Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Μια χούφτα άνθρωπος, βουνό

Κάθεται στην πρώτη σειρά. Στις δυόμιση περίπου ώρες που είμαστε μέσα, κόσμος μπαίνει, κόσμος βγαίνει από την αίθουσα. Για καφέ, τσιγάρο, για μια άλλη υποχρέωση, από απλή ανία. Οι επίσημοι βιάζονται να πάνε στο σπίτι τους και αποχωρούν πομπωδώς, όπως ταιριάζει σε επισήμους. Δεν πρέπει ν' άκουσαν λέξη. Αυτός φοράει το ακουστικό του και δεν πάει πουθενά. Δεν ξέρω πώς του ακούγονται τα λόγια απ' τ' ακουστικό βαρυκοϊας, ίσως σα μια θάλασσα, ίσως σαν αέρας χειμωνιάτικος πάνω σε κεραμίδια, κι ίσως σαν κρύσταλλα του σταλαχτίτη σε σπηλιά.

Ετών 94. Όσο ο παππούς μου όταν πέθανε. Οι άνθρωποι τότε γεννιόντουσαν μικροί, όπως ανακάλυψα όταν είδα πρώτη φορά αρχαία φέρετρα· έμοιαζαν φτιαγμένα για ένα άλλο είδος, πιο μικροκαμωμένο. Λεπτός, πετσί και κόκκαλο, σκυφτός απ' τα χρόνια, τα γυαλιά του πιο μεγάλα απ' το πρόσωπο. Περπατάει με δυσκολία όταν τελειώνουμε και βγαίνουμε έξω. 


Πηγαίνει μόνος του στον ομιλητή, να τον ρωτήσει για την καταγωγή και την κοψιά της γης του. Έχει βουνά, πόσο ψηλά ακριβώς; Πώς λέγονται αυτά τα βουνά; Εκεί κοντά, έχει άλλα βουνά; Πηγαίνω πιο πέρα για τσιγάρο, και συνεχίζουν να μιλούν. Κρατά στα χέρια του καναδυό βιβλία. 

Κάθομαι σε κάτι καρέκλες έξω στην αυλή, με τα βιβλία μου κι εγώ, η σκέψη μου σε χίλια δυο που άκουσα και σκέφτηκα. Με βήμα που σέρνεται απ' τα χρόνια πλησιάζει, θέλει καταπώς φαίνεται να κάτσει και να γράψει κάτι που του είπε ο ομιλητής. Σηκώνομαι αμέσως από κει που κάθομαι, αν κι έχει πολλές καρέκλες άδειες. Μόλις σηκώνομαι, νιώθω ηλίθιος για το αχρείαστο του πράγματος και την ίδια στιγμή συνειδητοποιώ ότι ντρεπόμουν να κάθομαι όσο αυτός ήταν όρθιος.

Έρχεται η ευγενική ταπείνωση: "Μη σηκώνεστε, προς Θεού, έχει κι άλλες καρέκλες, βολεύομαι μια χαρά."

Ξανακάθομαι, κοιτάζω κάπου αλλού από αμηχανία. Ξανασηκώνεται κάποια ώρα μετά. Ρωτά για τον συνοδό του στην εκδήλωση, έναν νεότερο σε ηλικία ηλικιωμένο. Έχει φύγει, του λένε. Καληνυχτά και στρέφεται να φύγει, μόνος του, τα βήματά του αργά αλλά σταθερά.

Πού πάει μόνος του ο άνθρωπος, ρωτάω. 94 χρονώ άνθρωπος, κόκκαλα σε παντελόνι και πουκάμισο λευκό.

Σπίτι του, μου απαντούν. Πάει να πάρει το αυτοκίνητό του.

Οδηγεί; Μα αυτός δεν μπορεί να περπατήσει, είναι κουφός, ποιος ξέρει αν βλέπει καν μπροστά του. Πού πάει μόνος του;

Μόνος του πάει, είναι μαθημένος αυτός. 

Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Έδεσσα, Δυτική και Κεντρική Μακεδονία.

Επταπύργιο, Αίγινα, Γιάρος, Κεφαλλονιά, Τύρινθος, φυλακές Αβέρωφ. Τρεις καταδίκες σε θάνατο.

Το σκοτάδι καταπίνει το λευκό πουκάμισο. Μια χούφτα άνθρωπος, έτσι κι αλλιώς.

Κι αρχίζω και μικραίνω κι εγώ μέσα μου, μικραίνω και μικραίνω και τον ξαναβλέπω να 'ρχεται απ' το σκοτάδι, κι είναι μεγάλος, θεόρατος, ένα λευκό βουνό. Στην πλάτη του σηκώνει τον εαυτό του, πάνω στους ώμους του χιονίζει ο κόσμος και βουλιάζει το άρβυλο στη λάσπη, και γνωρίζει η παλάμη το τουφέκι. Κι ούτε βαρύτητα υπάρχει, ούτε νύχτα, ούτε ύπνος. Περνάει ξυστά μου η μεγάλη ακολουθία, αμίλητη. Κάθε ένας ένα βουνό που πάνω του βαδίζει ο ίδιος. Αντάρτες.

7 σχόλια:

  1. πραγματικά φοβερός ο παππούς!
    κρατούσε -μετά την εκδήλωση- το βαρύ δοκίμιο στο χέρι τόση ώρα, που αναρωτιόμουν για τη δύναμη του.... και με τι χαρά και περηφάνια μας χάρισε το χαμόγελό του ποζάροντας δίπλα στο σφυροδρέπανο!!....
    residencia-desobediencia (ol)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παρουσίαση του β' τόμου ιστορίας του ΚΚΕ στην Κύπρο?

    Johngr1973

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σήμερα βγήκα για ένα τσίπουρο με ένα φίλο.

    Τον βρήκα στο καφενείο, πήγε πριν από μένα, με έναν γέροντα να μιλάνε.

    Είπα γεια και κάθισα.

    Δε μου δώσανε πολύ σημασία, συνέχισαν την κουβέντα τους.

    Λέγανε, βασικά ο γέροντας μίλαγε στο φίλο μου, για το αντάρτικο στην περιοχή.

    Ονόματα, περιστατικά, όπλα, κρυψώνες κλπ.

    Πράματα σχετικά γνωστά ή μη για τους απογόνους των αγωνιστών του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ στην περιοχή, σαν εμάς.

    Κάποια στιγμή ο γέροντας σεμνά και ταπεινά όπως ήρθε, έφυγε.

    Πήγε στην κυρά του, αν ζούσε, ή στα παιδιά του.

    Ρωτώ το φίλο μου: Ποιος ήτανε αυτός;

    Απαντά: Ο τάδε (δεν τον γνωρίζαμε), πέρασε από το καφενείο, έριξε μια ματιά, με είδε με το Ριζοσπάστη και ήρθε και μου έπιασε κουβέντα, "Σήμερα αγώνες όπως τότε δε γίνονται" είπε...

    Άλλος ένας "μια χούφτα άνθρωπος, βουνό" απ' ότι ρώτησα κι έμαθα μετά...

    thorpe

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι απ' το Μοριά, απ' τη Ρούμελη. Και πιο πάνω απ' τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία. Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ' άσπρα μουστάκια και φλοκάτες. Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι. Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου. Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων. Μιλάνε λίγο, δεν μιλάνε καθόλου, ωστόσο πότε πότε το βλέπεις, που 'χουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια. Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ' το χώμα. Και τηράνε πίσω απ' τους ώμους μας. Οταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες. Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι. Οταν ο ουρανός κατεβαίνει απ' τα βράχια. Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ' το συρματόπλεγμα, τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρεις-τρεις, πέντε-πέντε, σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού.

    Και τότες πια δεν ξέρεις - έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς αξούριστοι, άλαλοι, δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους, αν είναι ν' ανάψουν το τσιγάρο τους ή αν είναι ν' ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.

    Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε. Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί. Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.

    Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη, ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους που δε σηκώνει τ' άδικο. Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο, στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα, σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας, με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.

    Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας, κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη, σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους, σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων, σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή, εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ' τ' αστροπελέκι».

    http://www.youtube.com/watch?v=uLgJWpaP9f8

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. το κλείσιμο του κειμένου (τελευταία παράγραφος) είναι άλλο πράγμα

    πίκατσου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. http://www.youtube.com/watch?v=uLgJWpaP9f8

    WrongTendency

    ΑπάντησηΔιαγραφή