Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Andrej Platonov-Από το "Τάφρος θεμελίων" (Котлован)

Andrej Platonov
Τάφρος θεμελίων

[Κολλεκτιβοποίηση]

Η νύχτα κάλυπτε όλο το χωριό, το χιόνι έκανε τον αέρα αδιαπέραστο, κόβοντας την ανάσα, κι όμως οι γυναίκες ακουγόντουσαν να φωνάζουν ολόγυρα και, συνηθίζοντς την δυστυχία, κρατούσαν τη φωνή τους σ' ένα διαρκές ουρλιαχτό. Τα σκυλιά κι άλλα μικρά, νευρικά πλάσματα αντηχούσαν αυτούς τους βασανιστικούς ήχους, και το κολχόζ ήταν τόσο θορυβώδες όσο τα αποδυτήρια σε λουτρά. Κι όλη την ώρα, οι μέσοι και οι πλουσιότεροι χωρικοί εργαζόντουσαν σιωπηλά στις αυλές και στους στάβλους, έχοντας την προστασία των οιμωγών των γυναικών στις ορθάνοιχτες πύλες. Τα εναπομείναντα μη κολλεκτιβοποιημένα άλογα κοιμόντουσαν θλιμμένα στους στάβλους, δεμένα γερά στους πασσάλους για να μην καταρρεύσουν, και κάποια από τα άλογα που στέκονταν είχαν ήδη πεθάνει. Αναμένοντας το κολχόζ, κάποιοι από τους πιο πλούσιους χωρικούς τα κρατούσαν νηστικά, έτσι ώστε τίποτε να μην κοινωνικοποιηθεί παρά τα δικά τους κορμιά, και να μην οδηγήσουν τα ζωντανά τους μαζί τους στην θλίψη.

"Είσαι ζωντανή ακόμα, καλή μου;"


Η φοράδα κοιμόταν στον στάβλο, το κεφάλι της για πάντα χαμηλωμένο. Ένα μάτι της ήταν μισόκλειστο, αλλά δεν είχε τη δύναμη να κλείσει το άλλο, και αυτό κοίταζε επίμονα στο σκοτάδι. Ο σταύλος άρχισε να παγώνει χωρίς την ανάσα της φοράδας, ο άνεμος άρχισε να φέρνει το χιόνι μέσα, και το χιόνι έπεφτε στο κεφάλι της φοράδας και δεν έλιωνε. Ο αφέντης της έσβησε το κερί, έβαλε το χέρι του γύρω απ' το λαιμό της, και στάθηκε στην άθλια μοναξιά του, μυρίζοντας, σαν από παλιά συνήθεια, τον ιδρώτα της φοράδας, όπως όταν ήταν ο καιρός του οργώματος.

"Πέθανες λοιπόν; Ε, δεν πειράζει--κι εγώ θα πεθάνω σύντομα, θα βρούμε ησυχία."

Ένα σκυλί μπήκε στο στάβλο, χωρίς να δει τον άντρα, και μύρισε τα πίσω πόδια της φοράδας. Μετά γρύλισε και έμπηξε τα δόντια του στη σάρκα, σκίζοντας ένα κομμάτι κρέατος. Τα δυο μάτια της φοράδας έλαμπαν κάτασπρα στο σκοτάδι, κοίταζε και με τα δύο, και κούνησε τα πόδια της ένα βήμα μπροστά, καθώς ο πόνος της θύμισε να ζήσει λίγο ακόμα.

"Θες να πας στο κολχόζ; Πήγαινε λοιπόν, κι εγώ θα περιμένω λιγάκι", είπε ο αφέντης της.

Πήρε μια χούφτα άχυρο απ' τη γωνία και την έφερε ως το στόμα του αλόγου. Αλλά τώρα τα μάτια της φοράδας είχαν σκοτεινιάσει, είχε ήδη κλείσει απ' το βλέμμα της το τελευταίο θέαμα, και δεν ένιωθε τη μυρωδιά του γρασιδιού γιατί τα ρουθούνια της δεν έτρεμαν πια μπροστά στο άχυρο, και δυο άλλα σκυλιά τρεφόντουσαν ατάραχα από τα πίσω της πόδια. Όμως η ζωή της φοράδας ήταν ακόμα ακέραιη--απλώς συρρικνώθηκε στην απόμακρη ένδεια, διαλυόταν σε όλο και μικρότερα σωματίδια, αλλά δεν μπορούσε να εξαντληθεί εντελώς. 

Το χιόνι έπεφτε στην κρύα γη κι ετοιμαζόταν να παραμείνει για όλο το χειμώνα. Μόνο γύρω απ' τις αγροικίες έλιωνε, και εκεί η γη ήταν μαύρη, γιατί το αίμα των αγελάδων και των προβάτων έσταζε κάτω απ' τους τοίχους, και οι καλοκαιρινοί τόποι ήταν απογυμνωμένοι. 'Εχοντας εξαλείψει τα τελευταία από τα ζωντανά τους, οι χωρικοί άρχισαν να τρώνε κρέας και διέταξαν όλο το νοικοκυριό τους να τρώει κι αυτό. Σε εκείνο το σύντομο χρονικό διάστημα, η βρώση του κρέατος ήταν σαν τη θεία Κοινωνία. Κανείς δεν ήθελε να φάει, αλλά ήταν απαραίτητο να κρύψουν τη σάρκα των σφαγιασμένων ζώων της οικογένειας μέσα στα κορμιά τους κι έτσι να το σώσουν απ' την κοινωνικοποίηση. Μερικοί πανούργοι χωρικοί είχαν εδώ και καιρό πρηστεί απ' την κρεατοφαγία και περπατούσαν με βαρύ βήμα, σαν κινητές αγροικίες. Άλλοι έκαναν συνέχεια εμετό, αλλά δεν μπορούσαν να χωριστούν απ' τα ζωντανά τους και τα καταβρόχθισαν ως το κόκκαλο, χωρίς να αναμένουν να ωφελήσουν το στομάχι τους. Αυτοί που είχαν καταφέρει να αποτελειώσουν τα ζωντανά τους κι αυτοί που τα είχαν αφήσει να πάνε στην αιχμαλωσία του κολχόζ ξάπλωναν στα άδεια τους φέρετρα και ζούσαν μέσα σ' αυτά όπως ζούσαν στα στενά τους σπίτια, νιώθωντας ασφαλείς και ήρεμοι.

[...]

"Είστε έτοιμοι;" ρώτησε ο ακτιβιστής.

"Περίμενε", είπε ο Τσίκλιν στον ακτιβιστή. "Άσ' τους να αποχαιρετιστούν μέχρι τη μελλοντική ζωή."

Οι χωρικοί ετοιμάστηκαν για κάτι, αλλά ένας απ' αυτούς είπε μέσα στη σιωπή: "Δώστε μας λίγο ακόμα!"

Και μ' αυτά τα τελευταία λόγια, ο χωρικός αγκάλιασε τον γείτονά του, τον φίλησε τρεις φορές και του είπε αντίο.

"Αντίο, Γιέγκορ Σεμιόνοβιτς, και σχώρα με!"

"Δεν έχει τίποτε να συγχωρήσω, Νίκανορ Πέτροβιτς· κι εσύ σχώρα με."

Όλοι άρχισαν να φιλιούνται, αγκαλιάζοντας άγνωστα ως τότε σώματα, κι όλα τα χείλη φίλησαν όλα τ' άλλα με θλίψη και αγάπη.

"Αντίο, θεία Ντάρια, μην μου το κρατάς κακία που σου έκαψα την καλύβα."

"Ο Θεός θα σε συγχωρέσει, Αλιόσα. Η καλύβα δεν είναι πλέον δική μου έτσι κι αλλιώς."

Πολλοί, ακουμπώντας τα χείλη τους ο ένας στον άλλο, στάθηκαν σ' αυτό το συναίσθημα για λίγο διάστημα, ώστε να θυμούνται για πάντα τους νέους τους συγγενείς, γιατί μέχρι το σημείο εκείνο είχαν ζήσει χωρίς να θυμούνται ο ένας τον άλλο και χωρίς έλεος.

"Ας γίνουμε αδέρφια Στεπάν."

"Αντίο, Γιεγκόρ. Ζήσαμε σε έχθρα, αλλά τελειώνουμε με την συνείδησή μας ήσυχη."

Αφού φιλήθηκαν, όσοι συνάχτηκαν έσκυψαν βαθιά στο χώμα, ο καθένας προς όλους, και μετά σηκώθηκαν στα πόδια τους ελεύθεροι και με άδειες καρδιές. 

"Τώρα είμαστε έτοιμοι, σύντροφε Ακτίβ. Κατέγραψέ μας όλους σε μια στήλη, κι εμείς θα σου πούμε μόνοι μας ποιοι είναι κουλάκοι."

[...]


Ο Τσίκλιν βγήκε στην βεράντα και έσβησε το φανάρι του ακτιβιστή. Η νύχτα ήταν αρκετά φωτεινή από το χιόνι και χωρίς κηροζίνη.

"Είστε ευτυχισμένοι τώρα, σύντροφοι;" ρώτησε ο Τσίκλιν.

"Είμαστε", ήρθε η απάντηση από όλη την αυλή. "Δεν νιώθουμε τίποτε τώρα, δεν έμειναν παρά στάχτες μέσα μας."

Ο Βόστσεφ ξάπλωνε παράμερα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς τη γαλήνη της αλήθειας στη ζωή του. Σηκώθηκε από το χιόνι και πήγε ανάμεσα στους χωρικούς.

"Γεια σας!" είπε χαρούμενα στο κολχόζ. "Γίνατε σαν εμένα. Κι εγώ δεν είμαι τίποτα."

"Γεια σου!" αναφώνησε το κολχόζ χαρούμενο που προϋπάντιζε έναν άνθρωπο.

[...]

Η τάξη των κουλάκων κοίταζε απ' τη σχεδία σε μια κατεύθυνση--προς τον Ζάτσεφ. Ήθελαν να κρατήσουν για πάντα στη μνήμη τους την πατρίδα τους και τον τελευταίο, ευτυχισμένο άνθρωπο πάνω της.

Τώρα, η σχεδία με τους κουλάκους είχε αρχίσει να στρίβει στην στροφή του ποταμού, κι ο Ζάτσεφ άρχισε να άρχισε να χάνει οπτική επαφή με τον ταξικό εχθρό πίσω απ' τους θάμνους στις όχθες.

"Ε, παράσιτα, αντίο!" φώναξε ο Ζάτσεφ μακριά στο ποτάμι.

"Αντίο!", απάντησαν οι κουλάκοι που έπλεαν προς την θάλασσα.

Άρχισε να ακούγεται ρυθμική μουσική απ' την αυλή του κολχόζ. Ο Ζάτσεφ ανέβηκε βιαστικά στην απότομη όχθη για να δει τον εορτασμό του κολχόζ, αν και ήξερε ότι μόνο πρώην συμμετέχοντες στον ιμπεριαλισμό διασκέδαζαν εκεί, αν εξαιρούσε κανείς την Νάστια και τ' άλλα παιδιά.

[...]

Οι χωρικοί του κολχόζ είχαν πρόσωπα λαμπερά, σαν να τα είχαν μόλις πλύνει. Τώρα δεν μετάνιωναν για τίποτα. Το άγνωστο γέμιζε το δροσερό κενό στις ψυχές τους.

[...]

Η μουσική απ' το ραδιόφωνο ερέθιζε τη ζωή όλο και περισσότερο. Οι παθητικοί χωρικοί έβγαλαν κραυγές ευχαρίστησης, οι πιο προχωρημένοι έκαναν ότι μπορούσαν για να αναπτύξουν το ρυθμό του εορτασμού με κάθε τρόπο, κι ακόμα και τα κολλεκτιβοποιημένα άλογα, ακούγοντας τη φασαρία της ανθρώπινης ευτυχίας, βγήκαν ένα-ένα στην αυλή του κολχόζ και άρχισαν να χλιμιντρίζουν.

Ο χιονισμένος άνεμος κόπασε: ένα νεφελώδες φεγγάρι εμφανίστηκε στον μακρινό ουρανό, τον άδειο από καταιγίδες και σύννεφα--έναν ουρανό τόσο γυμνό που αποδεχόταν την αιώνια ελευθερία, και τόσο τρομακτικό που η ελευθερία είχε ανάγκη τη φιλία.

Κάτω απ' αυτόν τον ουρανό, πάνω στο καθαρό χιόνι, που ήδη μαύριζε εδώ κι εκεί από μύγες, όλοι οι άνθρωποι γιόρτασαν σαν σύντροφοι. Ακόμα κι αυτοί που είχαν ζήσει για πολύ στη γη χόρευαν, έχοντας ξεχάσει τον εαυτό τους.

[...]

Ο Τσίκλιν κοίταξε την γιορταστική μάζα κι ένιωσε την γαλήνη της καλοσύνης στα στήθη του. Απ' το ύψος του μπαλκονιού είδε την φεγγαρόλουστη καθαρότητα του μακρινού χώρου, τη θλίψη του ακίνητου χιονιού, και τον υποτακτικό ύπνο ολάκερου του κόσμου, που είχε χτιστεί με τόσο κόπο και πόνο--και που τώρα είχε ξεχαστεί απ' όλους, ώστε να μην φοβούνται να συνεχίσουν να ζουν.

(1927).

1 σχόλιο:

  1. την Τρίτη 27/8 το απόγευμα θα γίνει πορεία στο Περιστέρι ενάντια στην κυβέρνηση της καταστολής , των δολοφονιών, της ανεργίας και των κατασχέσεων. είναι ορθό να στηριχθεί από όλους η προσπάθεια. έχει ήδη ετοιμαστεί και σχετικό μπλογκ:

    http://sinperenantia.blogspot.gr/

    land down under the bridge

    ΑπάντησηΔιαγραφή