Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Andrej Platonov-Dzhan

[...] Ο Τσαγκατάεφ ένιωσε τον πόνο της θλίψης του. Ο λαός του δεν χρειαζόταν τον κομμουνισμό. Ο λαός του χρειαζόταν τη λήθη--ώσπου ο άνεμος να παγώσει το κορμί του και να το σκορπίσει αργά στα πέρατα του χώρου. Ο Τσαγκατάεφ έστρεψε την πλάτη του σε όλους: όλες του οι πράξεις, όλες του οι ελπίδες είχαν αποδειχτεί αβάσιμες. Έπρεπε να πάρει την Αιντίμ και να αφήσει τον τόπο αυτόν για πάντα. Πήγε παράμερα και ξάπλωσε με το πρόσωπό του στη γη. Όπου κι αν πήγαινε, ήξερε πως θα επέστρεφε. Ο λαός του, στο κάτω-κάτω, ήταν ο μεγαλύτερος φτωχός του κόσμου: είχε σπαταλήσει το σώμα του στη σκληρή εργασία και στις κακουχίες της ερήμου, είχε διδαχτεί να ξεχάσει τον σκοπό της ζωής, είχε χάσει κάθε συνείδηση των δικών του συμφερόντων επειδή οι δικές του επιθυμίες δεν είχαν ποτέ, με κανένα τρόπο, πραγματοποιηθεί. Αν ο λαός του ζούσε ακόμα, αυτό οφειλόταν στην μηχανική δράση της φτωχής καθημερινής του τροφής -- χελώνες, αυγά χελώνας και τα μικρά ψάρια που ο λαός του είχε αρχίσει να πιάνει στη λίμνη όπου πήγαινε για νερό.
Απέμενε στο λαό του μια έστω μικρή ψυχή, κάτι με το οποίο να μπορεί να δουλέψει ώστε να του φέρει τη γενική ευτυχία; Ή είχαν όλα φθαρεί τόσο από τα βάσανα που ακόμα και η φαντασία, η ευφυία των φτωχών, είχε πεθάνει ολότελα; Ο Τσαγκατάεφ γνώριζε από την παιδική του μνήμη και από την εκπαίδευσή του στη Μόσχα πως οποιαδήποτε εκμετάλλευση ενός ανθρώπινου πλάσματος ξεκινά με την παραμόρφωση της ψυχής του, με το ότι η ψυχή του συνηθίζει τόσο στο θάνατο ώστε να μπορεί να υποταχθεί. Χωρίς τούτη την υποταγή, ο δούλος δεν είναι δούλος. Κι αυτός ο αναγκαστικός ακρωτηριασμός της ψυχής συνεχίζεται, γίνεται όλο και πιο βίαιος, μέχρι που η λογική του δούλου γίνεται τρέλα και κενότητα σκέψης. Η ταξική πάλη ξεκινά με την νίκη των καταπιεστών πάνω στο "άγιο πνεύμα" που κλείνει μέσα του ο δούλος: η βλασφημία ενάντια στις δοξασίες του αφέντη, στην ψυχή του αφέντη, παραμένει ασυγχώρητη, ενώ η ψυχή του δούλου συνθλίβεται στο ψέμα και στην καταστροφική εργασία. [...]

Ο Σούφιαν είπε στον Τσαγκατάεφ: "Κάνεις λάθος. Δεν είναι πως ο λαός δεν μπορεί να ζήσει--είναι ότι δεν του το επιτρέπουν." [...] 

"Ο λαός σου φοβάται τη ζωή. Έχει χάσει τη συνήθεια της ζωής και δεν πιστεύει στη ζωή. Καμώνεται τον πεθαμένο--αλλιώς αυτοί που είναι ευτυχισμένοι και δυνατοί θα έρθουν για να τον ξαναβασανίσουν. Οι Dzhan δεν έχουν κρατήσει σχεδόν τίποτε για τον εαυτό τους, κράτησαν μόνο όσα δεν χρειάζεται κανένας άλλος, έτσι ώστε κανείς να μη νιώθει απληστία όταν τους κοιτάζει." [...] 

"Ο Στάλιν πρέπει να βρίσκει τα πράγματα δυσκολότερα κι από μένα", σκέφτηκε ο Τσαγκατάεφ. Έχει μεμιας μαζέψει τους πάντες γύρω του: Ρώσους, Τάταρους, Ουζμπέκους, Τουρκμένους, Λευκορώσους--έθνη ολόκληρα. Σύντομα θα έχει μαζέψει όλη την ανθρωπότητα και θα ξοδεύει όλη του την ψυχή για αυτή, έτσι ώστε οι άνθρωποι να έχουν κάτι για να τους κρατά στα πόδια τους στο μέλλον, ώστε να γνωρίζουν τι να σκέφτονται και τι να κάνουν. Όσο για μένα, κι εγώ πρέπει να μαζέψω τη μικρή μου φυλή: να την αφήσω να συνέλθει, να την αφήσω να αρχίσει τη ζωή από την αρχή, αφού ως τώρα δεν της επέτρεψαν ποτέ να ζει." [...] 

"Γιατί φύγατε εκείνη τη μέρα τον χειμώνα;" ρώτησε ο Τσαγκατάεφ τον Κάρα Χόρμα και τον Μόλλα Τσερκέζοφ. 

Εκείνοι έκαναν μια γκριμάτσα εξαιτίας της σύγχυσης που τους προκάλεσε μια παράξενη σκέψη, και ο Ιβάν ο γέρος απάντησε για λογαριασμό και των δύο: "Νομίζαμε πως δεν υπήρχε πια τίποτα στον κόσμο, πως όλα είχαν εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Κι αν ήμασταν οι μόνοι που απέμειναν, τότε γιατί να ζούμε;"

"Θέλαμε να βεβαιωθούμε," είπε ο Αλλάχ. "Υπήρχαν άλλοι άνθρωποι πουθενά; Θέλαμε να ξέρουμε."

Ο Τσαγκατάεφ τους κατάλαβε και ρώτησε αν αυτό σήμαινε ότι είχαν πειστεί πια για τη ζωή και ότι δεν θα πέθαιναν άλλο. 

"Δεν έχει νόημα να πεθαίνεις", είπε ο Τσερκέζοφ. "Το να πεθάνεις μια φορά--αυτό μπορεί να το σκεφτείς ως κάτι απαραίτητο και χρήσιμο. Αλλά το να πεθάνεις μια φορά δεν σε βοηθά να καταλάβεις την ίδια σου την ευτυχία--και κανείς δεν έχει την ευκαιρία να πεθάνει δυο φορές. Οπότε το να πεθαίνεις δεν σε οδηγεί πουθενά."

[...]

"Τότε, ας είμαστε ευτυχισμένοι--τι πιο ενδιαφέρον υπάρχει απ' αυτό;" απάντησε ο Τσαγκατάεφ. "Η θλίψη θα ξαναέρθει--αλλά είθε η θλίψη μας να είναι λιγότερο δυστυχισμένη από ό,τι ήταν πριν. Είθε να είναι μια διαφορετική θλίψη. Η θλίψη μας ήταν σαν την θλίψη της σαύρας ή της χελώνας."

[...]

Είμαστε Dzhan, απάντησε ο γέρος, και φάνηκε απ' τα λόγια του πως κάθε μικρή φυλή, κάθε οικογένεια και τυχαία ομάδα ανθρώπων που πέθαιναν βαθμιαία καθώς ζούσαν στους άδειους τόπους της ερήμου, στο Amu-Dara ή στο Ust-Yurt, αποκαλούσε τον εαυτό της με το ίδιο όνομα: Dzhan. Ήταν το κοινό τους όνομα, που τους δόθηκε πολύ παλιά από τους πλούσιους μπέηδες, γιατί dzhan σημαίνει ψυχή, κι αυτοί οι φτωχοί, θνήσκοντες άνθρωποι δεν είχαν τίποτε που να μπορούν να ονομάσουν δικό τους άλλο απ' την ψυχή τους, δηλαδή από την ικανότητά τους να αισθάνονται και να υποφέρουν. Η λέξη dzhan, λοιπόν, ήταν μια προσβολή, ένα αστείο των πλούσιων σε βάρος των φτωχών. Οι μπέηδες θεωρούσαν πως ψυχή σήμαινε μόνο απελπισία, αλλά στο τέλος ήταν η dzhan που τους καταδίκασε σε θάνατο: είχαν πολύ λίγη dzhan δική τους, πολύ μικρή ικανότητα να αισθάνονται, να υποφέρουν, να σκέφτονται και να αγωνίζονται. Είχαν πολύ λίγο απ' τον πλούτο των φτωχών.

1935
Μετάφραση: Lenin Reloaded

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου