Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Το κιβώτιο

Από την ομάδα αυτοκτονίας που μεταφέρει το κιβώτιο δεν αναδεικνύεται κανένα πρόσωπο. Το μόνο που μας δίνει ο αφηγητής είναι τα ονόματα των συντρόφων του, τους στρατιωτικούς τους βαθμούς, τον αριθμό παρασήμων που κέρδισε ο καθένας εξ αυτών, και τον τρόπο με τον οποίο πέθανε. Ισως ο θάνατος να είναι το μόνο πορτρέτο που ολοκληρώνει ο χρονικογράφος της εφιαλτικής αυτής περιπέτειας. Ο θάνατος και το κενό. Και δεν εννοώ μόνο το άδειο κιβώτιο, την απουσία μηνύματος. Εννοώ την απουσία νοήματος. 

Αν διαβάζω σωστά τη μελέτη του Ραυτόπουλου, η πορεία του αποσπάσματος αυτοκτονίας, η συνδεδεμένη με την έκβαση ενός αγώνα που στοίχισε χιλιάδες ζωές, είναι μια πορεία προς το μη-νόημα. Ή, τουλάχιστον, η καταγραφή αυτής της πορείας που διαβάζουμε στο «Κιβώτιο» είναι μια πορεία καταδικασμένη να καταλήξει στο κενό, στην αδειοσύνη. Αν το «Κιβώτιο» είναι μια τεράστια μεταφορά, μολονότι από τις σελίδες του απουσιάζει ο μεταφορικός λόγος, όπως παρατηρεί ο ίδιος μελετητής, τότε η μεταφορά (κυριολεκτικώς) του άδειου κιβωτίου γίνεται η μεταφορά (μεταφορικώς) του κενού της Ιστορίας, της απουσίας νοήματος από τας δέλτους της.
Παρά ταύτα, ο υποθετικός νέος αναγνώστης μου, που δεν έχει διαβάσει το «Κιβώτιο», που δεν έζησε τον Εμφύλιο και τους κομματικούς μηχανισμούς που μας ενέπλεξαν σ' αυτόν, που ποτέ δεν υποψιάστηκε τον λαβύρινθο των ιδεολογικών γραναζιών μέσα στα οποία παγιδεύτηκαν και διαμελίστηκαν οι εθελοντές που πολέμησαν με τις αγνότερες των προθέσεων, καλό είναι να γνωρίζει πως το «Κιβώτιο», χωρίς να αναπαριστά την Ιστορία, γεννήθηκε από τα σπλάχνα της.
Κείμενο: Σπ. Τσακνιάς, "Η άδεια ιστορία", βιβλιοκρισία για το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου, Βήμα, Αύγουστος του 1998
Φωτογραφίες: Γιγάντιο μπαούλο της Luis Vuitton εγκατεστημένο στην Κόκκινη Πλατεία, Μόσχα, Νοέμβρης του 2013

28 σχόλια:

  1. Πάντως το μπαούλο της εταιρείας είναι πολύ μεγαλύτερο από το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, χωράει πιο πολύ "κενό", "αδειοσύνη" και απουσία νοήματος. Το Κιβώτιο ήταν σε ανθρώπινο μέγεθος, μπορούσαν και το κουβαλούσαν άνθρωποι. Και μια και το φερε η κουβέντα, προσωπικά διστάζω να χαρίσω στον αντικομμουνισμό τον Άρη Αλεξάνδρου. Οι μπούρδες που λέει ο Τσακνιάς για το έργο δεν ισχύουν ή, έστω, το έργο μπορεί να διαβαστεί και αλλιώς, κατά τη γνώμη μου. Γιάννης Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα με ενδιέφερε η άποψή σου επί τούτου. Η δική μου είναι ότι η μεταφορά της προβληματικής του "παραλόγου" στα πλαίσια της συλλογικής ιστορίας, και πιο συγκεκριμένα του ιστορικού αγώνα του ΔΣΕ, είναι ήδη μια ιδεολογική κίνηση και ότι έχει πολύ συγκεκριμένες απολήξεις στο κείμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν βλέπω στο Κιβώτιο την προβληματική του παράλογου. Βλέπω τη διασταύρωση (διαλεκτική ;;) μεταξύ ατομικού και συλλογικού και πώς αυτά τα δύο στοιχεία συμπλέκονται και συγκρούονται μεταξύ τους. Και κάποιες φορές το συλλογικό συντρίβει το ατομικό. Βλέπω δηλαδή τη σχέση Ιστορίας και ατόμου και ιδιαίτερα του καλόπιστα στρατευμένου σ΄ ένα σκοπό ατόμου. Επ΄ ουδενί δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Αλεξάνδρου (ο οποίος ουδέποτε εξαργύρωσε τίποτα, ούτε ποτέ δήλωσε "ευτυχώς που χάσαμε" σαν κάποιους άλλους ), έγραψε ένα βιβλίο για να πει ότι ήταν μάταιη ή παράλογη η θυσία των αγωνιστών.
    Ίσως ο Μαρωνίτης που βρήκα στο διαδίκτυο το εκφράζει καλύτερα : “…Το θεματικό του πλαίσιο (ο εμφύλιος μετακατοχικός πόλεμος), το πολιτικό του πρόβλημα (η οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική), η ανθρώπινη παθολογία (η σύγκρουση δηλαδή της βιολογικής με την ιστορική κλίμακα), όλα αυτά και άλλα πολλά πολλά μαζί εδώ δεν προϋπάρχουν· γεννιούνται με τη γλώσσα του κειμένου: Λόγος νεωτερικός, γνήσια πεζογραφικός που συστρέφεται, συμπτύσσεται και αναπτύσσεται γύρω από το χαμένο και το αναζητούμενο κέντρο, το οποίο τελικά προσδιορίζεται και αποδεικνύεται γόνιμος σπόρος".

    και ο Αλεξάνδρου εκτός από το Κιβώτιο έχει γράψει και ποιήματα που πρέπει να τα εξετάσουμε παράλληλα. Είναι μεγάλη συζήτηση (και δύσκολη). Νομίζω όμως ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από τη θέση ότι δεν πρέπει να χαρίζουμε στην αντίδραση ανθρώπους που ποτέ δεν εκφράστηκαν ανοιχτά και ξεδιάντροπα υπέρ της αντίδρασης. Ούτε το έργο τους.
    Εντυπωσιάστηκα από το συνειρμό της τερατώδους βαλίτσας με το Κιβώτιο. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να είναι το θέμα της ανάρτησης και όχι ο Αλεξάνδρου. Γιάννης Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το θέμα της ανάρτησης είναι η διαλεκτική της ιστορίας και το βλέμμα αποτίμησης του παρελθόντος που αυτή μας επιβάλλει. Γράφεις:

      "Δεν βλέπω στο Κιβώτιο την προβληματική του παράλογου. Βλέπω τη διασταύρωση (διαλεκτική ;;) μεταξύ ατομικού και συλλογικού και πώς αυτά τα δύο στοιχεία συμπλέκονται και συγκρούονται μεταξύ τους. Και κάποιες φορές το συλλογικό συντρίβει το ατομικό. Βλέπω δηλαδή τη σχέση Ιστορίας και ατόμου και ιδιαίτερα του καλόπιστα στρατευμένου σ΄ ένα σκοπό ατόμου. Επ΄ ουδενί δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Αλεξάνδρου (ο οποίος ουδέποτε εξαργύρωσε τίποτα, ούτε ποτέ δήλωσε "ευτυχώς που χάσαμε" σαν κάποιους άλλους ), έγραψε ένα βιβλίο για να πει ότι ήταν μάταιη ή παράλογη η θυσία των αγωνιστών."

      Θα παραθέσω δυο αποσπάσματα και θα ήθελα την συγκεκριμένη σου τοποθέτηση για το γιατί, κατά την άποψή σου, αυτό δεν εκφράζει την αναγωγή της συλλογικής ιστορίας στον παραλογισμό αλλά τη διαλεκτική ατομικού και συλλογικού:

      "Άρχισε με μια σύντομη ανάλυση της διεθνούς καταστάσεως (που επέτρεπε τις πλέον αισιόδοξες προοπτικές), μίλησε για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις (που πήγαιναν, γενικώς, πολύ καλά και θα πηγαίνανε πολύ καλύτερα μετά τη σίγουρη επιτυχία της αποστολής μας) και τελικά, πέρασε στην ενδοκομματική κατάσταση, που ήτανε όντως άριστη, γιατί είχε ξεσκεπαστεί ο ρεβιζιονιστικός, ή μάλλον, για να μην παίζουμε με τις λέξεις, ο προδοτικός ρόλος που έπαιζε μέχρι χτες τη νύχτα η πρώην ηγεσία και τώρα πια το Κόμμα μας, με ξεκαθαρισμένες τις γραμμές του, θα προχωρούσε απερίσπαστο στον επαναστατικό του δρόμο. Ο Ταγματάρχης τόνισε ιδιαίτερα (αν και το ξέραμε βεβαίως όλοι μας, αλλά δεν πειράζει, ποτέ δεν βλάπτει μια μικρή υπόμνηση) ότι οι εκκαθαρίσεις όχι μόνο δεν εξασθενούν ποτέ το Κόμμα μας, μα απεναντίας το δυναμώνουν και όσον αφορά ειδικώς την ομάδα μας, ήταν ευτύχημα που ο παραμερισμός της ρεβιζιονιστικής ηγεσίας έγινε χτες τη νύχτα, πριν προλάβουμε να ξεκινήσουμε, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο διαπιστώθηκε ότι υπήρχανε φαρμακερά φίδια ανάμεσα μας, ο Αρίσταρχος, ο Βλάσης, ο Κώστας, ο άλλος Κώστας και ο Νικήτας (πρόσεξα πως απαρίθμησε τα ονόματά τους κατ’ αλφαβητική σειρά και όχι κατά σειρά βαθμού και σκέφτηκα ότι θα τους είχαν καθαιρέσει, αλλά όχι, δεν ήτανε αυτό, απλούστατα ο Ταγματάρχης μάς το ’χε κιόλας ξαναπεί να ξεχάσουμε τους παλιούς βαθμούς μας) και λοιπόν, αυτά τα πέντε φαρμακερά φίδια είχαν περάσει από έκτακτο στρατοδικείο και καταδικάστηκαν σε θάνατο.
      ― Εκτελέστηκαν; ρώτησε ο Έκτορας.
      ― Όχι ακόμα, απάντησε ο Ταγματάρχης.
      ― Τότε να τους εκτελέσουμε εμείς, είπε ο Έκτορας. Μια και ανήκανε στην ομάδα μας και είμαστε ανεξάρτητη ομάδα, πρέπει νομίζω να τους εκτελέσουμε εμείς.
      ― Βάζω την πρόταση του σύντροφου Έκτορα σε ψηφοφορία, είπε ο Ταγματάρχης.
      Σας βεβαιώ, σύντροφε ανακριτά, τη στιγμή εκείνη ένιωσα πολύ άσχημα. Και πρώτα απ’ όλα, η ηγεσία που ο Ταγματάρχης ονόμασε ρεβιζιονιστική, δηλαδή προδοτική, ήτανε βέβαια λενινιστική. Δεύτερον, είχα κάνει παρέα με τον λοχαγό Νικήτα (άπαξ παρασημοφορηθέντα και γι’ αυτό μου φερνότανε με κάποιο σεβασμό μπορώ να πω, μια και ήμουνα δις) είχα κουβεντιάσει μαζί του και τον συμπάθησα. Μα τι μπορούσα να κάνω εκείνη την ώρα, κάτω από εκείνες τις συνθήκες; Αν καταψήφιζα την πρόταση του Έκτορα (δηλαδή, ουσιαστικά, του εισηγητή) θα έπρεπε να μην εγκρίνω την απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου της Ν και συνεπώς να μην εγκρίνω τη διαταγή συστάσεως του και συνεπώς καταλαβαίνετε βέβαια πού θα ’πρεπε να φτάσω, αρνούμενος έναν έναν τους κρίκους της αλυσίδας. Σήκωσα λοιπόν κι εγώ το χέρι μου σαν όλους τους άλλους, βιάστηκα μόνο να προτείνω να κληρωθεί το εκτελεστικό απόσπασμα και ο Ταγματάρχης βρήκε σωστή την πρότασή μου, πρόσθεσε μάλιστα ότι θα έμπαινε κι αυτός στην κλήρωση – απολύτως ίσος κι όμοιός μας σε τούτη την περίπτωση. Φυσικά κανείς δεν είχε αντίρρηση."

      Διαγραφή
    2. Την άλλη μέρα, ο Λεωνίδας, που είχε βάρδια φρουρήσεως στο υπόγειο, παραχώρησε τη θέση του στον Σοφοκλή, μα τούτη τη φορά, ο Ταγματάρχης επενέβη και είπε πως αυτό που κάνανε ήτανε αντικανονικό. Ο Σοφοκλής είχε βάρδια συνοδείας, έπρεπε λοιπόν να βαδίσει δίπλα στο κάρο. Δεν ήταν νοητόν να κάνουνε οι άλλοι της διμοιρίας του διπλές βάρδιες συνοδείας, δηλαδή να κουράζονται διπλά. Η φάλαγγα είχε σταματήσει, επενέβη ο Σταμάτης και είπε πως ήταν απαράδεκτο να κυανιστεί* ένας μαχητής που μπορούσε να κάνει όλες τις άλλες βάρδιες, ακόμα και να πολεμήσει, αν παρουσιαζότανε ανάγκη. Ο Ταγματάρχης δεν απάντησε αμέσως, τον είδα που δίσταζε, λες και έψαχνε να βρει επιχειρήματα και τελικά μας δήλωσε πως ρώτησε με τον ασύρματο το Γενικό Αρχηγείο και η απάντηση ήταν «Σοφοκλής κυάνιο». Ο Σοφοκλής τον κοίταζε σαν χαμένος και τελικά, πρόφερε σχεδόν ψιθυριστά, δεν καταλαβαίνει τι θα κέρδιζε η Αποστολή, αν έλειπε αυτός απ' τη μέση. Τότε ο Ταγματάρχης θύμωσε για καλά (ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον έβλεπα να χάνει την ψυχραιμία του) του έβαλε τις φωνές και του θύμισε πως ήτανε προειδοποιημένος, του είχαν εξηγήσει τον κανονισμό της πορείας, το είχε σκεφτεί και το δέχτηκε εθελοντικά να πάρει μέρος στην Αποστολή και βέβαια (ομολόγησε ο Ταγματάρχης) άλλο είναι η θεωρητική κατάστρωση ενός σχεδίου και άλλο η πρακτική εφαρμογή του, γι' αυτό δεν είπε τίποτα όταν ο Λέανδρος του παραχώρησε τα γκέμια, αμφέβαλε κι ο ίδιος, ρώτησε όμως το Γενικό Αρχηγείο και τώρα είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τη διαταγή, επικαλείται τη μαρτυρία του Τηλέμαχου, που ξέρει τον κώδικα και την διάβασε, «Ψέματα, Τηλέμαχε;».
      Ο Τηλέμαχος κατένευσε. Ο Σταμάτης παρατήρησε τότε πως μπορούσε κάλλιστα να μη ρωτήσει το Γενικό Αρχηγείο, να πάρει μόνος του μια πρωτοβουλία, να πάρει αυτός την ευθύνη, τι σόι αρχηγός αποστολής ήτανε; Ο Ταγματάρχης κοίταζε τον Σταμάτη σαν να μην πίστευε στ' αυτιά του, μα πριν προλάβει ν' απαντήσει, ο Σοφοκλής όρμησε στο υπόγειο του τρίτου κάρου (ανασήκωσε την κουρελού, που κρεμότανε μπροστά στην μπούκα για να μη φαίνεται) και ξαναβγήκε απ' το υπόγειο, κρατώντας ένα φτυάρι. Έριξε μια ματιά γύρω του, είδε μια γέρικη ελιά στ' αριστερά του δρόμου, προχώρησε κουτσαίνοντας, έφτασε στον αραιό της ίσκιο κι άρχισε να σκάβει, λέγοντας:
      — Είμαι ικανός για το συνεργείο ταφής.

      Διαγραφή
    3. Ο Ταγματάρχης συμπλήρωσε το συνεργείο, ορίζοντας στην τύχη άλλους τρεις, σκάψανε όλοι με τη σειρά, με φτυάρια και κασμάδες κι ο Σοφοκλής, έκατσε δίπλα στον ανοιχτό τάφο να καπνίσει το τελευταίο του τσιγάρο, έχοντας δεχτεί και το σιδηροδρομικό ρολόι. Κάπνιζε αμίλητος, με σκυφτό το κεφάλι, έτσι που μπορεί να πέφτω έξω, αλλά μου φάνηκε πως είχε καρφώσει το βλέμμα του στην πληγωμένη του φτέρνα, θα πρέπει να την κοίταζε με μίσος, φαντάζομαι, και όλοι εμείς καθόμασταν σε ημικύκλιο μπροστά του, φάτσα του, μα κανείς δεν τούλεγε τίποτα, ήταν η μόνη φορά που δεν κουβεντιάσαμε με έναν κυανιζόμενο τραυματία, μόνο καθόμασταν εκεί, με σκυμμένα κι εμείς τα κεφάλια και κάποτε κάπνισε ο Σοφοκλής το τσιγάρο του μέχρι τελευταία ρουφηξιά, πέταξε τη γόπα κι απόμεινε κοιτάζοντας το ρολόι, που κράταγε στ' αριστερό του χέρι. Ο Ταγματάρχης σηκώθηκε, στάθηκε προσοχή χαιρετώντας στρατιωτικά, σηκωθήκαμε και όλοι εμείς οι άλλοι και περιμέναμε ασάλευτοι και σε λίγο μου πέρασε η σκέψη πως ο Σοφοκλής αργεί πολύ, θα πρέπει να πέρασαν τα δεκατρία λεφτά, ίσως νάτανε μια ζαβολιά εκ μέρους του, ίσως και να ξεχάστηκε, βυθισμένος ως θα πρέπει να 'τανε σε σκέψεις, μα ξάφνου ο Σοφοκλής πετάχτηκε όρθιος, λέγοντας πως δεν έχει τίποτα, του πέρασε το πόδι του, δεν πονάει, δεν κουτσαίνει πια, να, περπατάει κανονικά, πιο γρήγορα κι απ' το κανονικό —«Με βλέπετε; Δεν κουτσαίνω καθόλου»— και πραγματικά, δεν κούτσαινε, έφτασε δίπλα στο τρίτο κάρο, όπου είχε αφήσει κατάχαμα στο δρόμο το ταγάρι του με το περίστροφο, κρέμασε το ταγάρι στον ώμο του και προχώρησε κατά μήκος των κάρων, σα να βάδιζε σε στρατιωτική παρέλαση και σε λίγο τον άκουσα να τραγουδάει την «Παντιέρα ρόσα», ένα τραγούδι των ιταλών συντρόφων (μου το 'χε μάθει κι εμένα ο Σοφοκλής, το ψιλοτραγουδάγαμε, χαμηλόφωνα, σαν τύχαινε να βρεθούμε μαζί στη βάρδια υπογείου, γιατί ο Ταγματάρχης είχε απαγορεύσει τα τραγούδια, δεν έπρεπε τίποτα να δίνει την εντύπωση πως είμασταν τμήμα στρατού κι αυτουνού του το 'χε μάθει ο Τζιάκομο, που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ και τον γνώρισε ο Σοφοκλής στον Παρνασσό, στην Κατοχή) και τραγουδώντας έτσι, βάδιζε τώρα εν-δυο και ο Ταγματάρχης είπε, σα να αναστέναζε με ανακούφιση, «Όλοι στις θέσεις σας» κι ώσπου να γυρίσουμε στα κάρα και να ξεκινήσουμε, ο Σοφοκλής είχε προχωρήσει καμιά πενηνταριά μέτρα μπροστά απ' τα πρώτα άλογα και σε λίγο σταμάτησε, έκανε μεταβολή και μας φώναξε:
      — Βραδυπορείτε! Θα σας κυανίσω!
      Γέλασε, κούνησε το χέρι του σα να μας φοβέριζε και συνέχισε να βαδίζει καταμεσής του δρόμου κι η φάλαγγα προχωρούσε ξοπίσω του. Ακόμα κι όσοι είχαν βάρδια φρουρήσεως στα υπόγεια, βαδίζανε δίπλα στα κάρα και κοίταζαν τον Σοφοκλή και ο Τηλέμαχος, που περπάταγε δίπλα στα πρώτα άλογα, δίνοντας τον ρυθμό της πορείας, είχε επιβραδύνει νομίζω το βήμα του, σα να μην ήθελε να φτάσει τον Σοφοκλή, σα να ήθελε να τον αφήσει να προπορεύεται, μα παρ' όλα αυτά, κάτι συνέβη σε λίγο απ' τη μια στιγμή στην άλλη — είχα την αίσθηση πως περπατάω και μένω επί τόπου, λες κι ο δρόμος είχε γίνει κυλιόμενος τάπης, κινούμενος προς την αντίθετη κατεύθυνση, λες και μια αόρατη δύναμη είχε σηκώσει ελάχιστα το κάρρο δίπλα μου, έτσι που οι ρόδες γύριζαν στον αέρα, μόλις — μόλις ακουμπώντας στα χαλίκια, λες κι ο Σοφοκλής, εξακολουθώντας πάντα να βαδίζει μπροστά, παρασυρότανε προς τα πίσω απ' τον κυλιόμενο δρόμο και η πλάτη του όλο και πλησίαζε, όλο και ερχότανε κατά πάνω μου και οι σκούροι λεκέδες απ' τον ίδρωτα διακρίνονταν όλο και καθαρότερα στο πουκάμισό του, όλο και μίκραινε σταθερά η απόσταση που μας χώριζε, ώσπου έφτασε ο Σοφοκλής και πέρασε δίπλα μου κυλιόμενος και είδα πως είχε το δεξί του χέρι μέσα στο κρεμασμένο απ' τον ώμο του ταγάρι και το ταγάρι με ακούμπησε περνώντας από δίπλα μου, στα αριστερά μου και την επόμενη στιγμή, άκουσα έναν πυροβολισμό και σκέφτηκα: «Τον σκότωσε!»

      Διαγραφή
    4. Σκέφτηκα πως ο Σοφοκλής είχε σκοτώσει τον Ταγματάρχη, που βάδιζε λίγο πιο πίσω από μένα, μαζί με τον υπίατρο Ροβήρο, τελευταίοι οι δυο τους της φάλαγγας. (Ο Ταγματάρχης βάδιζε συνήθως επικεφαλής, δίνοντας τον ρυθμό της πορείας, εκτός απ' τις ώρες που κοιμότανε, ή κρυπτογραφούσε τα μηνύματα. Ήταν φυσικό να μην έχει άλλες βάρδιες ο Ταγματάρχης, μπορούσε να κάθεται όση ώρα ήθελε στη στέγη και τον είχα υποπτευτεί πως μένει εκεί, χασομερώντας, σκυμμένος πάνω απ' το Αγγλο­ελληνικό Λεξικό —δεν ήξερα ακόμα πως ήτανε το Ευαγγέλιο*— υποκρινόμενος πως εργάζεται, γιατί βέβαια δεν μπορούσε να ξαπλώσει, μια και είχε δίπλα του τους δυο της βάρδιας στέγης. Αργότερα, όταν μάθαμε τον κώδικα, όταν είδα πόσο περίπλοκος ήταν —ή μάλλον όχι, ήταν απλούστατος, αλλά η κρυπτογράφηση και η αποκρυπτογράφηση σου παίρνανε πολλή ώρα— πείστηκα πως ο Ταγματάρχης έκανε τίμια και ευσυνείδητα τη δουλειά του, δηλαδή, όσο το δυνατόν γρηγορότερα). Τώρα όμως, ο Ταγματάρχης βάδιζε τελευταίος, λες και περίμενε τον Σοφοκλή, λες και ήθελε να είναι παρών στο σημείο που θα 'ρχιζε ο Σοφοκλής να βραδυπορεί. Μόλις άκουσα λοιπόν το πυροβολισμό, στράφηκα και είδα τον Σοφοκλή πεσμένον ανάσκελα στον δρόμο και τον Ροβήρο σκυμμένον από πάνω του. Ο Ταγματάρχης στεκότανε ασάλευτος, λίγο παράμερα.
      — Είναι νεκρός; — τον άκουσα να λέει.
      — Σχεδόν, —απάντησε ο Ροβήρος.— Τυφλό τραύμα εξ επαφής στον αριστερό πνεύμονα.
      — Πονάει; — ξαναρώτησε ο Ταγματάρχης.
      — Δε νομίζω. Έχει χάσει τις αισθήσεις του.
      Τα κάρρα σταμάτησαν, όλοι τρέξανε να δουν, μα ο Ταγματάρχης τους έδιωξε διατάζοντάς τους να συνεχίσουν την πορεία, όρισε μόνον τέσσερις που θα μένανε (μεταξύ των οποίων κι εγώ). Ο Ροβήρος εξακολουθούσε να 'ναι σκυμμένος πάνω απ' τον Σοφοκλή, κρατώντας τον σφυγμό του. Ο Ταγματάρχης έβγαλε να στρίψει τσιγάρο κι αν κοίταζες το πρόσωπό του, θα σχημάτιζες την εντύπωση πως είναι πολύ ψύχραιμος, σχεδόν αδιάφορος, τα δάχτυλά του όμως τρέμανε ελαφρώς και δεν τα κατάφερνε να στρίψει το τσιγάρο του και τελικά το τσιγαρόχαρτο σκίστηκε (ενώ ήταν μάστορας στο στρίψιμο, ταχυδακτυλουργός μπορώ να πω και το 'στριβε στο τσάκα τσάκα το τσιγάρο, ακόμα και με το 'να μόνο χέρι) και τότε εγώ, βιάστηκα να βγάλω την αυτόματη ταμπακέρα μου, να στρίψω τσιγάρο και να του προσφέρω (για πρώτη φορά, γιατί ως τα τότε οι σχέσεις μας ήτανε τυπικότατες) και ο Ταγματάρχης το δέχτηκε, το πήρε το έτοιμο τσιγάρο μου, άφησε να πέσει ο καπνός απ' το δικό του σκισμένο τσιγαρόχαρτο, το τσαλάκωσε, το πέταξε, άναψε το καλοστριμμένο μου τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, τη στιγμή που ακούστηκε η φωνή του υπίατρου Ροβήρου, «Είναι νεκρός» — εννοώντας τον Σοφοκλή.

      Διαγραφή
    5. Και πιο συγκεκριμένα, τι εμποδίζει μια ανάγνωση του Κόμματος ως εφιαλτικής, γραφειοκρατικής αφαίρεσης της οποίας οι διαταγές είναι ακατανόητες, οι διαδικασίες αδιαφανείς, η οποία συντρίβει κάθε ατομική βούληση και κάθε ατομική ηθική, δηλαδή μια ανάγνωση πλήρως συμμορφωμένη με τους κεντρικούς άξονες της θεωρίας των δύο άκρων και του Ψυχρού Πολέμου;

      Διαγραφή
    6. Και θα ήθελα εδώ να αντιπαραβάλλω δυο αποσπάσματα από τον Μπρεχτ της "Απόφασης" (1930), την οποία νομίζω ο Αλεξάνδρου ξαναγράφει απ' την ανάποδη:

      "Ο νεαρός σύντροφος:
      Ποιος νομίζεις πως είναι το κόμμα;
      Κάθεται σ' ένα μεγάλο σπίτι μπροστά από ένα πάνελ με διακόπτες;
      Είναι οι αποφάσεις του άγνωστες, οι σκέψεις του με μυστικότητα καλυμμένες;
      Ποιος είναι;

      Οι τρεις αγκιτάτορες:
      Εμείς είμαστε.
      Εσύ κι εγώ κι αυτοί· όλοι μας.
      Σύντροφε, τα ρούχα με τα οποία ντύνεται το κόμμα είναι τα δικά σου, το κεφάλι
      με το οποίο σκέφτεται είναι το δικό σου.
      Εκεί που μένω, εκεί είναι το σπίτι του, εκεί που σου επιτίθενται
      αυτό αντεπιτίθεται.
      Δείξε μας το δρόμο να πάρουμε και μεις
      θα τον πάρουμε μαζί σου, αλλά
      Μην παίρνεις το σωστό δρόμο χωρίς εμάς.
      Χωρίς εμάς, είναι ο πιο λάθος δρόμος απ' όλους.
      Μην ξεκόβεις από μας!
      Μπορεί να κάνουμε λάθος κι εσύ να έχεις δίκιο, άρα
      Μην ξεκόβεις από μας!
      Ότι ο γρήγορος δρόμος είναι καλύτερος απ' τον μακρύ, δεν θα το αρνηθεί κανείς.
      Αλλά αν τον ξέρει κάποιος
      Και δεν μπορεί να μας τον δείξει, τότε τι να την κάνουμε τη σοφία του;
      Να είσαι σοφός μαζί μας.
      Μην ξεκόβεις από μας!

      Ο νεαρός σύντροφος:
      Δεν μπορώ να υποχωρήσω, αφού έχω δίκιο. Τα ίδια μου τα μάτια μου λένε πως δεν περιμένει η δυστυχία.

      Ο χορός:
      Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει δυο μάτια
      Αλλά το κόμμα έχει χίλια.
      Ένας άνθρωπος βλέπει μια πόλη
      Αλλά το κόμμα βλέπει έξι χώρες.
      Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέσει μια στιγμή
      Αλλά το κόμμα έχει πολλές στιγμές.
      Ένας άνθρωπος μπορεί να εξαλειφθεί
      Αλλά το κόμμα δεν μπορεί να εξαλειφθεί
      Γιατί οι τεχνικές του είναι αυτές των φιλοσόφων του
      Και πηγάζουν από την συνείδηση της πραγματικότητας
      Και σύντομα, είναι γραφτό να την αλλάξουν
      Όταν οι μάζες τις κάνουν δικές τους."

      Διαγραφή
    7. "Οι τέσσερις επαναστάτες:
      Αυτό που αποφασίσαμε ήταν:
      Στην περίπτωση αυτή πρέπει να εξαφανιστεί, να εξαφανιστεί τελείως
      Γιατί ούτε να τον πάρουμε μαζί μας μπορούμε ούτε να τον αφήσουμε
      Και έτσι πρέπει να τον πυροβολήσουμε και να τον πετάξουμε μέσα στο πηγάδι με τον ασβέστη
      Και ο ασβέστης να του κάψει το κορμί.

      Ο χορός:
      Αυτή ήταν η μοναδική απάντηση;

      Οι τέσσερις επαναστάτες:
      Με τόσο λίγο χρόνο, άλλη δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε.
      Σαν το ζώο που βοηθάει ένα άλλο
      Και μεις με χαρά θα τον βοηθούσαμε αυτόν
      που πολέμησε για τον ίδιο σκοπό μαζί μας.
      Πέντε λεπτά στα δόντια των κυνηγών στο κατόπι μας
      σκεφτόμασταν αν υπήρχε καλύτερη λύση.
      (Παύση).
      Κι έτσι αποφασίσαμε άμεσα
      Να κόψουμε μόνοι μας το ίδιο μας το πόδι απ' το κορμί μας. Είναι
      φοβερό να σκοτώνεις.
      Αλλά δεν θα σκοτώναμε μόνο άλλους, μα και τον εαυτό μας αν χρειαζόταν
      Μια και μόνο η βία μπορεί να αλλάξει τούτο
      Τον δολοφονικό κόσμο, όπως
      Ξέρει κάθε ζωντανό πλάσμα.
      Ακόμα, είπαμε
      Δεν μας έχει δοθεί η ευχέρεια να μη σκοτώνουμε. Μόνο
      στην ανίκητη θέλησή μας να αλλάξουμε τον κόσμο μπορούσαμε
      να βασίσουμε μια τέτοια απόφαση.

      Ο χορός:
      Συνεχίστε, και να στε σίγουροι
      πως έχετε τη συμπάθειά μας.
      Ήταν αλήθεια πολύ δύσκολο να κάνετε το σωστό
      Κι ούτε ήταν εσείς που τον δικάσατε, αλλά
      η πραγματικότητα."

      Διαγραφή
  4. Γιάννη νομίζω ότι το κιβώτιο της Βουιτόν είναι απείρως ακινδυνότερο από αυτό του Αλεξάνρου.
    Είναι προϊόν του συστήματος που ζούμε και παράλληλα ένα απλό στην αποδόμησή του σημάδι υπεροχής και κυριαρχίας του καπιταλισμού. Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου από την άλλη είναι αυτό που σπέρνει τη σύγχυση για την αιωνιότητα του κιβωτίου της Βουιτόν.
    Το λογοτέχνημα είναι σημάδι της παραίτησης και προσωπικά τον Αλεξάνδρου τον χαρίζω σε όποιον τον υιοθετεί. Ο Αλεξάνδρου με το έργο του δεν αναφωνεί απλά "Σύντροφοι ευτυχώς ηττηθήκαμε" όπως ο Λαζαρίδης, διατρανώνει την πεποίθηση ότι σύντροφοι κακώς αγωνιστήκαμε και ήταν νομοτελειακό να ηττηθούμε.
    Το κενό κιβώτιο δεν αντιπροσοωπεύει το παράλογο, στη φύση δεν υφίσταται κενό. Η πλήρωση του κιβωτίου γίνεται με αρνητικό τρόπο, μέσω τις δικαίωσης των εχθρών που πολεμούσαν όσοι μετέφεραν το κιβώτιο. Το κιβώτιο είναι γεμάτο, με την ιδεολογία των νικητών του εμφυλίου.

    Αντώνη πάντως ο Τσακνιάς δεν είναι αρκετά αιχμηρός όσο αξίζει στον Αλεξάνρου, στο τέλος μάλιστα στέκεται θετικά προς το έργο.

    Ernest Everhard.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φυσικά στέκεται όχι απλώς θετικά αλλά αποθεωτικά στο έργο. Τι άλλο θα έκανε γραφιάς του "Βήματος"; Δεν έγινε αντιληπτό ότι κάποιος που γράφει ότι στον "εμφύλιο μας ενέπλεξαν οι κομματικοί μηχανισμοί" παρατίθεται ειρωνικά;

      Η μη ειρωνική παράθεση είναι του Jameson, στο Κιβώτιο ΙΙ. Και οπωσδήποτε αξίζει τον κόπο η αντιπαράθεση του "Κιβωτίου" με την "Απόφαση" του Μπρεχτ.

      Διαγραφή
  5. Το απόσπασμα μου φάνηκε κάπως κεντρίστικα θετικό προς το βιβλίο. Αποθεωτικό δεν το εξέλαβα. Σαν γραφιάς οπορτουνιστικής καταγωγής ο Τσακνιάς ξέρει με τις αρλούμπες του κειμένου του να θάβει τα κακάκια του..

    Ernest Everhard.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Από την ίδια βιβλιοκριτική:

      "Η 20ή επανέκδοση ενός από τα κορυφαία μυθιστορήματα της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας, όπως είναι το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, μορφής εμβληματικής για τη μοίρα μιας γενιάς και για το πολιτικό και πνευματικό ήθος σημαντικού μέρους αυτής της γενιάς, δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστη."

      "Για ένα πράγμα με έπεισε η πρόσφατη ανάγνωση του «Κιβωτίου», με αφορμή την 20ή του έκδοση: Οσες φορές κι αν το διαβάσει κάποιος, ποτέ δεν θα πάψει να εκπλήσσεται. Ποτέ δεν θα φθάσει στον πάτο της ερμηνείας του."
      http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=101855

      Πολύ ενδιαφέρουσα η φράση "πάτος της ερμηνείας."

      Διαγραφή
  6. Είχα διαβάσει ότι στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Λυκείου υπάρχει το απόσπασμα «Η αυτοκρατορία του Σοφοκλή» από «Το Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου (σελ. 210-216). Ξέρεις αν είναι το απόσπασμα που παραθέτεις; Αν και μάλλον κάποιος που έχει το σχολικό βιβλίο μπορεί να μας απαντήσει, αφού, προφανώς, η επιλογή του τίτλου είναι του επιτελείου του πρωην ΟΕΔΒ, δεδομένου ότι το μυθιστόρημα είχε τη μορφή διαδοχικών επιστολών.

    http://www.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=2022832

    ***

    Σπύρος Τσακνιάς ή Γιώργος Τσακνιάς (μετέπειτα υποψήφιος βουλευτής της ΔΗΜΑΡ); Στην κορυφή γράφει Γιώργος, στο κείμενο 2 φορές Σπύρος.

    http://www.biblionet.gr/author/1494/%CE%A3%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%82

    http://www.biblionet.gr/author/5765/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%82

    ***

    ...μια ανάγνωση πλήρως συμμορφωμένη με τους κεντρικούς άξονες της θεωρίας των δύο άκρων και του Ψυχρού Πολέμου;

    Προς επίρρωση, δείτε και το ακόλουθο ποίημα του 1959. Προσέξτε ιδιαίτερα την αναφορά στη Βέρμαχτ και τον Κόκκινο Στρατό.

    Εισήγηση
    à la manière de Jdanov
    http://www.poiein.gr/archives/3479

    Το εν λόγω ποίημα υπάρχει και στην ανθολογία του Αλέξανδρου Αργυρίου «Η ελληνική ποίηση. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά.», του οποίου δεν πρέπει να διέφυγε το παραμικρό ποίημα που ασκούσε κριτική ή πολεμική προς το ΚΚΕ και την ΕΣΣΔ. Όσο κι αν αυτό το σχόλιο φαίνεται άσχετο με την ανάρτηση, δεν είναι, καθώς ο Αργυρίου ήταν από αυτούς που πρωτοστάτησαν στην προώθηση του «Κιβωτίου». Βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου», Αντί32, 15/11/1975, σ.49-50. Τα ακριβή στοιχεία της βιβλιοκριτικής τα βρήκα εδώ: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=97

    ***

    Καταρχάς, ξεκαθαρίζω ότι με τη λογοτεχνία σχετίζομαι μόνο ως αναγνώστης. Επιπλέον, δεν είμαι σε θέση να επαληθεύσω όσα θυμάμαι από το «Κιβώτιο», καθώς το είχα δανειστεί από βιβλιοθήκη. Αν κάτι από αυτά που γράφω δεν ισχύει, διορθώστε με. Σχετικά με αυτό που λέει ο Γιάννης, ότι μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά, εν μέρει συμφωνώ. Αυτό που θυμάμαι έντονα από το βιβλίο είναι ότι οι ισχυρισμοί του αφηγητή διαρκώς ανατρέπονταν σε επόμενες επιστολές. Και μάλιστα προς το τέλος ο ίδιος ο αφηγητής επεσήμανε το ενδεχόμενο να υπάρχουν άπειρες εκδοχές της ιστορίας. Κάποιος θα μπορούσε π.χ. να θεωρήσει ότι αυτός είναι ο πυρήνας του μυθιστορήματος. Πλην όμως υπάρχουν πάρα πολλές αντενδείξεις για να μην είναι αυτή η κεντρική ανάγνωση. Από την επιλογή του θέματος και χαρακτήρων μέχρι πολύ μικρές λεπτομέρειες π.χ. η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία αποστολής τις 27/09/1949, ακριβώς 8 χρόνια μετά την ίδρυση του ΕΑΜ, 27/09/1941.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "Σχετικά με αυτό που λέει ο Γιάννης, ότι μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά, εν μέρει συμφωνώ. Αυτό που θυμάμαι έντονα από το βιβλίο είναι ότι οι ισχυρισμοί του αφηγητή διαρκώς ανατρέπονταν σε επόμενες επιστολές. Και μάλιστα προς το τέλος ο ίδιος ο αφηγητής επεσήμανε το ενδεχόμενο να υπάρχουν άπειρες εκδοχές της ιστορίας. Κάποιος θα μπορούσε π.χ. να θεωρήσει ότι αυτός είναι ο πυρήνας του μυθιστορήματος."

      Πολύ σωστά. Αυτό κατά βάση περίμενα να θίξει ο Γιάννης. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Η αφερεγγυότητα του αφηγητή είναι συνηθισμένη σύμβαση σε αντισοβιετικά μυθιστορήματα όπως το "1984" του Όργουελ και το "Εμείς" του Ζαμυάτιν, και παραπέμπει σε καθολικοποίηση της κρατικο-γραφειοκρατικής παράνοιας. Για να χρησιμοποιηθεί για μια αναστοχαστική ανάγνωση του μυθιστορήματος πρέπει να στηρίζεται από κάτι. Οπότε, αναμένω μια ερμηνεία που να ΜΗΝ αναγάγεται σε στοκ και προβλέψιμο μεταπολεμικό αντικομμουνισμό. Εγώ δεν μπόρεσα να βρω καμία.

      Διαγραφή
  7. Πάει και ο Αλεξάνδρου

    Επόμενοοοοοοοοοος



    metzelopoulos

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συζήτηση κάνουμε, όποιος έχει επιχειρήματα τα καταθέτει επί του συγκεκριμένου θέματος.

      Όποιος δεν έχει, γράφει εξυπνάδες.

      Διαγραφή
    2. Συζήτηση ΝΑ κάνουμε.
      Φετφά βγάζεις και όποιον πάρει ο χάρης.
      Εκτός από επική πεζογραφία υπάρχει και η διδακτική όπως και η λυρική - βιωματική.
      Το ανθρώπινο μέσα στο συλλογικό είναι καταραμένο να συνθλίβεται. Είτε με την θυσία του για το συλλογικό, είτε με το ξεβρασμά του γιατί δεν άντεξε.
      Η ιστορία μας έμαθε επίσης, πως ο ατσαλάκωτος, ο σιδερένιας γραμμής και κριτής των πάντων "σύντροφος", ήταν ο πληρωμένος πράχτορας, ο βαλτός, ο ύπουλος οχτρός.

      Με ποιανού την μεριά είσαι;

      metzelopoulos

      Διαγραφή
    3. Ωπ, πάλι ο αστυνόμος Θεοχάρης!

      Διαγραφή
    4. Θα κάνω παράπονα στην αστυνομία, η λογοτεχνική σας παιδεία είναι απαράδεκτη. Δεν σας έμαθαν καν ότι το επίθετο "επικό" πηγαίνει στο θέατρο του Μπρεχτ και όχι στην "πεζογραφία", με αποτέλεσμα να αμολάτε μπετά περί "επικής πεζογραφίας", να την αντιπαραβάλλετε με τη "διδακτική" (το επικό θέατρο στον Μπρεχτ είναι επίσης διδακτικό θέατρο) και μετά με την εξίσου ανύπαρκτη κατηγορία της "λυρικής-βιωματικής πεζογραφίας".

      Τζάμπα τα λεφτά των φορολογούμενων, μόνο να βαράτε ξέρετε στην ασφάλεια!

      Διαγραφή
    5. Ο Ζαμπέτας στα απομημονευματα του έγραψε για τον λοχία που τον μάζευε κάθε απόγευμα στο μακρινό Αιγάλεω για να τον στείλει στη μάχη της Αθήνας το πρωί. Εκείνος το έσκαγε από το ρέμα για να μπορέσει να δει τον λοχία του, αστυνομικό στο κέντρο που τραγουδούσε χρόνια μετά.
      Ποίημα δεν είναι αλλά επικολυρικό μετά δακρύων το λες το πόνημα.
      Στην πυρά - στην πυρά!
      Αμ εκείνος ο Εμπειρίκος ο ψευτοαριστέρος που δύο ελλασίτες δεσμοφύλακές του και καλά τον έκαναν να μισήσει τον κομμουνισμό;
      Οι όμηροι που πιάστηκαν κατά την αποχώρηση του Ελλάς από την Αθήνα και οι ακρότητες που έγιναν δεν απασχόλησαν την ΚΕ του ΚΚΕ αλλά ήταν μόνο στην φαντασία ορισμένων.
      Στην πυρά - στην πυρά!
      Αμ ο άλλος ο γκατζόλης που δήθεν έβλεπε "πτώματα - πτώματα παντού" στην Θεσσαλονίκη;
      Άκου, πως πρώτα έβρισκε τούφες γυναικεία μαλλιά και μετά το πτώμα της γκόμενας του ταγματασφαλήτη, εκεί στο κείμενο του ο Πετρόπουλος.
      Στην πυρά - στην πυρά!
      Τα γυναικεία τμήματα του Ελλάς που το μόνο που δεν χρειάστηκαν ήταν σερβιέτες γιατί είχαν να δουν περίοδο κάθε εξάμηνο; Επικολυρικός θρίαμβος της πίστης στον σκοπό ή στρες και άγχος από τις κακουχίες και την εξάντληση ενός ατομικού που υπάκουε σε ολονύχτιες πορείες και περάσματα ποταμιών;

      Σιγά να μην εμφανίσεις το σχόλιο που απλά δείχνει πως υπήρξε και μία ιστοριογραφία για μικρά αλλά πραγματικά βιώματα της εποχής των μεγάλων αποφάσεων.


      metzelopoulos

      Αντωνάκο, η ψηφίδα φαίνεται σιγά - σιγά. Όποιος πολλούς πράχτορες βλέπει κάτι άλλο συμβαίνει στα αλήθεια. Για ξανακοίταξε μήπως οδηγάς σε μονόδρομο και όλοι οι άλλοι πάνε αντίθετα από σένα...

      Διαγραφή
    6. Αστυνόμε Θεοχάρη, πάλι παρασύρεσαι από την εθνικόφρονα παιδεία (;!) σου. Δεν είναι ΕΛΛΑΣ, χρυσέ μου το όνομα του διαβόλου, ΕΛΑΣ λέγεται.

      "Τα γυναικεία τμήματα του Ελλάς που το μόνο που δεν χρειάστηκαν ήταν σερβιέτες γιατί είχαν να δουν περίοδο κάθε εξάμηνο;"

      Τόσο το καλύτερο για τους προγόνους σου, βίαζαν πιο συχνά χωρίς να λερώνονται.

      Διαγραφή
    7. Μπράβο τσάκαλε: "Ελλάς"

      Διαγραφή
  8. Ήμουν εκτός δικτύου και γι΄ αυτό δεν απάντησα χτες, ας μη θεωρηθεί αδιαφορία.
    Το μόνο που έχω να πω προς απάντηση των σχολίων σας και σαν μία ασθενή (ομολογώ) υπεράσπιση μιας δύσκολης υπόθεσης, είναι ότι ο ήρωας του Κιβωτίου αντιμετωπίζει συνεχώς μία σειρά ηθικών διλημμάτων, τα οποία πάντα επιλύει υπέρ της κομματικής γραμμής, εκθέτει όμως συνεχώς τις εσωτερικές του αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Π.χ. βρίσκει κάποιον σκοπό να κοιμάται, αμφιταλαντεύεται αν πρέπει να τον καταδώσει στους ανωτέρους του ή όχι και τελικά τον καταδίδει. Αφιταλαντεύεται αν πρέπει να υπακούσει στην κομματική εντολή για απομόνωση κάποιου συναγωνιστή και φίλου του, τελικά υπακούει, εκθέτοντας όμως τη συνεχή εσωτερική του αγωνία για την ορθότητα των αποφάσεων αυτών.
    Τελικά αυτό που αναδεικνύεται περισσότερο απ΄ όλα στο βιβλίο είναι ακριβώς αυτή η αγωνία και η συνεχής αμφιταλάντευση του στρατευμένου ανθρώπου μεταξύ όχι τυφλής αλλά ενσυνείδητης υπακοής (χάριν ενός υψηλότερου σκοπού ή χάριν ενός συγκεκριμένου επιθυμητού ιστορικά ή πολιτικά αποτελέσματος) και της προσωπικής ελευθερίας. Το βιβλίο θίγει και το θέμα ότι το συγκεκριμένο κάθε φορά επιθυμητό ιστορικά αποτέλεσμα μπορεί και να αλλάζει ή και να μετατρέπεται στο αντίθετό του, ανάλογα με τη ροή της ιστορίας, κάνοντας την προηγούμενη υπακοή να φαντάζει ακόμα πιο τραγική, πόσο μάλλον αν συνοδεύτηκε και από θυσίες.
    Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτού του είδους τα διλήμματα ήταν πραγματικά και συχνά τραγικά διλήμματα που πραγματικοί άνθρωποι τα αντιμετώπισαν πραγματικά σε πραγματικές και συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και έπρεπε να τα επιλύσουν γρήγορα και άμεσα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αυτού του είδους τα διλήμματα τα αντιμετώπισε και ο Αλεξάνδρου και τα επίλυσε μένοντας πιστός στον αυστηρά προσωπικό του κώδικα, αλλά χωρίς ποτέ (απ΄ ό,τι ξέρω) να στραφεί κατά του συλλογικού οράματος ή να απαρνηθεί το παρελθόν του. Είναι χαρακτηριστικό γι΄ αυτόν τον προσωπικό κώδικα (κάποιος θα μπορούσε να τον πει «στιρνερικό», όμως ο Αλεξάνδρου στρατεύθηκε στο συλλογικό όραμα και βασανίστηκε γι΄ αυτό), ότι κάπου αλλού, έχοντας να αντιμετωπίσει βασανιστήρια προκειμένου να υπογράψει την περίφημη δήλωση μετανοίας, γράφει ότι θα του ήταν πολύ πιο εύκολο να αρνηθεί την υπογραφή του, αν του ζητούσαν να απαρνηθεί, όχι την ιδεολογία του, αλλά τα ποιήματά του. Και ο ήρωας του βιβλίου του εξακολουθεί μέχρι τέλους να πιστεύει στον υψηλότερο σκοπό στον οποίο τάχθηκε, δεν αρνείται το παρελθόν του και μένει πιστός στο συλλογικό όραμα, εξακολουθεί όμως μέχρι τέλους να βασανίζεται εσωτερικά για τις επιλογές του και πάντα θα βασανίζεται.
    Αναμφισβήτητα η οργάνωση και η υποταγή του ατομικού στο συλλογικό είναι στοιχεία απολύτως απαραίτητα για το εφικτό των επιθυμητών ιστορικά σκοπών. Όμως εξ ίσου ισχύει ότι η οργάνωση και η υποταγή του ατομικού στο συλλογικό απαιτούν την πληρωμή κάποιου μικρού ή μεγάλου κατά περίπτωση τιμήματος και η πληρωμή του τιμήματος αυτού σε σημαδεύει δια βίου. Το βάσανο αυτό είναι το θέμα του βιβλίου, και κατά τη γνώμη μου είναι ένα πραγματικό βάσανο, μια υπαρκτή εσωτερική αγωνία και ένα πραγματικό τίμημα που πληρώνεται από τους αγωνιστές. Όποιος το αναγνωρίζει και το περιγράφει, δεν είναι απαραίτητα εχθρός.
    ΥΓ. Διαφωνώ με το ότι ο Αλεξάνδρου είπε ότι κακώς αγωνιστήκαμε και ότι ποτέ δεν έπρεπε να αγωνιστούμε, αλλά ήδη τράβηξε σε μάκρος η συζήτηση. Και ο Μπρέχτ που ανάρτησες νομίζω ότι εκφράζει και αυτός την ίδια αγωνία και αμφιταλάντευση, αλλά δίνει στο τέλος ξεκάθαρη λύση, ενώ ο Αλεξάνδρου αφήνει τον ήρωά του (και τον αναγνώστη) στην αγωνία και στην αβεβαιότητα, προσεγγίζοντας στο θέμα αυτό περισσότερο τον Κάφκα. Επαναλαμβάνω τέλος ότι αναγνωρίζω ότι πρόκειται για μία ασθενή υπεράσπιση μιας δύσκολής υπόθεσης. Γιάννης Ν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννη, δεν τίθεται θέμα παρεξήγησης απ' την όποια καθυστέρηση της απάντησης.

      Όπως το βλέπω εγώ, δύο είναι οι άξονες πάνω στους οποίους κινείσαι: η ατομική αγωνία και τα διλήμματα ως πυρήνας του έργου και η εξω-κειμενική στάση του συγγραφέα.

      Προσωπικά, εστιάζομαι στο κείμενο καθαρά σε όσα λέω. Και νομίζω ότι το ζήτημα της αγωνίας και των διλημμάτων σωστά παρατηρείς ότι τίθεται και στον Μπρεχτ (για αυτό θεωρώ την "Απόφαση" κεντρικής σημασίας για το είδος θέματος με το οποίο καταπιάνεται το "Κιβώτιο"), ωστόσο διαφωνώ ότι ο Μπρεχτ εκφράζει οποιαδήποτε αμφιταλάντευση, αφού το έργο του εξ αρχής έχει σαφέστατη θέση πράγμα που έτσι κι αλλιώς εκφράζεται με την αφηγηματική επιλογή της αναδρομής στο ήδη τετελεσμένο. Αυτό το οποίο υπογραμμίζει ο Μπρεχτ είναι το χάσμα μεταξύ της ατομικής και της συλλογικής ηθικής, ή, με τους όρους που προτιμώ, μεταξύ της ατομικής ηθικής και της συλλογικής ταξικής συνείδησης. Ο Μπρεχτ δίνει "φωνή" και στα δύο. Το έργο του είναι διαλεκτικό, γιατί όπως και τα αριστουργήματα του αντιδραστικού Ντοστογιέφκσι, τον οποίο ο Αλεξάνδρου μετέφρασε, δίνει φωνή και σ' αυτό με το οποίο διαφωνεί, και όχι φωνή απλής καρικατούρας, αλλά πειστική φωνή, φωνή που έχει "τα δίκια της", που διεκδικεί κι αυτή την αλήθεια.

      Δεν βλέπω πού το κάνει αυτό ο Αλεξάνδρου σε ό,τι αφορά το κόμμα στο "Κιβώτιο", ούτε το πώς το αδειανό του κιβωτίου συνάδει με μια θεματική της αγωνίας αντί για μια θεματική του παραλόγου και του δίχως σκοπό ή νόημα. Εκεί έγκειται ο προβληματισμός μου. Δεν "παλεύει" με το θέμα του ο Αλεξάνδρου όπως παλεύει ο Μπρεχτ, παίρνει τον εύκολο δρόμο. Δεν είναι η απαίτηση το να γράψει ένα βιβλίο που να εξαίρει τον αγώνα, αλλά ένα βιβλίο το οποίο να έχει το θάρρος να καταγράψει την αλήθεια του αγώνα, ακόμα κι αν είναι μια αλήθεια που ο αφηγητής δεν μπορεί να μοιραστεί.

      Μπορείς επίσης να συγκρίνεις το βιβλίο με το "Τάφρος Θεμελίων" του Πλατόνοφ, όπου η ιδέα του παράλογου του εγχειρήματος της σοσιαλισικής οικοδόμησης είναι κοινή, με την τεράστια διαφορά ότι ο Πλατόνοφ αναδεικνύει το υπαρξιακό πάθος και την ένταση που εμπλέκεται στο εγχείρημα, δίνει φωνή στο ταξικό μίσος χωρίς απολογητικότητα, δραματοποιεί το ξέσπασμα της βίας χωρίς ηθικολογία, αναδεικνύει την αναζήτηση της ελευθερίας μέσα από την προλεταριακή δράση, όσο κι αν ταυτόχρονα καταγράφει τα αδιέξοδα της αναζήτησης και την απελπισία.

      Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη ποιοτική διαφορά.

      Διαγραφή
  9. Συμφωνώ ότι ο Αλεξάνδρου δεν ασχολείται καθόλου με το να δικαιώσει τον αγώνα στα μάτια του αναγνώστη. Αν το έκανε θα έδινε, πιστεύω, μεγαλύτερη δύναμη και αξία στο έργο του. Και ο Μπρεχτ πάντως δεν ασχολείται καθόλου με το θέμα της τραγικότητας των επιλογών, όταν σε μεταγενέστερο χρόνο τα συγκεκριμένα επιθυμητά ιστορικά αποτελέσματα και οι συγκεκριμένοι στόχοι του κόμματος αλλάζουν. Ελπίζω να μην δυναμιτίσω τη συζήτηση αν υπενθυμίσω την τραγικότητα της περίπτωσης Βελουχιώτη, για τον οποίο το κόμμα αναγνώρισε εκ των υστέρων ότι είχε δίκιο αυτός και άδικο το κόμμα, αλλά συγχρόνως ότι έπρεπε να πειθαρχήσει σε μια λάθος απόφαση, εκτός των άλλων και για να μείνει στις τάξεις του κόμματος και να το ενισχύσει στους μεταγενέστερους αγώνες. (Αν θεωρείς ότι το θέμα Βελουχιώτη θα εκτροχιάσει τη συζήτηση, μη δημοσιεύσεις το σχόλιο). Πλατόνωφ δεν έχω διαβάσει καθόλου, θα επιδιώξω. Γιάννης Ν.


    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "Και ο Μπρεχτ πάντως δεν ασχολείται καθόλου με το θέμα της τραγικότητας των επιλογών, όταν σε μεταγενέστερο χρόνο τα συγκεκριμένα επιθυμητά ιστορικά αποτελέσματα και οι συγκεκριμένοι στόχοι του κόμματος αλλάζουν."

      Ο Μπρεχτ όμως έγραψε τον Γαλιλαίο, έργο που αφορά την εκ των υστέρων ηρωοποίηση, όταν η ιστορία δικαιώνει κάποιον που δεν επεδίωκε απαραίτητα αυτό που του αποδίδεται.

      Το παράδειγμα του Βελουχιώτη δεν βρίσκω να δυναμιτίζει κάτι, ίσα-ίσα είναι έξοχη συγκεκριμενοποίηση των διακυβευμάτων της "Απόφασης".

      Δεν ξέρω αν είδες άρθρο προ ημερών το οποίο συμπεραίνει ότι το ΚΚΕ "αποκατέστησε" τον Ζαχαριάδη για να τον "αποκαθηλώσει." Αυτό είναι έξοχο παράδειγμα της μη ικανότητας να κατανοηθεί διαλεκτικά η αποτίμηση του παρελθόντος, η τραγωδία των επιλογών και η αναγκαιότητα της κριτικής απόστασης ταυτόχρονα από τις κομματικές αποτιμήσεις του παρελθόντος και από τις επιλογές του ατόμου.

      Επιζητούμε τη δικαίωση από την ιστορία, κι αυτό είναι ανθρώπινο, μα ξεχνάμε πως η ιστορία παραμένει ιστορία του θριάμβου των καταπιεστών και ως εκ τούτου αποτύπωση του άδικου. Πώς μπορεί ποτέ κανείς να "δικαιωθεί" από την χρονογραφία του άδικου; Δεν είναι η ιστορία που μας δικαιώνει, είναι η ζωή.

      Διαγραφή