Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Simon Clarke-Η πολιτική και η θεωρία της κρίσης μετά τις επαναστάσεις του 1848

Η πολιτική και η θεωρία της κρίσης μετά τις επαναστάσεις του 1848

Οι επιστημονικές και οι πολιτικές διαστάσεις του μαρξιστικού προγράμματος συνδεόταν, αναπόφευκτα, στενά μεταξύ τους: οι επιστημονικές προτεραιότητες υπαγορεύονταν από τις πολιτικές προτεραιότητες της στιγμής. Τα πιεστικά θεωρητικά ζητήματα που αντιμετώπιζε ο Μαρξισμός σε οποιοδήποτε στάδιο της ιστορικής του ανάπτυξης ήταν αυτά τα οποία ήταν πολιτικά κρίσιμα. Η σχέση αυτή ανάμεσα στις πολιτικές προτεραιότητες και τα επιστημονικά καθήκοντα είναι ιδιαίτερα έντονη στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης.

Το ενδιαφέρον που δείχνουν για την κρίση ο Μαρξ και ο Ένγκελς στα πρώιμα γραπτά τους ήταν μάλλον πολιτικό παρά θεωρητικό. Στα πρώιμα γραπτά τους, ο οικονομικός κύκλος ερμηνευόταν ως κρίσιμος για την ανάπτυξη του προλεταριάτου ως ανεξάρτητης πολιτικής δύναμης. Με δεδομένη την απουσία σημαντικών μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, ο Μαρξ και ο Ένγκελς έστρεψαν την προσοχή τους στην ταξική πάλη που προκαλούνταν από την αναστάτωση που έφερναν οι οικονομικές κρίσεις. Αυτές ήταν οι πρωταρχικές πηγές της επαναστατικής κινητοποίησης των εργατών, καθώς οι οικονομικές πιέσεις που οι κρίσεις επέβαλλαν στο κράτος μείωναν το εύρος της δυνατότητας ανταπόκρισης της αστικής τάξης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 στα μέσα της δεκαετίας του 1850, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανέμεναν πως η επανάσταση θα εκδηλωνόταν στο πολύ άμεσο μέλλον, ως αποτέλεσμα του πενταετούς κύκλου που θεώρησαν ότι εντόπισαν. Στην Κατάσταση της αγγλικής εργατικής τάξης (1844-45), ο Ένγκελς εξέφραζε την αμφιβολία του για το ότι ο λαός θα άντεχε περισσότερο από μια ακόμα κρίση, υπονοώντας ότι μια κρίση το 1847 θα πυροδοτούσε την παραπέρα εξέλιξη του προλεταριάτου, και ότι η κρίση του 1852 θα ήταν η τελική κρίση του καπιταλισμού (CW4, 580–1).


Σε συμφωνία με αυτή τη διάγνωση, ο Μαρξ και ο Ένγκελς αφιερώθηκαν ολόψυχα στα επαναστατικά κινήματα του 1848 χωρίς να αναμένουν ιδιαίτερα κάποια προλεταριακή νίκη, ελπίζοντας όμως ότι το προλεταριάτο θα αναδυόταν από τις επαναστατικές εξεγέρσεις ως ανεξάρτητη πολιτική δύναμη. Παρά τον επαναστατικό ενθουσιασμό τους, κατέληξαν να δουν την ήττα της επανάστασης ως αναπόφευκτη, καθώς η επιστροφή της ευμάρειας διάβρωσε την δύναμη των επαναστατικών δυνάμεων, αφήνοντας όρθιους μόνο τους πολιτικούς καυγάδες "των εκπροσώπων των διάφορων φραξιών του Ευρωπαϊκού Κόμματος της Τάξης [Continental party of Order]" (CW10, 135). Όπως έγραψε ο Μαρξ στους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία (1850): "Μ' αυτή τη γενική ευμάρεια … δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική επανάσταση. Μια τέτοια επανάσταση είναι εφικτή μόνο στις περιόδους όπου και οι δύο αυτοί παράγοντες, οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις και οι αστικές μορφές της παραγωγής, συγκρούονται η μία με τη την άλλη. ... Μια νέα επανάσταση είναι εφικτή μόνο ως συνέπεια μιας νέας κρίσης. Όμως είναι εξίσου βέβαιη όσο είναι και η κρίση" (CW10, 135; c.f.~CW39, 96.) Όπως σημείωνε ο Μαρξ σε άρθρο του στην New York Daily Tribune τον Ιούνιο του 1853, από τις αρχές του 18ου αιώνα "δεν υπήρξε σημαντική επανάσταση στην Ευρώπη που να μην ακολουθεί μετά από εμπορική και χρηματιστική κρίση" (CW12, 99), και αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για την επερχόμενη επανάσταση. Χωρίς τον εμπορικό κύκλο θα υπήρχαν μεν πολιτικές συγκρούσεις, αλλά δεν θα υπήρχε ταξική πάλη, εφόσον είναι η άνοδος και η πτώση των μισθών αποκλειστικά που δημιουργεί διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στους αφέντες και τους εργάτες, με την σύγκρουση αυτή να εμποδίζει τους εργάτες να "γίνονται απαθή, αστόχαστα, λίγο-πολύ καλοταϊσμένα εργαλεία της παραγωγής ... μια απογοητευμένη, νοητικά αδύναμη, εξαντλημένη και χωρίς αντιστάσεις μάζα"' (CW12, 169).

Μετά την ήττα των επαναστάσεων του 1848, όπου και η εργατική τάξη δήλωσε για πρώτη φορά την ανεξαρτησία της, ο Μαρξ και ο Ένγκελς πρόσβλεπαν στην επόμενη κρίση με πολύ μεγαλύτερες προσδοκίες. Οι προηγούμενες κρίσεις ήταν η προϋπόθεση για την κατάληψη της γαιοκτησίας από την βιομηχανική μπουρζουαζία και την χρηματοπιστωτική μπουρζουαζία. Η επόμενη θα σηματοδοτεί την αρχή της σύγχρονης επανάστασης (CW10, 264–5. Όπως ισχυρίστηκε ο Ένγκελς στο "Ζήτημα του δεκαώρου" (Φεβρουάριος του 1850),
το προλεταριάτο έκανε την εκπαίδευσή του και ο καπιταλισμός έφτασε στα όριά του. Αν και η πάλη για την θέσπιση νομικών ορίων για την ημέρα εργασίας έχει ουσιαστικά χαθεί, η εργατική τάξη βρήκε σ' αυτή την αναταραχή ένα ισχυρό μέσο για να γνωριστεί με τον εαυτό της, να μάθει την κοινωνική θέση και τα συμφέροντά της, να οργανώσει τον εαυτό της και να αποκτήσει επίγνωση της δύναμής της. … Η εργατική τάξη θα μάθει με την εμπειρία ότι κανένα ευεργέτημα με διάρκεια δεν μπορεί να αποκτηθεί από τους άλλους για λογαριασμό της, αλλά ότι πρέπει η ίδια να το αποκτήσει κατακτώντας, πρώτα από όλα, την πολιτική εξουσία. ... Η ουσιαστική κατάργηση του νόμου του 1847 θα εξαναγκάσει τους βιομηχάνους να μπουν σε τέτοια φρενίτιδα υπερεμπορίου ώστε να ακολουθήσουν αναταραχές πάνω σε αναταραχές, ώστε πολύ σύντομα όλα τα μέσα και οι πόροι του υφιστάμενου συστήματος να εξαντληθούν και να γίνει αναπόφευκτη η επανάσταση, η οποία, ξεριζώνοντας την δομή της κοινωνίας σε πολύ μεγαλύτερο βάθος από ό,τι το 1793 ή το 1848, θα οδηγήσει γρήγορα στην πολιτική και κοινωνική ανάδυση του προλεταριάτου. ... η άνοδος των καπιταλιστών της βιομηχανίας εξαρτάται από την δυνατότητα της διαρκούς επέκτασης της παραγωγής και, την ίδια στιγμή, της μείωσης του κόστους της. Αλλά αυτή η εκτεταμένη παραγωγή έχει ένα κάποιο όριο: δεν μπορεί να ξεπεράσει τις υφιστάμενες αγορές. Αν το κάνει, τότε ακολουθεί αναταραχή, και κατά συνέπεια καταστροφή, χρεοκοπία και εξαθλίωση. Είχαμε πολλές τέτοιες αναταραχές που τις θεράπευσε ως τώρα το άνοιγμα νέων αγορών (της Κίνας το 1842) ή η καλύτερη εκμετάλλευση παλιών, μειώνοντας το κόστος της παραγωγής (όπως έγινε με το ελεύθερο εμπόριο στο καλαμπόκι). Αλλά κι αυτά έχουν όρια. Δεν υπάρχουν πια νέες αγορές .... Είναι προφανές ότι χωρίς την δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης των αγορών, κάτω από ένα σύστημα που είναι καθημερινά υποχρεωμένο να επεκτείνει την παραγωγή, μπαίνει ένα τέλος στην άνοδο των αφεντών. Και μετά τι; 'Παγκόσμια καταστροφή και χάος', λένε οι υπερασπιστές του ελεύθερου εμπορίου. Κοινωνική επανάσταση και άνοδος στην εξουσία του προλεταριάτου, λέμε εμείς (CW10, 275–6; c.f.~CW10, 299).

1 σχόλιο:

  1. Μάλλον σε αυτό το στάδιο είμαστε. Δεν φαίνεται πουθενά να υπάρχει άλλος χώρος στον πλανήτη για ανάπτυξη καινούργιων αγορών, γιαυτό και ήδη προσπαθούν να εκμεταλλευτούν καλύτερα της υπάρχουσες όπως το ζούμε! Βέβαια ποτέ δεν ξέρει κανείς τι θα σκαρφιστούνε.

    Κώστας

    ΑπάντησηΔιαγραφή