Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Γ. Σταμάτης-Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία (ΙI)

Πρώτο μέρος
3. Περί «άνισης ανταλλαγής»

Την έννοια αυτών των δυο ειδών τιμών προϋποθέτει και η έννοια της άνισης ανταλλαγής: Η πραγματική ανταλλαγή, που λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις πραγματικές τιμές, είναι - μετρούμενη με μέτρο την πλασματική μεν, αλλά «ίση» και «δίκαιη» ανταλλαγή που θα προέκυπτε αν τα εμπορεύματα αναταλλάσσονταν στις πλασματικές μεν, αλλά «δίκαιες» τιμές που προαναφέραμε - «άνιση», «άδικη» ανταλλαγή.

Η έννοια της άνισης ανταλλαγής προϋποθέτει προφανώς και δύο ιδιοποιήσεις πλεονάσματος· μια πλασματική ιδιοποίηση πριν τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, η οποία διαμελαβείται από τις πλασματικές μεν αλλά «δίκαιες» τιμές και από την αντιστοιχούσα σ' αυτές τις τιμές πλασματική ιδιοποίηση πριν τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, και την πραγματική ιδιοποίηση μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, η οποία διαμεσολαβείται από τις «άδικες» μεν αλλά πραγματικές τιμές και από την αντιστοιχούσα σ' αυτές τις τιμές πραγματική μεν αλλά «άνιση» ανταλλαγή μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος.


Μετά τις παραπάνω διευκρινήσεις φαίνεται ολοκάθαρα, ότι το πλεόνασμα, που αποτιμάται σ' αυτές τις πλασματικές μεν αλλά «δίκαιες» τιμές, δεν είναι, όπως ισχυρίζεται η θεωρία μεταβίβασης αγροτικού πλεονάσματος, το πλεόνασμα πριν τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, αλλά ένα ευκταίο, δέον ή «δίκαιο» πλεόνασμα, και το πλεόνασμα, που αποτιμάται στις πραγματικές μεν αλλά «άδικες» τιμές, δεν είναι, όπως ισχυρίζεται η ίδια θεωρία, το πλεόνασμα μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, αλλά απλώς το πλεόνασμα, το πραγματικό και μοναδικό πλεόνασμα. Έτσι λοιπόν και το δήθεν πλεόνασμα πριν τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «δίκαιο» πλεόνασμα, και η δήθεν μεταβίβαση πλεονάσματος από τον αγροτικό τομέα στους άλλους τομείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ποσό που θα έπρεπε, σύμφωνα με την κατά τα λοιπά άκρως σεβαστή γνώμη του εκάστοτε οικονομολόγου που αναπτύσσει την θεωρία της μεταβίβασης πλεονάσματος του αγροτικού τομέα, να έπαιρνε, επιπροσθέτως στο πλεόνασμα που πράγματι παίρνει, ο αγροτικός τομέας, για να έπαιρνε το, κατά την όπως είπαμε άκρως σεβαστή άποψη του, «δίκαιο» πλεόνασμα.

Η μεταφορά πλεονάσματος από τον αγροτικό τομέα σε άλλους τομείς είναι λοιπόν μια ιδεαλιστική κατασκευή περί «δικαίας» κατανομής του πλεονάσματος στους διαφόρους τομείς, η οποία εκδίδεται ως μαρξιστική. Διότι μαρξιστικό χαρακτήρα θέλουν να της προσδώσουν οι μαρξικοί όροι που αδικαιολόγητα χρησιμοποιεί (πλεόνασμα, αξίες, τιμές που αντιστοιχούν στις αξίες κ.τ.λ.).

Το ότι είναι μια ιδεαλιστική κατασκευή, προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι αντί να ερμηνεύσει το ύψος του αγροτικού εισοδήματος ή, τελωσπάντων, του αγροτικού πλεονάσματος αναλύοντας τους παράγοντες που το καθορίζουν και τον τρόπο με τον οποίο το καθορίζουν, κατασκευάζει έξω από αυτό το πραγματικό της αντικείμενο ένα άσχετο προς αυτό και μη προσήκον σ' αυτό μέτρο, το οποίο χρησιμοποιεί μετά για να του αποδώσει έμμεσα ή άμεσα προσδιορισμούς που δεν του προσήκουν, όπως «δέον», «δίκαιον», «μη δέον», «άδικον», κ.ο.κ. Εξίσου καλά θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει «γαλάζιο», «εύγευστο», «ευχάριστο», κ.ο.κ. Το πόσο μαρξιστικές είναι οι κατασκευές αυτού του είδους γνωρίζει καλά όποιος γνωρίζει την κριτική του Marx στις λασσαλλικές έννοιες του «δίκαιου μισθού», της «δίκαιης κατανομής του εισοδήματος» κ.λπ., την οποία δεν επιθυμούμε να αναπτύξουμε εδώ. Αντ' αυτού, παραπέμπουμε στην κριτική του Marx στην πρώτη και στην τρίτη παράγραφο του Προγράμματος της Γκότα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος. Και κατά πόσον τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί του πράγματος προάγουν κατά την άποψη του Marx την γνώση του ίδιου του πράγματος μπορεί να συμπεράνει κανείς από τη ρητορική του ερώτηση, αν «γνωρίζει μήπως κανείς περισσότερα για την "αισχροκέρδεια", εάν λέει, ότι αυτή αντιφάσκει στην "αιώνια δικαιοσύνη" και στην "αιώνια επιείκεια" και στην "αιώνια αλληλεγγύη" και σε άλλες "αιώνιες αλήθειες", όπως γνώριζαν οι πατέρες της εκκλησίας, όταν έλεγαν, ότι αυτή αντιφάσκει στην "αιώνια χάρη", στην "αιώνια πίστη", στην "αιώνια βούληση του θεού;"»[5].

Για τους ίδιους λόγους είναι ιδεαλιστικός και μη μαρξιστικός και ο πολυσυζητημένος όρος της άνισης ανταλλαγής. Η ρήση «άνιση ανταλλαγή» αποτελεί μια κρίση για την πραγματική ανταλλαγή, η οποία προσδίδει στην τελευταία κατά τον ιδεαλιστικό τρόπο που μόλις περιγράψαμε έναν προσδιορισμό - τον προσδιορισμό «άνιση», που σημαίνει «ανταλλαγή μη ισοδυνάμων», ο οποίος όχι μόνον δεν της προσήκει, όπως π.χ. δεν της προσήκουν και οι προσδιορισμοί «ωραία», «άσχημη», κ.τ.λ., αλλά και συνιστά μια contradictio in adjecto. Διότι κάθε ανταλλαγή είναι, όπως αναπτύσσει ο Marx, ανταλλαγή ισοδυνάμων, δηλ. «ίση» ανταλλαγή. Δουλειά του θεωρητικού της οικονομίας δεν είναι να κρίνει αν η ανταλλαγή είναι ή δεν είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων, αν δηλαδή αυτά τα ανταλλασσόμενα ισοδύναμα είναι και σύμφωνα με τα δικά του προσωπικά ηθικά, πολιτικά ή όποια άλλα κριτήρια πράγματι «ίσα» (το ερώτημα αυτό έχουν ήδη απαντήσει, σύμφωνα με τα μόνα έγκυρα, τα δικά τους, κριτήρια, θετικά οι ανταλλάσσοντες τα εμπορεύματα· όταν ανταλλάσσουν, ανταλλάσσουν ισοδύναμα πράγματα, διότι, αν δεν είχε έτσι το πράγμα, τότε θα έπρεπε να εξηγήσει κανείς, πώς είναι δυνατόν ορισμένοι από τους ανταλλάσσοντες να δέχονται ως αντάλλαγμα για τα εμπορεύματα τους κάτι μικρότερο από το ισοδύναμο αυτών των εμπορευμάτων χωρίς γι' αυτό να τους ασκείται βία πέραν αυτής την οποία ασκούν οι ίδιες οι οικονομικές συνθήκες), αλλά να διερευνήσουν σε τι συνίσταται το μέτρο της ισοδυναμίας των ανταλλασσόμενων ποσοτήτων διαφορετικών εμπορευμάτων, δηλ. ως προς η είναι ίσες οι ανταλλασσόμενες ποσότητες των διαφορετικών εμπορευμάτων. Και το μέτρο της ισοδυναμίας δεν συνίσταται ούτε κατά τον Marx - όπως εσφαλμένα νομίζουν πολλοί - στην εργασία που κόστισε η παραγωγή τους έτσι ώστε να δύνανται να λεχθεί - όπως συχνά λέγεται εξίσου εσφαλμένα, ότι αν τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στις αξίες τους, τότε η ανταλλαγή είναι «ίση», δηλ. ανταλλαγή ισοδυνάμων, ενώ όταν ανταλλάσσονται σε τιμές διαφορετικές από τις αξίες τους, τότε η ανταλλαγή είναι «άνιση», δηλ. ανταλλαγή μη ισοδυνάμων. Διότι πουθενά ο Marx δεν ισχυρίζεται ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στην πραγματικότητα ή, ακόμη περισσότερο, ότι θα έπρεπε να ανταλλάσσονται στις αξίες τους (ούτε επίσης, ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται ή ότι θα έπρεπε να ανταλλάσσονται στις τιμές παραγωγής τους), αλλά ότι ανταλλάσσονται σε τιμές αγοράς που διαφέρουν από τις αξίες (καθώς και από τις τιμές παραγωγής) τους.

Η αντίληψη ότι είναι δυνατόν να μεταβιβαστεί και ότι μεταβιβάζεται πράγματι μέσω της ανταλλαγής πλεόνασμα ή οποιοδήποτε μέρος του προϊόντος μιας μονάδας παραγωγής ή ενός σύμφωνα με οποιοδήποτε κριτήριο ορισμένου τομέα παραγωγής σε άλλες μονάδες παραγωγής ή σε άλλους τομείς παραγωγής, προϋποθέτει ως ορθή την αντίληψη, ότι μια μονάδα ή ένας τομέας παραγωγής ιδιοποιείται τελικά ως εισόδημα του κάτι που διαφέρει απ' αυτό που παρήγαγε, δηλ. από το καθαρό προϊόν του. Η τελευταία αυτή αντίληψη είναι λανθασμένη. Γι αυτό είναι και η βασιζόμενη σ' αυτήν αντίληψη μεταφοράς πλεονάσματος ή, γενικότερα, εισοδήματος από μονάδα σε μονάδα ή τομέα σε τομέα μέσω της ανταλλαγής εσφαλμένη. Το ορθό είναι ότι στην εμπορευματική παραγωγή κάθε μονάδα παραγωγής και κάθε τομέας παραγωγής παίρνει ως εισόδημα (μισθοί συν κέρδη) ό,τι ακριβώς παρήγαγε (το καθαρό προϊόν του). Μεταβιβάσεις πλεονάσματος ή, γενικότερα, εισοδήματος από μονάδα σε μονάδα ή από τομέα σε τομέα μέσω της ανταλλαγής είναι αδύνατες, διότι προϋποθέτουν ότι αυτό που λαμβάνει ως εισόδημα μια μονάδα ή ένας τομέας διαφέρει απ' αυτό που παρήγαγε (σ' αυτήν ακριβώς την διαφορά μεταξύ του καθαρού προϊόντος και του εισοδήματος μιας μονάδος ή ενός τομέα συνίσταται κατ' αυτούς, που θεωρούν δυνατές και πραγματικές αυτές τις μεταβιβάσεις, και η μεταβίβαση πλεονάσματος αυτής της μονάδας ή αυτού του τομέα σε άλλες μονάδες ή σε άλλους τομείς). [6]


4. Παραγωγική και μη παραγωγική εργασία

Αλλά οι διάφορες μεταβιβάσεις «πλεονασμάτων» από τομέα σε τομέα δεν τελειώνουν με τη θεωρία του αγροτικού πλεονάσματος. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η οποία παραπέμπει κι εδώ, και πάλι αδίκως, στον Marx, γίνονται και μεταβιβάσεις υπεραξίας και κέρδους από τους «παραγωγικούς» στους «μη παραγωγικούς» τομείς[7]. Η άποψη αυτή χρησιμοποιεί τους όρους «παραγωγικός» και «μη παραγωγικός» τομέας υποκειμενικά με το νόημα που έχουν στον ίδιο τον Marx, δηλ. θέλει να τους χρησιμοποιεί με το ίδιο νόημα που τους δίνει ο Marx, αντικειμενικά όμως, δηλ. στην πραγματικότητα και παρά την πρόθεση της, τους δίνει, όπως θα δούμε ένα τελείως διαφορετικό νόημα.

Οι παραγωγικοί και μη παραγωγικοί τομείς σχετίζονται στον Marx στενότατα με την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Τι είναι παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στον Marx είναι - αδικαιολόγητα - αμφιλεγόμενο. Γιατί αδικαιολόγητα, θα φανεί από τα όσα ακολουθούν.

Ο Marx ορίζει τι είναι παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία στον Ιο τόμο του «Κεφαλαίου»[8]. Από την άποψη της διαδικασίας εργασίας, δηλ. της διαδικασίας παραγωγής αξιών χρήσης, παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει αξίες χρήσης, και μη παραγωγική αυτή, που δεν παράγει αξίες χρήσης. Επειδή όμως η εργασία, για την οποία πρόκειται εδώ, για την οποία δηλ. ερωτάται στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση αν είναι παραγωγική ή μη παραγωγική, είναι εξ ορισμού εν γένει χρήσιμη εργασία, δηλ. σκόπιμη ανθρώπινη δραστηριότητα προς παραγωγή χρήσιμων πραγμάτων εν γένει, αξιών χρήσης εν γένει (υλικών αγαθών ή υπηρεσιών), από την άποψη της διαδικασίας εργασίας είναι, ως εξ ορισμού εν γένει χρήσιμη εργασία, παραγωγική εργασία.

Έτσι απ' αυτήν την άποψη παραγωγική είναι τόσο η εργασία της νοικοκυράς (η οποία ούτε μισθιακή εργασία είναι, ούτε παράγει εμπορεύματα αλλά παράγει απλώς αξίες χρήσης για την ίδια την νοικοκυρά ή και για την οικογένεια της), όσο και η εργασία της οικιακής βοηθού (η οποία είναι μισθιακή εργασία, αλλά δεν παράγει εμπορεύματα παρά απλώς αξίες χρήσης για λογαριασμό και για ατομική κατανάλωση αυτού, ο οποίος την πληρώνει δηλ. παράγει, όπως τις ονομάζει ο Marx προσωπικές υπηρεσίες), όσο και η εργασία του γεωργού που είναι ιδιοκτήτης της γης του και των μέσων παραγωγής του και δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη (η οποία δεν είναι μισθιακή εργασία και παράγει αξίες χρήσης, που, στο βαθμό που δεν καταναλώνει ο ίδιος, αλλά πουλάει τα προϊόντα του, είναι απλά, όχι καπιταλιστικά, εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων δεν περιέχει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος), όσο και η εργασία του δημοσίου υπαλλήλου (η οποία είναι μισθιακή εργασία που παράγει αξίες χρήσεις που δεν είναι εμπορεύματα), όσο και η εργασία του υπαλλήλου δημοσίου οργανισμού ή ιδιωτικού οργανισμού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (η οποία είναι μισθιακή εργασία που παράγει αξίες χρήσης που είναι απλά, όχι καπιταλιστικά, εμπορεύματα8) , όσο, τέλος, και η εργασία του υπό το κεφάλαιο εργαζόμενου μισθωτού εργάτη (η οποία παράγει αξίες χρήσης που είναι εμπορεύματα και μάλιστα καπιταλιστικά, όχι απλά, εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η - αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων εμπεριέχει και υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος) είναι χρήσιμες και ως εκ τούτου παραγωγικές εργασίες.

Από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης, δηλ. της διαδικασίας παραγωγής ανταλλακτικών αξιών εν γένει, τουτέστιν εμπορευμάτων εν γένει (απλών ή καπιταλιστικών εμπορευμάτων), παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει, και μη παραγωγική η εργασία, που δεν παράγει εμπορεύματα.

Μη παραγωγική είναι λοιπόν από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης εκείνη η εργασία που παράγει αξίες χρήσης, οι οποίες όμως δεν είναι εμπορεύματα (όπως π.χ. η εργασία της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, του δημοσίου υπαλλήλου), και παραγωγική κάθε εργασία, που παράγει εμπορεύματα εν γένει (όπως π.χ. η εργασία του προαναφερθέντος γεωργού, στο βαθμό που αυτός πουλάει και δεν καταναλώνει ο ίδιος τα προϊόντα του, η εργασία του υπαλλήλου σε δημόσιο οργανισμό ή σε ιδιωτικό οργανισμό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και η εργασία του υπό το κεφάλαιο μισθωτού εργαζομένου).

Από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της διαδικασίας της άμεσης παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, από την άποψη δηλ. της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας ή, αντιστοίχως, κέρδους, παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει, και μη παραγωγική η εργασία, που δεν παράγει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος[9].

Για να παραγάγει κανείς υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, πρέπει να παραγάγει και να πουλήσει καπιταλιστικά εμπορεύματα, για να παραγάγει και να πουλήσει καπιταλιστικά εμπορεύματα, πρέπει να παραγάγει και να πουλήσει εμπορεύματα εν γένει, δηλ. αξίες χρήσεις για άλλους, και, για να παραγάγει και να πουλήσει αξίες χρήσης για άλλους, πρέπει να παραγάγει αξίες χρήσης.

Έτσι από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής παραγωγική δεν είναι η εργασία, που παράγει απλώς αξίες χρήσεις, ούτε η εργασία, που παράγει εμπορεύματα εν γένει, αλλά η εργασία, που παράγει αξίες χρήσεις, οι οποίες είναι εμπορεύματα, τα οποία από την πλευρά τους δεν είναι απλά, αλλά καπιταλιστικά εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων εμπεριέχει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, εν συντομία: η εργασία που είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο. Και από την ίδια άποψη μη παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει είτε απλώς αξίες χρήσης είτε αξίες χρήσης που δεν είναι καπιταλιστικά, αλλά απλά εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων δεν περιέχει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, εν συντομία: η εργασία που δεν είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο.

Έτσι από την εν λόγω άποψη παραγωγική είναι η εργασία κάθε εργαζόμενου, ο οποίος είναι υπαγμένος, και μη παραγωγική η εργασία κάθε εργαζόμενου, ο οποίος δεν είναι υπαγμένος στο κεφάλαιο. Μη παραγωγική είναι π.χ. η εργασία της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, του αυτοαπασχολούμενου γεωργού ή του όποιου άλλου αυτοαπασχολούμενου, του δημοσίου υπαλλήλου, του υπαλλήλου δημοσίου οργανισμού και του υπαλλήλου ιδιωτικού οργανισμού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Το είδος της αξίας χρήσης, που παράγει η εκάστοτε συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, δεν παίζει κανέναν ρόλο για τον χαρακτηρισμό της ως παραγωγικής ή μη παραγωγικής εργασίας. Συνεπώς παραγωγική ή, αντιστοίχως, μη παραγωγική εργασία δεν είναι ένα συγκεκριμένο είδος χρήσιμης εργασίας, δηλ. ένα είδος συγκεκριμένης χρήσιμης εργασίας. Ο προσδιορισμός «παραγωγική» ή «μη παραγωγική» δεν αφορά την αξία χρήσης, που παράγει η εργασία, στην οποία προσδίδεται αυτός ο προσδιορισμός, κι επομένως ούτε το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης, που παράγει αυτή η εργασία και, τέλος, κατά συνέπεια ούτε το συγκεκριμένο είδος εργασίας, τη συγκεκριμένη δηλ. εργασία, η οποία παράγει αυτό το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης.

Ο προσδιορισμός «παραγωγική» ή «μη παραγωγική» δεν αφορά λοιπόν την εργασία ως εκάστοτε συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, αλλά την εργασία ως εν γένει χρήσιμη, αφηρημένη εργασία, κατ' αφαίρεσιν δηλ. από την συγκεκριμένη χρησιμότητα της και συνεπώς από το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης που παράγει και δεν χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία ως προς τη συγκεκριμένη χρησιμότητα της, δηλ. ως προς το συγκεκριμένο είδος της αξίας που παράγει, αλλά αυτήν την ίδια ως εν γένει χρήσιμη, αφηρημένη εργασία ως προς τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες δαπανάται. Ως εκ τούτου η ίδια συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, η μαγειρική π.χ. εργασία, είναι μη παραγωγική[10], όταν δαπανάται ως οικιακή εργασία, και παραγωγική, όταν δαπανάται ως μισθιακή εργασία υπό το κεφάλαιο σε ένα εστιατόριο· και η συγκεκριμένη εργασία ενός υπαλλήλου είναι μη παραγωγική, όταν δαπανάται σε μια δημόσια υπηρεσία, και παραγωγική, όταν δαπανάται σε μια καπιταλιστική επιχείρηση, π.χ. σε μια τράπεζα.

Τις έννοιες παραγωγική και μη παραγωγική εργασία συζητά in extenso o Marx στα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και τις διακρίνει από τις έννοιες της αναπαραγωγικής και της μη αναπαραγωγικής εργασίας αντιστοίχως. Η αναπαραγωγική και μη αναπαραγωγική εργασία ορίζονται εκεί η μεν πρώτη ως εργασία, που παράγει αξίες χρήσης αναγκαίες, η δε δεύτερη ως εργασία, που παράγει αξίες χρήσης μη αναγκαίες για την υλική αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος. Οι δυο αυτοί προσδιορισμοί αφορούν λοιπόν, σε αντίθεση προς τους προσδιορισμούς παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, όχι τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες καταβάλλεται η εργασία, αλλά το συγκεκριμένο είδος της χρήσιμης εργασίας, όπως αυτό εξαντικειμενικεύεται στο συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης που παράγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου