνία", γίνεται φανερό πως η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση, αλλά και χωρίς καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας. [...] αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ο Κάουτσκι -αυτό θα το δείξουμε λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας- το... "ξέχασε" και το διαστρέβλωσε.

Κεφ. 1, Tμ. 2:

i. Ο Ένγκελς αναπτύσσει την έννοια της "δύναμης", που ονομάζεται κράτος, της δύναμης, που προήλθε από την κοινωνία, μα που βάζει τον εαυτό της πάνω απ' αυτήν και που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ' αυτήν. Σε τι συνίσταται κυρίως η δύναμη αυτή; Στους ιδιαίτερους σχηματισμούς των ένοπλων ανθρώπων, που έχουν στη διάθεση τους τις φυλακές κλπ.

ii. Ο μόνιμος στρα­τός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας

iii. η κοινωνία του πολιτισμού είναι διασπασμένη σε εχθρικές και μάλιστα αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις, που ο "αυτενεργός" εξοπλισμός τους θα οδηγούσε στον ένοπλο αγώνα ανάμεσα τους. Σχηματίζεται το κράτος, δημιουργείται μια ιδιαίτερη δύναμη, ιδιαίτεροι σχηματισμοί εξοπλισμένων ανθρώπων, και κάθε επανάσταση, καταστρέφοντας τον κρατικό μηχανισμό, μας δείχνει ολοφάνερα πώς η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί ν' ανανεώσει τους ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων που την εξυπηρετούν [...]

iv. Ο Ένγκελς τονίζει [...]: "Η δημόσια εξουσία δυναμώνει στο μέτρο που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο μέτρο που τα όμορα κράτη μεγαλώνουν σε έκταση και σε πληθυσμό. Ρίχτε μια ματιά μόνο στη σημερινή Ευρώπη, όπου ο ταξικός αγώνας και ο ανταγωνισμός για καταχτήσεις ανέβασαν τη δημόσια δύναμη σε τέτοιο ύψος, που απειλεί να καταβροχθίσει ολόκληρη την κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το κράτος"...

v. Οι στρατιωτικοί και ναυτικοί εξοπλισμοί μεγάλωσαν από τότε σε απίστευτο βαθμό και ο ληστρικός πόλεμος του 1914-1917 για το ποιος θα, κυριαρχήσει στον κόσμο, η Αγγλία ή η Γερμανία, και για το μοίρασμα της λείας έφερε κοντά την ολοκληρωτική καταστροφή με την "καταβρόχθιση" όλων των δυνάμεων της κοινωνίας από τη ληστρική κρατική εξουσία [...]

Κεφ. 1, Τμ. 3: 

i. [Ενγκελς]:  Επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις, επειδή όμως ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποχτάει έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης [...]

Κεφ. 1, Τμ. 4:

i. Τα λόγια του Ένγκελς [κεφ. 1, τμ. 3] για την "απονέκρωση" του κράτους είναι τόσο πολύ γνωστά, αναφέρονται τόσο συχνά, δείχνουν τόσο ανάγλυφα που βρίσκεται η ουσία της συνηθισμένης πλαστογράφησης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε οπορτουνισμό [...]

ii. [Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ]: Η ως τα τώρα κοινωνία, που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, είχε ανάγκη από το κράτος, δηλαδή από μια οργάνωση της κάθε φορά εκμεταλλεύτριας τάξης για να διατηρεί τους εξωτερικούς της όρους παραγωγής, δηλαδή κυρίως για να κρατάει με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη κάτω από τους δοσμένους όρους καταπίεσης που καθορίζονται από τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). [...] Η πρώτη πράξη με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας - το πάρσιμο στην κατοχή του των μέσων παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας - είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η ανάμειξη μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται τότε περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και από μόνη της αποκοιμιέται. [...]

iii. Χωρίς φόβο να πέσουμε έξω, μπορούμε να πούμε πως απ' αυτόν τον εξαιρετικά πλούσιο σε ιδέες συλλογισμό του Ένγκελς, πραγματικό κτήμα της σοσιαλιστικής σκέψης των σημερινών σοσιαλιστικών κομμάτων έγινε μόνο η θέση ότι κατά τον Μαρξ το κράτος «απονεκρώνεται», σε διάκριση από την αναρχική διδασκαλία για την «κατάργηση» του κράτους. Ένα τέτοιο κουτσούρεμα του μαρξισμού σημαίνει αναγωγή του σε οπορτουνισμό. Γιατί από μια τέτοια ερμηνεία δε μένει παρά μια θολή αντίληψη για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία μεταβολή, για την απουσία αλμάτων και θυελλών, για την απουσία της επανάστασης. Η «απονέκρωση» του κράτους στην τρέχουσα, γενικά διαδομένη, μαζική, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, αντίληψη σημαίνει αναμφισβήτητα συγκάλυψη, αν όχι άρνηση της επανάστασης.

iv. Στην αρχή-αρχή αυτου του συλλογισμού ο Ένγκελς λέει πώς το προλεταριάτο, παίρνοντας την κρατική εξουσία, «καταργεί έτσι το κράτος σαν κράτος». [...] Το αστικό κράτος δεν «απονεκρώνεται», κατά τον Ένγκελς, μα «καταργείται» από το προλεταριάτο στην επανάσταση Ύστερα απ' αυτή την επανάσταση απονεκρώνεται το προλεταριακό κράτος ή μισοκράτος.

v. [...] η «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» του προλεταριάτου από την αστική τάξη, των εκατομμυρίων εργαζομένων από μερικές χούφτες πλουσίων πρέπει ν' αντικατασταθεί με μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της αστικής τάξης από το προλεταριάτο (δικτατορία του προλεταριάτου). Σ' αυτό ακριβώς συνίσταται η «κατάργηση του κράτους σαν κράτους».

vi. Το αστικό κράτος μπορεί να το «καταργήσει» μόνον η επανάσταση. Το κράτος γενικά, δηλαδή η πιο πλέρια δημοκρατία, μπορεί μόνο «ν' απονεκρωθεί».

vi. [...] από τους 10.000 ανθρώπους, που διάβασαν ή άκουσαν για την «απονέκρωση» του κράτους, οι 9.990 δεν ξέρουν ή δε θυμούνται διόλου ότι ο Ένγκελς τα συμπεράσματα του απ' αυτή τη θέση τα έστρεφε όχι μόνο ενάντια στους αναρχικούς. [...] Το συμπέρασμα ενάντια στους αναρχικούς επαναλαβαινόταν χιλιάδες φορές, εκχυδαϊζόταν, καρφωνόταν στα κεφάλια με τη μεγαλύτερη απλούστευση κι απόχτησε τη σταθερότητα της πρόληψης. Ενώ το συμπέρασμα ενάντια στους οπορτουνιστές το συγκάλυπταν και το «ξεχνούσαν»!

vii. Πιο πάνω μιλήσαμε κιόλας και θα δείξουμε πιο λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας πως η διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση αναφέρεται στο αστικό κράτος. Το αστικό κράτος δεν μπορεί να το αντικαταστήσει το προλεταριακό κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) με την «απονέκρωση», αλλά κατά γενικό κανόνα μόνο με τη βίαιη επανάσταση.

viii. Η ανάγκη της συστηματικής διαπαιδαγώγησης των μαζών στο πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση όλης της διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς. Η προδοσία της διδασκαλίας τους από τα σοσιαλσωβινιστικά και καουτσκικά ρεύματα, που κυριαρχούν σήμερα, εκφράζεται ιδιαίτερα ανάγλυφα στο γεγονός ότι και τα πρώτα και τα δεύτερα λησμονούν αυτή την προπαγάνδα, αυτή τη ζύμωση.

Η αντικατάσταση του αστικού κράτους με το προλεταριακό είναι αδύνατη χωρίς βίαιη επανάσταση. Η κατάργηση του προλεταριακού κράτους, δηλαδή η κατάργηση κάθε κράτους δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά παρά με την «απονέκρωση».

Κεφ. 2, Τμ. 1:

i. Στο προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος - αυτό το επαναλαβαίνουν όλοι οι οπορτουνιστές, οι σοσιαλσωβινιστές και οι καουτσκιστές, βεβαιώνοντας πως τέτοια είναι η διδασκαλία του Μαρξ και "λησμονώντας" να προσθέσουν ότι, πρώτο, κατά τον Μαρξ, στο προλεταριάτο χρειάζεται μόνο ένα κράτος που απονεκρώνεται, δηλαδή έτσι συγκροτημένο, που ν' αρχίσει αμέσως ν' απονεκρώνεται και που να μην μπορεί παρά ν' απονεκρώνεται. 

ii. Οι μικροαστοί δημοκράτες, αστοί ή δήθεν σοσιαλιστές, που αντικατάστησαν τον ταξικό αγώνα με ονειροπολήματα για την ομοφωνία των τάξεων, φαντάστηκαν με ονειροπόλο τρόπο και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, όχι σαν ανατροπή της κυριαρχίας της εκμεταλλεύτριας τάξης, αλλά σαν ειρηνική υποταγή της μειoψηφίας στην πλειοψηφία που ένιωσε τα καθήκοντα της. Αυτή η μικροαστική ουτοπία, που συνδέεται αδιάσπαστα με την αναγνώριση του υπερταξικού κράτους, στην πράξη οδηγούσε στη προδοσία των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων [...]

iii. Το προλεταριάτο χρειάζεται την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωτική οργάνωση της δύναμης, την οργάνωση της βίας και για την κατάπνιξη της αντίστασης τον εκμεταλλευτών και για την καθοδήγηση της τεράστιας μάζας του πληθυσμού, της αγροτιάς, τον μικροαστών, τον μισοπρολετάριων για «να στρώσει» τη σoσιαλιστική οικονομία. [...] Αν όμως το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος, σαν ιδιαίτερη οργάνωση βίας ενάντια στην αστική τάξη, τότε από δω βγαίνει μόνο του το συμπέρασμα: είναι άραγε νοητή η δημιουργία μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς την προκαταβολική καταστροφή, χωρίς την συντριβή της κρατικής μηχανής, που δημιούργησε για τον εαυτό της η αστική τάξη; Σ' αυτό το συμπέρασμα μας οδηγεί άμεσα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και γι'αυτό το συμπέρασμα μιλάει ο Μαρξ, όταν συνοψίζει τα πορίσματα από την πείρα της επανάστασης του 1848 - 1851.

Κεφ. 2, Τμ. 2:

i. «Όλες οι ανατροπές τελειοποιούσαν αυτή τη μηχανή αντί να την τσακίσουν» (η υπογράμμιση είναι δική μας). «Τα κόμματα, που αγωνίζονταν διαδοχικά για την εξουσία, θεωρούσαν την απόχτηση αυτού του τεράστιου κρατικού οικοδομήματος σαν την κυριότερη λεία του νικητή» («Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», σελ. 98 - 99, 4η έκδ., Αμβούργο, 1907).

Με τον περίφημο αυτό συλλογισμό ο μαρξισμός κάνει ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». [...] όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις τελειοποιούσαν την κρατική μηχανή, ενώ πρέπει να σπάσει, να τσακιστεί. Το συμπέρασμα τούτο είναι το κύριο, το βασικό στη διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος. Και αυτό ακριβώς το βασικό δεν έχει μόνο ολότελα λησμονηθεί από τα κυρίαρχα επίσημα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μα και έχει άμεσα διαστρεβλωθεί (όπως θα δούμε πιο κάτω) από τον πιο επιφανή θεωρητικό της ΙΙ Διεθνούς Κ. Κάουτσκι.

ii. Η συγκεντρωτική κρατική εξουσία, που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία, εμφανίστηκε την εποχή της παρακμής του απολυταρχισμού. Δυο είναι οι πιο χαρακτηριστικοί γι' αυτή την κρατική μηχανή θεσμοί: η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός.

iii. Μέσα απ' όλες τις αστικές επαναστάσεις, που τόσο πολλές γνώρισε η Ευρώπη από τον καιρό της πτώσης της φεουδαρχίας, προχωρεί η εξέλιξη, η τελειοποίηση, το δυνάμωμα αυτού του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού. Ιδιαίτερα, ίσα - ίσα η μικροαστική τάξη είναι εκείνη που τραβιέται προς το μέρος της μεγαλοαστικής τάξης και σε σημαντικό βαθμό υποτάσσεται σ' αυτήν μέσω αυτού του μηχανισμού, που προσφέρει στ' ανώτερα στρώματα της αγροτιάς, των χειροτεχνών, των έμπορων κ.α. σχετικά βολικές, ήσυχες και τιμητικές θεσούλες, που τοποθετούν τους κατόχους τους πάνω από το λαό.

iv. Από δω πηγάζει η ανάγκη για όλα τα αστικά κόμματα, ακόμα και για τα πιο δημοκρατικά, μαζί και για τα «επαναστατικά - δημοκρατικά», να δυναμώνουν τις καταπιέσεις εναντία στο επαναστατικό προλεταριάτο, να στεριώνουν τον καταπιεστικό μηχανισμό, δηλαδή την ίδια την κρατική μηχανή. Αυτή η πορεία των γεγονότων υποχρεώνει την επανάσταση «να συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις της καταστροφής» ενάντια στην κρατική εξουσία, την υποχρεώνει να βάλει καθήκον της όχι την καλυτέρευση της κρατικής μηχανής, μα τη συντριβή, την καταστροφή της.

v. Δεν είναι οι λογικοί συλλογισμοί, αλλά η πραγματική εξέλιξη των γεγονότων, η ζωντανή πείρα του 1848-1851 πού οδήγησαν στην τέτοια τοποθέτηση του προβλήματος. [...] Το 1852 μπορούσε κανείς να διαπιστώσει με την ακρίβεια φυσικοϊστορικής παρατήρησης μόνον ότι η προλεταριακή επανάσταση πλησίασε άμεσα στο καθήκον «να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της καταστροφής» ενάντια στην κρατική εξουσία, στο καθήκον «να τσακίσει» την κρατική μηχανή.

vi. Ας ρίξουμε όμως μια γενική ματιά στην ιστορία των προχωρημένων χωρών στα τέλη του ΧΙΧ και τις αρχές του ΧΧ αιώνα. Θα δούμε ότι συντελούνταν πιο αργά, πιο ποικιλόμορφα, πάνω σε πολύ πιο πλατιά κονίστρα το ίδιο προτσές: από τη μια μεριά, η συμπλήρωση της «κοινοβουλευτικής εξουσίας» τόσο στις δημοκρατικές χώρες (Γαλλία, Αμερική, Ελβετία), όσο και στις μοναρχικές (Αγγλία, Γερμανία ως ένα βαθμό, Ιταλία, Σκανδιναβικές χώρες κ.ά.), κι από την άλλη, η πάλη για την εξουσία των διάφορων αστικών και μικροαστικών κομμάτων, που μοιράζονταν και ξαναμοιράζονταν τη «λεία» των δημοσιουπαλληλικών θέσεων, χωρίς ν' αλλάζουν τα θεμέλια του αστικού καθεστώτος, τέλος, η τελειοποίηση και το δυνάμωμα της «εκτελεστικής εξουσίας» του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού της.

vii. Ιδίως ο ιμπεριαλισμός, η εποχή του τραπεζιτικού κεφαλαίου, η εποχή των γιγάντιων κεφαλαιοκρατικών μονοπωλίων, η εποχή της μετεξέλιξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικό - μονοπωλιακό καπιταλισμό, παρουσιάζει ένα ασυνήθιστο δυνάμωμα της «κρατικής μηχανής», μιαν ανήκουστη αύξηση του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού της μηχανισμού σε συνδυασμό με την ένταση των καταπιέσεων εναντία στο προλεταριάτο τόσο στις μοναρχικές, όσο και στις πιο ελεύθερες, δημοκρατικές χώρες.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η παγκόσμια ιστορία πλησιάζει τώρα, σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα από το 1852, στη «συγκέντρωση όλων των δυνάμεων» της προλεταριακής επανάστασης για την «καταστροφή» της κρατικής μηχανής.

Κεφ. 2, Τμ. 3

i. Μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτού βρίσκεται η πιο βαθιά διαφορά του μαρξιστή από το μικρό (μα και μεγάλο) αστό της αράδας. Αυτή είναι η λυδία λίθος για την πραγματική κατανόηση και παραδοχή του μαρξισμού. Και δεν είναι παράξενο πως, όταν η ιστορία της Ευρώπης έφερε πραχτικά την εργατική τάξη μπροστά σ' αυτό το ζήτημα, όχι μόνο όλοι οι οπορτουνιστές και ρεφορμιστές, αλλά και όλοι οι «καουτσκιστές» (οι άνθρωποι που ταλαντεύονται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και το μαρξισμό) αποδείχτηκαν θλιβεροί φιλισταίοι και μικροαστοί δημοκράτες [...]

Κεφ. 3, Τμ. 1:

i. Ο τελευταίος πρόλογος στη νέα γερμανική έκδοση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», που υπογράφεται και από τους δυο συγγραφείς του, έχει ημερομηνία 24 του Ιούνη 1872. Σ' αυτό τον πρόλογο οι συγγραφείς του, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, λένε πως «σήμερα πάλιωσε σε μερικά μέρη» το πρό­γραμμα του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου».

... «Ιδίως - συνεχίζουν - η κομμούνα απόδειξε ότι η «εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς» ...
[...] Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή ακριβώς η ουσιαστική διόρθωση διαστρεβλώθηκε από τους οπορτουνιστές, και το νόημα της θα είναι ασφαλώς άγνωστο στα εννιά δέκατα, αν όχι στα ενενήντα εννιά εκατοστά των αναγνωστών του «Κομμουνι­στικού Μανιφέστου».

ii. Η σκέψη του Μαρξ είναι ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει, να τσακίσει την «έτοιμη κρατική μηχανή» και να μην περιοριστεί στην απλή κατάληψη της.

iii. Στις 12 του Απρίλη 1871, δηλαδή ακριβώς τον καιρό της Κομμούνας, ο Μαρξ έγραφε στον Κούγκελμαν:

... «Αν ανοίξεις το τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου «Η Ι 8η Μπρυμαίρ», θα δεις ότι εκφράζω τη γνώμη πως η επόμενη προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δεν πρέπει, όπως γινόταν ως τώρα, να περάσει τη γραφειοκρατική - στρατιωτική μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο, άλλα να την τσακίσει» [...] «και αυτός είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστα­σης στην ήπειρο».

iv. Στα λόγια αυτά «να τσακίσει τη γραφειοκρατική - στρατιωτι­κή κρατική μηχανή» περιέχεται, σύντομα διατυπωμένο, το κυριότερο δίδαγμα του μαρξισμού στο ζήτημα των καθηκόντων του προλεταριάτου στην επανάσταση όσον αφορά το κράτος. Κι αυτό ακριβώς το δίδαγμα όχι μόνο λησμονήθηκε ολότελα, μα και διαστρεβλώθηκε ανοιχτά από την κυρίαρχη καουτσκική «ερμηνεία» του μαρξισμού!

v. [...] ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη είναι η εξαιρετικά βαθυστό­χαστη παρατήρηση του Μαρξ, ότι η καταστροφή της γραφειοκρατικής στρατιωτικής κρατικής μηχανής αποτελεί «προκαταρκτικό όρο κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης».

vi. Να συντριφτεί αυτή η μηχανή, να τσακιστεί - αυτό είναι το πραγματικό συμφέρον του «λαού», της πλειοψηφίας του, των εργατών και της πλειοψηφίας των αγρο­τών, αυτός είναι ο «προκαταρκτικός όρος» της ελεύθερης συμμαχίας των φτωχών αγροτών με τους προλετάριους, και χωρίς αυ­τή τη συμμαχία η δημοκρατία δεν είναι στέρεη και είναι αδύνατος ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός.

vii. ο Μαρξ [...] διαπίστωνε πως τη «συντριβή» της κρατικής μηχανής την απαιτούν τα συμφέροντα και των εργατών και των αγροτών, πως αυτή τους ενώνει, βάζει μπροστά τους το κοινό καθήκον της εξάλειψης του «παράσιτου» και της αντικατάστασης του με κάτι καινούργιο.

Κεφ. 3, Τμ. 2:

i. Η κρατική εξουσία ύστερα από την επανάσταση του 1848 - 1849 γίνεται «το εθνικό όργανο πολέμου του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία». Η δεύτε­ρη αυτοκρατορία κατοχυρώνει αυτό το όργανο.

ii.Έτσι λοιπόν η Κομμούνα σάμπως ν' αντικατάστησε τη συντριμμένη κρατική μηχανή «απλώς» με μια πιο πλέρια δημο­κρατία: κατάργηση του μόνιμου στρατού, πλέρια αιρετότητα και ανακλητότητα όλων των δημόσιων λειτουργών. Στην πραγματικό­τητα όμως αυτό το «απλώς» σημαίνει αντικατάσταση σε γιγάν­τια κλίμακα ενός είδους θεσμών με θεσμούς καταρχήν διαφορετικού είδους. [...] Στη θέση των ειδικών θεσμών της προνομιούχας μειοψηφίας (προνομιούχα υπαλ­ληλοκρατία και ηγεσία του μόνιμου στρατού), αυτό το καθήκον μπορεί να το εκπληρώνει άμεσα η ίδια η πλειοψηφία, και όσο πιο παλλαϊκή γίνεται η ίδια η εκπλήρωση των λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, τόσο λιγότερο αναγκαία γίνεται αυτή η εξουσία. [...] Απ' αυτή την άποψη ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το μέτρο της Κομμούνας, που το υπογραμμίζει ο Μαρξ: η κατάργηση κάθε επιχορήγησης για έξοδα παραστάσεως, κάθε χρηματικού προνο­μίου στους δημόσιους υπαλλήλους, η ελάττωση της πληρωμής όλων των λειτουργών του κράτους ως το επίπεδο του «μισθού του εργάτη». Σ' αυτό ίσα - ίσα εκφράζεται με τον πιο χτυπητό τρόπο η στροφή από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία, από τη δημοκρατία των καταπιεστών στη δημοκρατία των καταπιεζόμενων τάξεων, από το κράτος σαν «ιδιαίτερη δύναμη» καταπίεσης μιας ορισμένης τάξης στην κατάπνιξη των καταπιε­στών με τη γενική δύναμη της πλειοψηφίας του λαού, των εργα­τών και αγροτών.

iii. Η πλέρια αιρετότητα, η ανακλητότητα σ' οποιαδήποτε στιγμή όλων χωρίς εξαίρεση των δημόσιων λειτουργών, η ελάττωση του μισθού τους στο συνηθισμένο «μισθό του εργάτη», αυτά τα απλά και «αυτονόητα» δημοκρατικά μέτρα, που συνδυάζουν πέ­ρα για πέρα τα συμφέροντα των εργατών και της πλειοψηφίας των αγροτών, αποτελούν ταυτόχρονα το γεφυράκι, που οδηγεί από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Τα μέτρα αυτά αφορούν τον κρατικό, καθαρά - πολιτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αποχτούν όμως φυσικά όλο το νόημα και τη σημασία τους μόνο σε συνδυασμό με την πραγματοποιούμενη ή προετοιμαζόμενη «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», δηλαδή με το πέρασμα της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.

Κεφ. 3, Τμ. 3:

i. «Η Κομμούνα - έγραφε ο Μαρξ - δεν επρόκειτο να είναι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα» ...

ii. Εξ επαγγέλματος υπουργοί και βουλευτές, προδότες του προλεταριάτου και «επιχειρηματίες» σοσιαλιστές των ημερών μας παραχώρησαν την κριτική του κοινοβουλευτι­σμού αποκλειστικά στους αναρχικούς και πάνω σ' αυτή την περίεργα λογική βάση κήρυξαν «αναρχισμό» κάθε κριτική του κοινοβουλευτισμού!!

iii. Ν' αποφασίζεις μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της κυρίαρχης τάξης θα τσαλαπατά, θα καταπνίγει το λαό στη βουλή - να ποια είναι η αληθινή ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού όχι μόνο στις κοινοβουλευτικές - συνταγματικές μοναρχίες, αλλά και στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες.

iv. Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δε βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή, των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπεία σε «εργαζόμενα» σώματα. «Η Κομμούνα δεν επρό­κειτο να είναι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα».

v. «Όχι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα», αυτά τα λόγια ταιριάζουν απόλυτα για τους σημερινούς κοινοβουλευτικούς άνδρες και τα κοινοβουλετικά «χαϊδεμένα σκυλάκια» της σοσιαλ­δημοκρατίας. Κοιτάχτε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, Νορβηγία κλπ.: η καθαυτό «κρατική» δουλειά διεξάγεται πίσω από τα παρασκήνια και την κάνουν οι Διευθύνσεις, τα γραφεία, τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με τον ειδικό σκο­πό να ξεγελούν το «λαουτζίκο».

vi. Τον πουλημένο και σαπισμένο κοινοβουλευτισμό της αστικής κοινωνίας η Κομμούνα τον αντικατασταίνει με θεσμούς, όπου η ελευθερία της γνώμης και της συζήτησης δεν εκφυλίζεται σε απάτη, γιατί οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται οι ίδιοι, οι ίδιοι να εφαρμόζουν τους νόμους τους, οι ίδιοι να ελέγχουν τ' αποτελέσματα της εφαρμογής τους, οι ίδιοι να φέρνουν άμεσα την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θε­σμοί μένουν, μα δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές. Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δημοκρα­τία, ακόμα και την προλεταριακή δημοκρατία, χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και οφείλουμε να την φανταστούμε [...]

vii. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εκμηδένιση της υπαλλη­λίας μονομιάς, παντού και ολοκληρωτικά. Αυτό θα 'ταν ουτοπία. Η συντριβή όμως μονομιάς της παλιάς υπαλληλικής μηχανής και το άμεσο αρχίνημα της οργάνωσης μιας καινούργιας, που να επιτρέπει τη βαθμιαία εκμηδένιση κάθε υπαλληλίας, αυτό δεν είναι ουτοπία, είναι η πείρα της Κομμούνας, είναι το άμεσο, το επόμενο καθήκον του επαναστατικού προλεταριάτου.

viii. Εμείς δεν είμαστε ουτοπιστές. Δεν «ονειρευόμαστε» πως θα τα βγάλουμε πέρα μονομιάς χωρίς καμιά διοίκηση, χωρίς καμιά υποταγή. Αυτά τα αναρχικά ονειροπολήματα, βασισμένα στη μη κατανόηση των καθηκόντων της διχτατορίας του προλεταριάτου, εί­ναι απολύτως ξένα στο μαρξισμό και στην πράξη χρησιμεύουν μόνο για την αναβολή της σοσιαλιστικής επανάστασης ίσαμε τη μέρα που θα γίνουν αλλιώτικοι οι άνθρωποι. Όχι, εμείς θέλουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση με τους ανθρώπους που έχουμε τώ­ρα, που δεν θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα δίχως υποταγή, δίχως έλεγχο, δίχως «επιστάτες και λογιστές».

ix. Ξεκινώντας απ' ό,τι έχει κιόλας δημιουργήσει ο καπιταλι­σμός, να οργανώσουμε τη μεγάλη παραγωγή μόνοι μας, εμείς οι εργάτες, στηριγμένοι στη δική μας εργατική πείρα, δημιουργώντας αυστηρότατη, σιδερένια πειθαρχία, που θα την υποστηρίζει η κρατική εξουσία των ένοπλων εργατών, να περιορίσουμε τους δημόσιους υπαλλήλους στο ρόλο απλών εκτελεστών των εντολών μας, που θα είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, ανακλητοί, μέτρια πληρωνόμενοι «επιστάτες και λογιστές» [...]

x. Όλη η λαϊκή οικονομία, οργανωμένη όπως το ταχυδρομείο, έτσι που οι τεχνικοί, οι επιστάτες, οι λογιστές, καθώς και όλοι οι αξιωματούχοι να μην παίρνουν μισθό παραπάνω από το «μισθό εργάτη», κάτω από τον έλεγχο και την καθοδήγηση του ένοπλου προλεταριάτου - να ποιος είναι ο πιο άμεσος σκοπός μας.

Κεφ. 3, Τμ. 5:

i. «Εκμηδένιση της κρατικής εξουσίας», που ήταν «παρασιτικό καρκίνωμα», «αποκοπή» και «καταστροφή» της, «η κρατική εξουσία γίνεται τώρα περιττή» - να με ποιες εκφράσεις μιλούσε ο Μαρξ για το κράτος, όταν εκτιμούσε και ανάλυε την πείρα της Κομμούνας.

ii. Οι οπορτουνιστές της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας δέχτηκαν τις αστικές πολιτικές μορ­φές του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού κράτους σαν το όριο που δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί και σπάζανε το κούτελο τους, από τις μετάνοιες μπροστά σ' αυτό το «πρότυπο», χαρακτήριζαν αναρ­χισμό κάθε προσπάθεια να σπάσει κανείς αυτές τις μορφές.

iii. Ο Μαρξ συμπέρανε απ' όλη την ιστορία του σοσιαλισμού και των πολιτικών αγώνων πως το κράτος πρέπει να εξαφανι­στεί, πως η μεταβατική μορφή της εξαφάνισης του (πέρασμα από το κράτος στο μη - κράτος) θα είναι το «οργανωμένο σε κυ­ρίαρχη τάξη προλεταριάτο». [...] Η Κομμούνα είναι η «ανακαλυφθείσα επιτέλους» από την προλεταριακή επανάσταση μορφή, με την οποία μπορεί να συν­τελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας.

Η Κομμούνα είναι η πρώτη, απόπειρα της προλεταριακής επανάστασης να συντρίψει την αστική κρατική μηχανή και η «ανακαλυφθείσα επιτέλους» πολιτική μορφή, με την όποια μπο­ρεί και πρέπει ν' αντικατασταθεί αυτό που συντρίφτηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου