Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Andrej Platonov-Η μητέρα πατρίδα του ηλεκτρισμού (ΙΙ)

Αποφεύγοντας τις άλλες δύο Βερτσόφκα, όπου δεν υπήρχαν σταθμοί ηλεκτρισμού, έφτασα στην 'Οχι και πολύ φτωχή Βερτσόφκα το απόγευμα της τρίτης μέρας του ταξιδιού μου. Όταν πρωτοείδα το χωριό, υπήρχε πολλή σκόνη απ' την μια πλευρά των γραμμών και μπορούσα να διακρίνω ένα πλήθος κόσμου να βαδίζει στην γυμνή, ξερή γη. Τους περίμενα να πλησιάσουν, και μετά είδα έναν παπά, τους βοηθούς τους, τρεις γυναίκες με εικονίσματα και περίπου είκοσι πιστούς. Η γη στο σημείο αυτό κατέβαινε προς μια παλιά και ξερή χαράδρα, όπου ο άνεμος και τα νερά των πηγών εναπόθεταν την λεπτή σκόνη που μάζευαν από τα πλατιά χωράφια προς τα πάνω.

Η ακολουθία είχε κατεβεί από τα ψηλά και τώρα κινούνταν μέσα απ' τη σκόνη της κοιλάδας, με κατεύθυνση τις γραμμές.

Μπροστά περπάταγε ένας εξαντλημένος παπάς· το δέρμα του ήταν μαύρο και είχε παντού πυκνά γκρίζα μαλλιά. Τραγούδαγε κάτι στην καυτή σιωπή της φύσης και κούναγε το λιβανιστήρι του στην άγρια, σιωπηλή βλάστηση που έβρισκε στο δρόμο του. Μερικές φορές σταμάταγε και σήκωνε το κεφάλι του προς τον ουρανό σε μια έκκληση προς την τυφλή λάμψη του ήλιου, και μετά μπορούσες να δεις την πικρία και την απελπισία στο πρόσωπό του, μαζί με δάκρυα ή στάλες ιδρώτα. Αυτοί που τον συνόδευαν ατένιζαν το τίποτε και έκαναν τον σταυρό τους, γονάτιζαν στην σταχτιά σκόνη και έσκυβαν ικετευτικά πάνω στην φτωχή γη, τρομαγμένοι από την απεραντοσύνη του κόσμου και από την αδυναμία των ντόπιας κατασκευής εικόνων των Θεών τους, που τους κουβάλαγαν γριές δακρυσμένες πάνω σε κοιλιές που δεν μπορούσαν ποτέ πια να ξανακάνουν παιδιά. Δυο παιδιά--ένα αγόρι κι ένα κορίτσι--ξυπόλυτα, φορώντας μόνο πανοφώρια, περπάταγαν πίσω απ' το τσούρμο της εκκλησίας και κοίταζαν τους μεγάλους με βλέμμα μελετηρό. Τα παιδιά ούτε έκλαιγαν ούτε σταυροκοπιόντουσαν, ήταν τρομαγμένα και σιωπηλά.

Κοντά στις γραμμές ήταν ένα μεγάλο χαντάκι απ' το οποίο έπαιρναν κάποτε πηλό. Η ακολουθία σταμάτησε δίπλα σ' αυτό το χαντάκι, σήκωσαν τις εικόνες με τα πρόσωπα των αγίων προς τον ήλιο, και ο κόσμος κατέβηκε στο χαντάκι και ξάπλωσε κάτω για να ξεκουραστεί στην σκιά κάτω απ' τον πήλινο τοίχο. Ο παπάς έβγαλε τα ράσα του και φάνηκε πως φορούσε παντελόνι--κάτι που έκανε τα δυο παιδιά να σκάσουν στα γέλια.

Η μεγάλη εικόνα, που τώρα την στήριζε ένα βουναλάκι από πηλό, έδειχνε την Παρθένο Μαρία, μια μοναχική νεαρή γυναίκα, χωρίς Θεό στα χέρια της. Κοίταξα έντονα τον πίνακα και αναλογίστηκα γι αυτόν, καθώς οι γυναίκες ικέτιδες κάθονταν στη σκιά και άρχισαν να απασχολούνται με δικές τους δουλειές--έψαχναν η μια στα μαλλιά της άλλης.

Ένας χλωμός και αδύναμος ουρανός περικύκλωνε την κεφαλή της Παρθένου στην εικόνα: το ένα της χέρι που μπορούσες να δεις ήταν τεράστιο και μυώδες και δεν ταίριαζε με την σκοτεινή ομορφιά του προσώπου της, με την ωραία μύτη της και τα μεγάλα της μάτια--που δεν μοιάζανε με μάτια εργάτη, μιας και αυτά τα μάτια κουράζονται πολύ γρήγορα.

Με ενδιέφερε η έκφραση αυτών των ματιών: κοιτάζανε χωρίς νόημα και χωρίς πίστη, και ήταν τόσο γεμάτα με τη δύναμη της θλίψης που όλο της το βλέμμα είχε σκοτεινιάσει σε σημείο που να μοιάζει αδιαπέραστο, βουβό και ανηλεές. Ήταν αδύνατο να διακρίνεις οποιαδήποτε τρυφερότητα, βαθιά ελπίδα ή αίσθηση απώλειας στα μάτια της ζωγραφισμένης Παρθένου, αν και ο συνηθισμένος υιός της δεν καθόταν τώρα στην αγκαλιά της. Το στόμα της ήταν ρυτιδιασμένο και σουφρωμένο--σημάδια της γνωριμίας της Μαρίας με τα πάθη, τις δυσκολίες και τα πείσματα της συνηθισμένης ζωής. Ήταν απλώς μια άπιστη εργάτρια που ζούσε με τη δική της εργασία και δεν απολάμβανε χάρη από κανένα θεό. Και οι χωρικοί, όταν κοίταζαν αυτή την ειόνα, ίσως να καταλάβαιναν κρυφά την αλήθεια της έλλογής τους συνείδησης της ηλιθιότητας του κόσμου και της ανάγκης για δράση.

Δίπλα στην εικόνα καθόταν μια σταφιδιασμένη γριά, δεν ήταν μεγαλύτερη από παιδί σε ύψος, που με κοίταζε αφηρημένα μέσα από σκούρα μάτια. Το πρόσωπό της και τα χέρια της ήταν γεμάτα ρυτίδες που έμοιαζαν με τις ακίνητες συσπάσεις των βασάνων. Και στο βλέμμα της μπορούσες να διακρίνεις έναν οξύ νου που είχε περάσει τέτοιες δοκιμασίες στη ζωή που κατά πάσα πιθανότητα οι γνώσεις της δεν ήταν μικρότερες σε εύρος από ολόκληρη την επιστήμη των οικονομικών και η ίδια μπορούσε να είναι μια αξιοσέβαστη ακαδημαϊκός.

Τη ρώτησα: "Γιαγιά, γιατί γυρίζετε και προσεύχεστε; Δεν υπάρχει Θεός, και δεν θα βρέξει."

"Τι λες", συμφώνησε η γριά. "Μάλλον έχεις δίκιο!"

"Τότε γιατί σταυροκοπιέστε;" συνέχισα.

"Καλά λες. Σταυροκοπιόμαστε μάταια! Και για τι δεν σταυροκοπήθηκα. Σταυροκοπήθηκα για τον άντρα μου, για τα παιδιά μου--κι ούτε ένας τους δεν γλίτωσε, είναι όλοι πεθαμένοι τώρα. Αν συνεχίζω, καλέ μου, είναι από συνήθεια--νομίζεις πως ζω από επιλογή; Η καρδιά μου δε με ρωτά, αναπνέει μονάχη της, και το χέρι μου το ίδιο--σταυροκοπιέται μόνο του. Ο Θεός είναι η κατάρα μας...Βάι, βάι, βάι, τι καταστροφή--οργώσαμε και σπείραμε, και το μόνο που φύτρωσε είναι αγκαθιές!"

Σώπασα για λίγο από στενοχώρια. "Είναι καλύτερα γιαγιά να μην προσεύχεσαι σε κανένα. Η φύση δεν ακούει λόγια και προσευχές, το μόνο που φοβάται είναι η λογική και η δουλειά."

"Η λογική!" είπε η γριά με ξεκάθαρη επίγνωση. "Έχω ζήσει τόσα χρόνια που αυτό είναι όλο κι όλο που μου απέμεινε--λογική και κόκκαλα! Οι έγνοιες και η δουλειά πήραν τη σάρκα από πάνω μου χρόνια τώρα. Δεν έμειναν και πολλά πάνω μου για να πεθάνουν, τα πάντα έχουν ήδη πεθάνει, λίγο-λίγο. Κοίτα με!"

Η γριά έβγαλε αποκαμωμένη την μαντήλα απ' το κεφάλι της και είδα το γυμνό κρανίο που είχε ραγίσει στα επιμέρους οστά του, έτοιμο να διαλυθεί και να επιστρέψει στην ανεπίστρεπτη σκόνη της γης ένα καχύποπτα συσσωρευμένο, υπομονετικό μυαλό που είχε μάθει τον κόσμο μέσα απ' τη δουλειά και τις δυσκολίες.

"Το χειμώνα θα πάω να ταπεινωθώ και στον γείτονά μου", είπε η γριά, "και θα κλαίω στις σκάλες των πλουσίων. Ίσως να μαζέψω αρκετό κεχρί ώστε να τη βγάλω ως το καλοκαίρι, και μετά θα πρέπει να το ξεπληρώσω ακόμα κι αν πεθάνω--ενάμιση σακκί για κάθε σακκί, τέσσερις μέρες δουλειά, και άλλα πέντε σακκιά από τεμενάδες και ζητιανιά...Μη νομίζεις ότι μόνο το Θεό προσκυνάμε--μας τρομάζει ο άνεμος και ο πάγος κάτω απ' τα πόδια μας, και οι καταιγίδες, και η ξηρασία, οι γείτονές μας, οι περαστικοί, και σταυροκοπιόμαστε μπροστά σε όλους τους! Νομίζεις πως προσευχόμαστε από αγάπη; Δεν έχει απομείνει τίποτε από μας για να αγαπήσει!"

1 σχόλιο: