Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Γ. Σταμάτης-Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία (Ι)

Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία: Η θαυμαστή καριέρα ορισμένων εννοιών της μαρξικής πολιτικής οικονομίας στις σημερινές κοινωνικές επιστήμες στη χώρας μας
του Γιώργου Σταμάτη
Θέσεις, Τεύχος 27, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1989


Ξένος: Της δε ψυχεμπορικής ταύτης άρ' ου το μεν επιδεικτική δικαιότητα λέγοιτ' αν, το δε γελοίον μεν ούχ ήττον τον πρόσθεν, όμως δε μαθημάτων ούσαν πράσιν αυτήν άδελφώ τινι της πράξεως ονόματι προσειπεϊν ανάγκης θεαίθητος: Πάνυ μεν ούν.



Ξένος: Ταύτης τοίνυν της μαθηματοπωλικής το μεν περί τα των άλλων τεχνών μαθήματα ετέρω, το δε περί το της αρετής άλλω προσρητέον. Θεαίτητος: Πώς γαρ ου;

Ξένος: Τεχνοπωλικόν μην το γε περί τάλλα αν άρμόττοι, το δε περί ταύτα ου προθυμήθητι λέγειν όνομα.

Θεαίτητος: Και τι τις αν άλλο όνομα είπών ουκ αν, αλημμελοίη πλην το νυν ζητούμενον αυτό είναι το ψενδογαλατικόν γένος;

Πλάτωνος Σοφιστής


1. Η επιστήμη ως εμπόρευμα

Η επιστήμη και η διανόηση είναι και βιοποριστικό επάγγελμα και οι επιστήμονες και διανοητές είναι και «αγοραπωλητές», τουτέστιν «αγοραστές», μεταποιητές (ή παραγωγοί) και «πωλητές» εννοιών, ιδεών και θεωριών.

Έτσι σημαντικό κριτήριο μιας όχι ασήμαντης μερίδας επιστημόνων και διανοητών κατά την «αγορά» και μεταποίηση των ιδεών και θεωριών που «πωλούν» είναι η «εμπορευσιμότητα» του τελικού προϊόντος. Η «εμπορευσιμότητα» του προϊόντος προϋποθέτει ως δεδομένη την ιδιότητα του να ικανοποιεί ορισμένες κοινωνικές - όχι κατ' ανάγκην επιστημονικές - ανάγκες. Το ότι οι ανάγκες αυτές ονομάζονται κοινωνικές δεν υποδηλεί ότι είναι ανάγκες ενός κάποιου κοινωνικού συνόλου, αλλά ότι είναι κοινωνικά προσδιορισμένες ανάγκες συγκεκριμένων ατόμων, ομάδων, τάξεων, οργανισμών, θεσμών κ.τ.λ.

Γενικό χαρακτηριστικό όλων των αναγκών που ικανοποιούνται από προϊόντα της επιστήμης και της διανόησης είναι ότι η ικανοποίηση αυτών των αναγκών προϋποθέτει την «επιστημονικότητα» του μέσου της, δηλ. του προϊόντος της επιστημονικής παραγωγής, και του παραγωγού του. Η «επιστημονικότητα» του παραγωγού είναι ταυτόσημη με την «επιστημονική αρμοδιότητα» του. Είναι δεδομένη, όταν αυτός κατέχει τις αντίστοιχες σπουδές (ανεξάρτητα από την ποιότητα και την πληρότητα τους) και έχει να επιδείξει αντίστοιχη δραστηριότητα, είναι δηλ. πανεπιστημιακός δάσκαλος ή εργάζεται σε ερευνητικό ίδρυμα ή κερδίζει ως ειδήμων τα προς το ζειν, π.χ. ως σύμβουλος πρωθυπουργών, υπουργών κ.τ.λ., ως συνεργάτης διεθνών οργανισμών, μελετητικού ή συμβουλευτικού γραφείου, ως διοικητής ή στέλεχος Τράπεζας, ως σημαντικός από την άποψη του κύκλου εργασιών αρχιτέκτων ή μηχανικός κ.ο.κ. (ανεξάρτητα από την πραγματικά επιστημονική ποιότητα και αξία αυτών των δραστηριοτήτων).

Συνήθως η «επιστημονικότητα» του προϊόντος είναι δεδομένη με την «επιστημονική αρμοδιότητα» του παραγωγού του. Εντέλει όμως αυτά τα δυο δεν μπορούν να χωριστούν: υπάρχουν, όταν υπάρχουν, και τα δυο μαζί.

Η «επιστημονικότητα» του παραγωγού και αυτή του προϊόντος του είναι λοιπόν καθαρά συμβατικές. Παρά την συμβατικότητα τους είναι όμως, όταν είναι δεδομένες, πραγματικές και έγκυρες. Διότι η συμβατικότητα τους δεν είναι μια αυθαίρετη, αλλά μια κοινωνικά αναγνωρισμένη και αποτελεσματική συμβατικότητα. Έχει ορισμένες άκρως πραγματικές - καίτοι όχι κατ' ανάγκην ουσία επιστημονικές - προϋποθέσεις και - το σημαντικότερο - ορισμένα άκρως πραγματικά και έγκυρα κοινωνικά αποτελέσματα.

Μιλήσαμε παραπάνω για κοινωνικές ανάγκες, οι οποίες ικανοποιούνται από «επιστημονικά» προϊόντα «επιστημονικά αρμοδίων» παραγωγών, χωρίς να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο τους, ορίζοντας τις μόνον δια του μέσου της ικανοποίησης των. Ορίσαμε επίσης το τελευταίο ως «επιστημονικό» προϊόν «επιστημονικά αρμοδίων» παραγωγών. Ωστόσο απ' αυτά και μόνον προκύπτει κάτι πολύ σημαντικό για το είδος αυτών των αναγκών και για την αντικειμενική λειτουργία των «επιστημονικών» προϊόντων που τις ικανοποιούν: ότι πρόκειται προφανώς για ανάγκες «επιστημονικά» νομιμοποιημένες ιδεολογικής κάλυψης ορισμένων κοινωνικών σχέσεων, συνθηκών και καταστάσεων.

Ίσως δεν χρειάζεται, αλλά ας διευκρινίσουμε ωστόσο, ότι με «αγορά», «πώληση» και «εμπορευσιμότητα» των «επιστημονικών» προϊόντων δεν εννοούμε βέβαια τις μεταβιβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας επί «επιστημονικών» προϊόντων. Η ίδια η πνευματική ιδιοκτησία αφορά την οικονομική διάθεση και χρήση επιστημονικών προϊόντων. Η ιδιοκτησία των άλλων προϊόντων και, γενικά, αγαθών αποκλείει συνήθως τους μη ιδιοκτήτες όχι μόνον από την οικονομική, αλλά και από κάθε είδους διάθεση και χρήση αυτών των προϊόντων και αγαθών. Η πνευματική ιδιοκτησία «επιστημονικών» προϊόντων, αντιθέτως, δεν αποκλείει κανέναν από την «επιστημονική» τους χρήση. Με «αγορά» «επιστημονικών» προϊόντων εννοούμε λοιπόν την «επιστημονική» χρήση τους, η οποία, ως μη οικονομική χρήση, είναι ελεύθερη και δεν προϋποθέτει την καταβολή κανενός είδους αντιτίμου. Η χρήση αυτή συμπεριλαμβάνει και την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, εάν αυτή η κλοπή δεν έχει οικονομικούς, αλλά «επιστημονικούς» σκοπούς. Γι αυτό και δεν ενδιαφέρονται γι' αυτήν όχι μόνον το αστικό δίκαιο, αλλά, όταν - σπανιότατα βέβαια στη χώρα μας - αφορά πανεπιστημιακούς δασκάλους, ούτε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων. Διότι δεν ζημιώνει κανέναν, αλλά - στην κυριολεξία - προάγει την «επιστήμη», και κυρίως τους «επιστήμονες».

Με «πώληση» «επιστημονικών» προϊόντων δεν εννοούμε την πώληση της πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτού του είδους προϊόντων αντί αντιτίμου, αλλά τη δημοσίευση και τη διάδοση τους για κάθε - πλην της οικονομικής - χρήση. Και τέτοιες χρήσεις, όχι κατ' ανάγκην επιστημονικές, υπάρχουν πολλές. Συνίστανται στην ικανοποίηση των όχι κατ' ανάγκην επιστημονικών κοινωνικών αναγκών που προαναφέραμε, όπως ιδεολογικών, πολιτικών, ταξικών κ.τ.λ. αναγκών.

Σ' αντίθεση όμως με την «αγορά», που δεν κοστίζει τίποτα, η «πώληση», καίτοι δεν γίνεται αντί αντιτίμου (καίτοι κι αυτό συμβαίνει, όποτε η «πώληση» αυτή παριστάνεται για διάφορους λόγους ως πώληση της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του προϊόντος αντί αντιτίμου) όλο και κάτι αποφέρει.

Ενώ όμως οι έννοιες της «αγοράς» και της «πώλησης» και συνεπώς και της «εμπορευσιμότητας» χρησιμοποιούνται όχι στο κατά λέξιν νόημα τους αλλά ούτε και εντελώς μεταφορικά, η έννοια της μεταποίησης και της παραγωγής χρησιμοποιείται κατά κυριολεξίαν. Μόνον που συχνά τη θέση της μεταποίησης ή της πρωτογενούς παραγωγής παίρνει η σκέτη μεταπράτευση.

Η εμπορευσιμότητα πρέπει ωστόσο να ληφθεί σοβαρά υπόψη, όταν συζητάμε την πρόσληψη και διάδοση ορισμένων ιδεών ή θεωριών όπως π.χ. εδώ, της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Διότι μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατή η πρόσληψη και διάδοση ορισμένων θεωριών, η εμπορία των οποίων, όπως αυτή της μαρξιστικής θεωρίας, είναι προφανώς ασύμφορη, όχι μόνον επειδή αυτοί που τις έχουν ανάγκη δεν αντιπροσωπεύουν καμιά αποτελεσματική (δηλ. ικανή να «πληρώσει», τουτέστιν να ανταμείψει καθ' οιονδήποτε τρόπο) ζήτηση, αλλά και επειδή αυτοί, που είναι ικανοί να «πληρώσουν» για ιδέες και θεωρίες, όχι μόνον δεν «πληρώνουν» γι' αυτές τις συγκεκριμένες, αλλά και θέτουν την πρόσληψη και την διάδοση τους υπό λεπτώς διαβαθμισμένο διωγμό (στον οποίο ανήκει και εκείνο το είδος ανοχής που ονομάστηκε «ανοχή καταπίεσης»).

Μια εξήγηση του φαινομένου προσφέρει η ύπαρξη επιστημόνων και διανοητών, οι οποίοι δεν εμπορεύονται ιδέες και θεωρίες, αλλά θεραπεύουν την επιστήμη και την αλήθεια. Δεν αρκεί όμως, επειδή το φαινόμενο είναι ευρύτερο (και διαφορετικό) απ' αυτό, το οποίο εξηγεί η ύπαρξη και η δραστηριότητα τέτοιων επιστημόνων και διανοητών. Διότι κι άλλοι πέραν αυτών ασχολούνται με αυτές τις ιδέες και θεωρίες. Και δεν εννοούμε μόνον αυτούς που τις μάχονται ανοιχτά. Υπάρχει η μεγάλη κατηγορία αυτών, οι οποίοι εμπορεύονται κατ' αρχήν κάθε είδους ιδέες και θεωρίες: χωρίς μεταποίηση αυτές, για τις οποίες υπάρχει ζήτηση ως έχουν, και, μετά από κατάλληλη μεταποίηση, αυτές, για τις οποίες υπάρχει μόνον μετά απ' αυτήν ακριβώς την κατάλληλη επεξεργασία ενεργή ζήτηση.

Αυτή η διαδικασία μεταποίησης των όποιων ιδεών και θεωριών με σκοπό να καταστούν κατάλληλες να ικανοποιήσουν μια δεδομένη ενεργή ζήτηση, η οποία όχι μόνον είναι ανύπαρκτη για αυτές τις ίδιες ιδέες αυτές καθεαυτές αλλά συνυπάρχει με ένα σύστημα καταπίεσης τους, εξηγεί και τις «διαστρεβλώσεις» τους. Οι «διαστρεβλώσεις» τους, θεωρημένες σε συνάρτηση με την εμπορική τους επιτυχία αποδεικνύονται ως η αναγκαία για την εμπορευσιμότητα τους μεταποίηση, ως το μέσον της εμπορικής τους επιτυχίας. Η άγνοια και η ανικανότητα είναι βέβαια ικανά εργαλεία των τέτοιου είδους μεταποιήσεων.

Όλα αυτά θα μπορούσε βέβαια να μας τα ερμηνεύσει μια κοινωνική επιστημολογία και μια κοινωνιολογία της επιστήμης. Η κοινωνιολογία όμως, που - ανταποκρινόμενη ευχαρίστως στις ανάγκες της διοίκησης κατά την άσκηση της του social engineering - δεν έχει αφήσει κοινωνική ομάδα, την συμπεριφορά της οποίας να μην έχει μελετήσει, θα αρχίσει να μελετάει την δραστηριότητα των επιστημόνων (κι έτσι και την ίδια την δική της), αφού πρώτα φτάσει να μελετήσει αυτή των χρηματοδοτών της, δηλ. μάλλον ποτέ. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, ότι στη χώρα μας η κοινωνιολογία της επιστήμης - ακόμη και στη θετικιστική της μορφή, υπό την οποία υπάρχει αλλού και υπό την οποία θα μπορούσε να εισαχθεί τουλάχιστον όπως έχουν εισαχθεί τόσα και τόσα - και η κοινωνική επιστημολογία είναι ανύπαρκτες. Οι κοινωνικές επιστήμες έχουν πολλά αντικείμενα και πεδία, η ίδια η δική τους δραστηριότητα και πρακτική καθώς και η χρηματοδοτική συμπεριφορά των χρηματοδοτών τους δεν εμπίπτουν όμως σε κανένα απ' αυτά [1].

Η πρόσληψη των εμπορεύσιμων, η προς τον σκοπόν της εμπορίας μεταποίηση των οποιωνδήποτε και, τέλος, αυτή η ίδια η εμπορία των εννοιών, των ιδεών και των θεωριών συνιστούν την καριέρα τους.

Θα παρουσιάσουμε στα ακόλουθα την καριέρα των μαρξιστικών εννοιών του πλεονάσματος, της παραγωγικής ή μη παραγωγικής εργασίας και της ανταλλαγής εμπορευμάτων στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες στη χώρα μας με τη βοήθεια δυο παραδειγμάτων: των όσων γράφονται για το πλεόνασμα του αγροτικού τομέα αφενός και για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία αφετέρου.


2. Περί «μεταφοράς» αγροτικού πλεονάσματος

Τα τελευταία χρόνια συζητείται πολύ η θεωρία του πλεονάσματος του αγροτικού τομέα. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία ένα μέρος του πλεονάσματος του αγροτικού τομέα το ιδιοποιούνται ορισμένοι από τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (καίτοι μπορεί να συμβεί και το αντίθετο, δηλ. ο αγροτικός τομέας να ιδιοποιείται μέρος του πλεονάσματος άλλων τομέων). Πρόκειται λοιπόν για μια «μεταφορά» ή «απόσπαση» πλεονάσματος. Το πλεόνασμα του αγροτικού τομέα ορίζεται κυρίως[2] ως η διαφορά μεταξύ του καθαρού προϊόντος και της (πραγματικά διαπιστωθείσας ή της τεκμαρτής) κατανάλωσης του αγροτικού τομέα, όπου και τα δυο μεγέθη αποτιμώνται σε τρέχουσες τιμές. Το πλεόνασμα του αγροτικού τομέα ορίζεται λοιπόν ως η (πραγματική ή τεκμαρτή) αποταμίευση του αγροτικού τομέα, υπολογισμένη σε τρέχουσες τιμές.

Ήδη εδώ τίθεται μια σειρά ερωτημάτων:

Πρώτον: Γιατί η διαφορά μεταξύ του καθαρού προϊόντος και της κατανάλωσης του αγροτικού τομέα ονομάζεται πλεόνασμα;

Η ονομασία αυτή δημιουργεί παρεξηγήσεις. Όχι μόνον παραπέμπει αυτή καθεαυτή στον Marx, αλλά και οι περισσότεροι απ' αυτούς που την χρησιμοποιούν παραπέμπουν ρητά στον Marx (σχετίζοντας την - εσφαλμένα όπως θα δούμε - με την υπεραξία). Στον Marx ο όρος πλεόνασμα σημαίνει το υπερπροϊόν, δηλ. το (υλικό) πλεόνασμα του πραγματικού (=υλικού) καθαρού προϊόντος πέραν των πραγματικών (=υλικών) μισθών που πληρώθηκαν για την παραγωγή αυτού του καθαρού προϊόντος. Είναι δηλ. ένα υλικό κι όχι ένα χρηματικό μέγεθος (το οποίο, επιπροσθέτως, όταν δεν αναφέρεται σε ένα κλειστό οικονομικό σύστημα, αλλά όπως εδώ, σε έναν τομέα ενός ανοιχτού οικονομικού συστήματος, δηλ, εν τέλει, σε ένα ανοιχτό οικονομικό σύστημα, περιέχει όχι μόνον θετικές, αλλά και αρνητικές ποσότητες εμπορευμάτων). Πέραν αυτών η αξιακή έκφραση του μαρξικού υπερπροϊόντος είναι η υπεραξία, και η χρηματική του έκφραση είναι το κέρδος, και συνεπώς ούτε η μία ούτε η άλλη δεν είναι η διαφορά μεταξύ της χρηματικής έκφρασης του καθαρού προϊόντος και της χρηματικής έκφρασης της κατανάλωσης, δεν είναι δηλ. το πλεόνασμα, όπως αυτό ορίζεται από τη θεωρία περί αγροτικού πλεονάσματος. Το πλεόνασμα λοιπόν, όπως το ορίζει η θεωρία του πλεονάσματος του αγροτικού τομέα, δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την μαρξική έννοια του πλεονάσματος, ούτε με την μαρξική έννοια της υπεραξίας, ούτε με την έννοια του κέρδους, αλλά είναι απλώς η σε τρέχουσες τιμές αποταμίευση.

Δεύτερον: Δεδομένων όλων αυτών, γιατί η θεωρία περί πλεονάσματος του αγροτικού τομέα δεν ονομάζει αυτό, που ονομάζει πλεόνασμα, δημιουργώντας έτσι άτοπους συνειρμούς και συγχύσεις, αποταμίευση; Δεδομένων και των ρητών της παραπομπών στους μαρξικούς όρους πλεόνασμα και υπεραξία, μάλλον για να διατηρήσει μια ανύπαρκτη παραλληλότητα προς την μαρξική θεωρία.

Τρίτον: Αυτό το, τέλος πάντων, πλεόνασμα του αγροτικού τομέα είναι ως αποταμίευση μέρος του εισοδήματος, δηλ. του καθαρού προϊόντος, του αγροτικού τομέα. Συνεπώς, η ιδιοποίηση του από τον αγροτικό ή από άλλους τομείς, η οποία ενδιαφέρει την θεωρία του αγροτικού πλεονάσματος, είναι ιδιοποίηση από τον αγροτικό ή από άλλους τομείς μέρους του εισοδήματος, δηλ. του καθαρού προϊόντος, του αγροτικού τομέα. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε γιατί η θεωρία αυτή δεν μιλάει απλώς για το εισόδημα ή καθαρό προϊόν του αγροτικού τομέα; Και μάλιστα αφού αυτό θα την απάλλασσε και από το πρόβλημα της εκτίμησης της κατανάλωσης του αγροτικού τομέα στις περιπτώσεις εκείνες που δεν δύναται να την διαπιστώσει στατιστικά, αλλά (όπως στη χώρα μας που δεν συλλέγονται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία αντίστοιχα στοιχεία) είναι αναγκασμένη να την τεκμαίρει; Διότι τότε θα χανόταν η εντύπωση της παραλληλότητας με την μαρξιστική θεωρία [3].

Για την δημιουργία της εντύπωσης ότι υπάρχει μια κάποια σχέση με την μαρξική θεωρία χρησιμοποιείται κάθε μέσο, όπως π.χ. ο ισχυρισμός, ότι κατά τον Marx η παραγωγή πλεονάσματος είναι χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής παραγωγής - ένας ισχυρισμός που χωλαίνει, διττά: πρώτον, διότι κατά τον Marx η ύπαρξη πλεονάσματος είναι χαρακτηριστικό κάθε κοινωνίας, στην οποία η παραγωγικότητα της εργασίας είναι υψηλότερη από το σ' αυτήν την κοινωνία δεδομένο κόστος αναπαραγωγής μιας μονάδας εργασιακής δύναμης, δηλ. από το πραγματικό ωρομίσθιο, και δεύτερον, διότι ο αγροτικός τομέας, για το πλεόνασμα του οποίου πρόκειται εδώ, δεν είναι ένας καθολοκληρίαν υπαγμένος στο κεφάλαιο, δηλ. ένας καθολοκληρίαν καπιταλιστικός τομέας, αλλά στο μεγαλύτερο του μέρος (τουλάχιστον όσον αφορά χώρες σαν την Ελλάδα) ένας τομέας απλής εμπορευματικής παραγωγής.

Αλλά ας έλθουμε στην ουσία της θεωρίας του πλεονάσματος του αγροτικού τομέα, η οποία συνίσταται στον ισχυρισμό, ότι υπάρχει μεταφορά πλεονάσματος, έτσι όπως αυτή το ορίζει, από τον αγροτικό σε άλλους τομείς (ή, μερικές φορές, απ' αυτούς στον αγροτικό τομέα). Ισχυρίζεται λοιπόν η θεωρία αυτή ότι υπάρχει μεταφορά πλεονάσματος από τομέα σε τομέα.

Το ζήτημα είναι λοιπόν: είναι δυνατή μια τέτοια μεταφορά; Και, αν είναι, τότε, όταν λαμβάνει χώρα, πώς συντελείται;

Κατά την ευλόγω θεωρία η μεταβίβαση αυτή είναι δυνατή, λαμβάνει πράγματι χώρα και διαμεσολαβείται - στο βαθμό που δεν αφορά μεταβιβάσεις πλεονάσματος από τον αγροτικό στον δημόσιο τομέα ή αντιστρόφως μέσω φόρων ή επιδοτήσεων - από την άνιση ανταλλαγή μεταξύ των προϊόντων που πουλά και αυτών που αγοράζει ο αγροτικός τομέας.

Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι δυνατόν να συμβεί καμιά μεταφορά πλεονάσματος μέσω άνισης ανταλλαγής. Κι αυτό για τους εξής λόγους:

Η διαπίστωση μιας τέτοιας μεταφοράς προϋποθέτει προφανώς δυο τινά:

Πρώτον, την διαπίστωση του πλεονάσματος κάθε τομέα πριν τις μεταφορές πλεονάσματος και, δεύτερον, την διαπίστωση του πλεονάσματος κάθε τομέα μετά τις μεταφορές πλεονάσματος. Κι αυτό, διότι αυτές οι μεταφορές πλεονάσματος μόνον ως διαφορές μεταξύ των πλεονασμάτων των τομέων πριν και των πλεονασμάτων των τομέων μετά τις μεταφορές πλεονασμάτων μπορούν να διαπιστωθούν.

Πώς διαπιστώνεται όμως σε μια εμπορευματική οικονομία το πλεόνασμα ενός τομέα πριν ή μετά τις μεταφορές πλεονασμάτων από τομέα σε τομέα; Όπως και το ύψος κάθε άλλου εισοδηματικού μεγέθους, όταν είναι δεδομένες οι τιμές των εμπορευμάτων[4].

Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω, για να υπάρχει μεταφορά πλεονάσματος, πρέπει οι τιμές, στις οποίες υπολογίζεται το πλεόνασμα κάθε τομέα πριν τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, να διαφέρουν απ' αυτές, στις οποίες υπολογίζεται το πλεόνασμα κάθε τομέα μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν βέβαια δυο συστήματα τιμών, αλλά ένα και μοναδικό.

Αν όμως έτσι έχει το πράγμα, αν δηλ. υπάρχει ένα μόνον σύστημα τιμών, τότε το πλεόνασμα κάθε τομέα πριν τις μεταφορές πλεονάσματος και το πλεόνασμα του μετά τις μεταφορές πλεονάσματος είναι ίσα - πράγμα που σημαίνει, ότι όλες οι μεταφορές πλεονασμάτων είναι ίσες με μηδέν, και συνεπώς, ότι δεν λαμβάνει χώρα καμιά μεταφορά πλεονάσματος.

Η δυνατότητα διαπίστωσης του πλεονάσματος κάθε τομέα πριν και του πλεονάσματος του μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος είναι βέβαια ταυτόσημη με την δυνατότητα ύπαρξης δύο ιδιοποιήσεων του πλεονάσματος κάθε τομέα απ' αυτόν τον ίδιο τομέα, μιας πριν και μιας μετά τις μεταφορές πλεονάσματος. Και επειδή βέβαια δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν - και δεν υπάρχουν - δύο ιδιοποιήσεις πλεονάσματος, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί και το πλεόνασμα κάθε τομέα πριν και μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος κι επομένως δεν υπάρχουν τέτοιες μεταβιβάσεις.

Το ότι, για να μπορεί να γίνει λόγος για μεταβιβάσεις πλεονάσματος από τομέα σε τομέα, πρέπει να υπάρχουν δύο διαφορετικά συστήματα τιμών, φαίνεται και από το γεγονός, ότι όσοι ομιλούν για τέτοιες μεταβιβάσεις πλεονάσματος προϋποθέτουν πράγματι την ύπαρξη δυο τέτοιων συστημάτων τιμών. Το ένα απ' αυτά είναι το σύστημα των πραγματικών τιμών (το ένα και μοναδικό σύστημα τιμών, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω), στο οποίο υπολογίζουν το πλεόνασμα κάθε τομέα μετά τις μεταβιβάσεις πλεονασμάτων, και το άλλο είναι ένα πλασματικό σύστημα τιμών, διαφορετικό από το προηγούμενο, στο οποίο υπολογίζουν το πλεόνασμα κάθε τομέα πριν τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος.

Οι τελευταίες τιμές είναι οι τιμές, οι οποίες αντιστοιχούν στις μαρξικές αξίες, ή, κατ' άλλους, οι τιμές, που θα προέκυπταν χωρίς τις επεμβάσεις του κράτους, ή, κατ' άλλους πάλι, οι τιμές, που θα έπρεπε να ισχύουν για να μπορούν και οι ασχολούμενοι με την γεωργία να έχουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα, δηλ. ένα αξιοπρεπές κέρδος ή έναν αξιοπρεπή μισθό, όπως και οι ασχολούμενοι με τα άλλα είδη της παραγωγής. Πρόκειται λοιπόν σε καθεμία απ' αυτές τις περιπτώσεις για ευκταίες, δέουσες ή «δίκαιες» τιμές. Έτσι, μετρούμενες δηλ. με μέτρο αυτές τις πλασματικές «δίκαιες» τιμές, οι πραγματικές τιμές, στις οποίες υπολογίζεται το πλεόνασμα κάθε τομέα μετά τις μεταβιβάσεις πλεονάσματος, είναι οι, ούτως ειπείν, απευκταίες, μη δέουσες ή «άδικες» τιμές.

5 σχόλια:

  1. «Όλα αυτά θα μπορούσε βέβαια να μας τα ερμηνεύσει μια κοινωνική επιστημολογία και μια κοινωνιολογία της επιστήμης. Η κοινωνιολογία όμως, που - ανταποκρινόμενη ευχαρίστως στις ανάγκες της διοίκησης κατά την άσκηση της του social engineering - δεν έχει αφήσει κοινωνική ομάδα, την συμπεριφορά της οποίας να μην έχει μελετήσει, θα αρχίσει να μελετάει την δραστηριότητα των επιστημόνων (κι έτσι και την ίδια την δική της), αφού πρώτα φτάσει να μελετήσει αυτή των χρηματοδοτών της, δηλ. μάλλον ποτέ. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, ότι στη χώρα μας η κοινωνιολογία της επιστήμης - ακόμη και στη θετικιστική της μορφή, υπό την οποία υπάρχει αλλού και υπό την οποία θα μπορούσε να εισαχθεί τουλάχιστον όπως έχουν εισαχθεί τόσα και τόσα - και η κοινωνική επιστημολογία είναι ανύπαρκτες. Οι κοινωνικές επιστήμες έχουν πολλά αντικείμενα και πεδία, η ίδια η δική τους δραστηριότητα και πρακτική καθώς και η χρηματοδοτική συμπεριφορά των χρηματοδοτών τους δεν εμπίπτουν όμως σε κανένα απ' αυτά»

    Κατ' αρχάς να δηλώσω ότι δεν γνωρίζω τη "συγκυρία 1989-αγροτικό πλεόνασμα", αλλά το άνω απόσπασμα είναι άκρως προβληματικό. Η «Κοινωνιολογία τής γνώσης» «άνθισε» στην αλλοδαπή την τελευταία εικοσαετία αλλά όπου «χρηματοδότης» διάβασε «ίδρυμα». Η σημερινή βαβούρα για την «αξιολόγηση» στην παιδεία είναι ακριβώς ο αφρός ή μάλλον τα κατάλοιπα αυτού τού είδους τής «κοινωνιολογίας τής γνώσης» με βιτγκενσταϊνικές-νιτσεϊκές καταβολές. Όσο για την εμπορευσιμότητα=«χρησιμότητα» [προστιθέμενη αξία] των πνευματικών προϊόντων, αυτό ήταν η αιχμή για τον εξορθολογισμό τού διδακτικού προγράμματος και τής έρευνας. Οπότε κάθε άλλο παρά «ρηξικέλευθο» είναι το πρώτο μέρος τού άρθρου. Με θετικό πρόσημο, τις ίδιες ιδέες μπορεί κανείς να τις βρει σε σύγγραμα πρωτοετών σε media studies.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "Όσο για την εμπορευσιμότητα=«χρησιμότητα» [προστιθέμενη αξία] των πνευματικών προϊόντων, αυτό ήταν η αιχμή για τον εξορθολογισμό τού διδακτικού προγράμματος και τής έρευνας."

      Αυτό το κομμάτι δεν το κατάλαβα. Η θέση του συγγραφέα δεν έχει καμία σχέση με την προώθηση της εμπορευσιμότητας ως χρησιμότητας της επιστημονικής δουλειάς, το αντίθετο.

      Στο πρώτο σκέλος, μοιράζομαι την κριτική σου ως προς το ότι υπάρχει μια τάση εξιδανίκευσης της κοινωνιολογίας της γνώσης που όντως είναι προβληματική για τους λόγους που αναφέρεις.

      Διαγραφή
    2. Δεν είπα ότι «προωθεί» την εμπορευσιμότητα, απλώς ότι η διαπίστωση απλώς πιθηκίζει χωρίς κριτική την τριτοδρομική ιδεολογία για την «οικονομία τής γνώσης». Έχω επίσης την εντύπωση ότι με τον όρο «εμπορευσιμότητα» ο γράφων εννοεί κάτι διαφορετικό απ' ότι λέει εκ πρώτης όψεως ο όρος. Κάτι σαν re-versioning, spin-off, εκλαΐκευση-με-αλλοίωση περιεχομένου, επανασυσκευασία-ερσάτζ κ.ο.κ. Τα εισαγωγικά «» σαφώς δεν βοηθούν [«αγορά», «μεταποίηση», «εμπορευσιμότητα»].

      Διαγραφή
    3. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο κείμενο και συγκεκριμένο σημείο δείχνει μια ανεπαρκή συνειδητοποίηση των ιδεολογικών διακυβευομένων σε ό,τι αφορά την κοινωνιολογική μελέτη της επιστημονικής παραγωγής, και, αν θες, μια αφέλεια σχετικά με την αυτοτέλεια του "επιστημονισμού" σε αντιπαράθεση με τις "μεταπρατικές" του χρήσεις. Το θέμα δεν είναι καθόλου ο veritable επιστημονισμός και οι μεταπρατικές του χρήσεις, είναι η ταξική σύγκρουση πάνω στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας. Αυτό νομίζω πως θα έπρεπε να είναι σαφέστερο στο πρώτο κομμάτι που αφορά καθαρά την υφαρπαγή του μαρξιστικού λεξιλογίου από την αστική οικονομική θεωρία. Δεν ξέρω γιατί προτάσσεται αντί αυτού του θέμα του επιστημονισμού και της κατρακύλας του στην αγορά.

      Με τον όρο "εμπορευσιμότητα" κατανοώ αυτά που λες--το ρετουσάρισμα για μη μαρξιστική και βασικά αντιμαρξιστική χρήση στο βασικό παράδειγμα που ενδιαφέρει τον συγγραφέα.

      Διαγραφή
  2. Μια πολύ πιο ξεκάθαρη ανάλυση για την επιστήμη, την επιστημονική παραγωγή και τους επιστήμονες διατυπώνεται από τον Γιούρι Ζντανοφ "Ο Καρλ Μαρξ και ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης" (όλο το κείμενο: http://dipakpatras.wordpress.com/theseis-analuseis/marx_sci/).
    ...
    Απορρίπτοντας και γελοιοποιώντας την περιορισμένη και στενοκέφαλη αστική αντίληψη για την επιστήμη σαν πηγή ανταλλακτικής αξίας και υλικού πλούτου Ο Μαρξ ταυτόχρονα υποστήριζε τη βαθιά σκέψη ότι η επιστήμη είναι η πιο θεμελιακή μορφή πλούτου, αποτελώντας τόσο προϊόν όσο και παραγωγό πλούτου.
    ...
    Στα έργα του ο Μαρξ αποκάλυψε το αβάσιμο της πρωτόγονης και στρεβλής αστικής κατανόησης της επιστήμης σαν άμεσης πηγής πλούτου. Σημείωνε ότι «ακόμη και τα ανώτατα είδη πνευματικής παραγωγής αποκτούν αναγνώριση και γίνονται αποδεκτά στα μάτια του αστού μόνο χάριν του ότι του τα παρουσιάζουν και ερμηνεύουν ψευδώς σαν άμεσους παραγωγούς υλικού πλούτου». Οι χυδαίοι οικονομολόγοι προσπαθούν με τους λογαριασμούς τους (ή με Η/Υ) να «υπολογίσουν» την οικονομική απόδοση της επιστήμης. Με αυτούς τους τρόπους μπορεί να υπολογιστεί ότι η επιστήμη στον τάδε ή στο δείνα τομέα παράγει ήδη το 1/4 ή το 1/3 του εθνικού πλούτου. Αρα λοιπόν, απομένει να αυξήσουμε κατά 4 ή κατά 3,3 τον αριθμό των επιστημονικών ιδρυμάτων και των επιστημονικών στελεχών και τότε η επιστήμη θα παράγει το 100% του εθνικού εισοδήματος! Ολα αυτά βεβαίως είναι κούφιες φράσεις. Η επιστήμη δεν παράγει πλούτο σε μορφή αξίας, και μόνο οι καταγέλαστοι, σύμφωνα με το Μαρξ, «συκοφάντες υπαλληλίσκοι της πολιτικής οικονομίας έφτασαν να θεωρούν υποχρέωσή τους να μεγαλοποιούν και να δικαιολογούν οποιαδήποτε σφαίρα δραστηριότητας υποδεικνύοντας ότι αυτή «συνδέεται» με την παραγωγή υλικού πλούτου, ότι λειτουργεί σαν μέσο για αυτή».

    Η μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη κατανοείται από την αστική συνείδηση ως ικανότητά της να κάνει άμεσα χρήματα, να παράγει πλούτο. Ομως αυτή είναι απλώς μια μεταμορφωμένη και διαστρεβλωμένη μορφή πρόσληψης της πραγματικότητας. Το πραγματικό νόημα του ισχυρισμού ότι η επιστήμη παράγει ήδη το 1/4 του εθνικού πλούτου, μπορεί να σημαίνει μόνο ότι το 1/4 αυτού του πλούτου παράχθηκε στη βάση όχι της εμπειρικής, συνηθισμένης, παραδοσιακής τεχνολογίας, αλλά στη βάση της ορθολογιστικής επιστημονικής τεχνολογίας. Σε αυτήν την περίπτωση, η αξία του παραχθέντος πλούτου προσδιορίζεται όχι από την επιστήμη, αλλά από την κοινωνική εργασία του εργαζόμενου που χρησιμοποιεί την επιστήμη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή