Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Andrej Platonov-Ευτυχισμένη Μόσχα

Andrej Platonov
Ευτυχισμένη Μόσχα
(1933-36)

[...]
Εκείνη τη στιγμή, ο Sartorius συζητούσε με τον Vechkin και τον Muldbauer, προσπαθώντας να αποδείξει ότι ως ταξικό πλάσμα, ο άνθρωπος θα ξεπεραστεί στη γη από ένα παθιασμένο και τεχνολογικό ον που θα αντιλαμβάνεται όλο τον κόσμο πρακτικά, μέσα απ' την εργασία. Οι αρχαίοι, αυτοί που ξεκίνησαν την ιστορία, ήταν επίσης τεχνολογικά πλάσματα. Οι πόλεις, τα λιμάνεια και οι λαβύρινθοι της Ελλάδας, ακόμη και ο Όλυμπος ο ίδιος, ήταν κατασκευασμένα από Κύκλωπες, μονόφθαλμους εργάτες. Οι αρχαίοι αριστοκράτες τους είχαν βγάλει το άλλο μάτι ως σημάδι ότι αυτό ήταν το προλεταριάτο, καταδικασμένο να χτίζει χώρες, κατοικίες για τους θεούς και πλοία για τη θάλασσα, και ότι δεν υπάρχει διαφυγή για τους μονόφθαλμους. Είχαν περάσει τρεις ή τέσσερις χιλιάδες χρόνια --εκατό γενιές-- και οι απόγονοι αυτών των Κυκλώπων είχαν αναδυθεί από το σκοτάδι του ιστορικού λαβυρίνθου στο φως της φύσης. Είχαν παρακρατήσει το ένα έκτο της γης, και όλη η υπόλοιπη γη ζούσε μονάχα με την αναμονή της έλευσής τους. Ακόμα και ο Δίας ήταν μάλλον Κύκλωπας, ο τελευταίος των Κυκλώπων. Η δουλειά του ήταν να στοιβάξει το βουνό του Ολύμπου, ζούσε σε μια καλύβα πάνω ψηλά και είχε επιβιώσει στη μνήμη της αρχαίας αριστοκρατικής φυλής. Γιατί η αστική τάξη αυτών των αρχαίων χρόνων δεν ήταν ηλίθια: εξύψωνε τους σπουδαίους εργάτες που πέθαιναν στην τάξη των θεών. Όντας ανίκανη να αντιληφθεί τη δημιουργικότητα χωρίς την ηδονή, είχε εκπλαγεί κρυφά που αυτοί οι νεκροί μπορούσαν αθόρυβα να έχουν στην κατοχή τους την μεγαλύτερη των δυνάμεων --την ικανότητα για εργασία-- καθώς και την τεχνολογία, που ήταν η ψυχή της εργασίας.


Ο Sartorius σηκώθηκε και πήρε ένα ποτήρι κρασί. Κοντός, παρασυρμένος από τη διανοητική φαντασία, και μ' ένα συνηθισμένο πρόσωπο που το ζέσταινε η ζωή, ήταν ευτυχής και ελκυστικός. Η Μόσχα Τσέστνοβα τον κοίταξε και αποφάσισε πως μια μέρα πρέπει να τον φιλήσει. Μιλώντας στο μέσο των σιωπηλών τώρα συντρόφων του είπε: "Ας πιούμε στους ανώνυμους Κύκλωπες, στη μνήμη όλων των εξαντλημένων πατεράδων μας που πέθαναν, και στην τεχνολογία-- την αληθινή ψυχή της ανθρωπότητας!"

[...]

Ο Bozhko καθόταν εκεί υποτακτικά, στην αφάνεια. Ένιωθε περισσότερη χαρά από όλους τους άλλους προσκεκλημένους. Ήξερε πως η κακοκαιρία περνούσε και πως η χώρα των ευλογημένων βρισκόταν έξω απ' το παράθυρο, φωτισμένη από αστέρια και ηλεκτρισμό. Αγαπούσε τη χώρα του με έναν σιωπηλό και τσιγκούνικο τρόπο, μαζεύοντας τα ψίχουλα του πλούτου της που έπεφταν κάτω, έτσι ώστε η χώρα να επιβιώσει ολόκληρη.

[...]

Ο Sambikin καθόταν ακόμα στο τραπέζι χωρίς να ακουμπά το φαγητό. Οι σκέψεις του τον οδηγούσαν πολύ μακριά απ' το επόμενο πρωινό και προσπαθούσε συγκεχυμένα, σαν μέσα απ' την ομίχλη της θάλασσας, να ρίξει μια ματιά στην αθανασία που ερχόταν. Ήθελε να αποκτήσει μια δύναμη της ζωής, ίσως και μια αιωνιότητα αυτής της δύναμης, απ' τα πτώματα των πεθαμένων. Λίγα χρόνια πριν, καθώς έσκαβε μέσα στα νεκρά ανθρώπινα σώματα, είχε πάρει λεπτά δείγματα απ' τις καρδιές τους, τα μυαλά τους, και τα όργανα σεξουαλικής αναπαραγωγής τους. Ο Sambikin μελέτησε αυτά τα δείγματα στο μικροσκόπιο και αντιλήφθηκε αχνά ίχνη κάποιας άγνωστης ουσίας. Αργότερα, και ελέγχοντας αυτά τα σχεδόν εξαλειμμένα ίχνη για χημικές αντιδράσεις, για ηλεκτρική αγωγιμότητα και για φωτοευαισθησία, ανακάλυψε ότι αυτή η άγνωστη ουσία μπορούσε να βρεθεί μόνο στους πεθαμένους. Οι ζωντανοί δεν την είχαν καθόλου: αντιθέτως, είχαν μικρές εκτάσεις θανάτου μέσα τους, που μαζευόντουσαν εκεί πολύ καιρό πριν πεθάνουν. 

[...]

O Muldbauer μιλούσε για ένα στρώμα στην ατμόσφαιρα, σε ύψος περίπου ανάμεσα στα 50 και τα 100 χιλιόμετρα, όπου το φως, η θερμοκρασία και οι ηλεκτρομαγνητικές συνθήκες ήταν τέτοιες που ένας έμβιος οργανισμός ούτε θα κουραζόταν ούτε θα πέθαινε. Αντιθέτως, θα μπορούσε να υφίσταται για πάντα μέσα στο βιολετί διάστημα. Αυτός ήταν ο "Παράδεισος" των αρχαίων και η ευτυχισμένη γη των ανθρώπων του μέλλοντος. Πέρα, μακριά από τις εκτάσεις κακοκαιρίας που απλωνόντουσαν κάτω χαμηλά στη γη, υπήρχε πράγματι μια ευλογημένη χώρα. Ο Muldbauer προέβλεψε την επικείμενη κατάκτηση της στρατόσφαιρας και την συνεπακόλουθη διείσδυση στα γαλάζια αυτά ύψη όπου βρισκόταν η ευάερη γη της αθανασίας. Ο άνθρωπος τότε θα αποκτούσε φτερά, ενώ η γη θα κληρονομούνταν απ' τα ζώα και θα καλυπτόταν πάλι και για πάντα από τα πυκνά δάση της αρχαίας της παρθενίας. "Και τα ζώα το ξέρουν αυτό!" έλεγε με πεποίθηση ο Muldbauer. "Όταν τα κοιτάζω στα μάτια, μοιάζουν να σκέφτονται: 'Πότε θα τελειώσουν όλα αυτά; Πότε θα φύγετε από δω επιτέλους; Πότε θα μας αφήσετε ήσυχα να ακολουθήσουμε τη δική μας μοίρα;'"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου