Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

G. W. F. Hegel-Η διαλεκτική κυρίου και δούλου § 190, σχόλια Lenin Reloaded

G. W. F. Hegel
Ο κύριος και ο δούλος
Μτφρ. Lenin Reloaded,
λαμβάνοντας υπόψη και τη μετάφραση του Δημ. Τζωρτζόπουλου, Φαινομενολογία του Πνεύματος, τομ. Α, εκδ. Δωδώνη
Σχόλια Lenin Reloaded

§ 190

Ο κύριος είναι η συνείδηση που υπάρχει για τον εαυτό της· όχι όμως πια η γενική απλώς έννοια της ύπαρξης δι εαυτόν. Είναι μάλλον μια συνείδηση που υπάρχει αφ εαυτού, η οποία διαμεσολαβείται στη σχέση της με τον εαυτό της μέσω μιας άλλης συνείδησης, δηλαδή μέσω ενός Άλλου, του οποίου η ίδια η φύση εξυπακούει πως συνδέεται με ένα αυτοτελές ον, ή με την κατάσταση του πράγματος εν γένει. Ο κύριος συσχετίζει τον εαυτό του και με τις δύο αυτές στιγμές, με το ίδιο το πράγμα, το αντικείμενο της επιθυμίας, και με την συνείδηση, της οποίας ο ουσιαστικός χαρακτήρας είναι η ύπαρξή της ως πράγμα. Και εφόσον ο κύριος είναι (α) ως έννοια της αυτοσυνείδησης μια άμεση συνάρτηση της αυθυπαρξίας, αλλά (β) είναι επιπλέον και ταυτόχρονα διαμεσολάβηση, ή ένα είναι-δι-εαυτόν το οποίο είναι για τον εαυτό του μόνο μέσα από έναν Άλλο, ο κύριος συσχετίζεται (α) άμεσα και με τα δύο (β) έμμεσα με το καθένα μέσα από το άλλο. Ο κύριος συσχετίζεται με τον δούλο έμμεσα μέσα από την αυτοτελή ύπαρξη, γιατί αυτή ακριβώς κρατά τον δούλο δέσμιο· αυτή είναι η αλυσίδα του, από την οποία δεν μπορούσε να απαλλαγεί στον αγώνα [για αναγνώριση], και για τον λόγο αυτό απέδειξε πως είναι εξαρτημένος, πως η αυτοτέλειά του είναι κάτι το οποίο μπορεί να κατέχει μονάχα με τη μορφή της κατάστασης του πράγματος. Ο κύριος όμως είναι η δύναμη που ελέγχει αυτή την κατάσταση ύπαρξης, γιατί έδειξε στην πάλη πως την αντιλαμβάνεται ως κάτι αρνητικό. Εφόσον ο κύριος είναι η δύναμη που κυριαρχεί πάνω στην ύπαρξη, ενώ αυτή η ύπαρξη είναι με τη σειρά της η δύναμη που ελέγχει τον Άλλο [τον δούλο], ο κύριος κρατά κατά συνέπεια αυτόν τον Άλλο υπόδουλο. Με τον ίδιο τρόπο, ο κύριος συσχετίζεται με το πράγμα έμμεσα, μέσω του δούλου. Εφόσον ο δούλος είναι μια αυτοσυνείδηση με την ευρεία έννοια, κρατά επίσης μια αρνητική στάση απέναντι στα πράγματα και τα αναιρεί· αλλά την ίδια ώρα, το πράγμα είναι αυτοτελές ως προς τον ίδιο και δεν μπορεί, με όλη του την άρνηση, να φτάσει στο σημείο να το εκμηδενίσει και να τελειώσει μ' αυτό.  Με άλλα λόγια, ο δούλος εργάζεται πάνω στο πράγμα. Στον κύριο, από την άλλη, και μέσω αυτής της διαμεσολαβητικής διαδικασίας, ανήκει η άμεση σχέση, με την έννοια της καθαρής άρνησης του πράγματος· με άλλα λόγια, ο κύριος απολαμβάνει το πράγμα. Αυτό το οποίο δεν κατέστη εφικτό με την επιθυμία γίνεται τώρα εφικτό, δηλαδή, το να τελειώνει [ο κύριος] με το πράγμα και το να ικανοποιείται με την απόλαυσή του. Μόνη της, η επιθυμία δεν έφτασε τόσο μακριά, εξαιτίας της αυτοτέλειας του πράγματος. Όμως ο κύριος που έχει παρεμβάλλει τον δούλο ανάμεσα στο πράγμα και τον εαυτό του συσχετίζεται με τον τρόπο αυτό μόνο με την εξαρτημένη όψη του πράγματος και το απολαμβάνει χωρίς προϋποθέσεις και περιορισμούς. Την όψη της αυτοτέλειας του πράγματος την αφήνει στον δούλο, ο οποίος εργάζεται πάνω σ' αυτό.
---------------

Σχόλια:

"Ο κύριος είναι η συνείδηση που υπάρχει για τον εαυτό της· όχι όμως πια η γενική απλώς έννοια της ύπαρξης δι εαυτόν. Είναι μάλλον μια συνείδηση που υπάρχει αφ εαυτού, η οποία διαμεσολαβείται στη σχέση της με τον εαυτό της μέσω μιας άλλης συνείδησης, δηλαδή μέσω ενός Άλλου, του οποίου η ίδια η φύση εξυπακούει πως συνδέεται με ένα αυτοτελές ον, ή με την κατάσταση του πράγματος εν γένει."

Για τον Χέγκελ, η κυριότητα δεν είναι μια εμπειρική θέση εξουσίας αλλά πριν απ' αυτό μια μορφή της συνείδησης, ένας προσανατολισμός της συνείδησης, όπως αυτός προκύπτει μέσα από την πάλη για αναγνώριση μεταξύ δύο. Στον κύριο, η συνείδηση υπάρχει για τον εαυτό της, όχι όμως γενικά και αφηρημένα. Η σχέση της με τον εαυτό της διαμεσολαβείται από μια άλλη συνείδηση, αυτή του δούλου. Η φύση της συνείδησης του δούλου είναι η εξάρτηση, δηλαδή η αδυναμία της να υπάρξει για τον εαυτό της, η αναγκαστική συνάρτησή της με κάτι έξω από την ίδια, η έλλειψη επομένως αυτοτέλειάς της. Αυτό το "κάτι έξω από την ίδια" είναι δύο πράγματα ταυτόχρονα: α) είναι η ύπαρξη ενός αυτοτελούς Άλλου [του κυρίου] και β) η ύπαρξη των πραγμάτων, που δεν έχουν συνείδηση, έχουν όμως βουβή, αντικειμενική ύπαρξη έξω από την συνείδηση του δούλου. Η διαλεκτική συνεπώς κυρίου και δούλου περιλαμβάνει τρεις θέσεις: α) αυτή του κυρίου β) αυτή του δούλου γ) αυτή του πράγματος.

"Ο κύριος συσχετίζει τον εαυτό του και με τις δύο αυτές στιγμές, με το ίδιο το πράγμα, το αντικείμενο της επιθυμίας, και με την συνείδηση, της οποίας ο ουσιαστικός χαρακτήρας είναι η ύπαρξή της ως πράγμα."

Ο δούλος, είπαμε, σχετίζεται ως συνείδηση ταυτόχρονα με την ύπαρξη ενός αυτοτελούς Άλλου, που είναι ο κύριος, και με τα βουβά, μη συνειδητά πράγματα. Ο κύριος, με τη σειρά του, σχετίζεται τόσο με τα ίδια τα πράγματα, τα οποίο και είναι αντικείμενο της επιθυμίας του, όσο και με την εξαρτημένη συνείδηση του δούλου, η οποία από τη σκοπιά του κυρίου είναι πραγμοποιημένη, δηλαδή γίνεται αντιληπτή ως πράγμα η ίδια.

"Και εφόσον ο κύριος είναι (α) ως έννοια της αυτοσυνείδησης μια άμεση συνάρτηση της αυθυπαρξίας, αλλά (β) είναι επιπλέον και ταυτόχρονα διαμεσολάβηση, ή ένα είναι-δι-εαυτόν το οποίο είναι για τον εαυτό του μόνο μέσα από έναν Άλλο, ο κύριος συσχετίζεται (α) άμεσα και με τα δύο (β) έμμεσα με το καθένα μέσα από το άλλο."

Εφόσον ο κύριος έχει οριστεί συνειδησιακά ως συνείδηση που υπάρχει για τον εαυτό της, αλλά ταυτόχρονα ως συνείδηση που αυτό το επιτυγχάνει μέσω της διαμεσολάβησης της συνείδησης του δούλου, τότε ο κύριος συσχετίζεται (α) άμεσα με τον εαυτό του και με τον Άλλο [τον δούλο] (β) έμμεσα με τον Άλλο μέσω του εαυτού του, και επίσης έμμεσα με τον εαυτό του μέσω του Άλλου.

"Ο κύριος συσχετίζεται με τον δούλο έμμεσα μέσα από την αυτοτελή ύπαρξη, γιατί αυτή ακριβώς κρατά τον δούλο δέσμιο· αυτή είναι η αλυσίδα του, από την οποία δεν μπορούσε να απαλλαγεί στον αγώνα [για αναγνώριση], και για τον λόγο αυτό απέδειξε πως είναι εξαρτημένος, πως η αυτοτέλειά του είναι κάτι το οποίο μπορεί να κατέχει μονάχα με τη μορφή της κατάστασης του πράγματος."

Σε ό,τι αφορά την έμμεση σχέση του κυρίου με τον εαυτό του μέσω του Άλλου [του δούλου] και με τον Άλλο μέσω του εαυτού του, το μέσο της διαμεσολάβησης είναι, παραδόξως, η ίδια η έννοια της αυτοτελούς ύπαρξης. Η αυτοτελής ύπαρξη κρατά τον δούλο δέσμιο όχι απλά επειδή ο κύριος που τον κρατά δέσμιο είναι ακριβώς η (διαλεκτική) ενσάρκωση της αυτοτελούς ύπαρξης, αλλά και γιατί ο δούλος αλυσσοδέθηκε εξαιτίας της προσκόλλησής του στην μη διαλεκτική αυτοτέλεια της ύπαρξης, εξαιτίας δηλαδή της αγάπης του για την ύπαρξη χωρίς άρνηση, χωρίς την έκθεση στο ρίσκο του θανάτου. Επειδή ο δούλος δεν ρίσκαρε την θυσία της ίδιας της ζωής για χάρη της αυτοτέλειας, η αυτοτέλεια που κατέχει δεν εμπεριέχει ίχνος ελευθερίας· η αυτοτέλεια στην οποία έχει πρόσβαση είναι μόνο η αυτοτέλεια του πράγματος, του βουβού όντος χωρίς συνείδηση. Επειδή ο δούλος δεν ανοίγεται στην αρνητική προοπτική του βιολογικού θανάτου για χάρη της ελευθερίας της συνείδησής του, υποδουλώνεται από μια νεκρή και αδρανή αυτοτέλεια, εκμηδενίζεται στην αυτοτέλεια του δέντρου, της πέτρας, του χώματος, του μαρμάρου, κλπ.

"Ο κύριος όμως είναι η δύναμη που ελέγχει αυτή την κατάσταση ύπαρξης, γιατί έδειξε στην πάλη πως την αντιλαμβάνεται ως κάτι αρνητικό. Εφόσον ο κύριος είναι η δύναμη που κυριαρχεί πάνω στην ύπαρξη, ενώ αυτή η ύπαρξη είναι με τη σειρά της η δύναμη που ελέγχει τον Άλλο [τον δούλο], ο κύριος κρατά κατά συνέπεια αυτόν τον Άλλο υπόδουλο."

Αντιθέτως, ο κύριος είναι αυτός που εξέθεσε τον εαυτό του στην άρνηση, στην προοπτική του θανάτου. Στην πάλη των δύο για αναγνώριση, στην πάλη ανάμεσα, ουσιαστικά, στη βίαιη καταστροφή και την επιθυμία για ειρήνη και ζωή, ο κύριος είναι αυτός που έδειξε πως αντιλαμβάνεται την ύπαρξη με τρόπο αρνητικό, δηλαδή ως κάτι που εμπεριέχει απαραίτητα το ρίσκο του θανάτου, της καταστροφής της ύπαρξης. Αποδεικνύοντας την αφοβία του απέναντι στην άρνηση που κατοικεί στην καρδιά της ύπαρξης, απέναντι στον θάνατο ως θεμέλιο της ύπαρξης δηλαδή, ο κύριος είναι "κύριος" διότι κυριαρχεί πάνω στην ίδια αυτή ύπαρξη αφού περνά μέσα από την απειλή του θανάτου στην συνειδησιακή ελευθερία. Και εφόσον κυριαρχεί άμεσα απέναντι στην ύπαρξη κυριαρχεί έμμεσα και απέναντι στον δούλο, αφού ο δούλος, όπως είδαμε, υποδουλώνεται στην ύπαρξη από υπερβολική αγάπη για τη ζωή, από αδυναμία να αντικρίσει την αναγκαιότητα της άρνησης υπό τη μορφή της αναγκαιότητας του ρίσκου του θανάτου. Διαμορφώνεται λοιπόν μεταξύ των τριών όρων της διαλεκτικής μια αλυσίδα: κύριος---->ύπαρξη---->δούλος, με την ύπαρξη να διαμεσολαβεί ανάμεσα σ' αυτόν που κυριάρχησε επάνω της και αυτόν στον οποίο η ίδια κυριαρχεί.

"Με τον ίδιο τρόπο, ο κύριος συσχετίζεται με το πράγμα έμμεσα, μέσω του δούλου. Εφόσον ο δούλος είναι μια αυτοσυνείδηση με την ευρεία έννοια, κρατά επίσης μια αρνητική στάση απέναντι στα πράγματα και τα αναιρεί· αλλά την ίδια ώρα, το πράγμα είναι αυτοτελές ως προς τον ίδιο και δεν μπορεί, με όλη του την άρνηση, να φτάσει στο σημείο να το εκμηδενίσει και να τελειώσει μ' αυτό.  Με άλλα λόγια, ο δούλος εργάζεται πάνω στο πράγμα. Στον κύριο, από την άλλη, και μέσω αυτής της διαμεσολαβητικής διαδικασίας, ανήκει η άμεση σχέση, με την έννοια της καθαρής άρνησης του πράγματος· με άλλα λόγια, ο κύριος απολαμβάνει το πράγμα. Αυτό το οποίο δεν κατέστη εφικτό με την επιθυμία γίνεται τώρα εφικτό, δηλαδή, το να τελειώνει [ο κύριος] με το πράγμα και το να ικανοποιείται με την απόλαυσή του. Μόνη της, η επιθυμία δεν έφτασε τόσο μακριά, εξαιτίας της αυτοτέλειας του πράγματος. Όμως ο κύριος που έχει παρεμβάλλει τον δούλο ανάμεσα στο πράγμα και τον εαυτό του συσχετίζεται με τον τρόπο αυτό μόνο με την εξαρτημένη όψη του πράγματος και το απολαμβάνει χωρίς προϋποθέσεις και περιορισμούς."

Η αλυσίδα αυτή μπορεί όμως να ερμηνευτεί και διαφορετικά: αυτοτελής συνείδηση---->πράγμα---->εξαρτημένη συνείδηση. Δεν πρόκειται ακριβώς για την ίδια διαδικασία, όμως, όσο και αν ο Χέγκελ αρκείται στον παραλληλισμό ("με τον ίδιο τρόπο"): στην περίπτωση της ύπαρξης, ο κύριος κυριαρχεί άμεσα στην ύπαρξη γιατί εκτίθεται θαρραλέα στο ρίσκο του θανάτου, στην άφευκτη επιμονή της άρνησης. Προς το πράγμα όμως, ο κύριος συσχετίζεται έμμεσα. Αυτός ο οποίος συσχετίζεται άμεσα με το πράγμα, και ως αποτέλεσμα της δειλίας του απέναντι στο ρίσκο του θανάτου, είναι ο δούλος.

Ο δούλος σχετίζεται αρνητικά προς τα πράγματα, αλλά αυτή η άρνηση διαφέρει κάθετα από την άρνηση για την οποία είναι ικανός ο κύριος: απέναντι στην ύπαρξη, ο κύριος υιοθέτησε την απόλυτη άρνηση αναλαμβάνοντας το ρίσκο του θανάτου· ο δούλος, αντίθετα, αρνείται τα πράγματα με τρόπο καθορισμένο (determinate negation).

Ποια είναι η διαφορά της απόλυτης άρνησης της ύπαρξης από τον κύριο και της καθορισμένης άρνησης των πραγμάτων από τον δούλο;

Η απόλυτη άρνηση του κυρίου είναι καταστροφική άρνηση, είναι η προθυμία να σκοτώσει και να σκοτωθεί για χάρη της κυριαρχίας πάνω στην ύπαρξη. 

Η καθορισμένη άρνηση του δούλου είναι δημιουργική άρνηση, είναι η ανάληψη του μετασχηματιστικού κάματου της εργασίας. 

Ο κύριος ξέρει αρχικά μόνο να σκοτώνει ή να σκοτώνεται.

Ο δούλος είναι αυτός που μαθαίνει να εργάζεται.

Με άλλα λόγια, στο σημείο αυτό, με την διαίρεση της άρνησης σε δύο (απόλυτη και καθορισμένη), ο δούλος αποκτά για πρώτη φορά ένα πλεονέκτημα απέναντι στον κύριο: είναι ο φορέας μιας άρνησης που δεν καταστρέφει χωρίς υπόλειμμα αυτό το οποίο αρνείται.

Την ίδια όμως στιγμή, το "πλεονέκτημα" αυτό οφείλει να μπει εντός εισαγωγικών: αυτός ο οποίος επωφελείται από την ικανότητα του δούλου να αρνείται χωρίς να εκμηδενίζει (δηλαδή να εργάζεται) είναι ο αφέντης, ο κύριος. Ο κύριος "απολαμβάνει το πράγμα" με την έννοια ότι το καταναλώνει. Η κατανάλωση του πράγματος είναι καταστροφή του χωρίς υπόλειμμα. Μέσω του δούλου, ο κύριος υπερπηδά τα όρια της επιθυμίας που αδυνατεί από μόνη της να υπερκεράσει την πεισματική αντίσταση και αυτοτέλεια των πραγμάτων (το να θέλω να φάω γουρουνόπουλο δεν τρέφει, δεν σφάζει, δεν γδέρνει και δεν μαγειρεύει το γουρούνι, για αυτό χρειάζεται εργασία) και συσχετίζεται έτσι έμμεσα με τα πράγματα, ως καταναλωτής τους αποκλειστικά, ως αυτός που τα νέμεται και τα χαίρεται, τα απολαμβάνει ως καθαρές θετικότητες, απαλλαγμένες απ' την άρνηση. Επειδή ανάμεσα στον εαυτό του και το πράγμα παρεμβάλλεται ο δούλος, δηλαδή η εξαρτημένη συνείδηση, ο κύριος συσχετίζεται με τα πράγματα με έναν συγκεκριμένο τρόπο: συσχετίζεται μόνο με την εξαρτημένη όψη των πραγμάτων, αυτήν που αντανακλάται από την δουλική συνείδηση ως εξαρτημένη συνείδηση.

"Την όψη της αυτοτέλειας του πράγματος την αφήνει στον δούλο, ο οποίος εργάζεται πάνω σ' αυτό."

Όμως ο ίδιος ο δούλος, αυτός που εργάζεται με τα πράγματα, που δεν εκμηδενίζει τα πράγματα χωρίς υπόλειμμα μέσω της κατανάλωσής τους, αυτός δηλαδή που μετασχηματίζει τα πράγματα, αυτός δεν αντιλαμβάνεται την εξαρτημένη όψη των πραγμάτων. Σ' αυτόν, τα πράγματα υψώνουν την αυτοτέλειά τους, το πείσμα και την άρνησή τους να γίνουν χρήσιμα. Γι αυτόν, η γη δεν είναι μαλακή και εύφορη αλλά σκληρή και στέρφα· μόνο με τον ιδρώτα του και το αίμα του καρπίζει· η θάλασσα δεν δίνει τα ψάρια της χωρίς να ματώσει τα χέρια του στα δίχτυα, να φάει το πρόσωπό του το αλάτι· τα ορυχεία αρνούνται τους θησαυρούς τους αν δεν σπάσει πρώτα τη μέση του γονατίζοντας σε στοές και δεν γεμίσει τα πνευμόνια του κάρβουνο και σκόνη. Τα πράγματα παρουσιάζονται στον δούλο ως μια διαρκής άρνηση, αλλά ταυτόχρονα είναι για τον δούλο οι δάσκαλοι της αυτοτέλειας, αυτοί από τους οποίους ο δούλος μαθαίνει, με τον δύσκολο, τον σκληρό τρόπο, τι σημαίνει να μην λυγίζεις, να μην υποχωρείς, να ανθίστασαι στη βία του άλλου.

Ο καταμερισμός ρόλων ανάμεσα στον κύριο και στον δούλο λοιπόν, ένθεν κακείθεν του πράγματος, έχει στην πραγματικότητα την ακόλουθη μορφή:

Κύριος (αυτοτελής συνείδηση)----->εξαρτημένη όψη ΠΡΑΓΜΑ αυτοτελής όψη<-----(εξαρτημένη συνείδηση) δούλος

ή

Κύριος (αυτοτελής συνείδηση)------>εξάρτηση/κατανάλωση ΠΡΑΓΜΑ αυτοτέλεια/παραγωγή<-----δούλος (εξαρτημένη συνείδηση).

Είναι ήδη προφανές ότι η παρεμβολή του πράγματος ανάμεσα στην αυτοτελή και την εξαρτημένη συνείδηση δημιουργεί μια δεύτερη στιγμή, όπου η εξάρτηση αρχίζει να επιμολύνει την αυτοτέλεια του κυρίου μέσω της κατανάλωσης, και η αυτοτέλεια αρχίζει να μετασχηματίζει την εξάρτηση του δούλου μέσω της εμπειρίας της παραγωγής.

2 σχόλια:

  1. Οι δύο όψεις τής «παραβολής» είναι ασύνδετες. Ό,τι αναλύεις από πλευράς «δούλου» είναι ουσιαστικά ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. «Το [ποιοτικό] άπειρο [που μάλλον ‒ καλώς ή κακώς ‒ συνάγεις από την «πεπερασμένη άρνηση»] είναι η εν δυνάμει συρρίκνωση-αναγωγή τής [εγελιανής] επανάληψης στην [απλή] παρουσία τού αυτοεπαναλαμβανόμενου: μια αναγωγή-συρρίκνωση που αποκαλείται «άπειρο» στη βάση τού κενού όπου η εν λόγω διαδικασία τής επανάληψης αυτοεξαντλείται. Το «καλό άπειρο» είναι το όνομα για το «ατύχημα» που επισυμβαίνει στην επαναληψιµότητα τού κακού απείρου — όνομα που αντλείται από το κενό με το οποίο γειτνιάζει και τού οποίου το όριο είναι [η εν λόγω] μονότονη διαδικασία, η οποία όμως [στο πλαίσιο της εγελιανής διαλεκτικής] ανακηρύσσεται υποχρεωτικά υποκειμενικά άπειρη, αφ' ης στιγμής χαρακτηρισθεί ως παρουσία». (Από τον «Ακατονόμαστο»).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Οι δύο όψεις τής «παραβολής» είναι ασύνδετες."

    Εννοείς κύριο και δούλο, ή εννοείς την εξαρτημένη και την αυτοτελή όψη που παρουσιάζει το πράγμα στους δύο αντιστοίχως;

    Με ποια έννοια είναι ασύνδετες;

    "Ό,τι αναλύεις από πλευράς «δούλου» είναι ουσιαστικά ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής."

    Για ποιο λόγο είναι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής; Πώς σχετίζεται με αυτόν τον τρόπο παραγωγής το παράθεμα; Λόγω σύνδεσης με τον αυτοματισμό για τον οποίο κάνω λόγο στην επόμενη ανάρτηση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή