Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Domenico Losurdo-Προς μια κριτική της κατηγορίας του Ολοκληρωτισμού (ΙΙ)

Η ψυχροπολεμική στροφή και η συνεισφορά της Χάνα Άρεντ

Μετά την δημοσίευση της Καταγωγής του Ολοκληρωτισμού, οι αμφισημίες της συζήτησης που σκιαγραφήσαμε εν συντομία έχουν την τάση να εξαφανίζονται. Τον Μάιο του 1948, η Άρεντ αποκήρυττε την "ανάπτυξη ολοκληρωτιστικών μεθόδων" στο Ισραήλ, αναφερόμενη στην "τρομοκρατία", τον εκτοπισμό και τις απελάσεις του αραβικού πληθυσμού. Τρία μόλις χρόνια αργότερα, ο χώρος για κριτική της σύγχρονης Δύσης είχε εξαφανιστεί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, η μόνη πολιτικά ορθή θέση ήταν αυτή που είχε ως αποκλειστικό στόχο τη Γερμανία του Χίτλερ και την Σοβιετική Ένωση.

Η θέση αυτή θριάμβευσε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και μετά. Στις 12 Μαρτίου του 1947, ο Χάρι Τρούμαν ανακήρυττε το "δόγμα" που πήρε το όνομά του: μετά τη νίκη στον πόλεμο κατά της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, είχε ξεκινήσει μια νέα φάση στον αγώνα για ελευθερία. Η απειλή τώρα ήταν η Σοβιετική Ένωση: "τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που επιβάλλονται στους ελεύθερους λαούς, με έμμεση ή άμεση βία, υπονομεύουν τα θεμέλια της διεθνούς ειρήνης και συνεπώς την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών."

Το ζήτημα είναι ξεκάθαρο εδώ: δεν πρέπει να πηγαίνει κανείς ιστορικά πίσω απ' τον εικοστό αιώνα. Συν τοις άλλοις, δεν έχει νόημα να επιτίθεται κανείς στους σοσιαλδημοκράτες μαζί με τους κομμουνιστές. Όσο σοβαρά λάθη κι αν είχαν κάνει, οι σοσιαλδημοκράτες ήταν πλέον συνήθως σύμμαχοι του δυτικού κόσμου. Και το να χρησιμοποιήσει κανείς μια προσέγγιση παρόμοια με του Βιτφόγκελ θα ήταν αποπροσανατολιστικό για δυο λόγους. Η έννοια του "Ανατολίτικου δεσποτισμού" δεν μπορούσε να νομιμοποιήσει την παρέμβαση των ΗΠΑ, για παράδειγμα, στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε στην Κίνα (όπου, αμέσως μετά την διακήρυξη του δόγματός του, και ακριβώς στο όνομα του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, ο Τρούμαν δεσμεύτηκε να υποστηρίξει τον Τσαγκ-Κάι-Τσεκ). Από την άλλη, η επιμονή στις πραγματικές συνθήκες οι οποίες θα εξηγούσαν την κατάφαση στην "ολική εξουσία", θα έκανε την καταδίκη των κομμουνιστών πιο δύσκολη και λιγότερο επιθετική. Για τον λόγο αυτό, κυριάρχησε η επαγωγική προσέγγιση. Ο Ψυχρός Πόλεμος πήρε τη μορφή ενός διεθνούς εμφυλίου πολέμου, που διέσπασε όλες τις χώρες από μέσα. Ο καλύτερος τρόπος που είχε η Δύση για να αντιμετωπίσει αυτόν τον πόλεμο ήταν να εδραιωθεί ως υπερασπιστής του αγώνα ενάντια στον νέο ολοκληρωτισμό, ο οποίος έγινε η απαραίτητη και αναπόφευκτη συνέπεια της κομμουνιστικής ιδεολογίας και προγράμματος.

Πού τοποθετείται στο πλαίσιο αυτό η συνεισφορά της Άρεντ; Αμέσως μετά την δημοσίευση της, η Καταγωγή του Ολοκληρωτισμού τέθηκε υπό σκληρή κριτική από τον Γκόλο Μαν:
Τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου ασχολούνται με την προϊστορία του ολοκληρωτικού κράτους. Εδώ όμως οι αναγνώστες δεν θα βρουν αυτό που συνήθως συναντούν σε παρόμοιες μελέτες, δηλαδή έρευνα για την ιδιαίτερη ιστορία της Γερμανίας, της Ιταλίας ή της Ρωσσίας....Αντ' αυτού, η Χάνα Άρεντ αφιερώνει τα δύο τρίτα του έργου της στον αντισημιτισμό και τον ιμπεριαλισμό, ιδιαίτερα τον αγγλικού στυλ ιμπεριαλισμό. Δεν μπορώ να την συμμεριστώ...Μόνο στο τρίτο μέρος, το οποίο εκπροσωπεί όλο το βιβλίο, αντιμετωπίζει όντως το θέμα η Χάνα Άρεντ.
Αυτό το οποίο ο Μαν αντελήφθη ως ουσιαστικά εκτός θέματος είναι οι σελίδες [Σ.τ.Μ: σελ. 3-302, έκδοση 1994] που αφιερώνονται στον αντισημιτισμό και τον ιμπεριαλισμό. Κι όμως, το ζήτημα ήταν να εξηγηθεί η γέννεση ενός καθεστώτος όπως του Χίτλερ, το οποίο είχε ως ρητό στόχο τη δημιουργία, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, μιας μεγάλης αποικιακής αυτοκρατορίας που να βασίζεται στην κυριαρχία μιας καθαρής, λευκής, Άρειας φυλής, όταν το εβραϊκό μικρόβιο της ανατροπής, το οποίο πυροδοτούσε τις εξεγέρσεις των Untermenschen [υπανθρώπων] και των κατώτερων φυλών, είχε εξαλειφθεί άπαξ και διαπαντός.

Όμως ο Μαν συλλαμβάνει ένα πραγματικό πρόβλημα. Πώς γίνεται το τελευταίο μέρος του βιβλίου της Άρεντ, το οποίο στοχεύει αποκλειστικά την ΕΣΣΔ του Στάλιν και το Τρίτο Ράιχ, να συνυπάρξει αρμονικά με τα δύο πρώτα, όπου η Άρεντ ασκεί κριτική στη Γαλλία (για τον αντισημιτισμό της) και ιδιαίτερα στην Αγγλία (για τον ιμπεριαλισμό της); Η Αγγλία ήταν η χώρα που έπαιξε κεντρικό και καταστροφικό ρόλο στον αγώνα ενάντια στη γαλλική επανάσταση. Ο Έντμουντ Μπερκ δεν περιορίστηκε στο να υπερασπιστεί την φεουδαρχική αριστοκρατία εσωτερικά, αλλά επέκτεινε "την αρχή των προνομίων αυτών για να συμπεριληφθεί όλος ο αγγλικός λαός, εδραιώνοντάς τον έτσι ως ένα είδος αριστοκρατίας των εθνών" (Άρεντ, σελ. 176). Εδώ πρέπει να αναζητηθεί η γένεση του ρατσισμού, "του κύριου ιδεολογικού όπλου της ιμπεριαλιστικής πολιτικής" (Άρεντ, σελ. 160). Είναι κατανοητό λοιπόν πως αυτές οι επίφοβες ιδέες ριζώθηκαν ιδιαίτερα στην Αγγλία, όπου τράφηκαν από την αγγλική εμμονή με "θεωρίες κληρονομικότητας και του σύγχρονου ομολόγου τους, της ευγονικής." Η θέση του Ντισραέλι δεν ήταν πολύ διαφορετική απ' αυτή του Γκομπινώ: και οι δυο τους ήταν αφοσιωμένοι υπερασπιστές της "φυλής", αν και μόνο ο Ντισραέλι πέτυχε να εξασφαλίσει θέσεις τέτοιας δύναμης και ισχύος. Περαιτέρω, ήταν πάνω απ' όλα στις αγγλικές αποικίες όπου μια ισχύς ελεύθερη από τους περιορισμούς της καπιταλιστικής μητρόπολης είχε αρχίσει να θεωρητικοποιείται και να να εφαρμόζεται πειραματικά στις "υποτελείς φυλές." Ήδη μέσα στην αγγλική αυτοκρατορία, αναφάνηκε ο πειρασμός να χρησιμοποιηθούν "διοικητικές σφαγές" ως εργαλεία εξασφάλισης της κυριαρχίας. Αυτό είναι το σημείο έναρξης για την κατανόηση της ιδεολογίας και πρακτικής του Τρίτου Ράιχ. Το πορτραίτο του Λόρδου Κρόμερ που σκιαγραφεί η Άρεντ μοιάζει μ' αυτό που θα σκιαγραφούσε αργότερα για τον Άντολφ Άιχμαν: το τετριμμένο κακό μοιάζει να βρίσκει την αρχική του αδύναμη ενσάρκωση στον βρετανό "ιμπεριαλιστικό διοικητικό υπάλληλο" που, με την "αδιαφορία του και την ψυχρότητά του, με την γνήσια έλλειψή ενδιαφέροντός του για τους υποτελείς του", αναπτύσσει μια "φιλοσοφία του γραφειοκράτη" και μια "νέα μορφή διακυβέρνησης", "μια πιο επικίνδυνη μορφή διακυβέρνησης από τον δεσποτισμό και την αυθαιρεσία" (Άρεντ, σελ. 211, 212, 213). Η κριτική της Άρεντ στον Κρόμερ είναι ιδιαίτερα σκληρή, αλλά εξαφανίζεται μυστηριωδώς στο τρίτο μέρος της Καταγωγής του Ολοκληρωτισμού.

Το γεγονός είναι ότι το βιβλίο της Άρεντ είναι στην πραγματικότητα φτιαγμένο από δύο διαφορετικά στρώματα τα οποία γράφτηκαν σε δύο διαφορετικές περιόδους, και τα οποία χωρίζονται από το βαρυσήμαντο σημάδι που άφησε το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου. Όταν ήταν ακόμα στη Γαλλία, η Άρεντ έβλεπε το βιβλίο που έγραφε ως "ένα συνοπτικό έργο για τον αντισημιτισμό και τον ιμπεριαλισμό", ως μια ιστορική εξέταση αυτού που τότε ονόμαζε "ρατσιστικό ιμπεριαλισμό", της πιο ακραίας μορφής καταστολής εθνικών μειονοτήτων από το ηγεμονικό έθνος ενός κυρίαρχου κράτους. Στην φάση εκείνη, αντί να είναι στόχος, η ΕΣΣΔ ήταν μάλλον, μοντέλο προς μίμηση. Έπρεπε να της πιστωθεί, όπως παρατηρούσε η Άρεντ το φθινόπωρο του 1942 (και αφού μετακόμισε στις ΗΠΑ και παρακολουθούσε από εκεί την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα), με το ότι είχε "απλώς εξαλείψει τον αντισημιτισμό" μέσω μιας "ορθής και πολύ σύγχρονης λύσης του εθνικού ζητήματος." Στο Να αναστοχαστούμε τον Σιωνισμό [Zionism Reconsidered], που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1945, η Άρεντ έκανε μια ακόμα σημαντικότερη παρατήρηση:
Αυτό στο οποίο κάθε πολιτικό και εθνικό κίνημα των καιρών μας θα έπρεπε να δώσει την απόλυτη προσοχή του σε ό,τι αφορά τη Ρωσία --δηλαδή, την εντελώς καινοτόμο και επιτυχή της προσέγγιση στις εθνικές συγκρούσεις, την νέα μορφή της οργάνωσης διαφορετικών εθνών στη βάση της εθνικής ισότητας-- αυτό αγνοείται κι απ' τους φίλους της κι απ' τους εχθρούς της.
Επέλεξα τα πλάγια στοιχεία για να δώσω έμφαση στην ανατροπή θέσης που θα λάμβανε χώρα λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Στάλιν θα κατηγορούνταν ότι ενσυνείδητα διέλυσε τις υφιστάμενες οργανώσεις για να παράξει με τεχνητά μέσα την άμορφη μάζα που αποτελούσε τη βάση της έλευσης του ολοκληρωτισμού.

Σύμφωνα με το τρίτο μέρος της Καταγωγής του ολοκληρωτισμού, αυτό το οποίο χαρακτηρίζει τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό είναι η θυσία, την οποία ενέπνευσε και προκάλεσε ο Μαρξ, της ηθικής στον βωμό της φιλοσοφίας της ιστορίας και των "απαραίτητων" νόμων της. Όμως τον Ιανουάριο του 1946, η Άρεντ είχε εκφραστεί με πολύ διαφορετικούς όρους:
Στη χώρα που έκανε τον [Εβραίο] Ντισραέλι πρωθυπουργό της, ο Εβραίος Καρλ Μαρξ έγραψε Το Κεφάλαιο, ένα βιβλίο το οποίο, με τον φανατικό του ζήλο για δικαιοσύνη, στάθηκε φορέας της εβραϊκής παράδοσης πολύ περισσότερο από όλη την επιτυχία του "εκλεκτού της εκλεκτής φυλής."
Ως θεωρητικός της δικαιοσύνης, ο Μαρξ αναπαρίσταται εδώ μάλλον θετικά, και σε οξεία αντίθεση με έναν άγγλο πρωθυπουργό που διατύπωνε θεωρίες οι οποίες θα κληρονομούνταν και θα ριζοσπαστικοποιούνταν αργότερα από το Τρίτο Ράιχ.

Κατά τη διάρκεια της μετάβασης  απ' τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου, τα οποία συγκρατούν ακόμα την ορμή του αγώνα κατά του Ναζισμού, στο τρίτο, το οποίο συνδέεται αντ' αυτού με το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου, η έννοια του ιμπεριαλισμού (μια έννοια που περιλαμβάνει πρώτα από όλα τη Μεγάλη Βρετανία και το Τρίτο Ράιχ ως ένα είδος έκφρασης του ανώτατου σταδίου του ιμπεριαλισμού) αντικαθίσταται από την έννοια του ολοκληρωτισμού (η οποία περιλαμβάνει την ΕΣΣΔ του Στάλιν και το Τρίτο Ράιχ).

Τα είδη του γένους του ιμπεριαλισμού δεν συμπίπτουν με τα είδη του γένους του ολοκληρωτισμού. Ακόμα και το είδος που προφανώς μένει απαράλλαχτο, δηλαδή η Γερμανία, περιγράφεται στην πρώτη περίπτωση ως κάτι που ξεκινά με τον Γουλιέλμο τον δεύτερο, και στη δεύτερη ως κάτι που εμφανίζεται το 1933. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την μορφική συνοχή, το αρχικό σχέδιο φαίνεται να είναι πιο στιβαρό. Αφού διαλεύκανε το γένος του "ιμπεριαλισμού", ιχνηλατώντας τις συγκεκριμένες διαφορές του φαινομένου αυτού, το αρχικό σχέδιο περνούσε στην ανάλυση του είδους του "φυλετικού ιμπεριαλισμού." Αλλά πώς μπορούσαν πλέον να ενταχθούν σ' ένα συνεκτικό σύνολο οι έννοιες του ολοκληρωτισμού και του ιμπεριαλισμού; Και τι είδος σχέση τις συνέδεε αμφότερες με την έννοια του αντισημιτισμού; Οι απαντήσεις της Άρεντ σ' αυτά τα ερωτήματα μοιάζουν να αναζητούν μια τεχνητή εναρμόνιση μεταξύ δύο επιπέδων που συνεχίζουν να μην είναι σχεδόν καθόλου συμβατά.

Αντί να είναι ένα βιβλίο, Η καταγωγή του Ολοκληρωτισμού αποτελείται στην πραγματικότητα από δύο βιβλία τα οποία, παρά τις προσαρμογές που έκανε αργότερα η Άρεντ, δεν μπορούν να πετύχουν καμία ουσιαστική ενότητα. Διάσημοι ιστορικοί και ιστορικοί των ιδεών (όπως ο Καρ και ο Στούαρτ Χιούζ) έγραψαν κριτικές για το βιβλίο με σεβασμό και κάποιες φορές με θαυμασμό, αλλά πρόσεξαν αμέσως την ασυμμετρία μεταξύ της πραγματικής και διεξοδικής γνώσης της Άρεντ για το Τρίτο Ράιχ και της ανακριβούς της κατανόησης της Σοβιετικής Ένωσης. Πιο συγκεκριμένα, τόνισαν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η προσπάθεια της Άρεντ να προσαρμόσει την ανάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (η οποία συνδέεται με το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου) στην ανάλυση του Τρίτου Ράιχ (η οποία είναι ριζωμένη στα χρόνια της πλατιάς συμμαχίας κατά του φασισμού και του Ναζισμού).

1 σχόλιο:

  1. Είδα χτες σε θερινό κινηματογράφο την ταινία Ηannah Αrendt, και ξαφνικά μου έγινε οικείο το άρθρο. Πρόκειται για την κάλυψη της δίκης του Άντολφ Άιχμαν και μέσα από αυτή προκύπτουν ερωτήματα ως προς την φύση του κακού, την συμπεριφορά του σκεπτόμενου ανθρώπου, την μεθοδολογία «κατασκευής» υπανθρώπων και διάφορα «υπαρξιακά» ερωτήματα. Δεν είχε καμία απολύτως αναφορά στην Σοβιετική Ένωση.
    Δυστυχώς δεν είχα σημειωματάριο μαζί μου (μα και εγώ πού πάω κινηματογράφο χωρίς σημειωματάριο;) και κράτησα δύο φράσεις:

    «Το σκέπτεσθαι δεν οδηγεί στην γνώση. Οδηγεί στην διάκριση μεταξύ καλού και κακού.»

    «Το κακό δεν μπορεί να είναι ριζοσπαστικό ή βαθύ. Το κακό είναι ακραίο.
    Ριζοσπαστικό και βαθύ είναι το Καλό»

    ΑπάντησηΔιαγραφή