Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ευτυχία Χαϊντούτη-Ο Ναζισμός για τις γυναίκες, χθες και σήμερα (Ι)

Ευτυχία Χαϊντούτη
Ο Ναζισμός για τις γυναίκες, χθες και σήμερα
ΚΟΜΕΠ τ. 2, 2013

Στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης και των δυσκολιών που συναντά η αστική πολιτική διαχείρισής της, οι πολιτικές δυνάμεις, οι οργανώσεις και τα κόμματα που κινούνται στο τόξο του εθνικισμού, του ρατσισμού και του αντικομμουνισμού αποτελούν εφεδρεία για την αστική τάξη. Το τελευταίο διάστημα, και ιδιαίτερα μετά τις δυο εκλογικές αναμετρήσεις, στην πολιτική σκηνή βρέθηκαν, με πιο διακριτό τρόπο και ρόλο, δυνάμεις όπως η εθνικοσοσιαλιστική - φασιστική «Χρυσή Αυγή» (ΧΑ). Παράλληλα συντελούνται διεργασίες εμφάνισης και άλλων εθνικιστικών μορφωμάτων και μετακινήσεις ανάμεσά τους. Οι δυνάμεις αυτές επιλέγουν, στη σημερινή τουλάχιστον συγκυρία, να αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικιστικές, να προτάσσουν τον «εθνικισμό» προκειμένου να συγκαλύπτουν τον πραγματικό εθνικοσοσιαλιστικό τους χαρακτήρα.


Η διαμόρφωση της ΧΑ σε κοινοβουλευτική δύναμη σε συνθήκες κρίσης συντελέστηκε σε σύνδεση με τη διαρροή ψηφοφόρων της ΝΔ, την αποδυνάμωση του εθνικιστικού κόμματος του ΛΑ.Ο.Σ. αλλά και την εκλογική προσχώρηση ψηφοφόρων που διέρρευσαν από το ΠΑΣΟΚ. Στην ενίσχυση των εκλογικών ποσοστών της με ψηφοφόρους προερχόμενους από διαφορετικά κόμματα έπαιξαν ρόλο δύο κύρια ιδεολογήματα, τα οποία βέβαια δεν προβλήθηκαν μόνο από τη ΧΑ αλλά υιοθετήθηκαν και από άλλες πολιτικές δυνάμεις: Αφενός η προβολή της διαφθοράς των πολιτικών και του κοινοβουλίου, με τα γνωστά συνθήματα φασίζουσας απόχρωσης. Αφετέρου η ρατσιστική προπαγάνδα και η στοχοποίηση των μεταναστών, καθώς μια σειρά από υπαρκτά προβλήματα που δημιούργησε η αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ελλάδα, αξιοποιήθηκαν για να αποπροσανατολιστούν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα από την πραγματική αιτία τους. Η εθνικοσοσιαλιστική ναζιστική φασιστική οργάνωση της ΧΑ προορίζεται να λειτουργήσει ως μαστίγιο και δύναμη κρούσης ενάντια στους αγώνες του εργατικού και λαϊκού κινήματος και -αν αυτό χρειαστεί- να γίνει σανίδα σωτηρίας για τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Στηρίζεται από σημαντικούς θύλακες του κράτους και του παρακράτους, ενώ διασυνδέεται και με εγκληματικές οργανώσεις και κυκλώματα.

Με βάση τόσο την ιστορική πείρα από τα εθνικοσοσιαλιστικά ναζιστικά - φασιστικά καθεστώτα όσο και τις θέσεις της ΧΑ σήμερα, είναι ξεκάθαρο πως οι δυνάμεις του «εθνικισμού» είναι δυνάμεις αστικές ως προς το χαρακτήρα τους, ως προς την ουσία της πολιτικής τους. Τα καθεστώτα αυτά στηρίχτηκαν από το μονοπωλιακό κεφάλαιο ως πιο κατάλληλα να ασκήσουν την πολιτική που οι συγκεκριμένες συνθήκες απαιτούσαν. Η αλλαγή της μορφής του αστικού πολιτεύματος από κοινοβουλευτική δημοκρατία σε φασιστική δικτατορία είναι αλλαγή που αφορά μόνο το πολιτικό περίβλημα και όχι το χαρακτήρα και τη φύση του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος: Ο φασισμός και ο ναζισμός είναι καπιταλισμός1.

Τα ναζιστικά - φασιστικά κόμματα είναι κόμματα του κεφαλαίου, οργανώσεις της αστικής τάξης. Επιδιώκουν να διαμορφώσουν μαζική βάση, όχι μόνο εκλογική αλλά και δυνάμεις οργανωμένες με στόχο την παρέμβαση στο εργατικό κίνημα καθώς και στο κίνημα των μεσαίων στρωμάτων. Αποτελούν όχημα για να διεισδύουν στα εργατικά - λαϊκά στρώματα αντιδραστικές ιδέες. Η δεξαμενή από την οποία αντλούν είναι τα μικροαστικά και εν μέρει τα μεσοαστικά στρώματα, αλλά και τμήματα της εργατικής τάξης με χαμηλή ταξική συνείδηση, όπως και λούμπεν στοιχεία.

Προσπάθεια να δημιουργήσει μαζική βάση με παρόμοια σύνθεση κάνει σήμερα και η ΧΑ. Από κοινωνική άποψη, απευθύνεται και στοχεύει σε εξαθλιωμένα τμήματα της εργατικής τάξης, σε νέες ηλικίες, σε μεσαία στρώματα και ιδιαίτερα της υπαίθρου, όπου μπορεί να εκμεταλλευτεί μια μεγαλύτερη πολιτική βάση που είχε η στρατιωτική χούντα. Σήμερα η ΧΑ έχει διευρυνθεί και από τμήματα του λαού που δε συγκαταλέγονται στον παγιωμένο ακροδεξιό χώρο και δεν αυτοκατατάσσονται σε αυτόν, έλκονται όμως από την προπαγάνδα της και την εντύπωση που καλλιεργείται πως είναι αντισυστημική δύναμη. Οι γυναίκες φαίνεται να αποτελούν μικρό κομμάτι των οργανωμένων δυνάμεων της ΧΑ, των δυνάμεων που συσπειρώνονται γύρω από τη δράση της. Παρόλα αυτά η προσπάθεια που κάνει είναι αρκετά συστηματική και προσανατολισμένη. Εχει σημασία όχι μόνο πόσες γυναίκες εμπλέκονται ενεργά σε δραστηριότητες της ΧΑ, αλλά και σε ποιο βαθμό και έκταση επιδρούν στη συνείδηση ευρύτερου τμήματος γυναικών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων οι αντιδραστικές και σκοταδιστικές αντιλήψεις, που δεν καλλιεργούνται μόνο από τη ΧΑ αλλά και από άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Στο επίπεδο της ιδεολογίας ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί συγχώνευση του εθνικισμού με μικροαστικές «σοσιαλιστικές» αντιλήψεις που δεν έχουν καμία σχέση με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου ο εθνικοσοσιαλισμός συνδέθηκε με πολιτικές παροχών, αρχικά με τα συστήματα πρόνοιας και προστασίας των ανέργων, στη συνέχεια με την αύξηση της απασχόλησης της εργατικής τάξης με την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας και την ταύτιση του εργατικού συμφέροντος με τη νίκη της Γερμανίας στον πόλεμο. Ο εθνικοσοσιαλιστικός χαρακτήρας της ΧΑ αποδεικνύεται από μια σειρά εξωτερικά γνωρίσματα, όπως ο ναζιστικός χαιρετισμός και τα ναζιστικά σύμβολα. Πέρα από αυτά όμως, χαρακτηριστική είναι η θέση της που υποστηρίζει την υπεροχή του ελληνικού έθνους, θεωρεί φυλετικούς εχθρούς και απειλή για την «καθαρότητα της φυλής» τους μετανάστες και συγκεκριμένα τους μετανάστες με σκούρο χρώμα δέρματος, όπως αντίστοιχα θεωρούσε τους Εβραίους ο Χίτλερ. Επίσης αξιοποιεί τη φασιστική δημαγωγία περί κοινωνικών παροχών και παροχών πρόνοιας στους εξαθλιωμένους Ελληνες, ενώ μιμείται τους Ναζί στη Γερμανία και όσον αφορά τις πρακτικές των ταγμάτων εφόδου, που λειτούργησαν σαν δολοφονικά όργανα καταστολής και τσακίσματος του κινήματος.

Η μελέτη πλευρών της ιστορικής πείρας σχετικά με τις θέσεις και την πολιτική του εθνικοσοσιαλισμού όσον αφορά τις γυναίκες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ναζιστικό κόμμα στη Γερμανία (NSDAP) κατά την περίοδο του «Τρίτου Ράιχ», είναι χρήσιμη από την άποψη της πιο αποτελεσματικής αντιπαράθεσης με τη ΧΑ και τις άλλες συγγενικές της δυνάμεις, με στόχο την αποκάλυψη των αντιδραστικών απόψεων και πολιτικών που υπερασπίζονται, όσον αφορά τη λαϊκή οικογένεια και ιδιαίτερα τις γυναίκες που ανήκουν σε αυτή. Παρά το γεγονός ότι η ΧΑ έχει απωθήσει από την πρώτη γραμμή της προπαγάνδας της την υποστήριξη του ναζισμού, προκειμένου να μην αποτελεί βαρίδι στην προσπάθειά της να προσεγγίσει λαϊκά στρώματα, η ιστορική πείρα από τα πεπραγμένα του ναζισμού και η ιστορική μνήμη που υπάρχει και στην Ελλάδα, αναδείχνουν ότι στην ουσία έχει ως σημείο ιδεολογικής και πολιτικής αναφοράς το NSDAP, τις θέσεις του και τις πολιτικές που αυτό άσκησε.

Μια αναφορά στη θέση των γυναικών πριν την επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, το 1933, είναι σκόπιμη προκειμένου να αποτυπωθεί καλύτερα ποια ήταν η θέση των γυναικών, ποιες μεταβολές βρίσκονταν σε εξέλιξη κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης2 και με ποιο τρόπο επέδρασε το ναζιστικό καθεστώς και οι πολιτικές του στη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική παραγωγή, στις κοινωνικές παροχές, στις αντιλήψεις για τη θέση και το ρόλο των γυναικών.


Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος διαμόρφωσε δημογραφικά δεδομένα που επέδρασαν στην εργασία των γυναικών ενισχύοντας την τάση αύξησής της. Το τέλος του πολέμου βρήκε τις γυναίκες να υπερέχουν αριθμητικά των αντρών, αφού σχεδόν 1,7 εκατομμύρια Γερμανοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκειά του. Στα χρόνια του Μεσοπόλεμου οι γυναίκες ήταν περίπου 2 εκατομμύρια περισσότερες από τους άντρες. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του 1925, το 67,7% του ανδρικού πληθυσμού άνω των 20 ετών ήταν παντρεμένοι, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το γυναικείο πληθυσμό περιοριζόταν στο 60% του συνόλου του.3 Ο μεγάλος αριθμός των γυναικών που είτε παρέμεναν ανύπαντρες είτε είχαν μείνει χήρες ή ορφανές αναγκαζόταν αντικειμενικά να στραφεί στην αναζήτηση εργασίας.

Από το 1916 έως το 1929 και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι διαδικασίες εκβιομηχάνισης προκάλεσαν αλλαγές στην εργασία των γυναικών, η οποία σημείωσε αύξηση αλλά με ρυθμό αρκετά πιο αργό σε σύγκριση με την εργασία των ανδρών. Το 1925 υπήρχαν 22,6 εκ. άντρες άνω των 15 ετών, από τους οποίους οικονομικά ενεργοί ήταν τα 20,53 εκ. Αντίστοιχα υπήρχαν 24,28 εκ. γυναίκες άνω των 15 ετών, από τις οποίες 11,48 εκ. θεωρούνται οικονομικά ενεργές4. Από τις οικονομικά ενεργές γυναίκες, μισθωτές (και άνεργες) ήταν μόνο τα 4,2 εκ., δηλαδή περίπου το ένα τρίτο αυτών. Από το σύνολο των μισθωτών γυναικών που καταγράφεται, το 1 εκ. αφορούσε εργάτριες γης και άλλο 1 εκ. οικιακές βοηθούς. Οι εργάτριες στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία ήταν 2,2 εκ. και σε μεγάλο ποσοστό συγκεντρώνονταν σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως στην κλωστοϋφαντουργία και τα τρόφιμα, σε κακοπληρωμένες και ημι-ειδικευμένες θέσεις εργασίας.5 Στην πλειοψηφία τους οι γυναίκες το 1925 εξακολουθούσαν να ζουν είτε από το μισθό των συζύγων και των παιδιών τους είτε από συντάξεις χηρείας που λάμβαναν, χωρίς να εργάζονται στην κοινωνική παραγωγή.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 μια σειρά επιχειρήσεις προχώρησαν σε επενδύσεις με στόχο την εκμηχάνιση της παραγωγής τους.6 Η διαδικασία αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εκτοπιστούν οι παλιότερες επιχειρήσεις που απασχολούσαν ειδικευμένο αντρικό εργατικό δυναμικό. Αυξήθηκε η ζήτηση για ανειδίκευτο γυναικείο εργατικό δυναμικό, αφού η εισαγωγή μηχανών έκανε δυνατή την εργασία των γυναικών σε τομείς και κλάδους που προηγούμενα εργάζονταν άντρες, ενώ οι εργοδότες προτιμούσαν να προσλαμβάνουν γυναίκες, καθώς οι μισθοί τους ήταν πιο χαμηλοί και οι ίδιες ως εργαζόμενες θεωρούνταν πιο πειθήνιες.

Σημαντική μεταβολή παρουσίασε ο αριθμός των γυναικών υπαλλήλων. Το 1925 υπήρχαν 1,5 εκ. γυναίκες υπάλληλοι, αριθμός τριπλάσιος σε σύγκριση με το 1907.7 Μια σειρά θέσεις εργασίας, όπως υπάλληλοι, δακτυλογράφοι, πωλήτριες, κατώτερες διοικητικές θέσεις, απευθύνονταν κυρίως σε γυναίκες και ήταν πολύ πιο ελκυστικές, καθώς συνεπάγονταν πολύ λιγότερη κούραση σε σύγκριση με τη χειρωνακτική δουλειά και καλύτερη αμοιβή.

Ωστόσο η εργασία στο εμπόριο, σε διοικητικές και άλλες υπηρεσίες, στη βιομηχανία συνυπήρχε με παλιότερες, προκαπιταλιστικές μορφές εργασίας, με την απασχόληση των γυναικών στην οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση ή μικρή επιχείρηση. Οι γυναίκες αποτελούσαν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού στον αγροτικό τομέα. Το 1925 οι γυναίκες συμβοηθούντα μέλη στις οικογενειακές φάρμες έφταναν τα 3.578.000. Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των εργαζόμενων στην αγροτική παραγωγή μειώθηκε κατά τη δεκαετία του 1920, με συνέπεια να μειωθεί σημαντικά και ο αριθμός των γυναικών, ωστόσο αυτός παρέμενε υψηλός: Το 1925 τα συμβοηθούντα μέλη και οι εργάτριες γης σχημάτιζαν τη μεγαλύτερη ομάδα των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, φτάνοντας τα 4,63 εκ. Οσον αφορά τις γυναίκες αυτές, πρέπει να σημειωθούν οι ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες δουλειάς τους, αλλά και το γεγονός πως οι οικογένειες των αγροτών ήταν μεγαλύτερες από αυτές των κατοίκων των πόλεων, είχαν περισσότερα παιδιά, πράγμα που πολλαπλασίαζε τα βάρη για τις γυναίκες.8

Πολύ λίγες γυναίκες διέθεταν υψηλή επαγγελματική ειδίκευση κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Κάποια αλλαγή είχε σημειωθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Το 1931 ο αριθμός των γυναικών που φοιτούσαν στο πανεπιστήμιο έφτασε τις 19.000, αλλά μόνο στην ιατρική και τη δημόσια διοίκηση οι γυναίκες είχαν καταφέρει να καθιερωθούν σε σημαντικό βαθμό και βέβαια η συμμετοχή αφορούσε κατά κύριο λόγο τις γυναίκες της αστικής τάξης. Οι γυναίκες γιατροί έφταναν τις 3.500. Οι πιέσεις και οι προκαταλήψεις που έπρεπε να ξεπεράσουν οι γυναίκες για να ακολουθήσουν μια επαγγελματική σταδιοδρομία αποδεικνύονταν ισχυρές και επίμονες. Η πιο συχνή πηγή εισοδήματος για τις γυναίκες με ανώτερη μόρφωση παρέμενε η διδασκαλία. Ο αριθμός των γυναικών δασκάλων αυξήθηκε αργά αλλά σταθερά, φτάνοντας τις 100.000 περίπου το 1925. Οι θέσεις αυτές όμως αφορούσαν εργαζόμενες με μικρότερες αμοιβές σε σύγκριση με τους άντρες. Οι γυναίκες θεωρούνταν κατάλληλες για την εκπαίδευση των μικρών παιδιών και των κοριτσιών, ενώ οι άντρες δίδασκαν τα αγόρια. Μια άλλη μεγάλη κατηγορία αποτελούσαν οι 130.000 νοσοκόμες.9

Ο αριθμός των γυναικών με εργασία και ασφάλιση αυξήθηκε κατά 20% από το καλοκαίρι του 1925 έως το καλοκαίρι του 1929. Η καπιταλιστική οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929 οδήγησε σε απότομη και βίαιη ανακοπή της τάσης αύξησης της απασχόλησης των γυναικών, επέδρασε καθοριστικά στην τάση απομάκρυνσης των γυναικών από την παραγωγή, στις απόψεις και αντιλήψεις που τη συνόδευσαν. Υπολογίζεται πως η εργασία των γυναικών κατέγραψε πτώση της τάξης του 12% από το 1925 έως το 193310, ενώ οι πολιτικές του ναζιστικού καθεστώτος στα 1933 και 1934 ενίσχυσαν την τάση αυτή.

Το μέγεθος των οικογενειών μειωνόταν με ταχύτατο ρυθμό. Κατά τη δεκαετία του 1920 η τάση για τη δημιουργία μικρότερων οικογενειών είχε γίνει κυρίαρχη στον αστικό πληθυσμό και μέχρι το 1933 το μέσο μέγεθος του νοικοκυριού σε κάθε γερμανική πόλη είχε πέσει κάτω από τα 4 άτομα.11 Για παράδειγμα, στο Βερολίνο σημειώνεται ο χαμηλότερος δείκτης γεννήσεων σε σύγκριση με κάθε άλλη πόλη στον κόσμο: Το 1933 το 35% όλων των παντρεμένων ζευγαριών δεν είχαν παιδιά, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο.12 Την ίδια χρονιά υπολογίζεται πως το μισό του πληθυσμού ζούσε σε μικρά νοικοκυριά που αποτελούνταν από 1 έως 4 μέλη, ενώ το 1910 τα νοικοκυριά αυτά αναλογούσαν στο 1/3 του πληθυσμού.13

Τα στατιστικά αυτά στοιχεία υποδηλώνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού, που σηματοδότησαν σημαντική μεταβολή στη ζωή των γυναικών. Οι όποιες αλλαγές δεν αποτυπώθηκαν ωστόσο στο οικογενειακό δίκαιο, το οποίο παρέμενε χωρίς αλλαγή από το 1920 και εκχωρούσε στο σύζυγο σχεδόν αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στην περιουσία της συζύγου και στα παιδιά.

Ο χαρακτηριστικός κύκλος ζωής των γυναικών, με τη βαριά χειρωνακτική δουλειά που ξεκινούσε από μικρή ηλικία, τερματιζόταν με το γάμο και τις επαναλαμβανόμενες εγκυμοσύνες και κατέληγε συχνά σε πρόωρο θάνατο, είχε περιοριστεί σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας και τομείς της οικονομικής ζωής, κυρίως στην αγροτική παραγωγή, που βρίσκονταν μεν σε πορεία συρρίκνωσης, είχε δε σχετικά μεγάλες ακόμα διαστάσεις.14

Η πτώση του δείκτη των γεννήσεων έγινε αφορμή για ιδεολογική επίθεση από μια σειρά πολιτικές δυνάμεις, με αιχμή την υποτιθέμενη επικείμενη δημογραφική καταστροφή. Τα βασικά σημεία των αντιλήψεων αυτών δεν ανήκαν αποκλειστικά στους Ναζί, αλλά φορείς τους ήταν και άλλα συντηρητικά κόμματα, όπως το Κόμμα του Κέντρου, αλλά και η Καθολική εκκλησία. Οι αντιλήψεις και η συγκεκριμένη ιδεολογική επίθεση βρίσκονταν σε αντιστοιχία με μια σειρά πολιτικές επιλογές, πριν ακόμα από την επικράτηση των εθνικοσοσιαλιστών. Π.χ. ο καγκελάριος Μπρούνινγκ, προερχόμενος από το Κόμμα του Κέντρου, είχε εισάγει το 1930 υψηλότερη φορολογία για τους άγαμους. Επίσης, οι κυβερνήσεις των Μπρούνινγκ και Φον Πάπεν είχαν προχωρήσει σε μειώσεις του αριθμού των γυναικών δημοσίων υπαλλήλων το 1931 και 1932.

Το 1933, όταν η διακυβέρνηση της Γερμανίας πέρασε στα χέρια του ναζιστικού κόμματος, η περίοδος της σχετικής προόδου όσον αφορά τη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγή έχει ήδη τερματιστεί. Η οικονομική κρίση του 1929 είχε ήδη σηματοδοτήσει μια αντίστροφη πορεία, με την αποβολή των γυναικών από την παραγωγική διαδικασία. Παράλληλα είχαν εμφανιστεί και σε ένα βαθμό διαδοθεί οι αντιδραστικές αντιλήψεις πως η γυναικεία εργασία ευθύνεται για τη διογκούμενη ανεργία. Είχαν ήδη εκδηλωθεί, στο γενικό τουλάχιστον περίγραμμά τους, οι απόψεις που υποστήριζαν από τη μια την ανάγκη να απομακρυνθούν οι γυναίκες από τις θέσεις εργασίας σε όφελος των ανδρών και τόνιζαν από την άλλη την «ευθύνη» και το «καθήκον» του γυναικείου φύλου όσον αφορά την αναπαραγωγή της «γερμανικής φυλής».


ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Τα ζητήματα εργατικής και κοινωνικής πολιτικής των Ναζί έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για την ώρα όμως δεν μπορούμε παρά μόνο να θέσουμε ορισμένα βασικά σημεία για παραπέρα μελέτη και επεξεργασία.

Οι Ναζί αξιοποίησαν τον κρατικό μηχανισμό της πρόνοιας σαν μηχανισμό πειθάρχησης της εργατικής τάξης. Μάλιστα, η μετατροπή της πρόνοιας από «υπηρεσία επιδομάτων» σε «υπηρεσία πληροφοριών» δεν ήταν καθόλου δική τους επινόηση, αλλά ξεκίνησε από τα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και συγκεκριμένα από τις κυβερνήσεις Μπρούνινγκ και Φον Σλάιχερ. Η Πρόνοια έθετε διαχωρισμούς και διακρίσεις ανάμεσα στους εργαζομένους και στους ανέργους, αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανέργων, με αποκλεισμούς από τα επιδόματα. Ανάμεσα στις ομάδες που στερήθηκαν επιδόματα και παροχές στο όνομα της «αναγκαιότητας για μείωση του δημοσίου ελλείμματος» συγκαταλέγονται, εκτός από τους πιο απείθαρχους εργάτες, όσοι ήταν ασθενικοί, αλλά και οι νέοι κάτω των 21 ετών και ιδιαίτερα οι νέες γυναίκες που δεν είχαν παιδιά.15 Ο μηχανισμός της Πρόνοιας μετατράπηκε σε υπηρεσία πληροφοριών που κατέγραφε, κατηγοριοποιούσε και επιτηρούσε την εργατική τάξη και λειτουργούσε αποτρεπτικά ή τιμωρητικά όσον αφορά τη συμμετοχή της στους αγώνες. Σε μεγάλο μέρος του πέρασε στα χέρια των δήμων. Η αύξηση της ανεργίας ανάγκαζε χιλιάδες ανέργους να υφίστανται λεπτομερή καταγραφή και έλεγχο της προσωπικής τους ζωής, στην προσπάθειά τους να πείσουν το σύστημα δημοτικής πρόνοιας να τους χορηγήσει επίδομα ανεργίας ή κοινωνική ασφάλιση, τους καθιστούσε με τον τρόπο αυτό ευάλωτους σε κάθε είδους εκβιασμό.16 Οταν οι Ναζί ήρθαν στην εξουσία, παρέλαβαν αυτό το μηχανισμό και συνέχισαν με παρόμοιο τρόπο τη λειτουργία του, συμπληρώνοντάς τον με μια παράλληλη δομή καταγραφής και διαχωρισμού των ατόμων στη βάση βιολογικών και φυλετικών κριτηρίων.17

Ιδεολογική βάση της ναζιστικής εργατικής πολιτικής αποτελούσε η άποψη για την αρμονία κεφαλαίου - εργασίας, η ταξική συνεργασία και ο χαρακτηρισμός όλων ως «παραγωγών», αφεντικών και εργατών. Το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας (DAF), που ιδρύθηκε στις 11 Μάη 1933, αποτελούσε τη «συνδικαλιστική» οργάνωση των Ναζί και βέβαια ήταν η μόνη τέτοια οργάνωση που μπορούσε να υφίσταται, αφού παράλληλα προχώρησαν σε κατάληψη όλων των γραφείων των συνδικάτων, σε κατάσχεση της ιδιοκτησίας τους και στη σύλληψη και φυλάκιση των ηγετών τους. Το DAF αποτελούσε έναν τεράστιο μηχανισμό στην υπηρεσία των Ναζί, με 27 εκατομμύρια υποχρεωτικά μέλη. Μέσα από αυτό καθοριζόταν η κίνηση του εργατικού δυναμικού και ασκούνταν ο έλεγχός του. Δίπλα στο DAF, ως βοηθητική οργάνωση, υπήρχε το «κίνημα Δύναμις δια της χαράς» που επέκτεινε τον έλεγχο στους εργαζόμενους και τις ώρες που βρίσκονταν εκτός δουλειάς.18

Οι υποσχέσεις και οι όποιες προσδοκίες για μείωση των φόρων και των τιμών από την πολιτική του ναζιστικού κόμματος διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα. Δίπλα στη φορολογία προστέθηκαν και μια σειρά «εθελοντικοί» φόροι, όπως η συνδρομή στο DAF και σε άλλες ναζιστικές οργανώσεις. Οι τιμές σε βασικά είδη διατροφής αυξήθηκαν σημαντικά από την άνοιξη έως το χειμώνα του 1933: Η τιμή του βουτύρου αυξήθηκε κατά 46%, της μαργαρίνης 40%, του χοιρινού 36%. Η κατανάλωση ζάχαρης μειώθηκε κατά 30% και οι πωλήσεις της μαργαρίνης κατά 35% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο.19

Η ναζιστική Γερμανία επιδίωξε να πιστωθεί την καταπολέμηση της ανεργίας, τα ποσοστά της οποίας έγιναν εκρηκτικά κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, λόγω της εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης. Δίπλα στη μείωση της ανεργίας πρέπει κανείς να δει και τον αριθμό των εργατών που δούλευαν κάτω από καταναγκαστικό καθεστώς. Η ελεύθερη επιλογή θέσης εργασίας είχε καταργηθεί, με ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις να επιβάλλουν όχι μόνο στρατιωτικούς κανονισμούς αλλά ακόμα και στρατιωτικές στολές στους εργαζομένους τους.20 Το Σεπτέμβρη του 1933 ο Γκέμπελς δήλωνε πως «το καλοκαίρι του 1935 δε θα υπάρχει ανεργία στη Γερμανία»21. Από τα 20,5 εκ. εργάτες και υπαλλήλους στο τέλος του 1932, τα 12 εκ. ήταν εργαζόμενοι και τα 8,5 εκ. άνεργοι. Στο τέλος του 1933, μετά από ένα χρόνο, οι εργαζόμενοι ήταν 13,3 εκ., άλλα 4,1 εκ. καταγράφονταν ως άνεργοι που αναζητούσαν εργασία, ενώ 3,1 εκ. δεν καταγράφονται ούτε ως εργαζόμενοι ούτε ως άνεργοι, αλλά είχαν «εξαφανιστεί» από τη στατιστική. Οι άνεργοι χωρίστηκαν σε τρία μέρη: Περίπου 4 εκ. συνέχισαν να λαμβάνουν ένα επίδομα - μέρος του μισθού, ένα δεύτερο μέρος περίπου 3 εκ. αντιμετωπίστηκε ως «αόρατο» και αφέθηκε στην εξαθλίωση, χωρίς καμία παροχή, ενώ ένα τρίτο μέρος περίπου 1 εκ. συγκεντρώθηκε στα Στρατόπεδα Εργασίας. Ενα μέρος επομένως του προλεταριάτου ζούσε σε στρατόπεδα, εργαζόταν χωρίς μισθό, σιτιζόταν ίσα-ίσα για να διατηρεί την ικανότητά του για εργασία, σε συνθήκες απαγόρευσης των σωματείων, χωρίς δικαίωμα σε ελεύθερο χρόνο και προσωπικές ελευθερίες, μακριά από το σπίτι και την οικογένειά του.22 Οι Ναζί συγκέντρωσαν πρώτους απ' όλους στα Στρατόπεδα Εργασίας τους πολιτικούς τους αντιπάλους και μια σειρά άλλες κατηγορίες πολιτών, τους οποίους χαρακτήριζαν ως «αντικοινωνικούς». Ανάμεσα σε αυτούς περιλαμβάνονταν οι μακροχρόνια άνεργοι, άτομα με αναπηρία ή με ασθένειες που θεωρούνταν κληρονομικές, αλλά και γυναίκες που είχαν εμπλακεί σε πορνεία.23

Το ναζιστικό καθεστώς μετέτρεψε τις γυναίκες σε παρίες όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην κοινωνική παραγωγή. Υιοθέτησε μια γραμμή «προστατευτισμού» με έμφαση στη μητρότητα και το νοικοκυριό. Χαρακτηριστικό για την αντίληψη των Ναζί για τη θέση και το ρόλο της γυναίκας είναι το παρακάτω απόσπασμα από το λόγο που εκφώνησε ο Χίτλερ στις 8 Σεπτέμβρη 1934, σε γυναίκες του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος: «Αν ο κόσμος του άντρα είναι το κράτος, η δέσμευση και ο αγώνας του εκ μέρους της κοινότητας, τότε ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως ο κόσμος της γυναίκας είναι ένας μικρότερος κόσμος. Για αυτή ο κόσμος είναι ο σύζυγός της, η οικογένεια, τα παιδιά, το σπίτι της. Ομως, πού θα βρισκόταν ο μεγαλύτερος κόσμος αν κανείς δεν ήθελε να φροντίζει το μικρότερο κόσμο; Πώς θα συνέχιζε ο μεγάλος κόσμος να υπάρχει αν δεν υπήρχε κανείς που να κάνει τη φροντίδα για το μικρό κόσμο επίκεντρο της ζωής του; Ο μεγάλος κόσμος εξαρτάται από αυτό το μικρό κόσμο! Ο μεγάλος κόσμος δε θα μπορούσε να επιβιώσει αν ο μικρός κόσμος δεν ήταν ασφαλής»24. Στην κατεύθυνση που προσδιορίζεται από την αντίληψη αυτή κινήθηκαν οι ναζιστικές πολιτικές όσον αφορά τις γυναίκες στα πρώτα χρόνια του Τρίτου Ράιχ. Το πεδίο μέσα στο οποίο κινούνταν η αποδεκτή για το ναζιστικό καθεστώς δραστηριότητα των γυναικών οριοθετήθηκε από τα 3 «Κ», Kinder, Kuche und Kirche, δηλαδή παιδιά, κουζίνα και εκκλησία.25

Από το καλοκαίρι του 1933 χορηγούνταν δάνεια σε όσα νέα ζευγάρια προχωρούσαν σε γάμο. Το ποσό του δανείου ισοδυναμούσε κατά μέσο όρο με 4-5 μισθούς βιομηχανικού εργάτη και οι όροι αποπληρωμής ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί, αφού το δάνειο ήταν άτοκο και ο ρυθμός της αποπληρωμής του ήταν 1% κάθε μήνα. Μάλιστα, το μηνιαίο ποσό αποπληρωμής μειωνόταν κατά ¼ για κάθε παιδί που αποκτούσε το ζευγάρι. Η χρηματοδότηση για την παροχή των δανείων αυτών προερχόταν από τη φορολόγηση των ανύπαντρων. Αξίζει να σημειωθεί ιδιαίτερα η προϋπόθεση που συνόδευε τη δανειοδότηση του ζευγαριού, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα, εφόσον εργαζόταν, έπρεπε να αποσυρθεί από την εργασία της. Από τον Αύγουστο του 1933 έως το Γενάρη του 1937 πήραν το συγκεκριμένο δάνειο 700.000 νέα ζευγάρια, δηλαδή πάνω από το ¼ των ζευγαριών που παντρεύτηκαν συνολικά.26 Στο χρηματικό ποσό του δανείου σημειώνονταν ακόμα διαφορές ανάμεσα στις γυναίκες που ανήκαν σε μεσοαστικά στρώματα και λάμβαναν 800-1.000 μάρκα και στις γυναίκες των φτωχότερων μικροαστικών στρωμάτων στις οποίες χορηγούνταν μικρότερα δάνεια της τάξης των 200-300 μάρκων.27

Στην πράξη οι άντρες ήταν οι άμεσοι και ενδεχομένως στην πραγματικότητα οι κύριοι δικαιούχοι των πολιτικών του ναζιστικού καθεστώτος για τις γυναίκες. Οι πολιτικές του εθνικοσοσιαλισμού προς τις γυναίκες ήταν στην πραγματικότητα πολιτικές απόσυρσης από την εργασία, προτροπής για τεκνοποίηση με κρατική στήριξη, που απευθύνονταν περισσότερο προς τη μεσοαστική οικογένεια και λιγότερο προς την εργατική. Οι προτροπές των Ναζί για μεγάλες οικογένειες και πολλά παιδιά συμπληρώνονταν με την επίθεση στην εργασία των γυναικών, ειδικά των παντρεμένων, που τις απομάκρυνε από την παραγωγή και δεν τους επέτρεπε να συντηρούν πολυμελείς οικογένειες. Οι εργαζόμενες που ήταν παντρεμένες κατηγορούνταν ότι ζούσαν με δύο μισθούς, δηλαδή το δικό τους και του άντρα τους. Οι οικογένειες στις οποίες εργάζονταν ο σύζυγος και η σύζυγος ή ο πατέρας και η κόρη υπέστησαν μεγάλη πίεση στα 1933-1934, ώστε οι γυναίκες να αποσυρθούν από την εργασία, σε όφελος παντρεμένων άνεργων αντρών.28 Αυτή η τάση χαρακτήρισε κυρίως το δημόσιο τομέα και τα στρώματα της υπαλληλίας, ενώ είχε μικρή επίδραση στη βιομηχανία και το εμπόριο. Οι γυναίκες που εργάζονταν ως υπάλληλοι αποσύρονταν από την εργασία σε μεγαλύτερο ποσοστό παρά τους πιο ψηλούς μισθούς και τις καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Παρά τη διάδοση των ναζιστικών απόψεων για τη γυναίκα και το καθήκον της να είναι αφοσιωμένη απόλυτα στο σύζυγο, τα παιδιά και την οικογένεια, η γυναικεία εργασία στη βιομηχανία δεν υποχώρησε θεαματικά: από το ποσοστό του 29,3% το 1933 έπεσε στο 25,2% το 1938.29 Από τη μια, τα συμφέροντα της εργοδοσίας απαιτούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό και οι εργαζόμενες γυναίκες αποτελούσαν ακριβώς τέτοιο. Από την άλλη, οι ναζιστικές αντιλήψεις για το ρόλο των γυναικών δε φαίνεται να είχαν την ίδια απήχηση στις οικογένειες των εργατών, οι οποίες ούτως ή άλλως δεν μπορούσαν να επιβιώσουν με ένα μόνο μισθό. Ετσι, δίπλα στη ναζιστική προπαγάνδα για την αφοσίωση των γυναικών στα παιδιά και το νοικοκυριό υπήρχαν οι συνθήκες ακραίας εκμετάλλευσης για τις εργάτριες. Για παράδειγμα, οι εργάτριες στη σιδηρουργία στη Βεστφαλία αμείβονταν με μισθούς πείνας της τάξης των 20 πφένιχ την ώρα, ποσό μικρότερο κι από το μισό του μέσου μισθού των γυναικών, ή οι εργάτριες στην κλωστοϋφαντουργία στην περιοχή της Σιλεσίας που αμείβονταν ακόμα χειρότερα.30 Στα εργοστάσια ηλεκτρικών ειδών (AEG) το ωρομίσθιο των εργατριών έπεσε την περίοδο 1933-1934 από τα 64-68 πφένιχ στα 50-55 και μόνο μια απεργιακή κινητοποίηση εμπόδισε μια περαιτέρω μείωση στα 45 πφένιχ.31

Τα επόμενα χρόνια με την ένταση της πολεμικής προετοιμασίας σημειώθηκε σημαντική αλλαγή στη στάση των Ναζί απέναντι στη γυναικεία εργασία. Στο τέλος της δεκαετίας του ’30 το ζήτημα της γυναικείας εργασίας έγινε ένα από τα πιο ακανθώδη εσωτερικά προβλήματα για το ναζιστικό καθεστώς. Η γυναικεία εργασία γινόταν σταδιακά όλο και πιο απαραίτητη στις πολεμικές προετοιμασίες, η επιστράτευσή τους όμως στην πολεμική βιομηχανία απαιτούσε τη λήψη μέτρων που έρχονταν σε δραματική αντίθεση με τις προηγούμενες ναζιστικές πολιτικές.

Η έλλειψη εργατικού δυναμικού εμφανίστηκε αρχικά το 1936. Ανάμεσα στον Ιούνη του 1936 και στο Νοέμβρη του 1937 η κυβέρνηση σταδιακά εξάλειψε την προϋπόθεση που απαιτούσε να αποσύρονται από την εργασία οι γυναίκες που λάμβαναν το δάνειο γάμου.32 Στα τέλη του 1938 τα κενά στην παραγωγή υπολογίζονταν σε 1 εκ., ενώ τα 3,5 εκ. γυναικών που δεν εργάζονταν και δεν είχαν παιδιά μικρότερα των 14 ετών αποτελούσαν την κύρια πιθανή δεξαμενή πρόσθετης εργασίας. Μέχρι το καλοκαίρι του 1939, πριν την εισβολή στην Πολωνία, μεγάλες εταιρίες είχαν αρχίσει να απορρίπτουν νέα συμβόλαια με τις ένοπλες δυνάμεις, επειδή η έλλειψη εργατικού δυναμικού ήταν τόσο σοβαρή που δεν μπορούσαν ούτε να υπολογίσουν το χρόνο παράδοσης.33

Το χειμώνα του 1939-1940, στα προεόρτια δηλαδή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μπροστά στη σοβαρή έλλειψη εργατικού δυναμικού τέθηκε το ζήτημα της επιστράτευσης των γυναικών στην πολεμική βιομηχανία. Μαραθώνιες διαβουλεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη προκειμένου να μπει σε εφαρμογή ένα σχέδιο επιστράτευσης του γυναικείου εργατικού δυναμικού. Τελικά, στις 4 Ιούνη 1940 ο Γκέρινγκ ανακοίνωσε πως δε θα υπογραφόταν κανένα τέτοιο διάταγμα και πως οι αιχμάλωτοι πολέμου θα αρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες της Γερμανίας σε εργατικό δυναμικό, χωρίς η κυβέρνηση να χρειαστεί να βγάλει τις γυναίκες από το σπίτι.34 Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης λειτουργούσαν και ως δουλεμπορικά γραφεία και νοίκιαζαν εργαζόμενους σε επιχειρήσεις. Ωστόσο το θέμα δεν έκλεισε αλλά επανήλθε δυο φορές κατά το 1941, αν και απορρίφθηκε από τον ίδιο το Χίτλερ. Και πάλι το Γενάρη του 1943, μπροστά στην επίθεση του Κόκκινου Στρατού, οι γυναίκες από 17 έως 45 ετών κλήθηκαν να καταγραφούν από τις αρμόδιες αρχές για να εξεταστεί η δυνατότητά τους να εργαστούν στην πολεμική βιομηχανία. Σύμφωνα όμως με τις εκτιμήσεις των ίδιων των Ναζί αξιωματούχων η κίνηση κατέληξε σε αποτυχία.35

3 σχόλια:

  1. Ωραίο κείμενο.

    Υπάρχει, κατά την γνώμη σου, άλλη ουσιώδης διαφορά μεταξύ φασισμού και δικτατορίας, πέρα από την κινητοποίηση υπέρ του πρώτου πλατιών λαϊκών μαζών?

    JKL

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η δικατορία είναι παλαιότερο φαινόμενο του φασισμού. Ο φασισμός αναδύεται σε άμεση συνάρτηση με την ανάδυση του ιμπεριαλισμού ως μονοπωλιακού καπιταλισμού, την όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ αστικών κεφαλαίων και ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη σε κάθε χώρα, και για τον λόγο αυτό είναι εξίσου εθνικιστικός/σωβινιστικός/ρατσιστικός (διεθνής αντίθεση) και αντεργατικός/αντικομμουνιστικός (εθνική αντίθεση).

    Η δικτατορία είναι πολιτειακή μορφή και δεν έχει ενδογενή σχέση με τον ιμπεριαλισμό, ούτε με την αντίδραση. Η περίοδος της Τρομοκρατίας στην αστική γαλλική επανάσταση ήταν περίοδος δικτατορίας, για παράδειγμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η Καθημερινή, ο ναζισμός, τα συσσίτια, οι γεωργιανές και τα χαστούκια:
    " «Ακου, αυτό που έγινε με την Κανέλλη, για παράδειγμα, δεν με πολυπείραξε. Δεν έχει σημασία αν είναι ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ ή όποιος θέλει. Είχα χάσει την εμπιστοσύνη μου στο πολιτικό σύστημα γενικά, γι’ αυτό δεν με πείραξε. Το πρόβλημα άρχισε με τα χτυπήματα στους ξένους και τα συσσίτια μόνο για Ελληνες, μια διαδικασία εξευτελιστική. Καλύτερα να πεινάς παρά να πας εκεί»."
    http://www.kathimerini.com.cy/index.php?pageaction=kat&modid=1&artid=148291


    Εκτός του ότι εμπεδώσαμε ότι καλό είναι να χαστουκίζεις καθημερινά τη γυναίκα σου, εσύ μπορεί να μην ξέρεις το λόγο, αλλά αυτή ξέρει, διαπιστώσαμε επιπλέον ότι το ΚΚΕ φοριέται ΚΑΙ με το ΠΑΣΟΚ !!!

    -Εκτός της Χ.Α. (τάτσι μίτσι στη Χαλυβουργία, πρώην ΚΚΕς ο δολοφόνος Ρουπακιώτης)

    -Εκτός του ότι είναι υπαίτιο για ΟΛΗ την μεταπολιτευτική σαπίλα απλά με ένα "φου" (πάλι Καθημερινή και Παπαχελάς:Το ΚΚΕ έχει το δικό του μερίδιο ευθύνης για το πού βρίσκεται η χώρα, αν και πολύ μεγαλύτερο έχουν οι πολιτικοί και ταγοί της αστικής τάξης, οι οποίοι λαΐκιζαν ασύστολα μόλις το ΚΚΕ τούς έκανε... «φου». http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_14/11/2012_469954

    -Εκτός των ΜΑΤ (περιφρούρηση της βουλής Καρατζαφέρης, Άδωνις, αντιεξουσιαστές, Παύλος Παπαδόπουλος του Βλήματος: «Θα γίνουµε Αργεντινή. Θα µπουν µέσα και θα µας σκοτώσουν» φώναξε ο κ. Θ. Πάγκαλος όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο των τριών υπαλλήλων. Βρισκόταν στη Βουλή και δίπλα του οι βουλευτές που τον άκουσαν πάγωσαν, πιστεύοντας ότι ο όχλος θα εισβάλει και θα τους λιντσάρει. Είχαν υπολογίσει χωρίς την... κυρία Αλέκα Παπαρήγα! Η γενική γραµµατέας του ΚΚΕ, µονίµως καχύποπτη και προνοητική, είχε δώσει αυστηρές εντολές στην οµάδα περιφρούρησης του ΠΑΜΕ. Οι γεροδεµένοι κοµµουνιστές, αντί να καταλάβουν τα (πρώην) Ανάκτορα, υπάκουσαν και τα προφύλαξαν εµποδίζοντας τον «συνασπισµό» ακροαριστερών και παρακρατικών να σπάσουν τον αστυνοµικό κλοιό από την πλευρά του Μνηµείου του Αγνωστου Στρατιώτη. Για µία ακόµη φορά το ΚΚΕ έσωσε την αστική δηµοκρατία... "
    http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=425382


    Το πιο δογματικό, ξύλινο, απολιθωμένο, αντικοινωνικό, απομονωμένο και αμπνόρμαλ κόμμα, που όμως όλως παραδόξως ταιριάζει με ότι είναι βρώμικο και σάπιο.
    Και όλα αυτά με ένα ταπεινό ποσοστό γύρω στο 5% !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή