Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Γ. Σταμάτης-Περί του ιδεολογήματος "τρώμε περισσότερα απ' όσα παράγουμε", ή πάρτους και στο γάμο σου...

Otto Dix, Γονείς, 1921
Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για την παραχώρηση για δημοσίευση του αδημοσίευτου αυτού κειμένου.
LR
---
Περί του ιδεολογήματος «τρώμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε» ή
πάρτους και στο γάμο σου ….

του Γιώργου Σταμάτη




Το ιδεολόγημα ότι «τρώμε», δηλ. καταναλώνουμε, περισσότερα απ΄όσα παράγουμε έχει μερικά χρονάκια στην πλάτη του. Ήδη το 1992 γράφαμε: «Βάσει της παραπάνω ανάλυσης μπορεί να κρίνει κανείς την ορθότητα και τη σκοπιμότητα του ισχυρισμού ότι στη χώρα μας καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε − ισχυρισμός που διατυπώθηκε πρώτη φορά από πολιτικούς το 1985. Είναι προφανές ότι, εάν ο ισχυρισμός αυτός ήταν ορθός, τότε η αποταμίευση της ελληνικής οικονομίας θα έπρεπε να είναι αρνητική. Η αποταμίευση της ελληνικής οικονομίας δεν υπήρξε πότε αρνητική. Συνεπώς ο παραπάνω ισχυρισμός, ο οποίος έγινε στη συνέχεια κοινός τόπος όλων των δημοσιογράφων και πολλών κοινωνικών επιστημόνων, είναι αναληθής. Προφανώς πρόκειται για ιδεολόγημα, το οποίο αποσκοπούσε στην κατάλληλη προετοιμασία του εδάφους για την αποδοχή της οικονομικής πολιτικής περικοπής μισθών και συντάξεων που ασκήθηκε από το 1986 και μετά».[1]

Και λίγα χρόνια αργότερα γράφαμε:

«Θυμάστε που λίγο πριν τον Οκτώβριο του 1985, όταν ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και νυν πρωθυπουργός έλαβε τα γνωστά μέτρα «σταθεροποίησης» της οικονομίας, και πρότινος μας έλεγαν ότι «τρώμε», δηλαδή καταναλώνουμε, περισσότερα απ΄όσα παράγουμε; Δεν το έλεγαν μόνον ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και οι σύμβουλοι του, αλλά στη συνέχεια το παπαγάλιζαν και όλοι οι οικονομικοί συντάκτες.

Ήταν όμως παρ΄όλα αυτά αναληθές. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο ενδιαφερόμενος, αν ρίξει μια ματιά στους Εθνικούς Λογαριασμούς της Ελλάδος από το ΄50 που άρχισαν να καταρτίζονται μέχρι σήμερα. Εκεί θα δει ότι η αποταμίευση της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή το μέρος του εθνικού προϊόντος που δεν καταναλώνεται, δεν υπήρξε καμία χρονιά αρνητική, αλλά πάντα θετική. Αν πράγματι πριν και μετά το 1985 καταναλώναμε περισσότερα απ΄όσα παράγαμε, τότε – αυτό μπορεί να σας το πει ο κάθε καλός φοιτητής των οικονομικών – η αποταμίευση της οικονομίας θα ήταν ένα αρνητικό μέγεθος. Διότι ως γνωστόν, το εθνικό προϊόν είναι ίσο με το άθροισμα της κατανάλωσης και της αποταμίευσης. Η αποταμίευση δεν ήταν όμως αρνητική, αλλά θετική, και συνεπώς δεν καταναλώναμε περισσότερα, αλλά σαφώς λιγότερα απ΄αυτά που παράγαμε.

Τότε όμως γιατί τόσοι σπουδαίοι άνδρες ισχυρίζονταν και διέδιδαν το ακριβώς αντίθετο; Οι οικονομικοί συντάκτες ίσως για να δείξουν ότι δεν υστερούν σε οικονομικές γνώσεις του υπουργού και των οικονομικών συμβούλων του. Οι τελευταίοι όμως γιατί; Διότι, αδιάφορο αν γνώριζαν ή δεν γνώριζαν ότι αυτό είναι αναληθές, επειδή γνώριζαν ότι αυτό «βολεύει» εξαιρετικά, βοηθάει δηλαδή στην χωρίς αντιστάσεις από μέρους των ενδιαφερομένων και της κοινής γνώμης επίτευξη του στόχου που ήθελαν να πετύχουν: της μείωσης των πραγματικών μισθών και συντάξεων. Και τον επέτυχαν πράγματι. Διότι στο διάστημα 1985-1987 οι πραγματικοί μισθοί και οι πραγματικές συντάξεις μειώθηκαν κατά 12,5% και 10% αντιστοίχως!

Ποια είναι η αλήθεια για το εν λόγω ζήτημα; Αυτά που καταναλώνει και επενδύει μια χώρα μπορούν να είναι λιγότερα ή ίσα ή περισσότερα από αυτά που παράγει.

Στην πρώτη περίπτωση, όταν δηλαδή καταναλώνει και επενδύει λιγότερα απ΄όσα παράγει, το υπόλοιπο, δηλαδή, ό,τι δεν κατανάλωσε και δεν επένδυσε από το εθνικό προϊόν της, το εξάγει ως καθαρές εξαγωγές στο εξωτερικό. Οι καθαρές εξαγωγές είναι η διαφορά μεταξύ των εξαγωγών και των εισαγωγών της, δηλαδή το πλεόνασμα του εμπορικού ισοζυγίου της. Αυτό το πλεόνασμα του εμπορικού ισοζυγίου της η χώρα το θέτει, αντί πληρωμής βεβαίως, στη διάθεση όλου του υπολοίπου κόσμου, ο οποίος στη δεδομένη περίπτωση έχει ισόποσο έλλειμμα στο εμπορικό του ισοζύγιο και συνεπώς καταναλώνει και επενδύει περισσότερα απ΄όσα παράγει, για να καλύψει το έλλειμμά του μεταξύ παραγωγής αφενός και κατανάλωσης και επένδυσης αφετέρου.

Στη δεύτερη περίπτωση, η χώρα καταναλώνει και επενδύει ακριβώς όσα παράγει και συνεπώς οι καθαρές εξαγωγές της είναι μηδενικές. Το ίδιο συμβαίνει και με το σύνολο του υπόλοιπου κόσμου.

Στην τρίτη περίπτωση η χώρα καταναλώνει και επενδύει περισσότερα απ΄όσα παράγει και οι καθαρές εξαγωγές της είναι αρνητικές, έχει δηλαδή έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της. Με όλον τον υπόλοιπο κόσμο συμβαίνει σ΄αυτήν την περίπτωση ακριβώς το αντίθετο. Αυτός καταναλώνει και επενδύει λιγότερα απ΄όσα παράγει και οι καθαρές εξαγωγές του είναι θετικές, έχει δηλαδή πλεόνασμα στο εμπορικό του ισοζύγιο. Το πλεόνασμα αυτό είναι ακριβώς ίσο με το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της εν λόγω χώρας. Το ίδιο αυτό πλεόνασμα τίθεται, επί πληρωμή, στη διάθεση της εν λόγω χώρας για να καλύψει τη διαφορά μεταξύ της κατανάλωσής της και της επένδυσής της αφενός και του καθαρού προϊόντος της αφετέρου.

Αυτή η τρίτη περίπτωση είναι η περίπτωση της χώρας μας. Μια καθ’όλα συνήθης και καθόλου τρομερή περίπτωση, αφού αφορά πάμπολλες χώρες, μεταξύ αυτών και τις ΗΠΑ. Και πάντως η περίπτωση αυτή σημαίνει απλώς και μόνο ότι οι καταναλωτές καταναλώνουν και οι επιχειρηματίες-καπιταλιστές επενδύουν, συνολικά και οι δύο, περισσότερα απ’όσα παράγει η οικονομία. Και όχι, όπως μας έλεγαν, ότι μόνοι οι καταναλωτές καταναλώνουν περισσότερα απ΄όσα παράγει η οικονομία και συνεπώς ότι, αφού, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, μόνον οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι καταναλώνουν, ενώ οι επιχειρηματίες-καπιταλιστές ζουν από φρέσκο αέρα και επενδύουν μόνον, θα πρέπει, για να μειώσουμε την κατανάλωση, έτσι ώστε να μην είναι μεγαλύτερη από το εθνικό προϊόν, να μειώσουμε το εισόδημα των μόνων καταναλωτών (των εργαζομένων και των συνταξιούχων), δηλαδή τους μισθούς και τις συντάξεις.

Ως γνωστόν, δεν είναι καθόλου κακό να καταναλώνει κανείς και να επενδύει κανείς περισσότερα απ΄όσα παράγει. Αντιθέτως, μπορεί να είναι πολύ καλό, εάν συγχρόνως επενδύει κανείς αρκετά. Διότι τότε θα αυξάνεται ακόμη περισσότερο το εθνικό προϊόν, έτσι που λίγο αργότερα θα μπορεί κανείς όχι μόνον να αποπληρώσει το άθροισμα των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου του, αλλά και να ζει καλύτερα. Για το αν όμως επενδύουμε λίγα ή πολλά δεν είναι υπεύθυνοι οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι, αλλά οι επιχειρηματίες.»[2]

Τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα; Τίποτα. Το παραπάνω ιδεολόγημα αποδείχθηκε εφτάψυχο. Με μια μικρή διαφορά. Τότε, όταν πρωτολανσαρίστηκε, αποσκοπούσε στην ευθεία προετοιμασία και στην συνέχεια στην νομιμοποίηση και δικαίωση μιας πολιτικής λιτότητας. Και σήμερα την ίδια σκοπιμότητα εξυπηρετεί. Ωστόσο την εξυπηρετεί όχι ευθέως, αλλά με μια διαμεσολάβηση. Την διαμεσολάβηση πως το ότι καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε ευθύνεται για τα ελλείμματα και το χρέος του Δημοσίου [3], τα οποία καθιστούν απολύτως αναγκαία μια σκληρότερη πολιτική λιτότητας σαν αυτή που ασκείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Είδαμε εδώ κι εκεί προσπάθειες “ αριστερών” να αντικρούσουν αυτό το ιδεολόγημα. Έτσι διαβάσαμε ότι ναι, καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε, αφού η χώρα έχει συστηματικά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών!!! Όπως είδαμε παραπάνω όταν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας είναι ελλειμματικό, η χώρα αυτή δεν καταναλώνει κατ΄ανάγκην περισσότερα, αλλά καταναλώνει και επενδύει περισσότερα απ΄όσα παράγει. Και μόνον όταν (α) το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειμματικό και (β) η αποταμίευση της χώρας είναι αρνητική, τότε μόνον η χώρα αυτή καταναλώνει περισσότερα απ΄όσα παράγει.[4]

Κι αφού αποδέχθηκε κανείς το εν λόγω ιδεολόγημα ως ορθό, προσπαθεί να το ανασκευάσει επικαλούμενος το εξής επιχείρημα: Ναι, καταναλώνουμε μεν περισσότερα απ΄όσα παράγουμε, αλλά τα διάφορα εισοδηματικά στρώματα καταναλώνουν διαφορετικά πράγματα, τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα κυρίως βασικά αγαθά και υπηρεσίες, ενώ τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα κυρίως πολυτελή ούτως ειπείν αγαθά. Δηλ. όλοι τρώμε (περισσότερα απ΄όσα παράγουμε), αλλά δεν τα τρώμε με τον ίδιο τρόπο. Καταλυτικό επιχείρημα!

Το ιδεολόγημα ότι καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε έδωσε λαβή και για τις προειδοποιήσεις: Το συμπέρασμα που πιθανόν να εξαχθεί από το ότι καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε, συγκεκριμένα το συμπέρασμα ότι θα πρέπει γι΄αυτόν τον λόγο να προσπαθήσουμε να αποταμιεύσουμε περισσότερο, δεν πρέπει να υλοποιηθεί σε μια οικονομία που βρίσκεται σε ύφεση. ‘Όποιος ομιλεί για προσπάθεια να αποταμιεύεις περισσότερο αγνοεί στοιχειώδη πράγματα σχετικά με την αποταμίευση και την επένδυση. Εκκινεί από την εσφαλμένη αντίληψη ότι μια χώρα αποφασίζει κατά κάποιον τρόπον ποιο μέρος του εισοδήματος της θα καταναλώσει και ποιο θα αποταμιεύσει. (Αυτό μαρτυρεί η αντίληψη ότι η χώρα μπορεί να αποφασίσει να αυξήσει την αποταμίευση της). Η αντίληψη αυτή φαίνεται αυτονοήτως ορθή, είναι όμως ολωσδιόλου εσφαλμένη. Πώς έχει τη αληθεία το πράγμα; Ως εξής (για να μην το περιπλέξουμε, θα περιοριστούμε σε μια κλειστή οικονομία, δηλ. σε μια οικονομία χωρίς οικονομικές σχέσεις με την Αλλοδαπή): Κατά την διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου η οικονομία της χώρας παράγει καταναλωτικά και επενδυτικά αγαθά σε ορισμένες ποσότητες. Η χρηματική αξία των παραχθέντων καταναλωτικών αγαθών αποτελεί την κατανάλωση και η χρηματική αξία των παραχθέντων επενδυτικών αγαθών αποτελεί την επένδυση. Σε μια κλειστή οικονομία η επένδυση είναι ίση με το μέρος του εισοδήματος, δηλ. του αθροίσματος κατανάλωσης και επένδυσης, που δεν καταναλώνεται, δηλ. ίση με την αποταμίευση. Διότι ως το μέρος του εισοδήματος που δεν καταναλώνεται ορίζεται η αποταμίευση. Έτσι, όπως έλεγε και ο αείμνηστος Erich Schneider στο ανεμοδαρμένο Κίελο, η επένδυση δημιουργεί την αποταμίευση της. Δεν αποταμιεύουμε λοιπόν και μετά επενδύουμε τα αποταμιευθέντα, αλλά επενδύουμε και αυτή η επένδυση αποτελεί και την αποταμίευση.

Αυτά για το ιδεολόγημα πως καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε και κυρίως για τον τρόπο αντίκρουσής του απ΄ορισμένους “αριστερούς”.

Σημειώσεις
[1] Γιώργος Σταμάτης, Αναπαραγωγή, Εισοδηματικό Κύκλωμα και Εθνικοί Λογαριασμοί. Μια Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1992, σελ. 169 υποσ. 1.
[2] Γιώργος Σταμάτης, "Τα ιδεολογήματα της νέας «εκσυγχρονιστικής», οικονομικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων", στου ιδίου, Οικονομικά Μαργκινάλια, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σελ. 24-28.
[3] Το ότι καταναλώνουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε (ή, διορθωμένο, το ότι καταναλώνουμε και επενδύουμε περισσότερα απ΄όσα παράγουμε) ευθύνεται για τα ελλείμματα και το χρέος του Δημοσίου αποτελεί άλλο ένα ιδεολόγημα. Σε τι οφείλονται τα ελλείμματα και το χρέος του Δημοσίου δεν είναι του παρόντος.
[4] Για λεπτομερή απόδειξη παραπέμπουμε τον αναγνώστη στο Γιώργος Σταμάτης, Αναπαραγωγή…, ό. π, σελ. 149 ε.ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου