Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Angela Livingstone-Ο τάφος του ψαρά/Ο κομμουνισμός/Το τέλος του παλιού/Η αρχή του νέου

Angela Livingstone
Ποιήματα για το Chevengur του Andrej Platonov

Ο τάφος του ψαρά

Ήξερα κάποτε έναν ψαρά που ψάρευε
στη λίμνη Mουτέβο, κι ήταν γεμάτος
περιέργεια, ρωτούσε
τους πάντες για το θάνατο: τι ήταν;

Μόνο τα ψάρια γνώριζαν, θεωρούσε.
Τ' αγαπούσε, όχι για τη γλυκιά τους σάρκα
αλλά για το μυστικό τους. Έδειχνε
τα μάτια του νεκρού ψαριού:  "Κοίτα τι σοφία!"

Γιατί, πώς και δεν μιλάει το ψάρι, και γιατί
έχει μάτια τόσο κενά; --  Είναι επειδή στέκεται
ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Το μοσχαράκι
σκέφτεται, αλλά το ψάρι γνωρίζει ήδη."

Χρόνια κοίταζε στη λίμνη, και σκέφτονταν
πόσο ενδιαφέρων πρέπει να 'ναι ο θάνατος.
"Δεν έχει τίποτα εκεί Μίτια", έλεγα εγώ, "μόνο στενό
χώρο, δεν θα μπορείς ν' ανασάνεις."

Όμως γεμάτος ανυπομονησία, μιαν ωραία μέρα
έδεσε ένα σκοινί γύρω απ' τα πόδια του
για να μην μπορεί να κολυμπήσει κι έπεσε στα βαθιά
απ' την ψαρόβαρκά του.

Ο Μίτια, τώρα, δεν πίστευε στο θάνατο.
Ήθελε μόνο να ρίξει μια ματιά--
μπορεί να ήταν πολύ καλύτερα απ' τη ζωή στο χωριό
στην ακτή της λίμνης, μπορεί να ήταν μια νέα

επαρχία που απλώνεται κάτω απ' τον ουρανό
στον πάτο του κρύου νερού.
"Απλά θα πάω να μείνω εκεί για λίγο", 
είπε. Κάποιοι διαφώνησαν, άλλοι συμφώνησαν--

"Γιατί όχι;" έλεγαν, "Μπορείς να δοκιμάσεις,
και μετά να μας πεις τι είδες όταν γυρίσεις".
Τρεις μέρες αργότερα τον έσυραν έξω
και τον έθαψαν κοντά στο φράχτη της εκκλησιάς.

Ο κομμουνισμός
Φτάνοντας από πολύ μακριά
βυθίστηκε στην πόλη της στέππας
όπως βυθίζεσαι σε ένα όνειρο
και ένιωσε τον ήσυχό της κομμουνισμό
όχι σαν υψηλή ιδέα
εγκλωβισμένη σε τμήμα του θώρακά του
αλλά σαν γαλήνια ζέστη
να απλώνεται σ' όλο του το σώμα.

Το τέλος του παλιού
Η θλίψη κείτονταν αβοήθητη πάνω στην πόλη
σα μια νεκρή μητέρα που παρασέρνεται
και όλα την θρηνούν--οι φράχτες, τα φυτά
το εγκατελειμμένο πεζούλι, και ένα μικρό παιδί
που κλαίει στον σκοτεινό, σβησμένο κόσμο.

Όλη η υγρή και πεσμένη δύναμη
του κουρασμένου ουρανού έχει εξαντληθεί
απ' τα ψηλά αγριόχορτα για να τραφούν και να ξαναγεννηθούν,
κι ο άνεμος ήρθε μαζί με τη βροχή να κρυφτούν
στο στενόχωρο χορτάρι.

Στα παιδικά χρόνια υπήρχαν τέτοιες νύχτες--
άδειες και σταματημένες, όταν μέσα στο στήθος σου
ένα ξεραμένο ρυάκι, σαν σκληρό σκουλήκι 
απλώνονταν, από το στομάχι στο λαιμό
κάνοντας την καρδιά σου να τρέμει από ανάγκη.

Η αρχή του νέου
Ένας άνθρωπος βγήκε έξω και είδε
την πόλη της αχανούς ελπίδας
ανοιχτή, δροσερή, φωτισμένη
από μια γκρίζα λάμψη απ' τον μακρινό
ήλιο που δεν είχε ανατείλει.

Το γραδίσι ακόμα μεγάλωνε, τα μονοπάτια
ήταν ακέραια, το φως της αυγής
άνθιζε στο χώρο,
διαλύοντας αργά-αργά το σκοτάδι.
Είπε: "Ο ήλιος θα γίνει δικός μας!"

Τώρα ο ήλιος έγειρε στη γη,
ώσπου άρχισε να τρέχει απ' τους χυμούς των κοτσανιών
να μουλιάζει απ' το βρεγμένο χώμα, να αναδεύεται
απ' τα μαλλιά της απλωμένης στέππας.
Κι ο ήλιος έκαιγε, τεντωμένος

με υπομονή, έμοιαζε πέτρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου