Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

"Το Κεφάλαιο" (1867): Ουσιαστικά απαγορευμένο στην Ελλάδα του 2013 ως "συκοφαντική δυσφήμιση" των αστών

Ο Μαρξ, καταπολεμώντας τους μύθους στο όνομα της ορθολογικότητας, έπεσε ο ίδιος στον μύθο της ταξικής πάλης και της αταξικής κοινωνίας. Δεν κατανόησε ότι οι ταξικές σχέσεις είναι διαλογικές, δηλαδή ότι είναι σχέσεις ανταγωνισμού και ταυτόχρονα συνεργασίας, όπου ο ανταγωνισμός μπορεί βέβαια να εκδηλώνεται με την ταξική πάλη, αλλά και η συνεργασία μπορεί να ενεργοποιείται και να μεταφράζεται σε κοινές, αλληλέγγυες δράσεις και σε διαπραγμάτευση.
Edgar Morin, Εφημερίδα των Συντακτών, 17 Νοεμβρίου 2013

προκύπτει και η κατηγορία της «συκοφαντικής δυσφήμισης», με αφορμή την ανακοίνωση ενός συνδικαλιστικού φορέα, στην οποία περιγράφει τη διαδικασία που το κεφάλαιο αποσπά την υπεραξία από τον εργάτη και τον τρόπο που λειτουργεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής!
Ριζοσπάστης19 Νοεμβρίου 2013

Αυτοί ήσασταν, αυτοί είστε!
ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ακολουθεί συκοφαντική δυσφήμιση της αναξιοπαθούς "ομάδας" της αστικής τάξης και ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το "Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Εθνικού Διατάγματος για την Προαγωγή της Ανοχής". Europa, morituri te salutant!

Η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας

Αν το μέγεθος της εργάσιμης μέρας θεωρηθεί σταθερό, η υπερεργασία μπορεί να αυξηθεί σε σχέση με την αναγκαία εργασία μόνο με τη βράχυνση του αναγκαίου για τον εργάτη χρόνου εργασίας σε σχέση με τη συνολική εργάσιμη μέρα. Συνεπώς αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με την ελάττωση της αξίας της εργατικής δύναμης η οποία καθορίζει το μέγεθος του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται ωστόσο από την αξία των μέσων συντήρησης του εργάτη. Συνεπώς θα πρέπει η μάζα των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του εργάτη να παράγεται σε λιγότερο χρόνο, πράγμα που απαιτεί μια αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με την αλλαγή των μέσων ή της μεθόδου εργασίας του εργάτη, με την επαναστατικοποίηση δηλαδή του τρόπου παραγωγής και της διαδικασίας της εργασίας από το κεφάλαιο.

Η άνοδος αυτή της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, θα πρέπει ωστόσο να περιλαμβάνει τους κλάδους παραγωγής που παράγουν αναγκαία μέσα συντήρησης για τον εργάτη, ή τους παρέχουν μέσα παραγωγής. Αντίθετα σε άλλους κλάδους η άνοδος της παραγωγικής δύναμης της εργασίας δεν επηρεάζει την αξία της εργατικής δύναμης. Από τη σκοπιά του εμπορεύματος αυτό σημαίνει ότι η ελάττωση της αξίας του εμπορεύματος επιδρά στην αξία της εργατικής δύναμης μόνο στην αναλογία με την οποία συμμετέχει στην αναπαραγωγή της.

Ο νόμος αυτός δεν συνειδητοποιείται από τον κάθε ξεχωριστό κεφαλαιοκράτη ως τέτοιος ώστε να αποτελέσει προσωπικό κίνητρο για την ελάττωση της αξίας των εμπορευμάτων που παράγει. Ωστόσο στο μέτρο που τα εμπορεύματά του συμμετέχουν στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, η ελάττωση της αξίας τους συμβάλει στην αύξηση του γενικού ποσοστού υπεραξίας. Οι εσωτερικοί αναγκαίοι νόμοι του κεφαλαίου εμφανίζονται στον κάθε κεφαλαιοκράτη ως εξωτερικός καταναγκασμός.

Για τον ξεχωριστό κεφαλαιοκράτη η άνοδος της παραγωγικής δύναμης σημαίνει μικρότερη ενσωμάτωση χρόνου εργασίας στην μονάδα του προϊόντος με αποτέλεσμα η ατομική αξία του εμπορεύματός είναι μικρότερη από την πραγματική-κοινωνική αξία του, που αντιστοιχεί στον μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του, αν η άνοδος της παραγωγικής δύναμης είναι εξαιρετικό γεγονός. Έτσι μέχρι ο νέος τρόπος παραγωγής να γενικευθεί, ο κεφαλαιοκράτης πουλάει το εμπόρευμά του φθηνότερα από την πραγματική του αξία αλλά υψηλότερα από την ατομική του αξία διευρύνοντας την αγορά του χωρίς να εξετάζει την επίπτωση των παραπάνω στην αξία της εργατικής δύναμης. Ο ανταγωνισμός σπρώχνει τους ανταγωνιστές να υιοθετήσουν τον νέο τρόπο παραγωγής.
Εσωτερικό λοιπόν κίνητρο και τάση του κεφαλαίου είναι να αυξάνει την παραγωγική δύναμη της εργασίας για να φθηναίνει τα εμπορεύματα και μαζί με αυτά τον εργάτη. Ο κεφαλαιοκράτης δεν ενδιαφέρεται για την απόλυτη αξία του εμπορεύματός του, αλλά μόνο για την υπεραξία που αυτό περιέχει. Η πραγματοποίηση της υπεραξίας του εμπορεύματος με την πώλησή του περιλαμβάνει από μόνη της, την αναπλήρωση της προκαταβεβλημένης αξίας. Προοδευτικά τα εμπορεύματα φθηναίνουν, αυξάνοντας ωστόσο αναλογικά την υπεραξία που εμπεριέχουν, λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η συνεργασία

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αρχίζει με την ποσοτική διεύρυνση του συντεχνιακού εργαστηρίου, με την αύξηση των εργατών που απασχολεί ταυτόχρονα το ίδιο κεφάλαιο και την ακόλουθη μεγένθυση της παραγωγής. Προκύπτει συνεπώς η μορφή εργασίας όπου πολλά άτομα εργάζονται σχεδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ή μαζί με το άλλο στην ίδια διαδικασία παραγωγής. Αυτή η μορφή εργασίας ονομάζεται συνεργασία. Σ' αυτό το επίπεδο δεν επηρεάζεται ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης καθώς το κεφάλαιο υϊοθετεί τον παλιό τρόπο εργασίας που βρίσκει έτοιμο. Από τη σκοπιά της διαδικασίας αξιοπαραγωγής οποιαδήποτε αλλαγή της εργασιακής διαδικασίας είναι αδιάφορη. Ωστόσο εδώ συντελείται μια ποιοτική αλλαγή.

Εμφανίζεται η μέση κοινωνική εργατική δύναμη και η εργασία μέσης κοινωνικής ποιότητας που είναι και τα δύο μέσα μεγέθη των πολλών διαφορετικών μεγεθών του ιδίου είδους, δηλαδή της ατομικής εργατικής δύναμης, και της ατομικής ποιότητας εργασίας. Παρά τις ατομικές αποκλίσεις από το μέσο όρο, η συνένωση πολλών εργατών υπό το ίδιο κεφάλαιο εξασφαλίζει στο κεφάλαιο την αλληλοεξουδετέρωση των αποκλίσεων αυτών με αποτέλεσμα η εργασία του κάθε ατομικού εργάτη να έχει τη μέση κοινωνική ποιότητα. Αυτές οι αποκλίσεις που το κεφάλαιο εξαφανίζει στατιστικά με τη συνένωση των εργατών και τη μεγάλη παραγωγή, παίζουν πολύ καθοριστικό ρόλο στην μικρή παραγωγή και στην αξιοπαραγωγική και αξιοποιητική της διαδικασία. Ο νόμος λοιπόν της αξιοποίησης του κεφαλαίου πραγματοποιείται ολοκληρωτικά για τον κάθε παραγωγό χωριστά μόνο από τη στιγμή που χρησιμοποιεί ταυτόχρονα πολλούς εργάτες, παράγοντας δηλαδή σαν κεφαλαιοκράτης.

Ακόμα και η απλή συνεργασία που δεν αλλάζει τον τρόπο εργασίας επαναστατικοποιεί ωστόσο τους υλικούς όρους της εργασίας. Η από κοινού χρήση των μέσων παραγωγής αυξάνει την κλίμακά τους χωρίς να αυξάνει την ανταλλακτική τους αξία. Παρά την αύξηση της ανταλλακτικής αξίας του σταθερού κεφαλαίου που απαιτείται ελαττώνεται η αξία που μεταφέρεται από το σταθερό κεφάλαιο με τη φθορά του στη κάθε μονάδα του προϊόντος. Τα μέσα παραγωγής αποκτούν κοινωνικό χαρακτήρα πριν τον αποκτήσει η εργασιακή διαδικασία, με την από κοινού χρήση τους, και φθηναίνουν το εμπόρευμα που παράγεται. Έχουμε έτσι οικονομία στα μέσα παραγωγής.

Η οικονομία των μέσων παραγωγής, όπως και οι άλλες μέθοδοι που αυξάνουν την παραγωγικότητά του εργάτη, στην κεφαλαιοκρατία είναι κάτι αδιάφορο για τον ίδιο καθώς οι όροι της εργασίας του, του αντιπαρατίθενται σαν κάτι το αυτοτελές.

Το αποτέλεσμα της συνδυασμένης συνεργατικής εργασίας μπορεί να είναι αδύνατο να επιτευχθεί από το μεμονωμένο εργάτη, ή να ήταν δυνατό να επιτευχθεί μόνο σε πολύ μικρή κλίμακα. Εδώ γεννιέται μια νέα παραγωγική δύναμη και δεν έχουμε απλά το άθροισμα των επιμέρους παραγωγικών δυνάμεων των εργατών. Η δύναμη αυτή είναι υποχρεωτικά μαζική δύναμη. Με την απλή κοινωνική επαφή διεγείρονται επίσης και οι ζωικές πνευματικές δυνατότητες, προκύπτει άμιλλα, και διεγείρεται η ικανότητα των ατόμων προς εργασία. Τα παραπάνω οδηγούν στη δημιουργία του συνολικού εργάτη που η παραγωγική του δύναμη είναι πολλαπλάσια από την παραγωγική δύναμη του συνόλου των εργατών που τον απαρτίζουν αν αυτοί εργάζονταν μεμονωμένα.

Ο συνολικός εργάτης είναι δυνατόν να καταπιάνεται με πολλές πτυχές της εργασιακής διαδικασίας ταυτόχρονα, να επιδρά αποτελεσματικά στις κρίσιμες φάσεις της εργασιακής διαδικασίας, με διοχέτευση μεγάλης ισχύος, μπορεί να εκτείνεται και να επιδρά σε μεγάλη έκταση αν το απαιτεί το αντικείμενο της εργασίας, η να συγκεντρώνει το πεδίο της παραγωγής σε μικρό χώρο διατηρώντας τη μεγάλη της κλίμακα εξοικονομώντας για τον κεφαλαιοκράτη μη παραγωγικά έξοδα. Η συνδυασμένη λοιπόν εργάσιμη μέρα παράγει μεγαλύτερη μάζα αξιών χρήσης και μειώνει το χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή ενός ωφέλιμου αποτελέσματος. Προκύπτει συνεπώς η κοινωνική παραγωγική δύναμη της εργασίας ή η παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας. Κατά τη σχεδιασμένη συνεργασία ο εργάτης αποβάλλει τους ατομικούς του περιορισμούς και αναπτύσσει τις ικανότητες του είδους του.

Οι μισθωτοί εργάτες δεν μπορούν να συνεργαστούν αν δεν τους χρησιμοποιεί το ίδιο κεφάλαιο. Η κλίμακα της συνεργασίας τους εξαρτάται συνεπώς από το μέγεθος του κεφαλαίου που μπορεί να δαπανήσει ο ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης για την αγορά εργατικών δυνάμεων. Αυξάνουν επίσης σε μέγεθος, αν και όχι αναλογικά, και οι απαιτήσεις για σταθερό κεφάλαιο. Συνεπώς υλικός όρος για τη συνεργασία των εργατών είναι η συγκέντρωση στα χέρια των κεφαλαιοκρατών μεγάλων μαζών μέσων παραγωγής και συντήρησης, και από τη συγκέντρωση αυτή εξαρτάται η έκταση και η κλίμακα συνεργασίας των εργατών.

Η συνεργασία των εργατών αρχίζει μόνο μέσα στη διαδικασία της παραγωγής, αλλά μέσα σε αυτό αυτοί έχουν πάψει να ανήκουν στον εαυτό τους και ανήκουν στο κεφάλαιο. Για αυτό η παραγωγική δύναμη του συνολικού εργάτη είναι παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου, η οποία αναπτύσσεται δωρεάν μόλις οι εργάτες ενταχθούν στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Έτσι επειδή αυτή η παραγωγική δύναμη δεν στοιχίζει τίποτα στο κεφάλαιο και ο εργάτης δεν την έχει πριν ενταχθεί σε αυτό, αυτή παρουσιάζεται σαν μια δύναμη που το κεφάλαιο την έχει από φυσικού του.

Με την χρησιμοποίηση πολλών εργατών ο χειροτέχνης μάστορας απαλλάσσεται από την χειρωνακτική εργασία, ασκώντας εποπτική και διευθυντική εργασία. Έχουμε έτσι και την τυπική εμφάνιση της σχέσης του κεφαλαίου. Με την μεγένθυση της κλίμακας της συνεργασίας η εξουσία και το πρόσταγμα του κεφαλαιοκράτη εξελίσσεται από τυπική συνέπεια της μισθωτής εργασίας σε αναγκαίο όρο της παραγωγής, και εκχωρείται σε ειδική κατηγορία μισθωτών εργατών που διοικούν εξ' ονόματος του κεφαλαίου.

Η λειτουργία αυτή της διεύθυνσης αποχτά ειδικά χαρακτηριστικά σαν διεύθυνση του κεφαλαίου. Κίνητρο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι η μέγιστη αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου. Με την αύξηση της μάζας των εργατών αυξάνει η αντίστασή τους στην εκμετάλλευση, και η πίεση του κεφαλαίου για να την υπερνικήσει. Η διεύθυνση του κεφαλίου είναι διφυής. Δεν είναι μόνο ειδική λειτουργία που πηγάζει από την κοινωνική εργασιακή διαδικασία, αλλά και λειτουργία εκμετάλλευσης αυτής της κοινωνικής εργασιακής διαδικασίας. Είναι συνεπώς δεσποτική καθοριζόμενη από τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και την πρώτη ύλη της εκμετάλλευσης.

Η κεφαλαιοκρατική διεύθυνση ελέγχει τη σκόπιμη χρησιμοποίηση των μέσων παραγωγής από τους εργάτες. Η συνάρτηση των λειτουργιών των εργατών και η ενότητά τους βρίσκεται απέναντί τους στο κεφάλαιο. Γι' αυτό και η συνάρτηση των εργασιών τους, τους αντιπαρατίθεται σαν ξένο σχέδιο και εξουσία που τους υποτάσσει στη δράση και το σκοπό του κεφαλαίου.

Η κοινωνική παραγωγική αυτή δύναμη της εργασίας εμφανίζεται σταθερά με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Η εμφάνισή της είναι αυθόρμητη. Αυτή σποραδικά μόνο εμφανίζεται σε άλλους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς βασιζόμενη στη δουλεία, σε αντίθεση με την κεφαλαιοκρατία που προϋποθέτει τον ελεύθερο μισθωτό εργάτη, πωλητή της εργατικής του δύναμης. Συνεπώς αυτή η κοινωνική παραγωγική δύναμη είναι ειδικό χαρακτηριστικό του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και αποτελεί την πρώτη αλλαγή της εργασιακής διαδικασίας από το κεφάλαιο.

Η συνεργασία οδηγεί στην παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα δεν είναι όμως σταθερή χαρακτηριστική μορφή μιας περιόδου ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Διακρίνεται μόνο ποσοτικά από το νοικοκυριό του αγρότη. Η απλή συνεργασία είναι κυρίαρχη σε κλάδους παραγωγής όπου ο καταμερισμός της εργασίας και οι μηχανές δεν παίζουν ακόμα σημαντικό ρόλο.

Καταμερισμός εργασίας & μανιφακτούρα

Η συνεργασία η βασισμένη στον καταμερισμό της εργασίας δημιουργεί την κλασσική της μορφή στη μανιφακτούρα. Η μανιφακτούρα γεννιέται με δύο τρόπους. Με την ένωση υπό τις διαταγές του ίδιου κεφαλαιοκράτη εργατών διαφορετικών χειροτεχνικών επαγγελμάτων που από τα χέρια τους πρέπει να περάσει διαδοχικά ένα προϊόν ως την τελευταία του φάση. Ή με τη χρήση περισσότερων χειροτεχνών που κάνουν ταυτόχρονα την ίδια δουλειά στο ίδιο εργαστήρι από το ίδιο κεφάλαιο μορφή που ταυτίζεται με τη συνεργασία. Στη δεύτερη περίπτωση ο χειροτέχνης φτιάχνει όλο το εμπόρευμα.

Προϋπόθεση για να είναι εφικτή η πρώτη μορφή είναι να είναι διαρκώς υπαρκτά τα ενδιάμεσα προϊόντα κάθε φάσης της παραγωγής. Παραμένουμε εδώ στο έδαφος της απλής συνεργασίας υφίσταται όμως μια ουσιώδης αλλαγή, ότι ο χειροτέχνης χάνει σιγά- σιγά τη συνήθεια και την ικανότητα να ασκεί την παλιά του τέχνη σε όλη της την έκταση. Από την άλλη η μονόπλευρη απασχόληση αποχτά τη πιο σκόπιμη μορφή για την στενή της σφαίρα δράσης. Έτσι η εργασία καταμερίζεται στις διάφορες επιμέρους εργασίες της που τις εκτελούν οι εργάτες, και εκτελείται στο σύνολό της μονάχα από την ένωση των μερικών αυτών εργατών.

Στη δεύτερη μορφή γέννεσης της μανιφακτούρας η ταυτόχρονη εργασία των χειροτεχνών στο ίδιο εργαστήριο δίνει τη δυνατότητα, υπό την επίδραση τυχαίων γεγονότων σχετικά με την ταχύτητα της παραγωγής, να αποκαλυφθούν τα πλεονεκτήματα ενός αρχικά τυχαίου καταμερισμού εργασίας με τη διάσπαση της ενιαίας εργασιακής διαδικασίας σε τμήματα και την εκτέλεσή τους σε χωρική παραλληλία. Με την επανάληψη τέτοιων περιστατικών τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας γίνονται ορατά στο κεφάλαιο και αποκρυσταλλώνονται σε συστηματικό καταμερισμό εργασίας.

Ο καταμερισμός της εργασίας στη μανιφακτούρα μετατρέπει το εμπόρευμα από ατομικό προϊόν χειροτέχνη, σε κοινωνικό προϊόν μερικών εργατών. Σ' αυτή την κατάσταση καταλήγουμε όποια και αν είναι η αφετηρία της μανιφακτούρας. Στην τελική της μορφή η μανιφακτούρα είναι ένας παραγωγικός οργανισμός που τα όργανά της είναι άνθρωποι.

Βάση της μανιφακτούρας παραμένει όμως η χειροτεχνία, καθώς η δουλειά στη μανιφακτούρα παραμένει χειρωνακτική κι εξαρτάται έτσι από τις ιδιότητες του μεμονωμένου εργάτη και από τον τρόπο χειρισμού του εργαλείου του. Αποκλείεται λοιπόν έτσι μια επιστημονική ανάλυση τη εργασιακής διαδικασίας επειδή κάθε μερικότερο τμήμα της διαδικασίας πρέπει και αυτό να εκτελείται σαν χειρωνακτική εργασία. Πολλά από τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας ως μορφής συνεργασίας δεν πηγάζουν από αυτόν τον ίδιο αλλά από τη γενική ουσία της συνεργασίας.

Ο μερικός εργάτης & το εργαλείο του

Η μέθοδος της μερικής εργασίας τελειοποιείται όταν αυτοτελοποιηθεί και γίνει πια αποκλειστική λειτουργία ενός προσώπου που εκτελεί αυτή την εργασία όλη του τη ζωή και μετατρέπει το σώμα του σε μονόπλευρο όργανό της που είναι αποτελεσματικότερο από το χειροτέχνη. Ο συνολικός εργάτης αποτελούμενος από τέτοιους μερικούς εργάτες είναι πολύ παραγωγικότερος από το σύνολο των χειροτεχνών. Με τη διαρκή επανάληψη της ίδιας μερικής εργασίας τελειοποιείται η διαδικασία και οι γνώσεις και δεξιότητες μεταφέρονται αυτόματα από την παλιότερη γενιά εργατών στην επόμενη, εφόσον αυτές δουλεύουν ταυτόχρονα στο ίδιο εργαστήριο. Οξύνοντας στο έπακρο τον καταμερισμό της εργασίας που βρήκε έτοιμο η μανιφακτούρα παράγει τη δεξιοτεχνία του μερικού εργάτη.

Ο χειροτέχνης περνώντας από τη μια μερική εργασία στην επόμενη κατά την εκτέλεση της συνολικής εργασιακής διαδικασίας διακόπτει την εργασία του. Στο μέτρο που μειώνονται οι εναλλαγές στην εργασιακή διαδικασία οι πόροι αυτοί κλείνουν, και εξαφανίζονται όταν εκτελείται διαρκώς η ίδια μερική εργασία. Η άνοδος της παραγωγικότητας του εργάτη οφείλεται εδώ στην αύξηση της εντατικότητας της εργασίας και στην εξάλειψη της μη παραγωγικής κατανάλωσης της εργατικής δύναμης. Καταστρέφεται ωστόσο έτσι η έξαρση του πνεύματος και η δύναμη της έντασης που βρίσκουν κίνητρο και ανάπαυση στην εναλλαγή της δραστηριότητας.

Η τελειότητα των εργαλείων του εργάτη επιδρά στην παραγωγικότητά της εργασίας του. Με τον καταμερισμό της εργασίας στη μανιφακτούρα προκύπτει και η διαφοροποίηση των εργαλείων δουλειάς με αποτέλεσμα αυτά να αποδίδουν καλύτερα μόνο στα χέρια ειδικών μερικών εργατών. Η απλοποίηση και η τελειοποίηση των εργαλείων των μερικών εργατών δημιουργεί τους υλικούς όρους της μηχανής που αποτελείται από ένα συνδυασμό απλών εργαλείων.

Οι δύο βασικές μορφές της μανιφακτούρας: ετερογενής & οργανική μανιφακτούρα

Υπάρχουν δύο ουσιωδώς διαφορετικές μορφές διάρθρωσης της μανιφακτούρας που παίζουν διαφορετικό ρόλο όταν η μανιφακτούρα εξελίσσεται σε βιομηχανία που διεξάγεται με μηχανές. Οι δύο αυτές μορφές διακρίνονται με βάση τη φύση του παραγόμενου προϊόντος. Έτσι το προϊόν μπορεί να σχηματίζεται με απλή συναρμολόγηση αυτοτελών μερικών προϊόντων (ετερογενής μανιφακτούρα), είτε να προκύπτει από διαδοχική σειρά συναρτημένων διαδικασιών και χειρισμών (οργανική μανιφακτούρα).

Η εξωτερική σχέση του προϊόντος της ετερογενούς μανιφακτούρας με τα στοιχεία του κάνει τυχαίο το συνδυασμό των μερικών εργατών στο ίδιο εργαστήριο καθώς οι επιμέρους εργασίες μπορούν να εκτελούνται από ανεξάρτητους χειροτέχνες. Μόνο σε εξαιρετικές συνθήκες είναι επικερδής μια ετερογενής μανιφακτούρα, γιατί το κομμάτιασμα των εργασιακών διαδικασιών επιτρέπει πολύ λίγο την κοινή χρήση μέσων εργασίας, και ο κεφαλαιοκράτης εξοικονομεί πόρους από τον οξυμμένο ανταγωνισμό μεταξύ των μερικών εργατών και από την απαλλαγή από οικήματα εργασίας. Αν μάλιστα το προϊόν είναι προϊόν πολυτελείας και δεν παράγεται μαζικά μια τέτοια μανιφακτούρα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Στη μορφή ωστόσο της οργανικής μανιφακτούρας ο συνδυασμός και η συγκέντρωση των σκόρπιων χειροτεχνικών επαγγελμάτων, προσφέρει οικονομία χώρου, χρόνου και εργασίας με αποτέλεσμα κέρδος παραγωγικής δύναμης μέσω του γενικού συνεργατικού χαρακτήρα της μανιφακτούρας. Ωστόσο η μανιφακτούρα δεν εξαλείφει εντελώς την ανάγκη μεταφοράς του ενδιάμεσου προϊόντος από χέρι σε χέρι λόγω του ότι ο καταμερισμός της χειρωνακτικής εργασίας απαιτεί τη μεταφορά του προϊόντος αυτού από χέρι σε χέρι. Έτσι ο καταμερισμός της χειρωνακτικής εργασίας απομονώνει και αυτοτελοποιεί τις φάσεις της παραγωγής γεγονός περιοριστικό και δαπανηρό από την άποψη της μεγάλης βιομηχανίας.

Η μανιφακτούρα κληρονομεί από την απλή συνεργατική μορφή της εργασίας το συγχρονισμό των εργασιακών διαδικασιών, ωστόσο τον αναδημιουργεί και τον διευρύνει καθιστώντας τον υποχρεωτικό με το κομμάτιασμα της χειροτεχνικής δραστηριότητας και την καθήλωση του εργάτη στην ίδια μερική εργασία. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας για κάθε μερική εργασία προσδιορίζεται εμπειρικά και μόνο αν δεν ξεπερνάται είναι εφικτός ο συνεχής συγχρονισμός και η εκτέλεση των επιμέρους εργασιακών διαδικασιών με αποτέλεσμα την επίτευξη δεδομένου αποτελέσματος σε συγκεκριμένο χρόνο. Έτσι κάθε εργάτης εξαρτάται από τους υπόλοιπους και εξαναγκάζεται εκ των πραγμάτων να χρησιμοποιεί μόνο τον αναγκαίο για την μερική εργασία του χρόνο. Δημιουργείται έτσι μια συνέχεια, ομοιομορφία, κανονικότητα, εντατικότητα και τάξη της εργασίας σε σύγκριση με την χειροτεχνία και την απλή συνεργασία. Η αρχή της δαπάνης μόνο του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που στην εμπορευματική παραγωγή εμφανίζονταν μόνο σαν εξωτερική αναγκαιότητα γίνεται εδώ εσωτερική-τεχνική αναγκαιότητα. Αυτό βέβαια πολλές μανιφακτούρες το επιτυγχάνουν μόνο ατελώς λόγω του μη πλήρους ελέγχου των όρων της παραγωγής.

Εξαιτίας της διαφορετικής παραγωγικότητας των επιμέρους εργασιακών διαδικασιών διαμορφώνεται μια αναλογία των εργατικών δυνάμεων που πρέπει να απασχολούνται σε κάθε μερική εργασία προκειμένου αυτές να εκτελούνται συγχρονισμένα. Η αναλογία αυτή προκύπτει με την πείρα και κάθε απόκλιση από αυτή σημαίνει αύξηση του κόστους παραγωγής. Έτσι ο καταμερισμός της εργασίας στη μανιφακτούρα διαφοροποιεί ποιοτικά και απλοποιεί τα όργανα του συνολικού εργάτη αλλά καθορίζει και μια ποσοτική σταθερή σχέση μεταξύ της έκτασης αυτών των οργάνων. Η επέκταση της παραγωγής μπορεί να γίνει μόνο με μια αναλογική ποσοτική αύξηση όλων των οργάνων του συνολικού εργάτη. Με την επέκταση της παραγωγής βαθαίνει και ο καταμερισμός της εργασίας καθώς λειτουργίες που δεν ήταν επωφελές να εκτελούνται από ξεχωριστούς μερικούς εργάτες σε μικρής κλίμακας παραγωγή, αποτελούν αυτοτελείς εργασίες μερικών εργατών σε παραγωγή μεγαλύτερης κλίμακας.

Σε ορισμένες μανιφακτούρες παρατηρείται ως στοιχειώδης δομική μονάδα ένα εσωτερικά διαρθρωμένο σώμα εργασίας που προκύπτει άμεσα από τον καταμερισμό της εργασίας, το οποίο επαναλαμβάνεται πολλές φορές καταναλώνοντας από κοινού μέσα εργασίας. Έτσι η συναρμογή των επιμέρους σωμάτων εργασίας βασίζεται στην απλή συνεργασία.

Η μανιφακτούρα στην εξέλιξή της μπορεί να αγκαλιάσει και συναφείς κλάδους παραγωγής όπως την παραγωγή της πρώτης ύλης, την παραγωγή των εργαλείων παραγωγής, ή κλάδους παραγωγής που χρησιμοποιούν το προϊόν της ως πρώτη ύλη, συγκροτώντας τη συνδυασμένη μανιφακτούρα. Στην πραγματικότητα όμως κάθε μανιφακτουρα είναι ανεξάρτητη εφόσον πραγματική τεχνική ενότητα γεννιέται μόνο με τη μετατροπή της σε εκμηχανισμένη βιομηχανία. Η μανιφακτούρα ωστόσο μόνο σποραδικά αναπτύσσει τη χρήση μηχανών και ο ρόλος των μηχανών απέναντι στον καταμερισμό της εργασίας είναι δευτερεύουσας σημασίας ως προς την άνοδο της παραγωγικής δύναμης του συνολικού εργάτη.

Μετά την αυτοτελοποίηση των μερικών εργασιών των επιμέρους εργατών , οι εργάτες ταξινομούνται και κατατάσσονται με βάση τις κύριες ιδιότητές τους. Οι διάφορες ατομικές εργατικές δυνάμεις απαιτούν πολύ διαφορετικούς βαθμούς μαθήτευσης και έχουν συνεπώς πολύ διαφορετικές αξίες. Η μανιφακτούρα αναπτύσσει μια ιεραρχία εργατικών δυνάμεων και μια κλιμάκωση των μισθών εργασίας. Ωστόσο κάθε παραγωγική διαδικασία απαιτεί ορισμένους απλούς χειρισμούς που μπορεί να εκτελέσει κάθε άνθρωπος. Οι χειρισμοί αυτοί αποσπώνται από τους πλουσιότερες πτυχές της εργασιακής διαδικασίας και αυτοτελοποιούνται δημιουργώντας την τάξη των ανειδίκευτων εργατών. Αναπτύσσοντας επίσης η μανιφακτούρα τη δεξιοτεχνία έως την πέρα ως πέρα μονόπλευρη ειδικότητα αποκλείει κάθε ανάπτυξη του μερικού εργάτη.

Δίπλα στην ιεραρχική κλιμάκωση εμφανίζεται και ο διαχωρισμός των εργατών σε επιδέξιους και αδέξιους, με πλήρη εξάλειψη των εξόδων εκπαίδευσης για τους δεύτερους και σημαντική ελάττωσή τους για τους πρώτους σε σχέση με τα έξοδα εκπαίδευσης του χειροτέχνη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της αξίας της εργατικής δύναμης, και την μεγαλύτερη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Μοναδική εξαίρεση παρουσιάζεται μόνο αν η αποσύνθεση της εργασιακής διαδικασίας δημιουργεί νέες σύνθετες λειτουργίες που δεν υπήρχαν καθόλου ή υπήρχαν σε περιορισμένο βαθμό στη χειροτεχνική παραγωγή. Η σχετική υποτίμηση της εργατικής δύναμης που προκύπτει από την εξάλειψη ή τη μείωση των εξόδων μαθήτευσης, συνεπάγεται άμεσα μεγαλύτερη αξιοποίηση του κεφαλαίου.

Η ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας στη μανιφακτούρα και ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στην κοινωνία

Η σχέση ανάμεσα στο μανιφακτουρικό καταμερισμό εργασίας και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας αποτελεί τη γενική βάση κάθε εμπορευματικής παραγωγής.

Αν ληφθεί υπ’ όψιν μόνο η ίδια η εργασία διακρίνονται τρία επίπεδα κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας: Καταμερισμός εργασίας γενικά στις μεγάλες της κατηγορίες, καταμερισμός της εργασίας ιδιαίτερα με χωρισμό των κατηγοριών της παραγωγής σε είδη και ποικιλίες, καταμερισμός της εργασίας, και καταμερισμός της εργασίας στις λεπτομέρειες δηλαδή μέσα στο εργαστήρι.

Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας γεννιέται από δύο αντίθετες αφετηρίες. Ο καταμερισμός της εργασίας σε καθαρά φυσιολογική βάση, πλαταίνει με την επέκταση της κοινότητας. Άμεση ανταλλαγή προϊόντων γεννιέται στα όρια της κοινότητας, όπου ανεξάρτητες μονάδες δεν αποτελούν τα άτομα αλλά οι φυλές και οι οικογένειες. Οι διαφορετικοί φυσικοί όροι σε μέσα παραγωγής και συντήρησης δημιουργούν διαφορετικούς τρόπους παραγωγής και τη βαθμιαία μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύματα. Εδώ η ανταλλαγή δεν δημιουργεί τη διαφορά των σφαιρών παραγωγής σχετίζει απλά τις διαφορετικές σφαίρες παραγωγής, μετατρέποντας τες σε περισσότερο ή λιγότερο εξαρτημένους κλάδους της κοινωνικής παραγωγής. Η αποσύνθεση του φυσιολογικού καταμερισμού εργασίας οδηγεί στην απώλεια της αυτοτέλειας των πρώην αυτοτελών, και στην αυτοτελοποίηση των προηγούμενα όχι αυτοτελών. Βάση κάθε ανεπτυγμένου καταμερισμού εργασίας που συντελείται με τη μεσολάβηση ανταλλαγής εμπορευμάτων είναι ο χωρισμός της πόλης από το χωριό. Προϋπόθεση του καταμερισμού της εργασίας μέσα στην κοινωνία αποτελεί το μέγεθος του πληθυσμού και η σχετική πυκνότητά του.

Ο μανιφακτουρικός καταμερισμός της εργασίας προϋποθέτει κιόλας μέσα στην κοινωνία την ύπαρξη ενός καταμερισμού της εργασίας ώριμου ως το επίπεδο της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας πάνω στο οποίο αντεπιδρά αναπτύσσοντας τον και πολλαπλασιάζοντάς τον. Με τη διαφοροποίηση των εργαλείων δημιουργούνται νέα επαγγέλματα που παράγουν τα εργαλεία αυτά. Με την κατάκτηση ενός κλάδου η μανιφακτούρα αυτοτελοποιεί τον κλάδο αυτό και τους συνδεδεμένους με αυτόν κλάδους. Έτσι διαμορφώνει το γενικό καταμερισμό της εργασίας. Με την κατάκτηση κάθε βαθμίδας παραγωγής ενός εμπορεύματος, αυτοτελοποιεί τις άλλες βαθμίδες ως προς αυτήν, και τις αυτοτελοποιεί επίσης και μεταξύ τους, διαμορφώνοντας τον ειδικό καταμερισμό της εργασίας. Καταμερίζοντας τέλος τη δουλειά μέσα στη μανιφακτούρα, οδηγεί στη διάσπαση του κλάδου ανάλογα με την ποικιλία των πρώτων υλών και των μορφών της εργασίας, διαμορφώνοντας τον καταμερισμό της εργασίας στις λεπτομέρειες.

Η μανιφακτούρα διευρύνει επίσης εκτατικά, τον καταμερισμό της εργασίας διευρύνοντας την παγκόσμια αγορά και το αποικιακό σύστημα. Υπάρχουν πολυάριθμες σχέσεις και αναλογίες μεταξύ του κοινωνικού και του μανιφακτουρικού καταμερισμού της εργασίας. Υπάρχει όμως μια ουσιώδης και μια ποσοτική διαφορά. Ο Α. Σμίθ θεωρεί ωστόσο ότι η διαφορά είναι υποκειμενική και εδράζεται στην κλίμακα της παρατήρησης.

Τι είναι αυτό που στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας συνενώνει την εργασία των ξεχωριστών παραγωγών; Το ότι τα αντίστοιχα προϊόντα τους υπάρχουν σαν εμπορεύματα. Αντίθετα αυτό που χαρακτηρίζει το μανουφακτουρικό καταμερισμό της εργασίας είναι ότι ο μερικός εργάτης δεν παράγει εμπόρευμα. (Δεν υπάρχει συνεπώς φυσικός μισθός του εργάτη). Έτσι ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στην κοινωνία συντελείται με την πώληση προϊόντων διαφόρων κλάδων εργασίας, ενώ ο καταμερισμός της εργασίας στη μανιφακτούρα συντελείται με την πώληση πολλών διαφορετικών εργατικών δυνάμεων στον ίδιο κεφαλαιοκράτη που τις χρησιμοποιεί σαν συνδυασμένη εργατική δύναμη. Ο μανιφακτουρικός καταμερισμός της εργασίας προϋποθέτει τη συγκέντρωση μέσων παραγωγής στα χέρια ενός κεφαλαιοκράτη (αυθεντία, επιστημονικός καταμερισμός) ενώ ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας προϋποθέτει σκόρπισμα των μέσων παραγωγής ανάμεσα σε πολλούς ανεξάρτητους εμπορευματοπαραγωγούς(τύχη, αυθαιρεσία). Το σύστημα τείνει προς τη ισορροπία μέσω του νόμου της παραγωγής μιας αξίας χρήσης και του νόμου της αξίας των εμπορευμάτων. Η τάση αυτή είναι αντίδραση στη διαρκή παραβίασή της.

Ο κανόνας για τον καταμερισμό της εργασίας είναι a priori στο εργαστήριο σχεδιασμένα ενώ επιδρά μόνο εκ των υστέρων στον καταμερισμό της εργασίας μέσα στην κοινωνία, σαν τυφλή φυσική αναγκαιότητα. Αποτελεί συνεπώς αντίφαση της αστικής συνείδησης, η εξύμνηση της οργάνωσης της εργασίας εντός του εργοστασίου και η καταγγελία της οργάνωσης της εργασίας σε κοινωνικό επίπεδο.

Οι προηγούμενες κοινωνικές μορφές προσφέρουν ένα παράδειγμα αυθεντικής και σχεδιασμένης οργάνωσης της κοινωνικής εργασίας όπου αποκλείεται ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στο εργαστήριο ή αναπτύσσεται μόνο σποραδικά και τυχαία. Υπάρχει λοιπόν μια σχέση αντίστροφης αναλογίας μεταξύ της αυθεντίας στην κοινωνία και της αυθεντίας στο εργοστάσιο.

Ο καταμερισμός της εργασίας που έχει ανακύψει φυσικά παρουσιάζει περιορισμούς συγκρινόμενος με τον μανιφακτουρικό καταμερισμό της εργασίας. Αυτοί είναι η αναλλοίωτη μικρή αγορά, ο περιορισμένος αριθμός καλφάδων, ο περιορισμός του κάθε μαθητευόμενου στο δικό του μόνο επάγγελμα, η αντίσταση σε κάθε επιβουλή από το εμπορικό κεφάλαιο, η μη πώληση της εργατικής δύναμης, και η ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας μόνο με την ανάπτυξη νέων συντεχνιών.

Ο καταμερισμός της εργασίας γενικά χαρακτηρίζει τους πιο διαφορετικούς κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς σε αντίθεση με τον μανιφακτουρικό καταμερισμό της εργασίας που είναι ειδικό δημιούργημα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Ο κεφαλαιοκρατικός χαρακτήρας της μανιφακτούρας

Ο μανιφακτουρικός καταμερισμός της εργασίας μετατρέπει σε τεχνική ανάγκη την αύξηση του χρησιμοποιούμενου αριθμού εργατών. Ο ελάχιστος αριθμός εργατών που πρέπει να χρησιμοποιεί ο κάθε κεφαλαιοκράτης υπαγορεύεται από τον καταμερισμό της εργασίας. Ο περαιτέρω καταμερισμός της εργασίας απαιτεί αύξηση του αριθμού των εργατών, αύξηση του μεταβλητού και του σταθερού κεφαλαίου κυρίως λόγω της αυξημένης κατανάλωσης πρώτων υλών. Προκύπτει συνεπώς σαν νόμος η αύξηση του ελάχιστου κεφαλαίου που χρειάζεται ένας μόνο κεφαλαιοκράτης για την εκκίνηση και διατήρηση της επιχείρησης του καθώς και η αυξανόμενη μετατροπή σε κεφάλαιο των αναγκαίων μέσων συντήρησης και παραγωγής. Ο νόμος αυτός προκύπτει από τον τεχνικό χαρακτήρα της μανιφακτούρας.

Από την πλευρά του εργάτη, ο συλλογικός εργάτης της μανιφακτούρας είναι παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου. Ενώ η απλή συνεργασία αφήνει γενικά αναλλοίωτο τον τρόπο εργασίας των ξεχωριστών ατόμων, η μανιφακτούρα επαναστατικοποιεί αυτόν τον τρόπο από τη βάση της και χτυπά στη ρίζα την ατομική εργατική δύναμη. Σακατεύει τον εργάτη και τον μετατρέπει σε εξάμβλωμα. Τεμαχίζεται το ίδιο το άτομο και μετατρέπεται σε αυτόματο όργανο μιας μερικότερης εργασίας. Αν ο εργάτης πουλά αρχικά την εργατική δύναμή του στο κεφάλαιο, επειδή του λείπουν τα υλικά μέσα για την παραγωγή ενός εμπορεύματος, παραλύει τώρα η ίδια η ατομική εργατική δύναμή του. Και αρνιέται τις υπηρεσίες της αν δεν πωληθεί στο κεφάλαιο. Είναι σε θέση να λειτουργεί μόνο σε συνάρτηση με άλλες εργατικές δυνάμεις και η συνάρτηση αυτή υπάρχει μόνο ύστερα από την πώλησή της μέσα στο εργαστήρι του κεφαλαιοκράτη.

Ο καταμερισμός της εργασίας βάζει στο μανιφακτουρικό εργάτη τη σφραγίδα που τον ανακυρήττει ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Η προσωπική πανουργία του χειροτέχνη απαιτείται τώρα μόνο για το σύνολο του εργαστηρίου. Οι πνευματικές δυνάμεις αναπτύσσονται μόνο προς τη μια πλευρά γιατί εξαφανίζονται από πολλές άλλες. Αυτό που χάνουν οι μερικοί εργάτες συγκεντρώνεται απέναντί τους στο κεφάλαιο λόγω του μανιφακτουρικού καταμερισμού της εργασίας. Ο διαχωρισμός αυτός αρχίζει από τη συνεργασία. Ο κεφαλαιοκράτης αποτελεί εδώ τη θέληση και την ενότητα του κοινωνικού σώματος εργασίας. Στη μανιφακτούρα απορροφά τις πνευματικές του ικανότητες την πανουργία του. Ο διαχωρισμός ολοκληρώνεται στη μεγάλη βιομηχανία, που την επιστήμη τη χωρίζει σαν αυτοτελή παραγωγική δύναμη από την εργασία και τη βάζει με το στανιό στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Προκύπτει συνεπώς ο πνευματικός ακρωτηριασμός του εργάτη στη μανιφακτούρα. Αυξάνεται η κοινωνική παραγωγική δύναμη με την ελάττωση της ατομικής παραγωγικής δύναμης.

Η διανοητικότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων σύμφωνα με τον Α. Σμιθ διαμορφώνεται με αναγκαιότητα από τις καθημερινές τους ασχολίες. Η μονοτονία της στάσιμης ζωής του, αφανίζει φυσικά και το θάρρος του πνεύματός του. Καταστρέφει ακόμα και την ενεργητικότητα του σώματός του έξω από τη μερική ασχολία στην οποία έχει διαπαιδαγωγηθεί. Για την παρεμπόδιση του ολοκληρωτικού μαραζώματος προτείνεται η λαϊκή εκπαίδευση. Οι κεφαλαιοκράτες προσπαθούν να αντικρούσουν την παραπάνω θέση του Σμιθ ισχυριζόμενοι ότι ο καταμερισμός και το σακάτεμα του εργάτη προκύπτει αυθόρμητα από τον ίδιο.

Ένα κάποιο πνευματικό και σωματικό σακάτεμα είναι αναπόσπαστο και από τον καταμερισμό της εργασίας στην κοινωνία γενικά. Η περίοδος της μανιφακτούρας οδηγώντας πολύ πιο πέρα από αυτό, χτυπώντας το άτομο στη ζωτική του ρίζα προσφέρει πρώτη, υλικό και κίνητρο για τη γέννηση της βιομηχανικής παθολογίας. Σύμφωνα με το Χέγκελ όταν υποδιαιρείς έναν άνθρωπο είναι σαν να τον εκτελείς αν του αξίζει η θανατική καταδίκη, και να τον δολοφονείς αν δεν του αξίζει. Η υποδιαίρεση της εργασίας είναι συνεπώς η δολοφονία ενός λαού.

Η μανιφακτούρα είναι αρχικά ένα αυτόματο δημιούργημα. Αφού αποκτήσει ευρύτητα και σταθερότητα γίνεται συνειδητή σχεδιασμένη και συστηματική μορφή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η αλλαγή του καταμερισμού της εργασίας στη μανιφακτούρα είναι δυνατή μόνο σαν αποτέλεσμα μιας επανάστασης στα εργαλεία παραγωγής. Η εύρεση του ιδεώδους για κάθε στάδιο παραγωγής, καταμερισμού της εργασίας εντός της μανιφακτούρας είναι είτε εκ των προτέρων δοσμένος είτε προκύπτει άμεσα και γρήγορα με την πείρα.

Δημιουργώντας την ποιοτική διάρθρωση και την ποσοτική αναλογία των κοινωνικών διαδικασιών παραγωγής δημιουργεί μια καθορισμένη οργάνωση της κοινωνικής εργασίας και αναπτύσει έτσι ταυτόχρονα μια καινούργια κοινωνική παραγωγική δύναμη της εργασίας, αυξάνοντας τους όρους κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Η πολιτική οικονομία που μόλις αναφαίνεται στην περίοδο της μανιφακτούρας σαν ειδική επιστήμη βλέπει γενικά τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, μόνο από την άποψη του μανιφακτουρικού καταμερισμού της εργασίας, σαν μέσο για την παραγωγή περισσότερων εμπορευμάτων με την ίδια ποσότητα εργασίας, σαν μέσο δηλαδή επιτάχυνσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Στην αρχαιότητα ως προς τον καταμερισμό της εργασίας εξετάζεται μόνο η ποιότητα και η αξία χρήσης και η ποσότητα μόνο ως προς την αφθονία των αξιών χρήσης. Έτσι η βιομηχανική Αίγυπτος είναι το ιδεώδες της αρχαιότητας.

Η μανιφακτούρα σκοντάφτει σε εμπόδια που δεν επιτρέπουν την πραγματοποίηση των τάσεών της. Ο αριθμός των επιδέξιων εργατών είναι αναγκαστικά μεγάλος, λόγω της σημασίας τους στην παραγωγή. Παρά την τάση για προσαρμογή των εργασιών στις φυσιολογικές δυνατότητες με σκοπό την εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών η τάση αυτή ναυαγεί πάνω στην αντίσταση των ανδρών εργατών. Για τη δύσκολη μερική εργασία απαιτείται σημαντικός χρόνος μαθήτευσης και αυξημένα έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, χρόνος που διατηρείται με ζήλο από τους εργάτες ακόμα και αν αυτός είναι περιττός. Η χειροτεχνική επιτηδειότητα είναι η βάση της μανιφακτούρας και εξ' αιτίας της απουσίας μηχανών που συγκροτούν έναν ανεξάρτητο από τους εργάτες αντικειμενικό σκελετό γεννιέται και ενθαρρύνεται η ανυποταξία των εργατών. Έτσι το κεφάλαιο δεν ελέγχει όλο τον εργάσιμο χρόνο των μανιφακτουρικών εργατών. Οι μανιφακτούρες ζουν λίγο και ακολουθούν τους εργάτες στη μετανάστευσή τους,

Συνεπώς η μανιφακτουρα δεν μπόρεσε να αγκαλιάσει την κοινωνική παραγωγή συνολικά και να την ανατρέψει σ' όλο της το βάθος. Η χειροτεχνική της βάση ήρθε σε κάποιο βαθμό εξέλιξης σε αντίφαση με τις ανάγκες της παραγωγής που η ίδια δημιούργησε.

Δημιούργησε ωστόσο τις προϋποθέσεις για λύση της παραπάνω αντίφασης, καθώς δημιούργησε το εργαστήρι για την παραγωγή εργαλείων και μηχανών. Οι μηχανές καταργούν τη χειροτεχνική δραστηριότητα σα ρυθμιστική αρχή της κοινωνικής παραγωγής Πέφτουν οι φραγμοί της μανιφακτούρας για το κεφάλαιο. Παραμερίζεται ωστόσο και η τεχνική βάση της ισόβιας προσάρτησης του εργάτη σε μια μερική λειτουργία.

Πηγή: Το Κεφάλαιο
Ευθύνη τυχόν ποινικώς κολάσιμου της συγγραφής: Το φάντασμα του Καρλ Μαρξ, υπερπέραν.
Ευθύνη ποινικώς κολάσιμου της αναπαραγωγής: Lenin Reloaded, στοιχεία στην διάθεση των διωκτικών αρχών της Ιεράς Συμμαχίας.

2 σχόλια:

  1. Σημείωση : Πρόκειται για το φιλαράκι του Καστοριάδη

    http://www.amazon.fr/Mai-68-La-Br%C3%A8che-Suivi/dp/2213636982
    http://www.kevin-anderson.com/cornelius-castoriadis/
    http://www.litt-and-co.org/citations_SH/l-q_SH/morin_castoriadis.htm

    Υ.Γ. : Αλληλεγγύη στην πάλη των λαών, πόλεμος στον πόλεμο των καπιταλιστών (ιμπεριαλιστών, αφεντικών) ... υπογραφή, τα αφεντικά σας;;;; ΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΕ;;; Τί μαλακίες γράφονται 21ο αιώνα;;;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, Καστοριάδη και Αξελού.

      Τώρα, για το τι γράφεται, ε γράφεται ό,τι διαβάζεται. Δεν νομίζω ότι έχει πλέον ασυνείδητο ακροατήριο αυτή η κλίκα. Συνειδητοί λακέδες τους διαβάζουν. Πρέπει να χουμε μια απ' τις πιο αντιδραστικές τάξεις διανοουμένων τα τελευταία 300 χρόνια. Πανευρωπαϊκά.

      Διαγραφή