Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Simon Clarke-Η δυναμική της καπιταλιστικής παραγωγής και η τάση προς την κρίση

Προηγούμενα:

Η πολιτική οικονομία και η αναγκαιότητα της κρίσης
Η θεωρία της κρίσης στον Ένγκελς
Η πρώιμη ανάπτυξη της ανάλυσης του Ένγκελς από τον Μαρξ

Η δυναμική της καπιταλιστικής παραγωγής και η τάση προς την κρίση

Ο Ένγκελς δήλωσε απαρέγκλιτα πιστός ακόλουθος του Μαρξ, αλλά οι αντηχήσεις των πρώιμων ιδεών του εμφανίζονται στο δικό του ύστερο έργο και στις εκλαϊκεύσεις του στον Μαρξ. Το αν οι διαφορές ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς είναι ζήτημα ουσίας ή απλώς ζήτημα εμφάσεων είναι κάτι που απομένει να αποδειχτεί. Παρ' όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι η επικέντρωση του Ένγκελς στην προσφορά και τη ζήτηση συνεπάγεται έναν εστιασμό στην εμπορική κρίση ως καθοριστική στιγμή της κρίσης, ενώ συνεπάγεται επίσης πως ο εκτοπισμός του ανταγωνισμού από τον σχεδιασμό μπορεί να εξαλείψει τις κρισιακές τάσεις στον καπιταλισμό. Αυτές οι αντιλήψεις επαναλαμβάνονται σε όλο το έργο του Ένγκελς. Ο Μαρξ, από την άλλη, δεν ενδιαφερόταν τόσο για τη σχέση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση όσο για την σχέση ανάμεσα στην επένδυση παραγωγικής εργασίας ως βάση της αξίας και την πραγματοποίηση αυτής της αξίας με τη μορφή του χρήματος. Αυτό αντανακλάται στο αναλυτικό ενδιαφέρον που έδειξε ο Μαρξ για το τραπεζικό σύστημα και για τις οικονομικές κρίσεις, ενδιαφέρον που δεν το μοιράστηκε ο Ένγκελς.  Επιπλέον, οι συνεπαγωγές της ανάλυσης του Μαρξ είναι πολύ πιο ριζοσπαστικές, μιας και η εξάλειψη των κρίσεων απαιτεί όχι απλώς την κατάργηση του ανταγωνισμού, αλλά και της κοινωνικής μορφής της καπιταλιστικής παραγωγής. 

Ο Μαρξ δεν ακολούθησε την συζήτηση των κρίσεων στον Ένγκελς στα πιο πρώιμά του έργα, μιας και η δική του βασική θεωρητική μέριμνα ήταν η ανάπτυξη μιας μεθοδολογικής κριτικής των βασικών εννοιών της πολιτικής οικονομίας, αν και πήρε ξεκάθαρα ως δεδομένη την τάση προς την υπερπαραγωγή ως άμεση συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (CW3, 258, 263, 310). Μόνο με την πρώτη εμπλοκή του με το αναδυόμενο εργατικό κίνημα, στην Ένωση των Κομμουνιστών της οποίας έγινε μέλος νωρίς το 1847, άρχισε ο Μαρξ να στρέφει την προσοχή του σε πιο συγκεκριμένες οικονομικές εξελίξεις. Η πρώτη ένδειξη αυτής της αλλαγής έμφασης μπορεί να εντοπιστεί στην Αθλιότητα της φιλοσοφίας, η οποία γράφτηκε στο πρώτο μισό του 1847. 

Η ανάλυση των κρίσεων απ' τον Μαρξ στην Αθλιότητα της φιλοσοφίας αναδεικνύει την διαφορά έμφασης ανάμεσα στην δική του κατανόηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και αυτή του Ένγκελς. Ο Μαρξ εξηγεί "την υπερπαραγωγή και πολλά ακόμα χαρακτηριστικά βιομηχανικής αναρχίας" (CW6, 136) όχι απλώς ως αποτελέσματα του ανταγωνισμού ή της "ακραίας δαπάνης" της ενέργειας του καπιταλιστή, αλλά πιο θεμελιακά, ως αποτέλεσμα της "αξιοδότησης των εμπορευμάτων από τον χρόνο εργασίας", του οποίου επιφανειακή μόνο έκφραση είναι ο ανταγωνισμός. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, κάθε παραγωγός προσπαθεί να μειώσει τον εργασιακό χρόνο που είναι απαραίτητος για την παραγωγή αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις και αυξάνοντας την κλίμακά της αντίστοιχα.  Αυτό οδηγεί στην αύξηση του όγκου παραγόμενων εμπορευμάτων και στην μείωση της τιμής τους, καθώς οι πιο εξελιγμένοι παραγωγοί εκτοπίζουν τους λιγότερο επιτυχημένους. Ο ανταγωνισμός των πιο εξελιγμένων παραγωγών απαξιώνει το υφιστάμενο προϊόν που παράχθηκε με παλιότερες μεθόδους, αποσυνθέτοντας έτσι την αναλογικότητα της παραγωγής και της ζήτησης. Έτσι, "η παραγωγή εξαναγκάζεται αναπόφευκτα να περάσει κατά διαρκή συνέχεια από τις μεταβολές της ευμάρειας, της ύφεσης, των κρίσεων, της στασιμότητας, της νέας ευμάρειας, κλπ" (CW6, 137). Δεν είναι λοιπόν μόνο η αναρχία του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που γεννάει τις κρίσης, αλλά οι συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Η υπερπαραγωγή είναι το μέσο δια του οποίου οι μη εξελιγμένοι παραγωγοί αναγκάζονται στην έξοδο από την αγορά, και άρα δεν είναι απλώς ενδεχομενικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού αλλά αποτελεί την ουσιώδη του μορφή μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Η υπερπαραγωγή είναι το τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό συνεπάγεται πως οι κρίσεις δεν αποτελούν χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς, αλλά χαρακτηριστικά του αναπτυγμένου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, του οποίου η κινητήριος δύναμη είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. 

Σε παλιότερους καιρούς, η προσφορά και η ζήτηση παρέμεναν λίγο-πολύ σε αναλογία η μία με την άλλη, ενώ
ήταν η ζήτηση που κυριαρχούσε στην προσφορά, η οποία προηγούνταν χρονικά. Η παραγωγή ακολουθούσε από κοντά τα βήματα της κατανάλωσης. Η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας, εξαναγκαζόμενη από τα ίδια τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για να παράγει σε όλο και αυξανόμενη ποσότητα, δεν μπορεί πλέον να περιμένει τη ζήτηση. Η παραγωγή προηγείται της κατανάλωσης, η προσφορά εξαναγκάζει την ζήτηση. Στην παρούσα κοινωνία, στη βιομηχανία που βασίζεται στην ατομική ανταλλαγή, η αναρχία της παραγωγής, η οποία είναι πηγή κάθε λογής δυστυχίας, είναι την ίδια στιγμή η πηγή κάθε προόδου (CW6, 137).
Στην επιστολή στον Annenkov (28/12/1846), το επιχείρημα αυτό αναπτύσσεται πληρέστερα και η τάση προς την υπερπαραγωγή που έρχεται ως αποτέλεσμα του μετασχηματισμού των παραγωγικών δυνάμεων συσχετίζεται άμεσα με την πάλη ανάμεσα στον καπιταλιστή και τους εργάτες σχετικά με την παραγωγή υπεραξίας. "Μέχρι το 1825 –- τη χρονιά της πρώτης παγκόσμιας κρίσης –- θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι προϋποθέσεις της γενικής κατανάλωσης κυριαρχούσαν επί της παραγωγής και ότι η ανάπτυξη των μηχανών ήταν απαραίτητη συνέπεια των αναγκών της αγοράς." Όμως στην Αγγλία "μετά το 1825, η επινόηση και η χρήση μηχανών ήταν απλώς αποτέλεσμα του πολέμου μεταξύ εργοδοτών και εργατών, καθώς οι εργοδότες προσπαθούσαν να εκτοπίσουν τους δυσπροσάρμοστους και αυξανόμενα ριζοσπάστες εξειδικευμένους εργάτες με μηχανές. Ο βρετανικός ανταγωνισμός ανάγκασε τους ευρωπαίους και αμερικανούς καπιταλιστές να εισάξουν με τη σειρά τους νέες μεθόδους παραγωγής, ενώ οι καπιταλιστές στις ΗΠΑ είχαν και το κίνητρο της σπάνης εργατικού δυναμικού" (CW38, 99). Έτσι, οι κρισιακές τάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης χρονολογούνται από το 1825, το σημείο δηλαδή στο οποίο η κινητήριος δύναμη της καπιταλιστικής συσσώρευσης γίνεται η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που την οδηγεί η παραγωγή σχετικής υπεραξίας. 

Στο Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, μια σειρά διαλέξεων που έδωσε στις Βρυξέλλες τον Δεκέμβριο του 1847 αλλά οι οποίες δημοσιεύτηκαν το 1849, ο Μαρξ αναπτύσσει πολύ πιο λεπτομερειακά την εξήγησή του για την εγγενή τάση προς την υπερπαραγωγή. Ο καπιταλιστής μπορεί να ανταγωνιστεί μόνο αν μπορέσει να πουλήσει φτηόντερα, και μπορεί να πουλήσει φτηνότερα χωρίς να καταστραφεί μόνο αν μπορέσει να παράγει φτηνότερα. Όμως "η παραγωγική δύναμη της εργασίας αυξάνεται, πάνω απ' όλα, από τον μεγαλύτερο καταμερισμό εργασίας, από την οικουμενική χρήση και και την διαρκή βελτίωση των μηχανών", κι αυτό για τον Μαρξ αποτελεί λειτουργία της κλίμακας της παραγωγής. 
Ο καπιταλιστής ο οποίος καταφέρνει να αυξήσει με τον τρόπο αυτό την παραγωγικότητα της εργασίας θα πρέπει να πουλήσει το αυξανόμενο προϊόν. Τα ισχυρότερα και ακριβότερα μέσα παραγωγής που έφερε στη ζωή τον καθιστούν ικανό να πουλήσει τα εμπορεύματά του φτηνότερα, αλλά τον αναγκάζουν ταυτόχρονα να πουλήσει περισσότερα εμπορεύματα, να κατακτήσει μια μεγαλύτερη αγορά για τα εμπορεύματά του. Έτσι,  ο καπιταλιστής μας θα πουλήσει τη μισή γυάρδα υφάσματός του φτηνότερα από τους ανταγωνιστές του ... Τους εκτοπίζει από το πεδίο, τους αρπάζει μέρος τουλάχιστον των πωλήσεών τους πουλώντας φτηνότερα ... Όμως η προνομιούχος θέση του καπιταλιστή μας δεν κρατά για πολύ· άλλοι ανταγωνιστικοί καπιταλιστές εισάγουν τις ίδιες μηχανές ... στην ίδια και σε μεγαλύτερη κλίμακα, και η εισαγωγή αυτή των μηχανών θα γίνει τόσο γενική ώστε η τιμή του υφάσματος να πέσει κάτω όχι μόνο απ' το παλιό του κόστος παραγωγής, αλλά κάτω κι απ' το νέο (CW9, 222–4).
Αυτή η περιγραφή του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων είναι πολύ διαφορετική από των οικονομολόγων. Για τον οικονομολόγο, ο οποίος προϋποθέτει ότι κάθε καπιταλιστής έχει τέλεια ικανότητα πρόβλεψης, η προσφορά προσαρμόζεται ομαλά στα όρια της ζήτησης καθώς οι καπιταλιστές ανταποκρίνονται σε υφιστάμενες και αναμενόμενες αλλαγές τιμών. Όμως για τον Μαρξ η διαδικασία της ανταγωνιστικής προσαρμογής στην τεχνολογική αλλαγή δεν είναι καθόλου ομαλή. Ο καπιταλιστής δεν αυξάνει την παραγωγή σε ανταπόκριση στα ερεθίσματα της αγοράς, αλλά αναγκάζεται να εισάξει νέες μεθόδους παραγωγής λόγω της πίεσης του ανταγωνισμού, ως προϋπόθεση της επέκτασης του κεφαλαίου του ή ακόμα και της διατήρησής του στα ίδια επίπεδα.  Το αποτέλεσμα της εισαγωγής αυτών των νέων μεθόδων παραγωγής είναι η μείωση του κόστους, είναι όμως ακόμα και η αύξηση των ποσοτήτων που παράγονται, τόσο εξαιτίας της μεγαλύτερης κλίμακας της παραγωγής όσο και γιατί ο καινοτόμος καπιταλιστής αναμένει να μπορεί να πουλήσει το αυξημένο του προϊόν με κέρδος, στη βάση του μειωμένου κόστους παραγωγής. Αλλά η αυξημένη παραγωγή αντιπροσωπεύει μια υπερπαραγωγή εμπορευμάτων σε σχέση με την πρότερη τιμή και τις συνθήκες παραγωγής, και αυτή μπορεί να την ξεφορτωθεί ο καπιταλιστής μόνο αν μειώσει την τιμή κάτω από το κόστος παραγωγής των άλλων καπιταλιστών, οδηγώντας τους έτσι εκτός αγοράς. Μπροστά στην κρίση υπερπαραγωγής, οι μικρότεροι καπιταλιστές διώχνονται από την αγορά, αλλά οι μεγαλύτεροι ανταγωνιζόμενοι καπιταλιστές δεν αφήνονται απλώς στην τύχη τους. Υιοθετούν νέες μεθόδους παραγωγής με τη σειρά τους, "στην ίδια ή σε μεγαλύτερη κλίμακα", και έτσι οδηγούν σε περαιτέρω αύξηση της παραγωγής προς την υπερπαραγωγή ακόμα και σε σχέση με την τιμή κόστους που αναλογεί στις νέες συνθήκες παραγωγής. 

Αυτή η ανάλυση της δυναμικής της καπιταλιστικής παραγωγής διακρίνει με την πιο ουσιώδη έννοια την ανάλυση του Μαρξ στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τόσο από την κλασική πολιτική οικονομία όσο και από την σύγχρονη οικονομολογία. Η σημασία της, την οποία έχουν αγνοήσει ακόμα και "μαρξιστές οικονομολόγοι", δεν μπορεί να υπερκτιμηθεί. Ολόκληρο το εκλεπτυσμένο οικοδόμημα της αστικής οικονομολογίας στηρίζεται πάνω στην εύθραυστη βάση της υπόθεσης πως η καπιταλιστική παραγωγή τείνει να προσαρμοστεί στα όρια της αγοράς. Η αποτυχία μιας τέτοιας προσαρμογής αντιμετωπίζεται ως επιφανειακή ατέλεια, ως αβεβαιότητα ή κακή κρίση κάποιων ατομικών καπιταλιστών.  Πρόκειται για απλή έκφραση της θεμελιώδους υπόθεσης της αστικής οικονομολογίας, η οποία προέρχεται από τον Άνταμ Σμιθ, πως "η κατανάλωση είναι ο μοναδικός στόχος και σκοπός όλης της παραγωγής", με το κέρδος να μην είναι παρά η ενδεχομενική ανταμοιβή για την αρετή, η οποία περιέρχεται στον καπιταλιστή. Ο Σμιθ ισχυρίστηκε πως το δόγμα του αυτό είναι "τόσο αυταπόδεικτο που θα ήταν παράλογο να προσπαθήσουμε να το αποδείξουμε" (Smith, 1910, Vol.~1, 385). Κι όμως, η πραγματικότητα είναι πως το δόγμα αυτό είναι πρόδηλα εσφαλμένο και εντελώς παράλογο, και πως διαψεύδεται άμεσα από την ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού. 

Ο στόχος της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι η κατανάλωση. Είναι η ιδιοποίηση του κέρδους και η συσσώρευση κεφαλαίου.  Τα μέσα για την συσσώρευση κεφαλαίου δεν είναι η ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών,  των οποίων τα όρια είναι απλώς ένα ατυχές εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσει ο καπιταλιστής. Είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η ανάγκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι απλώς έκφραση των υποκειμενικών κινήτρων του καπιταλιστή. Επιβάλλεται στον καπιταλιστή από την πίεση του ανταγωνισμού, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πίεση της εγγενούς και αυτοαναπαραγώμενης τάσης προς την υπερπαραγωγή, η οποία εξαναγκάζει κάθε καπιταλιστή να αυξήσει την παραγωγή χωρίς να τον απασχολούν τα όρια της αγοράς. Η τάση προς την υπερπαραγωγή δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας ή εσφαλμένης κρίσης σχετικά με τα όρια της αγοράς, εφόσον ο καινοτόμος καπιταλιστής είναι σε θέσει να ξεφορτωθεί κερδοφόρα όλο του το αυξημένο προϊόν, ενώ τα όρια της αγοράς επιβάλλονται μόνο στους άλλους καπιταλιστές ως συνέπεια της υπερπαραγωγής εμπορευμάτων. 

Η τάση για υπερπαραγωγή και κρίση είναι τόσο η αιτία όσο και το αποτέλεσμα της επανάστασης στα μέσα παραγωγής που φέρνουν οι καπιταλιστές. Είναι η μορφή μέσα από την οποία συντελείται ο εκτοπισμός των παλιών μεθόδων παραγωγής από νέες.  "Βλέπουμε πώς με τον τρόπο αυτό μετασχηματίζονται διαρκώς ο τρόπος παραγωγής και τα μέσα παραγωγής, πώς επαναστατικοποιούνται, πώς ο καταμερισμός εργασίας ακολουθείται αναγκαστικά από μεγαλύτερο καταμερισμό εργασίας, η χρήση των μηχανών από ακόμα περισσότερη χρήση των μηχανών, η εργασία σε μεγάλη κλίμακα από εργασία σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα" (CW9, 224). Για τους εργάτες, αυτό συνεπάγεται απο-εξειδίκευση της εργασίας, μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, πτώση μισθών και εξαπλωμένη πλεοναστικότητα, καθώς οι καπιταλιστές "ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο για το ποιος μπορεί να απολύσει περισσότερους στρατιώτες της βιομηχανίας" (CW9, 226). Έτσι, η υπερπαραγωγή και η κρίση είναι αδιαχώριστες αφενός από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και αφετέρου από την καταστροφή των οπισθοδρομικών παραγωγών και την εξαθλίωση και απο-εξειδίκευση των εργατών. 

Σ' αυτά τα πρώιμα έργα, ο Μαρξ, εμβαθύνοντας τα θεμέλια που έθεσε ο Ένγκελς και χτίζοντας πάνω τους, αναπτύσσει μια εξαιρετικά ευφυή και διεισδυτική ανάλυση της δυναμικής της υπερσυσσώρευσης και της κρίσης σε σχέση με την επίδρασή τους σε μια συγκεκριμένη βιομηχανία ή ένα συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής. Όμως η γενίκευση αυτής της ανάλυσης στο σύνολο του καπιταλιστικού συστήματος δεν είναι καθ ουδένα τρόπο όσο προφανής όσο φαίνεται. Αν εξετάσουμε μια βιομηχανία απομονωμένα μπορεί να αντιληφθούμε την αγορά για το προϊόν της ως δεδομένη, έτσι ώστε μια ραγδαία αύξηση της παραγωγής μετά από νέες επενδύσεις να τείνει να οδηγήσει στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων σε σχέση με την περιορισμένη αγορά. Όμως όταν κινηθούμε από το επίπεδο μιας βιομηχανίας στο επίπεδο του συστήματος ως συνόλου, η αύξηση της παραγωγής σε έναν κλάδο παραγωγής δημιουργεί ζήτηση για τα προϊόντα ενός άλλου κλάδου, κι έτσι αν κάθε κλάδος παραγωγής μπορούσε να αναπτυχθεί ταυτόχρονα δεν θα υπήρχε κρίση.  

Δεν υφίσταται αυθόρμητη τάση της παραγωγής να αναπτύσσεται αναλογικά στους διάφορους κλάδους παραγωγής. Σύμφωνα όμως με τους οικονομολόγους, ο ανταγωνισμός επιτυγχάνει το αποτέλεσμα αυτό καθώς η παραγωγή σε κάθε κλάδο προσαρμόζεται στα όρια της (διευρυνόμενης) αγοράς, με τους πιο αργοκίνητους να κινητοποιούνται και τους πιο δυναμικούς να συγκρατιούνται. Συνεπώς, η μετακίνηση από το ζήτημα της δυναμικής της υπερσυσσώρευσης και της κρίσης σε μια βιομηχανία στο επίπεδο του συστήματος ως συνόλου περιλαμβάνει μια πολύ πιο πολύπλοκη διερεύνηση της δυναμικής της προσαρμογής, και ιδιαίτερα του ρόλου που παίζει το χρήμα σ' αυτή την προσαρμογή. Αυτή η διερεύνηση θα απασχολούσε τον Μαρξ στις πιο ώριμες αναλύσεις του για την κρίση. 

Στο πρώιμό του έργο όμως, βλέπουμε πως ο Μαρξ γενικεύει άμεσα από την ανάλυση μιας βιομηχανίας στο οικονομικό σύστημα ως σύνολο, καθώς η παραγωγή προηγείται της ανάπτυξης της αγοράς, δίνοντας έτσι στην "μακρο-οικονομική" του θεωρία της κρίσης μια έντονα "υποκαταναλωτική" διάσταση, αν και αυτό τείνει να δηλώνεται απλώς και όχι να επεξηγείται. Στο Μισθωτή εργασία και Κεφάλαιο, ο Μαρξ σημειώνει πως  η ανάπτυξη του καπιταλισμού σχετίζεται με τις όλο και πιο σφοδρές περιοδικές κρίσεις, κατά τις οποίες οι συνθήκες διαβίωσης των εργατών γίνονται όλο και πιο αβέβαιες και οι μισθοί τους όλο και πιο ασταθείς, ενώ αποδίδει την αυξανόμενη σφοδρότητα των διαδοχικών κρίσεων στην σχετική συστολή της παγκόσμιας αγοράς, αν και δεν δίνει καμία επεξήγηση για αυτό το "υποκαταναλωτικό" στοιχείο της ανάλυσής του. Η αυξανόμενη συσσώρευση κεφαλαίου συνεπάγεται μια 
αύξηση σεισμικών δονήσεων, υπό τις οποίες ο εμπορικός κόσμος μπορεί να επιβιώσει μόνο με τη θυσία ενός μέρους του πλούτου, των προϊόντων και ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων στον θεό του κάτω κόσμου. Με άλλα λόγια, οι κρίσεις αυξάνονται. Γίνονται πιο συχνές και πιο βίαιες, ακόμα κι αν είναι έτσι μόνο επειδή, καθώς αυξάνεται η μάζα της παραγωγής και συνεπώς η ανάγκη για μεγαλύτερες αγορές, η παγκόσμια αγορά συρρικνώνεται όλο και πιο πολύ, οι αγορές που είναι διαθέσιμες για εκμετάλλευση μειώνονται όλο και περισσότερο, καθώς κάθε κρίση υποτάσσει στο παγκόσμιο εμπόριο μια αγορά που ήταν πρότερα παρθένα ή επιφανειακά μόνο εκμεταλλευμένη (CW9, 228).

3 σχόλια:

  1. «ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ»

    Αντί «Κομμουνιστική Λίγκα» καλύτερα να μεταφραστεί στα ελληνικά το γερμανικό «Bund der Kommunisten» Ένωση των Κομμουνιστών, όπως έχει εξάλλου καθιερωθεί, πρβλ. Φρίντριχ Ένγκελς, Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών (1885) στο: Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα σε δυο τόμους, Τόμος ΙΙ, Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δεκέμβρης 1951, σσ. 390–413.

    Βασικό έργο για την «Ένωση των Κομμουνιστών» παραμένει η τρίτομη έκδοση που επιμελήθηκαν από κοινού τα Ινστιτούτα Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΕΣΚΓ και της ΚΕ του ΚΚΣΕ «Η Ένωση των Κομμουνιστών. Ντοκουμέντα και Υλικά» [Der Bund der Kommunisten. Dokumente und Materialien] (Τόμος 1ος: 1836–1849, Βερολίνο/ΓΛΔ 1970, Τόμος 2ος: 1849–1851, Βερολίνο/ΓΛΔ 1982 και Τόμος 3ος: 1851–1852, Βερολίνο/ΓΛΔ 1984).

    Στην έκδοση αυτή περιέχονται όλα τα ντοκουμέντα και υλικά που αφορούν την «Ένωση» και στάθηκε δυνατό να βρεθούν στην γλώσσα του πρωτοτύπου με γερμανική ή ρωσική —στην παράλληλη σοβιετική έκδοση του έργου που κυκλοφόρησε στην Μόσχα από τις «Πολιτικές Εκδόσεις»— μετάφραση εκείνων των κειμένων που δεν είναι γραμμένα ή δημοσιευμένα στις δύο αυτές γλώσσες.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. «ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ» (Επανάληψη)

    Αντώνη, το ξαναστέλνω, γιατί μου φαίνεται πως παράπεσε την πρώτη φορά — Μη Απολιθωμένος κ.λπ.

    Αντί «Κομμουνιστική Λίγκα» καλύτερα να μεταφραστεί στα ελληνικά το γερμανικό «Bund der Kommunisten» Ένωση των Κομμουνιστών, όπως έχει εξάλλου καθιερωθεί, πρβλ. Φρίντριχ Ένγκελς, Για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών (1885) στο: Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα σε δυο τόμους, Τόμος ΙΙ, Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δεκέμβρης 1951, σσ. 390–413.

    Βασικό έργο για την «Ένωση των Κομμουνιστών» παραμένει η τρίτομη έκδοση που επιμελήθηκαν από κοινού τα Ινστιτούτα Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΕΣΚΓ και της ΚΕ του ΚΚΣΕ «Η Ένωση των Κομμουνιστών. Ντοκουμέντα και Υλικά» [Der Bund der Kommunisten. Dokumente und Materialien] (Τόμος 1ος: 1836–1849, Βερολίνο/ΓΛΔ 1970, Τόμος 2ος: 1849–1851, Βερολίνο/ΓΛΔ 1982 και Τόμος 3ος: 1851–1852, Βερολίνο/ΓΛΔ 1984).

    Στην έκδοση αυτή περιέχονται όλα τα ντοκουμέντα και υλικά που αφορούν την «Ένωση» και στάθηκε δυνατό να βρεθούν στην γλώσσα του πρωτοτύπου με γερμανική ή ρωσική —στην παράλληλη σοβιετική έκδοση του έργου που κυκλοφόρησε στην Μόσχα από τις «Πολιτικές Εκδόσεις»— μετάφραση εκείνων των κειμένων που δεν είναι γραμμένα ή δημοσιευμένα στις δύο αυτές γλώσσες.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή