Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

James Petras-Το Ίδρυμα Ford και η CIA: Μια πιστοποιημένη ιστορία φιλανθρωπικής συνεργασίας

James Petras*
Το Ίδρυμα Ford και η CIA: Μια πιστοποιημένη ιστορία φιλανθρωπικής συνεργασίας
2001
Πηγή: Rebelión
Μτφρ.: Lenin Reloaded
*Επίτημος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Binghampton, Νέα Υόρκη


Εισαγωγή

Η CIA χρησιμοποιεί φιλανθρωπικά ιδρύματα ως το πιο αποτελεσματικό μέσο για να διοχετεύσει μεγάλα ποσά σε επιχειρήσεις της χωρίς να γνωρίζουν οι παραλήπτες των ποσών αυτών την πηγή τους. Από την αρχή της δεκαετίας του 1950 ως σήμερα,  η διείσδυση της CIA στο πεδίο των ιδρυμάτων ήταν και παραμένει τεράστια. Μια έρευνα στο Κογκρέσο των ΗΠΑ το 1976 αποκάλυψε ότι σχεδόν το 50% των 700 υποτροφιών στο πεδίο των διεθνών δραστηριοτήτων από τα σημαντικότερα ιδρύματα χρηματοδοτούνταν από τη CIA (Who Paid the Piper? The CIA and the Cultural Cold War, Frances Stonor Saunders, Granta Books, 1999, σ. 134-135). Η CIA θεωρεί ιδρύματα όπως το Ford "τις καλύτερες και πιο αξιόπιστες βιτρίνες" (ό.π., σ. 135). Η συνεργασία αξιοσέβαστων και έγκυρων ιδρυμάτων, σύμφωνα με έναν πρώην πράκτορα της CIA, επέτρεψε στην Υπηρεσία να χρηματοδοτεί "μια κατά τα φαινόμενα ατελείωτη σειρά από προγράμματα μυστικής δράσης [covert action], τα οποία επηρεάζουν τη νεολαία, τα συνδικάτα, τα πανεπιστήμια, τους εκδοτικούς οίκους, και άλλους ιδιωτικούς οργανισμούς" (ό.π., σ. 135). Οι τελευταίοι περιλαμβάνουν ομάδες για τα "ανθρώπινα δικαιώματα" από τη δεκαετία του 1950 ως σήμερα. Ένα από τα σημαντικότερα ιδρύματα που συνεργάστηκε με τη CIA για σημαντικό χρονικό διάστημα σε μεγάλες επιχειρήσεις του πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου είναι το Ίδρυμα Ford.

Το δοκίμιο αυτό θα δείξει πως η συνεργασία Ιδρύματος Ford-CIA ήταν μια σκόπιμη, ενσυνείδητη κοινή προσπάθεια ενίσχυσης της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής πολιτιστικής ηγεμονίας και υπόσκαψης της πολιτικής και πολιτιστικής επιρροής της αριστεράς. Θα προχωρήσουμε με την εξέταση των ιστορικών δεσμών ανάμεσα στο Ίδρυμα Ford και την CIA κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, εξετάζοντας τους Προέδρους του Ιδρύματος, τα κοινά εγχειρήματα των δύο και τους στόχους τους, καθώς και τις κοινές τους προσπάθειες σε διάφορες πολιτισμικές περιοχές. 

Υπόβαθρο: Το Ίδρυμα Ford και η CIA

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950, το Ίδρυμα Ford είχε 3 δισεκατομμύρια δολάρια περιουσιακών στοιχείων. Οι ηγέτες του ιδρύματος συμφωνούσαν απόλυτα με τα σχέδια για παγκόσμια εξουσία της Ουάσινγκτον. Μια σημαντική μελετήτρια της περιόδου γράφει: "Ορισμένες φορές έμοιαζε το Ίδρυμα Ford να είναι απλώς προέκταση της κυβέρνησης στο πεδίο της διεθνούς πολιτιστικής προπαγάνδας. Το Ίδρυμα έχει ιστορικό στενής εμπλοκής σε μυστικές δράσεις στην Ευρώπη, συνεργαζόμενο στενά με αξιωματούχους του Σχεδίου Μάρσαλ και της CIA για συγκεκριμένα εγχειρήματα" (ό.π., σ. 139). Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά από το γεγονός ότι πρόεδρος του Ινστιτούτου το 1952 διορίστηκε ο Richard Bissell. Στα δυο του χρόνια στο πόστο αυτό, ο Bissell συναντήθηκε συχνά με τον διευθυντή της CIA, Allen Dulles, καθώς και με άλλους αξιωματούχους της CIA, για να προβούν σε "αμοιβαία έρευνα" για νέες ιδέες. Τον Ιανουάριο του 1954, ο Bissell έφυγε από το Ίδρυμα Ford για να γίνει ειδικός σύμβουλος του Allen Dulles (ό.π., σ. 139). Υπό τη διεύθυνση του Bissell, το Ίδρυμα Ford (FF) ήταν "η πρώτη γραμμή στην Ψυχροπολεμική σκέψη".

Ένα από τα πρώτα εγχειρήματα του Ιδρύματος Ford ήταν η δημιουργία εκδοτικού οίκου, του Inter-cultural Publications, και η δημοσίευση του περιοδικού Perspectives σε τέσσερις γλώσσες στην Ευρώπη. Ο σκοπός του FF, σύμφωνα με τον Bissell, δεν ήταν "τόσο η συντριβή των αριστερών διανοουμένων σε διαλεκτική μάχη, όσο το να δελεαστούν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους" (ό.π.,σ. 140). Το διευθυντικό συμβούλιο του εκδοτικού οίκου κυριαρχούνταν απόλυτα από μαχητές του Ψυχρού Πολέμου [Cold Warriors]. Δεδομένης όμως της ισχυρής αριστερής κουλτούρας στην μεταπολεμική Ευρώπη, το Perspectives απέτυχε να προσελκύσει αναγνώστες και χρεοκόπησε.

Ένα δεύτερο περιοδικό, το Der Monat, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Εμπιστευτικό Κονδύλι, και του οποίου διευθυντής ανέλαβε ο Melvin Lasky, μπήκε κάτω από την αιγίδα του Ιδρύματος Ford ώστε να αποκτήσει την εικόνα της ανεξαρτησίας (ό.π., σ. 140).

Το 1954, ο John McCloy διορίστηκε νέος πρόεδρος του Ιδρύματος Ford. Ο McCloy ήταν η πεμπτουσία της ιμπεριαλιστικής ισχύος. Πριν γίνει πρόεδρος του Ιδρύματος, είχε χρηματίσει Υφυπουργός Πολέμου, Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Επίτροπος [High Commissioner] της κατεχόμενης Γερμανίας, πρόεδρος της Chase Manhattan Bank του Ροκφέλερ, δικηγόρος στη Wall Street των εφτά μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, και διευθυντής πλειάδας επιχειρήσεων. Ως Επίτροπος στη Γερμανία, ο McCloy είχε προσφέρει κάλυψη σε δεκάδες πρακτόρων της CIA (ό.π., σ. 141).

Ο McCloy ενσωμάτωσε το Ίδρυμα Ford με τις επιχειρήσεις της CIA. Δημιούργησε μια διοικητική μονάδα μέσα στο Ίδρυμα ειδικά για να συνεννοείται με τη CIA. O McCloy προήδρευσε τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής με την CIA, ώστε να διευκολύνει την χρήση του Ιδρύματος ως βιτρίνας και αγωγέα κονδυλίων. Με αυτά τα δομικά δεσμά, το Ίδρυμα έγινε ένα από τα μορφώματα εκείνα που η CIA μπορούσε να θέσει σε λειτουργία στην υπηρεσία του πολιτικού πολέμου ενάντια στην αντι-ιμπεριαλιστική και φιλοκομμουνιστική αριστερά. Πολλές βιτρίνες της CIA έλαβαν μεγάλες υποτροφίες από το Ίδρυμα Ford. Πολλές τάχα "ανεξάρτητες", αλλά χρηματοδοτημένες από τη CIA, πολιτιστικές οργανώσεις, οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καλλιτέχνες και διανοούμενοι έλαβαν υποτροφίες από τη CIA/FF. Μια από τις μεγαλύτερες δωρεές του Ιδρύματος ήταν στο οργανωμένο από τη CIA Κογκρέσο για την Πολιτισμική Ελευθερία, το οποίο έλαβε 7 εκατομμύρια δολάρια ως τις αρχές του 1960. Πολλοί πράκτορες της CIA εξασφάλισαν απασχόληση μέσα στο Ίδρυμα Ford και συνέχισαν τη στενή συνεργασία με την Υπηρεσία (ό.π., σ. 143). 

Από την αρχή, υπήρχε στενή δομική σχέση και ανταλλαγή στα υψηλότερα κλιμάκια ανάμεσα στη CIA και το FF. Αυτός ο δομικός δεσμός βασιζόταν στα κοινά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα που μοιράζονταν. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους ήταν η διάχυση ενός αριθμού περιοδικών και η πρόσβαση σε ΜΜΕ, που χρησιμοποιούνταν από φιλοαμερικανούς διανοούμενους για να εξαπολυθούν φαρμακερές επιθέσεις ενάντια στους Μαρξιστές και άλλους αντι-ιμπεριαλιστές. Η χρηματοδότηση των αντιμαρξιστών αυτών από το Ίδρυμα Ford προσέφερε νομική κάλυψη για τους ισχυρισμούς τους πως ήταν δήθεν "ανεξάρτητοι" από την κυβερνητική χρηματοδότηση της CIA. 

Η χρηματοδότηση από το FF πολιτιστικών βιτρινών της CIA ήταν σημαντική στην προσέλκυση μη κομμουνιστών διανοουμένων, που ενθαρρύνθηκαν να επιτεθούν στην μαρξιστική και κομμουνιστική αριστερά. Πολλοί από αυτούς τους μη κομμουνιστές αριστερούς ισχυρίστηκαν αργότερα πως "εξαπατήθηκαν", πως αν γνώριζαν ότι το Ίδρυμα Ford ήταν βιτρίνα της CIA, δεν θα του πρόσφεραν το όνομα και το κύρος τους. Όμως αυτή η στάση απογοήτευσης εκ μέρους της αντικομμουνιστικής αριστεράς εμφανίστηκε μετά από τις αποκαλύψεις για τη συνεργασία FF και CIA που έγιναν στον Τύπο. Ήταν τόσο αφελείς αυτοί οι αντικομμουνιστές σοσιαλδημοκράτες ώστε να θεωρούν ότι όλα τους τα συνέδρια σε πολυτελείς επαύλεις και πεντάστερα ξενοδοχεία στη λίμνη Κόμο, στο Παρίσι και στη Ρώμη, όλες οι ακριβές εκθέσεις τέχνης και τα ιλουστρασιόν περιοδικά ήταν απλές πράξεις φιλανθρωπίας; Μπορεί. Ακόμα όμως και οι αφελέστεροι θα πρέπει να γνώριζαν ότι σε όλα τα συνέδρια και όλα τα περιοδικά ο στόχος της κριτικής ήταν ο "Σοβιετικός ιμπεριαλισμός", η "κομμουνιστική τυραννία", και οι "αριστεροί απολογητές της δικτατορίας" -- παρά το γεγονός πως ήταν ανοιχτό μυστικό ότι οι ΗΠΑ είχαν παρέμβει για να ανατρέψουν τη δημοκρατική κυβέρνηση  Arbenz στη Γουατεμάλα και το καθεστώς Mossadegh στο Ιράν, και παρά το γεγονός ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονταν μαζικά από δικτάτορες με την στήριξη των ΗΠΑ στην Κούβα, στη Δομινικανή Δημοκρατία, στη Νικαράγουα και αλλού. 

Η "αγανάκτηση" και οι ισχυρισμοί "αθωότητας" πολλών αντικομμουνιστών αριστερών διανοουμένων αφού αποκαλύφθηκε πως ήταν μέλη πολιτιστικών βιτρινών της CIA πρέπει να εκληφθεί με μεγάλη δόση κυνικού σκεπτικισμού. Ένας επιφανής δημοσιογράφος, ο Andrew Kopkind,  έγραψε για μια βαθιά αίσθηση ηθικής απογοήτευσης με τις πολιτιστικές βιτρίνες ιδιιωτικών Ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνταν από τη CIA. Γράφει ο Kopkind:

"Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική της ανοιχτής κοινωνίας και στην πραγματικότητα του ελέγχου ήταν μεγαλύτερη από ό,τι φανταζόταν οποιοσδήποτε. Όλοι όσοι πήγαιναν στο εξωτερικό για λογαριασμό κάποιας αμερικανικής οργάνωσης ήταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μάρτυρες της θεωρίας ότι ο κόσμος ήταν διχασμένος ανάμεσα στον κομμουνισμό και τη δημοκρατία και ότι όλα όσα βρισκόντουσαν ανάμεσα ήταν προδοσία. Η ψευδαίσθηση της διαφορετικής άποψης συντηρήθηκε: η CIA υποστήριζε δήθεν σοσιαλιστές μαχητές του Ψυχρού Πολέμου, φασίστες μαχητές του Ψυχρού Πολέμου, μαύρους και άσπρους μαχητές του Ψυχρού Πολέμου. Η καθολικότητα και η ευλυγισία των επιχειρήσεων της CIA ήταν μεγάλα πλεονεκτήματα. Αλλά ο πλουραλισμός ήταν απάτη και ήταν η απόλυτη πηγή διαφθοράς." (Ibid, pp. 408-409)."

Όταν ο αμερικανός δημοσιογράφος Dwight Macdonald, που ήταν συνεργάτης του Encounter (ενός σημαντικού πολιτισμικού περιοδικού με χρηματοδότηση FF-CIA), έστειλε ένα άρθρο που ασκούσε κριτική στην αμερικανική κουλτούρα και πολιτική, το άρθρο απορρίφθηκε από την εκδοτική επιτροπή σε στενή συνεργασία με τη CIA (ό.π.,σ. 314-321). Στα πεδία της ζωγραφικής και του θεάτρου, η CIA συνεργαζόταν με το FF για να προωθήσει τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό ενάντια σε κάθε καλλιτεχνική έκφραση με κοινωνικό περιεχόμενο, προσφέροντας κονδύλια και συνδέσμους για εκθέσεις με μεγάλη δημοσιότητα στην Ευρώπη και θετικές κριτικές από "επιδοτούμενους" δημοσιογράφους. Οι αλληλένδετες ηγεσίες της CIA, του Ιδρύματος Ford και του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στη Νέα Υόρκη οδήγησαν σε μια πολυτελή προώθηση της "ατομικιστικής" τέχνης που ήταν απόμακρη απ' το λαό -- και σε μια φαρμακερή επίθεση στους ευρωπαίους ζωγράφους, συγγραφείς και θεατρικούς συγγραφείς που έγραφαν από κριτική ρεαλιστική οπτική. Ο "αφηρημένος εξπρεσιονισμός", όποια κι αν ήταν η καλλιτεχνική πρόθεση, έγινε όπλο του Ψυχρού Πολέμου  (ό.π., σ. 263). 

Η ιστορία συνέργειας του Ιδρύματος Ford και της CIA σε αναζήτηση παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ είναι πλέον καλά πιστοποιημένο γεγονός. Το ζήτημα που εκκρεμεί είναι τι είδους σχέση συνεχίζει να υπάρχει στη νέα χιλιετία μετά τις αποκαλύψεις της δεκαετίας του 1960; Το FF έκανε κάποιες επιφανειακές αλλαγές. Είναι πιο ευέλικτο στην παροχή μικρών ποσών υποτροφιών για ομάδες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για ερευνητές που διαφωνούν κάποιες φορές με την αμερικανική πολιτική. Δεν είναι πιθανό να προσλάβει πράκτορες της CIA για να διευθύνουν τον οργανισμό. Πιο σημαντικό είναι πως είναι πιθανότερο να συνεργάζεται ανοιχτά με την αμερικανική κυβέρνηση σε ό,τι αφορά τα πολιτιστικά και εκπαιδευτικά της προγράμματα, κυρίως με την Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης.  

Από κάποιες απόψεις, το FF έχει εκλεπτύνει το στυλ συνεργασίας του με την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να εξασφαλίσει την παγκόσμια κυριαρχία, αλλά έχει κρατήσει την ουσία αυτής της πολιτικής. Για παράδειγμα, το FF είναι πολύ επιλεκτικό σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση εκπαιδευτικών οργανισμών. Όπως το ΔΝΤ, το FF επιβάλλει προϋποθέσεις, όπως είναι η "επαγγελματοποίηση" του ακαδημαϊκού προσωπικού και η "ανύψωση των κριτηρίων." Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται στην προαγωγή της κοινωνικής επιστημονικής εργασίας που βασίζεται στις προδιαθέσεις, αξίες και προσανατολισμούς της αμερικανικής αυτοκρατορίας: την αποσύνδεση των εκπαιδευτικών από την ταξική πάλη και τη σύνδεσή τους με φιλοιμπεριαλιστές αμερικανούς ακαδημαϊκούς και λειτουργούς του Ιδρύματος που υποστηρίζουν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.

Όπως και στις δεκαετίες του 1950 και 60, το Ίδρυμα Ford χρηματοδοτεί σήμερα επιλεκτικά αντι-αριστερές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες επικεντρώνονται στις επιθέσεις κατά των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αντίπαλες των ΗΠΑ χώρες, και στην αποστασιοποίηση από αντι-ιμπεριαλιστικές οργανώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους αντι-ιμπεριαλιστές ηγέτες. Το FF έχει αναπτύξει μια εκλεπτυσμένη στρατηγική χρηματοδότησης Οργανώσεων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRG) που απευθύνονται στην Ουάσινγκτον, ενώ αποκηρρύσουν τις "συστηματικές" παραβιάσεις των αντιπάλων των ΗΠΑ. Το FF υποστηρίζει HRG οι οποίες εξισώνουν τη μαζική κρατική τρομοκρατία των ΗΠΑ με τις περιπτωσιακές ακρότητες αντι-ιμπεριαλιστών αντιπάλων τους. Το FF χρηματοδοτεί HRG που δεν συμμετέχουν σε μαζικές δράσεις ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τον νεοφιλελευθερισμό, και οι οποίες υπερασπίζονται το Ίδρυμα Ford ως νόμιμο και γενναιόδωρο "ΜΚΟ." 

Η ιστορία και η σύγχρονη εμπειρία αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία. Σε μια περίοδο που η υπερβολική χρηματοδότηση πολιτιστικών δραστηριοτήτων από την Ουάσινγκτον φαίνεται ύποπτη, το FF εκπληρώνει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην προβολή της αμερικανικής πολιτιστικής πολιτικής ως προφανώς "ιδιωτικής" και μη πολιτικής φιλανθρωπικής υπόθεσης. Οι σύνδεσμοι ανάμεσα στους κορυφαίους αξιωματούχους του FF και την αμερικανική κυβέρνηση είναι προφανείς και διαρκείς. Μια ανασκόπηση των πρόσφατα χρηματοδοτημένων εγχειρημάτων αποκαλύπτει ότι το FF δεν έχει ποτέ χρηματοδοτήσει κανένα μείζονος σημασίας εγχείρημα που να αντιτίθεται στην αμερικανική πολιτική.

Στην παρούσα φάση μείζονος στρατιωτικής και πολιτικής επίθεσης των ΗΠΑ, η Ουάσινγκτον έχει θέσει το ζήτημα ως ζήτημα "τρομοκρατίας ή δημοκρατίας", όπως και στον Ψυχρό Πόλεμο το έθετε ως ζήτημα "Κομμουνισμού ή Δημοκρατίας." Και στις δύο περιπτώσεις, η αυτοκρατορία στρατολόγησε και χρηματοδότησε  οργανώσεις-βιτρίνες, διανοούμενους και δημοσιογράφους για να επιτεθεί στους αντι-ιμπεριαλιστές αντιπάλους της και να εξουδετερώσει τους δημοκρατικούς επικριτές της. Το Ίδρυμα Ford έχει την κατάλληλη θέση ώστε να ξαναπαίξει τον ρόλο του ως συνεργού για την απόκρυψη του Νέου Πολιτισμικού Ψυχρού Πολέμου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου