Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Κ. Ιωαννίδης-Το μεταμοντέρνο: Άλλο ένα ιστορικό αδιέξοδο (ΙΙ)

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

Η απάντηση στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, αυτό της σχέσης της νόησης με το Είναι συνδέεται άμεσα με το ερώτημα της σχέσης των σκέψεών μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει και της δυνατότητας του ανθρώπου, μέσω των παραστάσεων και των εννοιών του για τον πραγματικό κόσμο, να συνθέσει ένα σωστό αντικαθρέφτισμα της πραγματικότητας.

Σε αυτά τα ερωτήματα το μεταμοντέρνο δεν παίρνει μια σαφή θέση. Ακολουθώντας τη φιλοσοφική παράδοση του νεοθετικισμού αλλά και της σκέψης του Νίτσε, δίνει έμφαση στην απάντηση στο δεύτερο κυρίως ερώτημα, αυτό της δυνατότητας του υποκειμένου να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα.

Ενδειξη αυτής της φιλοσοφικής στάσης είναι η τοποθέτηση του Φουκό σύμφωνα με τον οποίο «…το θέμα είναι να εκλείψει το δίλημμα του γνωρίζοντος υποκειμένου…»[12], ενώ χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Λυοτάρ ως προς το ζήτημα της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο γάλλος στοχαστής υποστηρίζει πως «με τη σύγχρονη επιστήμη συμβαδίζει, με όποιο τρόπο κι αν τη χρονολογήσουμε, ένας κλονισμός της πίστης και τρόπον τινά, ως επακόλουθο της ανακάλυψης άλλων πραγματικοτήτων, η ανακάλυψη πόσο λίγο πραγματική είναι η πραγματικότητα»[13].


Είναι φανερό ότι διατυπώσεις τέτοιου είδους βασίζονται στη στρεβλή κατανόηση των πορισμάτων των φυσικών επιστημών σε συνάρτηση με τη νεοθετικιστική παράδοση[14] και τη Νιτσεϊκή σύνδεση μεταξύ αλήθειας και δύναμης[15]. Συνείδηση αυτής της επιρροής από τις εξελίξεις στις θετικές επιστήμες φαίνεται να έχουν και οι ίδιοι αφού αναγνωρίζουν ότι η μεθοδολογία και η γλώσσα της γνωστικής διαδικασίας είναι αυτή των θετικών επιστημών. Περίοπτη θέση στην γνωσιολογία των μεταμοντέρνων έχει η φιλολογία περί συνηγορίας των πορισμάτων της κβαντικής θεωρίας και της μικροφυσικής στη μεταμοντέρνα απάντηση στο ζήτημα της γνωστικής ικανότητάς μας να αναπαραστήσουμε την πραγματικότητα[16]. Απέναντι σε αυτήν την, κατά βάθος, φιλοσοφική τοποθέτηση και κατανόηση της κβαντικής δεν τοποθετήθηκαν μόνο μαρξιστές επιστήμονες αλλά και άλλοι προοδευτικοί επιστήμονες οι οποίοι αναγνώρισαν σε αυτήν μια τάση ανορθολογισμού στην επιστήμη και ακύρωσης των νόμων του φυσικού και κοινωνικού γίγνεσθαι. Ετσι, η άρνηση της δυνατότητας στον άνθρωπο να γνωρίσει - άρα και να μεταμορφώσει τον κόσμο- θα συνδεθεί άμεσα με τη μετωπική επίθεση στους νόμους της αιτιότητας[17].

Στο σημείο αυτό, οι κατηγορίες της αιτιότητας και της νομοτέλειας θα γίνουν αντικείμενο κριτικής υπό το πρίσμα της σχέσης τους με τις διαφωτιστικές αξίες και ιδανικά. Ο κύριος όμως στόχος είναι η μαρξιστική φιλοσοφία και η θεμελίωση των νόμων του ιστορικού υλισμού άρα και της επαναστατικής δράσης των μαζών. Σύμφωνα με το Jean Baudrillard, η έννοια της αναγκαιότητας είναι ηθική έννοια υπαγορευμένη από την πολιτική οικονομία. Ο μαρξισμός, υποστηρίζει, «…έχει κρατήσει τη θρησκεία, έχει κρατήσει αυτό το ηθικολόγο φάντασμα μιας Φύσης που πρέπει να υπερνικηθεί, έχει υιοθετήσει χωρίς να περιστείλει την ιδέα της Αναγκαιότητας, εκκοσμικεύοντάς την κάτω από την οικονομική έννοια της στέρησης»[18].

Δεν είναι δύσκολο να συμπεράνουμε τα φιλοσοφικά και πολιτικά συμπεράσματα από τη μεταμοντέρνα απόρριψη της αιτιοκρατίας και την αποδοχή των «ριζικών μεταπτώσεων». Αμεσο επακόλουθο είναι η έμπρακτη εφαρμογή αυτών των σκέψεων στο πολιτικό επίπεδο, γενικεύοντας έτσι έναν αντιδραστικό στοχασμό που θεωρεί ότι όλα είναι σχετικά και αναμενόμενα (αφού δεν υπάρχουν νόμοι) αλλά αυτά που αναμένουμε δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα όρια του μικρού και πολύ συγκεκριμένου τόπου δράσης μας, (αφού η καθολική σκέψη και πράξη έχει «εξοριστεί» στο χώρο της μεταφυσικής).

Πριν όμως σταθούμε αναλυτικά στις ιστορικές και πολιτικές στοχεύσεις των μεταμοντέρνων, κρίνουμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε την (κακο)-μεταχείριση μιας άλλης σημαντικής έννοιας, αυτήν της ολότητας.


ΟΛΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ, ΜΙΑ ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφωνίες των μεταμοντέρνων, όλοι συμφωνούν σε ένα σημείο, που παίρνει το χαρακτήρα υπεράσπισης των φιλοσοφικών και εννοιολογικών οχυρών του μεταμοντέρνου, ο πόλεμος ενάντια στην ολότητα και την καθολική φιλοσοφική δραστηριότητα αποτελεί τον όρο ύπαρξης και αναπαραγωγής αυτού και άλλων ρευμάτων της αστικής φιλοσοφίας και συμβάλλει αποφασιστικά στην απορρόφηση των κραδασμών από την πάλη των λαών και την -έστω και θολή- αμφισβήτηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν αρχικά το Λυοτάρ να μας παρέχει τη γνωσιολογική τεκμηρίωση αυτής της εναντίωσης:

«Διαθέτουμε βέβαια την ιδέα του κόσμου (της ολότητας αυτού που είναι), αλλά όχι και την επιτηδειότητα να επιδείξουμε ένα παράδειγμά της. Εχουμε την ιδέα του απλού (του μη περαιτέρω διαιρετού), όμως δεν μπορούμε να το καταστήσουμε εποπτικά σαφές μέσω ενός αισθητού αντικειμένου, το οποίο θα δρούσε ως περίπτωση ιδέας…»[19]. Ενώ οι φιλοσοφικές και πολιτικές του στοχεύσεις εκφράζονται ως εξής:

«Πληρώσαμε ακριβά τη νοσταλγία για το όλο και το ένα, για τη συμφιλίωση έννοιας κι αισθητικότητας, για διαφανή και κοινοποιήσιμη εμπειρία. Πίσω από τη γενική απαίτηση για χαλάρωση κι εφησυχασμό διακρίνουμε, εντούτοις, πολύ καθαρά τον ψίθυρο της επιθυμίας να ξαναρχίσει ο τρόμος για μια ακόμη φορά… Η απάντηση σ’ αυτά είναι: να πολεμήσουμε το όλον, να δώσουμε μαρτυρία για το μη-αναπαραστάσιμο, να ενεργοποιήσουμε τις διαφορές, να σώσουμε την τιμή του ονόματος»[20] .

Πιστεύουμε πως το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται σιγά-σιγά. Ανακηρύσσοντας τον πόλεμο στο όλο, το μεταμοντέρνο αναδεικνύεται ως εχθρός α) της καθολικής αναπαράστασης της πραγματικότητας και β) της ριζικής αλλαγής ενός κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού που στην περίπτωσή μας δεν είναι άλλος από τον καπιταλιστικό (και αυτό δε νομίζουμε ότι το έχουν ξεχάσει οι μεταμοντέρνοι). Αυτή όμως η προτροπή «να πολεμήσουμε το όλον» φανερώνει και την οριστική ρήξη των μεταμοντέρνων με τις καλύτερες στιγμές της σκέψης της ανθρωπότητας. Ας γίνουμε όμως πιο αναλυτικοί.

Η ιδέα της ολοκλήρωσης του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του μέσα στην κοινότητα, δεν είναι μαρξιστική (στον Μαρξ όμως παίρνει έναν ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα και βάθος). Από τον Αριστοτέλη μέχρι το Χέγγελ, είναι βασική κατευθυντήρια ιδέα τόσο από την άποψη του προβληματισμού πάνω στο ερώτημα για την ουσία του ανθρώπου, όσο και από την πλευρά της οικοδόμησης του πολιτειακού ιδανικού κάθε φιλοσόφου (από την Πολιτεία του Πλάτωνα μέχρι την Αυτοσυνείδηση του Πνεύματος στον Χέγγελ). Είναι φανερό πως αυτός ο προβληματισμός μέσα στην πορεία της ιστορίας της φιλοσοφίας αλλά και γενικότερα της ανθρωπότητας, απηχεί την ένταση με την οποία τίθεται κάθε φορά το ερώτημα της ευτυχίας και ολοκλήρωσης του ατόμου. Για τους μεταμοντέρνους όμως δε φαίνεται να ισχύει ούτε καν το ενδιαφέρον για τη ριζική ανάπλαση του ανθρώπου και της ζωής του. Ακόμα παραπέρα, «αυτός ο πόλεμος εναντίον του όλου, (…) εκπίπτει αναπόφευκτα σ’ ένα παιχνίδι αυτοκαταστροφής, όπου η κατάφαση της διαφοράς αναδεικνύεται σε αυτοσκοπό, όπου η αποδοχή της ιδιαιτερότητας όχι μόνο δε λειτουργεί ως έναυσμα για συνάντηση, αλλά καταδικάζει το φορέα της να ζήσει σε μια απέραντη έρημο εκατομμυρίων απομονωμένων υπάρξεων…»[21].

Ποιες όμως είναι οι αιτίες αυτού του πολέμου μέχρις εσχάτων ενάντια στην έννοια της ολότητας;

Ο Φουκό μιλώντας για τις συνθήκες ανάπτυξης του «νέου τύπου» του διανοούμενου αναφέρεται στις αλλαγές στο πεδίο έρευνας των ίδιων των διανοουμένων. Υποστηρίζει ότι «γεννήθηκε ένας νέος τρόπος σύνδεσης «της θεωρίας με την πρακτική. Οι διανοούμενοι συνήθισαν να δουλεύουν, όχι στην τροπικότητα του «καθολικού» (…) αλλά σε ειδικούς τομείς…»[22], ενώ συνεχίζοντας μας καλεί να πάψουμε να θεωρούμε το διανοούμενο ως φορέα καθολικών αξιών.

Κατά τη γνώμη μας οι αιτιάσεις των μεταμοντέρνων δε στερούνται αντικειμενικότητας. Εκφράζουν την αστική –άρα περιορισμένη και στρεβλή- κατανόηση αντικειμενικών αλλαγών στα πλαίσια της επιστημονικής κοινότητας. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι αυτές οι αλλαγές «μεταφράζονται» σε απόρριψη της ιδέας της καθολικότητας συνδέεται με γενικότερους πολιτικούς προσανατολισμούς καθώς και με την έκφραση σε αφηρημένο επίπεδο, των αλλαγών στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ήδη αναφέραμε.

Για να απαντήσουμε όμως συγκεκριμένα για τις συνθήκες ανάπτυξης του πολέμου ενάντια στην ολότητα, πρέπει να δώσουμε μια ξεκάθαρη απάντηση για την έννοια που δέχεται το μεταμοντέρνο. Αυτή δεν είναι άλλη από τη διαφορά ή αλλιώς ετερότητα[23]. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε τη μεταμοντέρνα προτίμηση στη διαφορά ως:

- Φυγή από μια πραγματικότητα που φαντάζει τρομακτική και ολοκληρωτική.

- Εκφραση του τεχνολογικού φετιχισμού της αστικής σκέψης με βάση τον οποίο, η εικόνα ενός απέραντου δικτύου ηλεκτρονικής επικοινωνίας συνηγορεί στην αλλοίωση των καθολικών χαρακτηριστικών της πραγματικότητας, όπως αυτή προσλαμβάνεται από το «αποκεντρωμένο υποκείμενο»[24] (άλλη μια προσφιλής έννοια στην μεταμοντέρνα φιλολογία).

- Πολιτικό και φιλοσοφικό κατάλοιπο της γενιάς του Μάη του ‘68, όπου οι κυρίαρχες φιλοσοφικές έννοιες είχαν ως πεδίο αναφοράς μια στρεβλή αντίληψη για την ατομικότητα.

- Εκφραση της τάσης διεύρυνσης της ευέλικτης και εξατομικευμένης οργάνωσης της παραγωγής και των ελαστικών σχέσεων εργασίας που αναπτύσσονται σε μαζική κλίμακα και της φαινομενικής πολλαπλότητας επιλογών κατανάλωσης που καλλιεργούνται ιδιαίτερα μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της αστικής τάξης και του κράτους της.

- Εκφραση του φόβου απέναντι στην «νοσταλγία» της επανάστασης, όπως αυτός εμφανίζεται με το μυθιστόρημα «1984» του Οργουελ και συνδέεται άμεσα με τη μυθολογία περί Ολοκληρωτισμού[25].

Κατά τη γνώμη μας, η απόλυτη αντιπαράθεση διαφοράς- ολότητας μπορεί να δικαιολογηθεί αν γίνει αντιληπτή στατικά και όχι διαλεκτικά. Οι μεταμοντέρνοι επιτίθενται στην έννοια της ολότητας στο όνομα της διάσωσης της διαφοράς και της πολυπλοκότητας. Εμείς πιστεύουμε πως μια διαλεκτική εξέταση των δύο αυτών εννοιών θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως αυτές οι κατηγορίες είναι αντιθετικές πλευρές της πραγματικότητας και ότι υπάρχουν σαν τέτοιες μόνο υπό την προϋπόθεση της σχέσης τους. Με λίγα λόγια, και για να εισαχθούμε στο επόμενο κεφάλαιο του άρθρου μας, οι κομμουνιστές πιστεύουν πως ο αγώνας για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση από την εργατική τάξη και τους συμμάχούς της του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, συνδέεται άμεσα όχι μόνο με την επίλυση των διαφορετικών-ατομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι λαοί αλλά και με την ίδια την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Ετσι, «η σύμπτωση της αλλαγής των συνθηκών με την αλλαγή της ανθρώπινης δράσης μπορεί να θεωρηθεί και να κατανοηθεί σωστά μονάχα σαν ανατρεπτική πράξη»[26].

Στα επόμενα κεφάλαια θα παρουσιάσουμε τη στάση των μεταμοντέρνων απέναντι σε έννοιες και κατηγορίες που αφορούν άμεσα ή έμμεσα το κεφαλαιώδες ζήτημα της αλλαγής του κόσμου, της επαναστατικής δραστηριότητας.


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ;

Η απάντηση από έναν μεταμοντέρνο στοχαστή στο παραπάνω ερώτημα θα προσέκρουε εξαρχής σε μια αναμενόμενη σκεπτικιστική στάση εκ μέρους του. Του ερωτήματος για το αν υπάρχει επαναστατικό υποκείμενο, προηγείται η αρνητική απάντηση στην ύπαρξη υποκειμένου[27] γενικά.

Τις φιλοσοφικές ρίζες αυτής της αρνητικότητας τις συναντάμε στη θεωρία του Νίτσε περί θανάτου του θεού και την εξαφάνιση του ανθρώπου ενώ συνεχιστής αυτής της σκέψης θεωρείται ο Φουκό για τον οποίον, όπως τονίσαμε προηγούμενα, τίθεται με τέτoιο τρόπο το ζήτημα της ύπαρξης του γνωρίζοντος υποκειμένου ώστε να κηρύττει το «θάνατο του υποκειμένου». Η μεταμοντέρνα προσέγγιση του υποκειμένου πραγματοποιείται υπό το πρίσμα της απώλειας και της αδυναμίας του ανθρώπου να συλλάβει, να κατανοήσει και να μετασχηματίσει τους όρους της ζωής του, ενώ εκφράζει τις γλωσσολογικές αφετηρίες της σύμφωνα με τις οποίες «μέσα σε αυτή την διασπορά των παιχνιδιών της γλώσσας, εκείνο που φαίνεται να διαλύεται είναι το ίδιο το κοινωνικό υποκείμενο»[28].

Σύμφωνα με το Γ. Βέλτσο, το υποκείμενο έχει μια σχέση με «…μια γλώσσα από την οποία αποκλείεται, μια εμπειρία οριακή που το υπερβαίνει, μια υλικότητα που αδιαφορεί για τη διαλεκτική, έναν «κόσμο της ζωής» που θέλει στο παρόν να ζήσει, θεωρώντας εξωτερική τη σχέση του τόσο με την Ιστορία όσο και με την κοινωνία»[29].

Είναι προφανές πως το απόσπασμα αυτό αποδίδει ανάγλυφα την εσωστρέφεια της μεταμοντέρνας σκέψης ως προς το ζήτημα του υποκειμένου, η οποία πηγάζει από την άρνηση της αντικειμενικής πραγματικότητας, την υποτίμηση σε βαθμό ειρωνείας απέναντι στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας καθώς και την ιδιαίτερη σχέση του με τη φιλοσοφική και επιστημονική παράδοση του στρουκτουραλισμού[30]. Μια άλλη πλευρά όμως εξηγείται από την εμμονή του συνόλου της ύστερης αστικής σκέψης στις έννοιες του τέλους και της κρίσης (τέλος της εργατικής τάξης, των ιδεολογιών, κρίση του κομμουνισμού κ.ά.), που η μαζική και καθημερινή χρησιμοποίησή τους συμβάλουν στην εμπέδωση ενός αισθήματος αδυναμίας από τις λαϊκές μάζες. Αυτό όμως που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η αντιιστορική διάθεση των μεταμοντέρνων η οποία παίρνει από τους ίδιους το χαρακτήρα μιας «αντικειμενικής απόδοσης» της πραγματικότητας.

Ετσι, η κριτική στην έννοια του υποκειμένου, μέσα από τον εντοπισμό της αδυναμίας του (βασικό μοτίβο σκέψης στο σύνολο σχεδόν της ύστερης αστικής σκέψης) και της απώλειας της δυνατότητας να γνωρίσει και να πράξει ριζικά ως προς την αντικειμενική πραγματικότητα, εντάσσεται στη γενικότερη φιλοσοφική και γνωσιολογική βάση ανάπτυξης της μεταμοντέρνας σκέψης. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί το έδαφος για τη μεταφορά μας στο χώρο της ιστορικής και πολιτικής αντίληψης των μεταμοντέρνων.

Παρουσιάζοντας τη φιλοσοφική πορεία των μεταμοντέρνων σταθήκαμε στο «αριστερό» παρελθόν τους. Τονίσαμε μάλιστα πως οι έννοιες απελευθέρωση και αλλοτρίωση κυριαρχούσαν στον κύκλο τους, πριν τη μεγάλη απογοήτευση (Μάης ‘68) και μεταστροφή. Ετσι η επίθεση στον ορθολογικό πυρήνα αυτών των εννοιών θα αποτελέσει το μέσο δια του οποίου θα αποκηρύξουν το παρελθόν τους.

Ο Λυοτάρ χωρίς περιστροφές δηλώνει πως «…δεν έχουμε να κάνουμε αληθινά με έναν σκοπό ζωής. Ο σκοπός αυτός έχει αφεθεί στην διάκριση του καθενός. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του. Και όλοι γνωρίζουν πόσο λίγος είναι τούτος ο εαυτός»[31]. Αυτή η δήλωση μας προκαλεί πράγματι ερωτηματικά για τη «ρηξικέλευθη» συνεισφορά του Λυοτάρ στη φιλοσοφική σκέψη. Πότε άραγε ο άνθρωπος δεν ήταν υπεύθυνος για τον εαυτό του; Είναι προφανές ότι σε αυτό το σημείο ο Λυοτάρ δεν υπονοεί τη δουλοκτητική κοινωνία αλλά μάλλον την κομμουνιστική ιδεολογία και την αντίληψή της για τη σχέση ατομικότητας και στράτευσης σε ένα συλλογικό αγώνα. Αυτό φαίνεται να ξεκαθαρίζεται ακριβώς παρακάτω όταν αναφέρεται στην αδυναμία του εαυτού. Αν και δε μας μιλάει για το μαρξισμό, είναι προφανές ότι έχει στο μυαλό του την κοσμοθεωρία εκείνη που αναδεικνύει τον άνθρωπο σε υπεύθυνο και δημιουργικό συντελεστή της κοινωνικής αλλαγής. Το βάρος της άμεσης επίθεσης στον μαρξισμό θα αναλάβει ο Baudrillard ο οποίος ασκώντας κριτική στην έννοια της αλλοτρίωσης στον μαρξισμό γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Η προοπτική του υποκειμένου να ξαναβρεί στο τέρμα της ιστορίας τη διαφάνειά του, ή την πλήρη «αξία χρήσης» του, είναι εξίσου θρησκευτική όσο και η επανένωση των ουσιών. Η «αλλοτρίωση» είναι μια ακόμη φαντασία του υποκειμένου, έστω κι αν πρόκειται για το υποκείμενο της ιστορίας. Το υποκείμενο δεν έχει προορισμό να ξαναγίνει πλήρης άνθρωπος, δεν έχει να ξαναβρεί τον εαυτό του, το μόνο που έχει να κάνει σήμερα είναι να χαθεί. Η ολοκλήρωση του υποκειμένου είναι ακόμη το αποκορύφωμα της πολιτικής οικονομίας της συνείδησης, που επισφραγίζεται από την ταυτότητα του υποκειμένου, όπως και η πολιτική οικονομία από την αρχή της ισοδυναμίας. Τούτο είναι που πρέπει να καταργηθεί αντί να βαυκαλίζονται οι άνθρωποι με το φάντασμα της χαμένης τους ταυτότητας και της μελλοντικής τους αυτονομίας. Τι παράλογο να ισχυρίζεται κανείς πως οι άνθρωποι είναι «άλλοι» και να προσπαθήσει να τους πείσει πως ο πιο διακαής τους πόθος είναι να ξαναγίνουν «ο εαυτός τους»!»[32].

Πράγματι, τι παράλογο να αποδίδει κανείς στην αλλοτρίωση χαρακτήρα αποκάλυψης! Τι εξωφρενικό να συλλαμβάνεις την ιστορική διαδικασία υπό το πρίσμα ενός τέλους, μιας κατάστασης όπου ο άνθρωπος θα ξαναβρεί τη χαμένη ουσία του! Αλλά αλήθεια, έχουν αυτές οι προτάσεις σχέση με τον ιστορικό υλισμό; Στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα στραφούμε στον ίδιο το Μαρξ.

Πράγματι, αν αντιληφθούμε την αλλοτρίωση με όρους «καθαρής ουσίας» δεν μπορούμε παρά να βαδίζουμε στο χώρο της θρησκείας και του ιδεαλισμού, όμως «…η ουσία του ανθρώπου δεν είναι αφαίρεση που υπάρχει στο μεμονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων»[33].

Φαίνεται λοιπόν πως ο Baudrillard ασκώντας κριτική στην έννοια της αλλοτρίωσης επιστρέφει νοερά στον «τόπο του εγκλήματος», δηλαδή στην αντίληψη που ο ίδιος- και οι φίλοι του- είχαν, όντας νεομαρξιστές, για την αλλοτρίωση και τον άνθρωπο γενικότερα. Ομως η αλλοτρίωση είναι κυρίως μια υλική κοινωνική διαδικασία η οποία γεννιέται μέσα στις συνθήκες της παραγωγής του κοινωνικού πλούτου και έχει τις ρίζες της στη σχετική απομόνωση των ατόμων στην παραγωγή, στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στον ανταγωνιστικό καταμερισμό εργασίας και μετέπειτα απλώνεται στον χώρο της κοινωνικής συνείδησης. Για την απόδειξη αυτής της πρότασης, δεν έχουμε παρά να μελετήσουμε τους υλικούς όρους ζωής της εργατικής τάξης και την αντιφατική πορεία διαμόρφωσης της κοινωνικής της συνείδησης. Αν δεν το έκανε ποτέ αυτό ο Baudrillard, ίσως να οφείλεται στο είδος του ακροατηρίου του και τους προσανατολισμούς της έρευνάς του κατά τη διάρκεια του Μάη του ‘68 αλλά και ύστερα… Ισως, αυτή η απόρριψη των εννοιών της αλλοτρίωσης και της ελευθερίας να οφείλεται και στο γεγονός ότι η ύστερη αστική συνείδηση δεν μπορεί να στοχαστεί τον άνθρωπο παρά μόνο μέσα από ένα παραμορφωτικό φακό που επιβάλλει την εικόνα της απώλειας της ολότητας και του ενιαίου. Σίγουρα πάντως είναι ένας κομψός και επιστημονικοφανής τρόπος για να πολεμήσει κανείς το μαρξισμό[34].

Την απάντηση στην «απορία» μας θα φροντίσει να δώσει ο Γ. Βέλτσος, ο οποίος φαίνεται να ασφυκτιά στην κρυψίνοια και τη διστακτικότητα των συναδέλφων του.

«Χρειάζεται», μας λέει, «να παραδεχτούμε, σε πείσμα όλων εκείνων «που θέλουν ακόμα να μιλούν για άνθρωπο, για τη βασιλεία ή για την απελευθέρωσή του», όλων όσων «βεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει φιλοσοφία χωρίς πολιτική επιλογή», ότι κάθε σκέψη δεν είναι υποχρεωτικά «προοδευτική ή αντιδραστική»»[35].

Μπορεί όμως πράγματι να ισχύει κάτι τέτοιο;

5 σχόλια:

  1. Μαθήματα δημοκρατίας (οι ολότητές σας αλλού σταλίνες!...):

    http://www.youtube.com/watch?v=Zprf6IA_oh8&feature=youtu.be

    Γιώργος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απαντήσεις
    1. Το είδες το θράσος του; Δυστυχώς Αντώνη νομίζω ότι στην Ελλάδα έχει ξεφύγει η κατάσταση και έχουμε να δούμε πολύ χειρότερα ακόμα, είμαι πιο απαισιόδοξος από ποτέ

      Γιώργος

      Διαγραφή
    2. έχουμε βρωμίσει από χρυσαυγιτόφρονες "αριστερούς".

      Διαγραφή
  3. "η αλλοτρίωση είναι κυρίως μια υλική κοινωνική διαδικασία η οποία γεννιέται μέσα στις συνθήκες της παραγωγής του κοινωνικού πλούτου και έχει τις ρίζες της στη σχετική απομόνωση των ατόμων στην παραγωγή, στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στον ανταγωνιστικό καταμερισμό εργασίας και μετέπειτα απλώνεται στον χώρο της κοινωνικής συνείδησης."

    nuff said

    JKL

    ΑπάντησηΔιαγραφή