Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Andrej Platonov-Η μητέρα πατρίδα του ηλεκτρισμού (ολοκλήρωση)

Συνειδητοποίησα τι έπρεπε να κάνω: να στρίψω λίγες ίνες κάνναβης για να φτιάξω ένα φυτίλι, να βάλω το ένα άκρο του φυτιλού σε ένα δοχείο νερού και το υπόλοιπο να το περάσω γύρω από τους κυλίνδρους της μηχανής. Το νερό θα τραβιόταν πάνω στο φυτίλι, και η μηχανή θα ένιωθε τη δροσιά και θα έδινε παραπάνω ενέργεια. Μετά απ' αυτό επέστρεψα στην αποκοιμισμένη οικογένεια του Στέπαν Ζαριόνοφ και δεν ήξερα τι να κάνω--να αντλήσω λίγο νερό ώστε αυτά τα παιδιά να έχουν κάτι να φάνε τουλάχιστο ως το φθινόπωρο, ή να περιμένω, αφού τα παιδιά θα ξυπνούσαν από το θόρυβο της μηχανής και θ' άρχιζαν αμέσως να νιώθουν το βάσανο της πείνας.

Κάθισα σκεπτικός στο ποτάμι, που έρεε ήσυχα ως μακριά, και ατένισα στον ουρανό την συγκέντρωση των άστρων, των μελλοντικών αυτών πεδίων της ανθρώπινης δραστηριότητας· αυτό το αθάνατο σκοτάδι που σε ρουφά μέσα του, γεμάτο ανήσυχη και μικροσκοπική ύλη που πάλλεται με τον ρυθμό της άγνωστης μοίρας της. Κι άρχισα να σκέφτομαι για τον ηλεκτρισμό, κάτι που πάντα μου έδινε ικανοποίηση.

Γρήγορα όμως η προσοχή μου επέστρεψε στο χωριό--ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη από κάποιο βαρέλι εκεί, και μετά το σφύριγμα του ατμού, και κατόπιν σιωπή. Ο γραμματέας ξύπνησε, σήκωσε το νυσταγμένο του κεφάλι, είπε τα εξής: "Μέσα στο μυαλό μου το μωρό κλαίει πάλι"--και ξανάπεσε για ύπνο.

Βλέποντας ότι η οικογένεια κοιμόταν τόσο βαθιά που δεν ξύπνησαν απ' την έκρηξη, ξεκίνησα τη μηχανή. Πάνω στη μαύρη γη έτρεξε ένα πλατύ ρυάκι νερού από το στόμιο του σωλήνα πίεσης.

Η μηχανή περιστρεφόταν σε ικανοποιητικό ρυθμό, δεν υπερθερμαίνονταν, και δεν τραγούδαγε πλέον με εξαντλημένη και αγωνιώδη φωνή από τα βάθη της σκληρής της ύπαρξης. Περπάτησα ήσυχα γύρω απ' τη μηχανή που τώρα δονούνταν από ένταση, και παρατήρησα ικανοποιημένος το ήρεμο πέρασμα της νύχτας μέσα απ' τον κόσμο. Άσε τον χρόνο να περάσει· τώρα δεν πέρναγε μάταια. Η μηχανή τραβούσε αξιόπιστα νερό για τα ξερά χωράφια των φτωχών χωρικών.

Χρησιμοποίησα έναν κουβά για να μετρήσω την παροχή του νερού ανά λεπτό. Είδα ότι τώρα, η αντλία έδινε περίπου διακόσιους κουβάδες την ώρα, το διπλάσιο από ό,τι πριν. Στην τσέπη μου βρήκα ένα ξεροκόμματο ψωμί από την πόλη κι άρχισα να το τρώω, προσπαθώντας να το τελειώσω γρήγορα. Χωρίς να το παραδεχτώ στον εαυτό μου φοβόμουν μήπως τα παιδιά του γραμματέα ξυπνήσουν ξαφνικά, γιατί μετά θα μου ζητούσαν σίγουρα φαϊ...Μασώντας τα τελευταία ψίχουλα, έσκυψα πάνω τους--ανέπνεαν άρρυθμα και ανήσυχα σ' έναν θλιμμένο ύπνο που είχε δαμάσει τον πόνο της πείνας μέσα τους. Μόνο ο πατέρας τους ήταν εκεί ξαπλωμένος μ' ένα χαρούμενο πρόσωπο που πάρεμενε όσο καλοσυνάτο ήταν πάντα. Είχε έλεγχο του σώματός του και όλων των βασανιστικών δυνάμεων της φύσης, καθώς η μαγική ένταση της ευφυίας έφερνε χαρά σε μια καρδιά που είχε πίστη στο λαμπρό μέλλον της προλεταριακής ανθρωπότητας. 

Προφανώς, κάτι έκανε την ενσυνειδητότητα του γραμματέα να υπερχειλίσει. Άνοιξε άξαφνα τα μάτια του, είδε ότι μασούσα κάτι, και είπε αμέσως, σαν να μην κοιμόταν: "Τώρα είναι η ώρα να μασήσεις ωραίο ψωμί, όχι μονάχα καημό και φρίκη τρομερή."

Κατάπια το υπόλοιπο φαγητό μου αγχωμένος και άρχισα να σκέφτομαι.

Μέσα απ' το σκοτάδι της κοιλάδας του ποταμού, δυο άνθρωποι πλησίαζαν τη μηχανή--ο μηχανικός, που είχε ξεκουραστεί, και μια ψηλή γριά γυναίκα που δεν γνώριζα.

"Για πήγαινε", είπε η γριά, "πήγαινε και σήκωσε τον άντρα μου. Δεν κινείται. Κείτεται στο χώμα και η καρδιά του δεν χτυπάει μέσα του...Για σας έβραζε το υγρό, μπάσταρδοι..."

Γύρισα ήρεμα προς τον μηχανικό της μοτοσυκλέττας, έχοντας μάθει να κρατώ την ψυχραιμία μου στην αναμπουμπούλα. Ο μηχανικός εξήγησε ότι η γριά αυτή ήταν η γυναίκα του γέρου που πέρναγε κάθε μέρα βράζοντας το υπερ-δυνατό αλκοόλ που χρησιμοποιούσε η μηχανή. Λόγω της απουσίας μηχανήματος που να μετρά την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, ο γέρος έπαιρνε συνήθως ένα ποτήρι στο ένα χέρι, κάτι αλατισμένο--ίσως καμιά πατάτα--στο άλλο, και μετά έβαζε το ποτήρι του στην έξοδο του σωλήνα του βραστήρα μέχρι να στάξει. Αλλά αυτή τη φορά, ο γέρος είχε αργήσει να αξιολογήσει την ποιότητα του καυσίμου. Είχε κλείσει την τάπα στο σωλήνα, είχε βάλει κι άλλο ξύλο στη φωτιά, και είχε αποκοιμηθεί κρατώντας ακόμα το άδειο του ποτήρι και ένα κομμάτι πατάτα. Η πίεση είχε αυξηθεί, το καζάνι έσκασε, και η ισχύς της έκρηξης πέταξε τον μικροκαμωμένο γέρο έξω απ' την καλύβα, μαζί με την πόρτα και τα δύο παράθυρα. Τώρα ο γέρος ήταν ξαπλωμένος στο χώμα, και συνέρχονταν αργά-αργά. Αύριο θα ξεκινούσαν τις επισκευές στην εγκατάσταση που εξεράγη.

"Τι θες λοιπόν;" ρώτησα τη γριά. "Ατύχημα ήταν, δεν το προκαλέσαμε εμείς."

"Μεγάλη παρηγοριά", είπε η θυμωμένη γυναίκα.

"Εντάξει, θα το σημειώσω".

"Έβγαλα το σημειωματάριό μου κι έγραψα:  "Στείλε στη γριά λίγο κεχρί απ' την πόλη."

Μόλις είδε ότι κράτησα σημείωση, η γριά με πίστεψε και ηρέμησε. 

Έδωσα λεκτικές οδηγίες στον μηχανικό πώς να φροντίζει την μηχανή και την αντλία, κάθισα για λίγο δίπλα στον γραμματέα Ζαριόνοφ που κοιμόταν πάνω στο χώμα με τα παιδιά του, και μετά ξεκίνησα με τα πόδια μέσα απ' τη ζεστή νύχτα για το σπίτι μου, για τη μάνα μου. Περπάταγα μόνος σ' ένα σκοτεινό χωράφι και ήμουν νέος, φτωχός και γαλήνιος. Ένα από τα καθήκοντα της ζωής μου είχε ολοκληρωθεί.

Πρώτη δημοσίευση Industriya sotsializma, αρ. 6, 1939.
Μετάφραση Lenin Reloaded.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου