Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός και σύγκρουση συμφερόντων

Στην καπιταλιστική κοινωνία, η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων έχει άμεσα βιοποριστική σχέση με την εργασία: αυτό σημαίνει ότι χωρίς τον μισθό, επέρχεται αδυναμία αυτοσυντήρησης μετά από ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς δεν υπάρχουν άλλα μέσα αυτοσυντήρησης ικανά να το αντικαταστήσουν για πάνω από λίγους μήνες -- ιδιαίτερα όταν, σε καιρούς κρίσης, οι αποταμιεύσεις εξαφανίζονται ή πωλούνται τα όποια κληρονομημένα ή αγορασμένα περιουσιακά στοιχεία.

Συνηθίζεται η απόλυτη εξάρτηση από τον μισθό που συνεπάγεται τούτο να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως οικονομική εξάρτηση από τον καπιταλιστή -- τον ιδιώτη ή τον συλλογικό καπιταλιστή, την εταιρεία ή το κράτος. Όμως ο αποκλειστικά οικονομικός χαρακτήρας της εξάρτησης από το μισθό είναι επίσης μια αυταπάτη. Η δύναμη να ελέγξεις αν κάποιος θα ζήσει ή θα πεθάνει, είναι, όπως γνωρίζουμε από την αστική πολιτική θεωρία τουλάχιστον απ' τον Μποντέν [Jean Bodin] και έπειτα, η δύναμη του κυρίαρχου, είναι κυριαρχία· και η κυριαρχία είναι αδιαίρετη και απόλυτη, δεν γνωρίζει δηλαδή όρια άλλα απ' αυτά που η ίδια θέτει στον εαυτό της, υπό την μορφή εκχωρήσεων, συνταγματικών ή εκπορευόμενων από την "μεγαλοφροσύνη" του κυρίαρχου εν τη παντοδυναμία του (βιβλικό ανάλογο της μορφής αυτής αυτοπεριορισμού της κυριαρχίας: ο Θεός εκχωρεί στον Αδάμ το δικαίωμα να ονομάσει ο ίδιος τα ζώα και τα φυτά και περιορίζεται ο ίδιος στον ρόλο του θεατή της διαδικασίας).


Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης όμως, περιόδους όπου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η κυρίαρχη εξουσία (η εξουσία της κυρίαρχης τάξης) νιώθει να απειλείται --στην δική μας εποχή, πρωτίστως λόγω εσωτερικών αντιφάσεων και αδυναμιών επίλυσής τους και μόνο δευτερευόντως λόγω πίεσης του εργατικού κινήματος-- η απολυτότητα της οικονομικής εξάρτησης αποκαλύπτει τον πραγματικό της χαρακτήρα ως απόλυτη εξάρτηση tout court, ως θεμέλιο μιας υποταγής χωρίς όρια. 

Με απλά λόγια, τα "όρια" στην εξάρτηση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο που έχουν ανακύψει ιστορικά, μέσα από περιόδους επέκτασης του κεφαλαίου και αύξησης της συσσώρευσης και μέσα από τις εργατικές διεκδικήσεις σε τέτοιες περιόδους, τείνουν προς την εξάλειψη. Για τον λόγο αυτό, δεν αλώνονται απλώς σωρηδόν στο νομικό επίπεδο οι εργατικές κατακτήσεις, αλλά και δύναται να απαιτηθεί ρητά, αρχικά βέβαια στον ιδιωτικό τομέα αλλά αναπόφευκτα και στον δημόσιο, που είναι μόνο φαινομενικά ανεξάρτητος από το κεφάλαιο και την κεφαλαιοκρατική εξουσία, η "νομιμοφροσύνη" ως προς την κεφαλαιοκρατική ιδεολογία και εξουσία ως προϋπόθεση της συνέχισης της απασχόλησης. Καθώς η ανεργία φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη, και καθώς ο μισθωτός βρίσκεται πολύ συχνά να είναι ο μόνος (ή η μόνη) που πρέπει να θρέψει μια ολόκληρη οικογένεια, ο μισθός μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ομφάλιο λώρο σύνδεσης με τη ζωή και σε βρόγχο που πνίγει κάθε αίσθημα ελευθερίας και αυτοδιάθεσης, και όχι απλώς στην πράξη, αλλά και μέσα στον νου. Ο καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός, του οποίου η αντικειμενική βάση είναι η καθολική υπαγωγή κάθε τομέα της ζωής στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις (η "πραγματική υπαγωγή", κατά Μαρξ), μεταφράζεται υποκειμενικά και συνειδησιακά στον απόλυτο φόβο απέναντι στο ενδεχόμενο να στερηθεί κάποιος τα μέσα διαβίωσης και επιβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του (εφόσον έχει τέτοια) εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει γίνει αντιληπτός ως "αντιφρονούντας" ως προς τα απολυταρχικά δικαιώματα της καπιταλιστικής εξουσίας και της τάξης που την διαχειρίζεται.

Όλο και συχνότερα, και με χίλιους δυο έμμεσους και άμεσους, ρητούς και υπόρρητους τρόπους, απαιτείται από αυτόν μια δήλωση υποταγής, και όχι απλώς στην πράξη, αλλά και στον νου -- η απαγόρευση σκέψεων που έχουν αρνητικό χαρακτήρα για την κεφαλαιοκρατική εξουσία. Όσοι αρνούνται να συμμορφωθούν απολύονται, δηλαδή καταδικάζονται, στην καλύτερη για αυτούς περίπτωση, να φυτοζωούν, ως εξόριστοι σε κάποια αφιλόξενη έρημο εκτός της μίζερης Καναάν της απλής επιβίωσης. Σε εκατοντάδες χώρους εργασίας, οι γνωστοί ως συνδικαλισμένοι ταξικά απολύθηκαν εν ριπεί οφθαλμού ή όταν εκδήλωσαν οποιαδήποτε πρόθεση οργάνωσης της εργατικής αντίστασης. Είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς πόσο απέχουμε από τις μέρες όπου θα απαιτείται "πιστοποίηση φρονημάτων" για να κρατήσει κανείς τη δουλειά του, γνωρίζουμε όμως ότι έχει γίνει στο παρελθόν, και ότι νομοθετικά, η ποινικοποίηση της ίδιας της σκέψης έχει κάνει μεγάλα βήματα τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρύτερο ευρωενωσιακό δίκαιο -- όπως άλλωστε έχει κάνει και η προληπτική καταστολή ευρύτερα.

Από τους διανοούμενους, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία μετέχουν σε άτυπους διαγωνισμούς σιωπής ή, ακόμα χειρότερα, ρητής πλειοδοσίας στο καθεστώς του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού (δηλαδή, της δικαιϊκής και ευρύτερα ιδεολογικής αποτύπωσης της αντικειμενικής ισχύος της πραγματικής υπαγωγής), γνωρίζουμε πως η διαδικασία αυτή έχει πια γίνει "κτήμα" της συνείδησης, δηλαδή ότι έχει πλήρως φυσιολογικοποιηθεί η υποδούλωση συνειδήσεων, η τυπική αποδοχή της καπιταλιστικής εξουσίας άνευ ορίων. Υπό τέτοιες συνθήκες, τα κομμουνιστικά καθήκοντα συναντούν τεράστια αλλά και προβλέψιμα εμπόδια: η ελάχιστη συμμόρφωση με αυτά, όπως έχουμε προαναφέρει σε άλλη ανάρτηση, γίνεται πια επικίνδυνη, όχι απλώς από την σκοπιά των δυνητικών ποινικών κυρώσεων που βρίσκει τον τρόπο να επιβάλλει το αστικό κράτος, αλλά και από αυτή που εξετάζουμε ιδιαιτέρως εδώ, της οιονεί θανατικής ποινής της απόλυσης, της στέρησης του μισθού και των μέσων αυτοσυντήρησης.

Η συνέπεια είναι η ανάδυση μιας ιδιαίτερα οξυμένης μορφής αυτού που η αστική αντίληψη εννοιολογεί ως "σύγκρουση συμφερόντων": σύγκρουσης που δεν αφορά κάποια αφηρημένη πάλη ανάμεσα στις βιολογικές και τις ψυχικές ανάγκες, ανάμεσα στο μυαλό και την καρδιά, κλπ, αλλά την πάλη ανάμεσα στο έλλογο συμφέρον της ταξικής οργάνωσης και το εξίσου έλλογο συμφέρον της ατομικής επιβίωσης. Αυτό το οποίο συγκρούεται δεν είναι "το συναίσθημα" και η "λογική", αλλά δύο είδη αναπόφευκτα συναισθηματικά χρωματισμένης λογικής: η λογική που υπαγορεύει ότι το ατομικό συμφέρον δεν μπορεί ούτως ή άλλως να διασφαλιστεί χωρίς την συλλογική χειραφέτηση, και άρα ότι μπορεί να πρέπει να θυσιαστεί για την συλλογική χειραφέτηση, και η λογική που υπαγορεύει ότι το ατομικό συμφέρον προέχει, ακόμη και αν για να εξυπηρετηθεί προϋποθέτει τον πλήρη αφοπλισμό του ατόμου και άρα την αδυναμία του να προασπίσει τα συμφέροντά του. Στην ουσία, αυτό το οποίο καθίσταται αδύνατο --το ίδιο αδύνατο και στις δύο περιπτώσεις-- είναι η απλή ζωή: στην πρώτη περίπτωση ο πόθος της αυτοπραγμάτωσης (ο πόθος του ανθρώπινου ως διαδικασίας και ως υπαρκτικού στοιχήματος) οδηγεί σε μια αναμέτρηση με το ατέρμονο και την αιωνιότητα η οποία περιλαμβάνει την έκθεση στο ρίσκο του βιολογικού θανάτου, στην δεύτερη, η επιζήτηση αποκλειστικά της επιβίωσης εκθέτει τον άνθρωπο στον ψυχικό θάνατο και στην συρρίκνωσή του σε βιολογική μηχανή, σε ζώο. Είτε διαλέγει κανείς να ζήσει πραγματικά επιλέγοντας έτσι ταυτόχρονα και να ρισκάρει τη ζωή του, είτε να επιβιώσει, επιλέγοντας έτσι να πεθάνει ως ανθρώπινο υποκείμενο.

Στο πρακτικό επίπεδο, η σύγκρουση συμφερόντων είναι το θεμέλιο της αποστασίας: είτε αποστατεί κανείς από ό,τι τον καλεί να ζήσει ως άνθρωπος, ως υποκείμενο, ως υπέρβαση του βιολογικού πεπρωμένου που είναι πάντα ο θάνατος, είτε από ό,τι τον καλεί να ζήσει ως ζώο, ως σώμα χωρίς ιδέα και χωρίς αλήθεια, ως απλή αποκρυστάλλωση του βιολογικού συμφέροντος. Οι μέσες και μεσοβέζικες λύσεις εξανεμίζονται καθημερινά. Πράγμα που σημαίνει ότι εξανεμίζεται επίσης κάθε περιθώριο για ανώδυνο "αντικαπιταλισμό" (με όρους, ουσιαστικά, καταναλωτικής απειθαρχίας) και ότι επιστρέφει στο προσκήνιο το υπαρξιακό βάρος της έννοιας του "κομμουνιστή" ως πολιτικού δράστη. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, ήταν εφικτό για πολλούς να δηλώνουν τέτοιοι χωρίς να συναισθάνονται ότι είναι κάτι που στα σημερινά συμφραζόμενα μπορεί να επισύρει πραγματικές --και καταστροφικές για τα βιολογικά τους συμφέροντα-- συνέπειες. Ήταν εφικτό να διοργανώνονται πολυπληθή συνέδρια για την "ιδέα του κομμουνισμού" σε καπιταλιστικές χώρες, με θεσμική υποστήριξη και με δημοσιότητα και προώθηση από τα ίδια τα αστικά μέσα ενημέρωσης. Όχι πια. Η λέξη η ίδια --πόσο μάλλον οι πρακτικές της συνεπαγωγές, οι υποχρεώσεις που απορρέουν απ' αυτή-- έπαψε να είναι "παίξε-γέλασε."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου