Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Andrej Platonov-Η κουλή (ΙΙ)

Ο γέρος χάρηκε. "Το μπάνιο δεν έβλαψε ποτέ κανέναν", είπε στον εαυτό του.

Η γυναίκα ζέστανε το νερό. Ο γέρος έβγαλε τα ρούχα του και πήγε να απλώσει τα γέρικά του κόκκαλα στον ατμό. Αλλά δεν ήταν από σεβασμό ή καλοσύνη που η γυναίκα είχε ετοιμάσει το μπάνιο. Όχι, ο άντρας της ήταν ο αδελφός της κουλής· απ' αυτό το καλύβι είχε πάρει την κουλή στο δάσος, αλλά δεν την είχε σκοτώσει.

Βρήκε το γράμμα στο εσώρουχο του γέρου. Το διάβασε, το πέταξε στο μαγκάλι, έγραψε ένα άλλο γράμμα και το έβαλε εκεί όπου ήταν το παλιό. Το γράμμα έλεγε πως η γυναίκα είχε κάνει όχι γιο αλλά κάτι σαν γουρουνάκι από μπρος, σαν σκύλο από πίσω, με πλάτη σαν του σκατζόχοιρου. Όσο για τη μοίρα του, ας αποφάσιζε ο ίδιος.

Ήρθε το πρωί και ο γέρος συνέχισε το δρόμο του.


Ο καιρός πέρασε, και νάσου ο ίδιος γέρος, που επέστρεφε απ' τον ίδιο δρόμο. Η γυναίκα τον είδε και τον φώναξε στην καλύβα.

Και πάλι ο γέρος έμεινε εκεί τη νύχτα. Η γυναίκα τον ρώτησε τι μήνυμα έφερνε μαζί του: τι του είχε πει ο νεαρός κύρης;

"Δεν είδα τον νεαρό κύρη. Ήταν στον πόλεμο. Όταν τέλειωσε η μάχη, μου έδωσαν ένα γράμμα εκ μέρους του. Οι επιθυμίες του είναι μέσα στο γράμμα."

"Ποιες είναι οι επιθυμίες του;", ρώτησε η γυναίκα.

"Και πού να ξέρω εγώ;" είπε ο γέρος. "Δεν είναι δική μου δουλειά να διαβάσω το γράμμα."

Ο γέρος ετοιμάστηκε να πάει για ύπνο. Έξω ήταν ήδη σκοτάδι.

"Να σου μπαλώσω το πουκάμισο, παππού", είπε η γυναίκα. "Είναι γεμάτο τρύπες."

Αλλά ο γέρος είχε ήδη αποκοιμηθεί. Η γυναίκα πήρε το πουκάμισό του και έψαξε μέσα. Εκεί, ραμμένο στη φόδρα, ήταν το γράμμα. Έβγαλε τις ραφές και άρχισε να το διαβάζει. Το γράμμα ήταν από τον σύζυγο στη γυναίκα χωρίς χέρια. Στο γράμμα της έλεγε να φροντίζει το παιδί και να το αγαπά, και όσο για το ότι το παιδί ήταν παραμορφωμένο, αυτό δεν το 'κανε λιγότερο πολύτιμο και αγαπημένο γαι τον ίδιο. Ζητούσε επίσης από τον πατέρα του να φροντίζει το παιδί του και να το προσέχει.

"Όχι", ψιθύρισε η γυναίκα. "Ο πατέρας σου δεν θα προσέχει το παιδί."

Και έγραψε ένα άλλο γράμμα, δήθεν από τον άντρα της κουλής. Το γράμμα απευθυνόταν στον πατέρα του και δεν είχε λέξη για τη γυναίκα του. Σ' αυτό ο σύζυγος ζητούσε από τον πατέρα του να πετάξει τη γυναίκα του απ' το σπίτι, μαζί με το γιό της. Δεν ήθελε καμία σχέση μαζί της. Γιατί να ζήσει με μια γυναίκα δίχως χέρια; Δεν ήταν γυναίκα πολεμιστή αυτή. Αν επέστρεφε σώος απ' τον πόλεμο, θα ξαναπαντρευόταν.

Η γυναίκα μπάλωσε το πουκάμισο του γέρου και έραψε το δικό της γράμμα μέσα στη φόδρα, ενώ κράτησε το πραγματικό.

Και το πρωί ο γέρος συνέχισε το δρόμο του.

Πήγε πίσω στον κύρη του, τον πεθερό της κουλής, και του έδωσε το γράμμα.

Ο γέρο-κύρης του σπιτιού διάβασε το γράμμα και φώναξε την κουλή. "Καλημέρα κυρά", της είπε.

"Καλημέρα, πατέρα", του απάντησε. "Αλλά τι κυρά είμαι εγώ; Είμαι η νεότερη σ' αυτό το σπίτι."

Ο γερο-πεθερός έγινε σκεφτικός. "Κι εγώ", είπε, "δεν είμαι κύρης. Όταν σ' έφερε ο φύλακας, ήθελα να σε διώξω, αλλά έμεινες. Και τώρα θέλω να ζήσεις όλη σου τη ζωή στο σπίτι μου, αλλά πρέπει να φύγεις για πάντα."

Και της είπε τι είχε γράψει ο γιός του. "Μου είπε να σε διώξω. Πρέπει να άλλαξε ο τρόπος που αισθάνεται για σένα."

Το πρωί η κουλή έβαλε το μωρό της στη φούστα της, έπιασε την άκρη με τα δόντια της, και έφυγε. Πήγε εκεί που πάνε όλοι όταν δεν έχουν πού να πάνε. Εκεί που έβλεπε το βλέμμα της.

Και ο γερο-πεθερός έμεινε μόνος. Άρχισε να του λείπει ο εγγονός του, άρχισε να του λείπει η νύφη του χωρίς χέρια. Κάλεσε το γερο-φύλακα και του είπε να ψάξει την κουλή και τον γιό της και να τους φέρει πίσω. Ο φύλακας πέρασε από δάση και λιβάδια και περιπλανήθηκε καιρό πολύ, ψάχνοντας την κουλή. Αλλά ο κόσμος είναι μέρος μεγάλο -- πώς να τους βρει; Ο φύλακας επέστρεψε με τα χέρια άδεια.

Ο γερο-πεθερός άρχισε να θλίβεται και να μοιρολογεί. Μια μέρα ξάπλωσε και δεν ξαναξύπνησε. Πέθανε στον ύπνο του τον στενοχωρημένο.

Όσο για την κουλή, απλά συνέχισε να περπατάει. Περπάτησε μέσα από ανοιχτά λιβάδια και άρχισε να διψά. Μετά έφτασε σ' ένα δάσος. Στο δάσος ήταν μια βαλανιδιά. Μια μεγάλη γέρικη βαλανιδιά, και όχι μακριά, ένα πηγάδι. Έσκυψε στο πηγάδι, αλλά το νερό ήταν πολύ χαμηλά. Δεν μπορούσε να πιει. Έσκυψε χαμηλότερα, ίσως να το φτανε. Έβλεπε το νερό. "Τουλάχιστο, μπορώ να βρέξω τα χείλη μου", σκέφτηκε.

Τα χείλη της αγγίζουν το νερό, χαλαρώνει τα δόντια της, και της πέφτει το παιδί από τη φούστα μέσα στο πηγάδι. Η μάνα του τεντώνεται να το πιάσει, θυμάται πως είναι σακάτισσα, και αρχίζει να κλαίει. "Αλλίμονο", σκέφτεται, "γιατί γεννήθηκα; Υπέφερα από θλίψη και από πληγές, γέννησα ένα παιδί, και τώρα δεν μπορώ να το σώσω!"

Μέσα απ' το νερό, βλέπει το παιδί στον πάτο του πηγαδιού. Και μετά βλέπει ότι τα χέρια της φύτρωσαν· τ' απλώνει στο γιό της και τον αρπάζει. Αλλά μόλις τον έχει σηκώσει απ' το νερό, μόλις τον έχει σώσει, τα χέρια της χάνονται πάλι.

Περπάτησε κι άλλο η κουλή με το γιο που είχε σώσει. Καθώς σκοτείνιαζε, έφτασε σ' ένα χωριό και ρώτησε αν μπορεί να μείνει εκεί τη νύχτα. Το πρωί, η κουλή ετοιμαζόταν να φύγει πάλι, αλλά οι άνθρωποι σε κείνο το χωριό ήταν καλοί άνθρωποι. Συμμάζεψαν τη μητέρα χωρίς χέρια ώστε να μπορεί να ζήσει εκεί και να μεγαλώσει το παιδί της ανάμεσά τους.

Ο γιός της κουλής μεγάλωνε ανάμεσα σε καλούς ανθρώπους, αλλά ο πόλεμος όπου πολεμούσε ο πατέρας του δεν είχε ακόμα τελειώσει. Εκείνες τις μέρες, οι πόλεμοι κρατούσαν πολύ.

Πέρασε ο καιρός, και ο γιός της κουλής κλήθηκε να πάει κι αυτός στον πόλεμο. Η μάνα του του έδωσε ό,τι θα χρειαζόταν. Όλο το χωριό τη βοήθησε να εξοπλίσει τον νέο πολεμιστή. Τού πήραν ρούχα και τρόφιμα. Τού πήραν ένα άλογο, να πάει στον πόλεμο καβάλα. Η μάνα άρχισε να αποχαιρετά τον μονάκριβό της.

"Πήγαινε τώρα", είπε, "και να ρθεις πίσω ζωντανός. Ο πατέρας σου πολεμά κι αυτός εκεί. Τώρα είναι σειρά σου, γιέ μου. Αν ο εχθρός εισβάλλει, θα 'ναι το τέλος όλων μας. Αλλά αν τον διώξετε, τότε δεν θα ξαναχωριστούμε."

Κι έφυγε ο γιός για τον πόλεμο. Η μάνα του έμεινε μόνη της να τον πεθυμάει. Σκεφτόταν το γιό της όλη μέρα και τον ονειρευόταν όλη νύχτα. Μερικές φορές είχε σκοτώσει όλους τους εχθρούς και επέστρεφε σ' αυτή, άλλες φορές κείτονταν νεκρός σ' ένα λιβάδι, και τα κοράκια του έτρωγαν τα μάτια.

Η καρδιά της δεν άντεξε. Η κουλή ντύθηκε στρατιώτης και πήρε δρόμο για τον πόλεμο. Όταν έφτασε εκεί, την είδαν μερικοί φαντάροι. Νομίζοντας πως ήταν άντρας, της είπαν, "Έπρεπε να 'σαι σπίτι σου, φίλε, να κάθεσαι στη σόμπα. Τι να κάνει ένας σακάτης σαν εσένα στον πόλεμο; Είσαι γενναίος, αλλά εδώ δεν είναι μέρος για σένα."

Αλλά η κουλή ήξερε πού ήταν η θέση της. Άρχισε να φροντίζει τους άρρωστους και τους ετοιμοθάνατους. Μερικές φορές κάποιος κόντευε να πεθάνει, και τα καλά της λόγια τον κρατούσαν στη ζωή. Ή αν ένας φαντάρος έχανε το θάρρος του, περπάταγε μπροστά του προς τον εχθρό, και ο απογοητευμένος φαντάρος αναθαρρούσε και ύψωνε πάλι το σπαθί του.

Μια μέρα, η κουλή είδε το γιό της. Ήταν στη μέση του πεδίου μάχης και οι εχθροί πέφταν νεκροί γύρω του. Ήταν περικυκλωμένος. Όλοι του οι σύντροφοι, όλοι όσοι είχαν πολεμήσει δίπλα του, είχαν πέσει νεκροί, κι είχε μείνει μόνος. Αλλά στη θέση των εχθρών που σκότωνε ερχόταν κι άλλοι εχθροί, και δεν είχαν τέλος.

Η μάνα του κοίταζε: θα άντεχε ο γιός της ή όχι; Ήταν δυνατός πολεμιστής, αλλά κάθε δύναμη μπορεί να υπερνικηθεί. Και τότε έπεσε ένα τσούρμο ολόκληρο από εχθρούς επανω του, και δεν μπορούσε πια να δει αν ήταν ζωντανός ή πεθαμένος.

Ο ίδιος ο διοικητής έβλεπε τη μάχη από απόσταση. Είπε στον υπασπιστή του, "Βρείτε το όνομα αυτού του πολεμιστή μας εκεί. Βρείτε ποιανού γιός είναι, και στείλτε του αμέσως βοήθεια."

Αλλά πότε θα ρχόταν αυτή η βοήθεια; Στην ώρα της ή αργά; Ξαφνικά, η κουλή είδε το γιό της να σηκώνεται από κάτω, με τους εχθρούς γύρω του πεσμένους, καθώς ένα μαύρο τσούρμο έπεφτε πάνω του. Ήταν η ώρα της. Φώναξε, "κρατήσου γερά, γιέ μου! Κρατήσου γερά, μονάκριβέ μου!" και έτρεξε στο πλευρό του.

Δεν σταματάει για να σκεφτεί ότι δεν έχει χέρια, η καρδιά της χτυπά σαν τρελή ενάντια στον εχθρό κι από αγάπη για το γιό της, και μετά αισθάνεται πάλι τα χέρια της, και τη δύναμή τους, σαν να μην της τα είχε κόψει ποτέ ο αδελφός της. Αρπάζει το κοφτερό σπαθί ενός πολεμιστή που είχε πέσει και αρχίζει να κάνει τους εχθρούς γύρω απ' το γιό της κομμάτια. Πολεμά για ώρα πολλή, να υπερασπίσει το γιό της. Αρχίζει να κουράζεται, κι ο γιός της είναι βουτηγμένος στο αίμα και με το ζόρι στέκεται όρθιος. Κι έπειτα έρχεται βοήθεια από τον διοικητή. Καινούργιοι στρατιώτες επιτίθενται σ' όσους απ' τον εχθρό απέμειναν, καθώς οι στρατιώτες του εχθρού που είχαν πέσει στα χέρια της κουλής και του γιού της κείτονται σκοτωμένοι. 

Ο γιός της κουλής πολέμησε στο πλευρό της μάνας του, αλλά δεν την είχε γνωρίσει: δε υπήρχε χρόνος να την κοιτάξει, κι ακόμα κι αν είχε τέτοιο χρόνο, δεν θα την είχε γνωρίσει -- η μάνα του δεν είχε χέρια, αλλά τα χέρια του πολεμιστή δίπλα του ήταν πολύ δυνατά.

Αμέσως μετά τη μάχη ο πόλεμος τέλειωσε. Ο διοικητής κάλεσε αμέσως όλους τους πιο γενναίους του πολεμιστές, και ζητούσε απ' τον καθένα να πει ποιοι ήταν οι δικοί του και ποιος ο πατέρας του, και έδινε στον καθένα ανταμοιβή. Κάλεσε τον γιό της κουλής και ρώτησε: "Ποιοι είναι οι δικοί σου, νεαρέ;  Ποιος είναι ο πατέρας σου και η μάνα σου; Πρέπει κι αυτοί να ανταμειφθούν, που μεγάλωσαν τέτοιο γιό."

Ο γιός της κουλής έσκυψε το κεφάλι. "Δεν έχω πατέρα," είπε, "και δεν θυμάμαι ποιος ήταν. Μεγάλωσα μόνος μου με τη μάνα μου. Η γη ήταν το κρεβάτι μας και ο ουρανός το σεντόνι μας. Οι καλοί χωρικοί πήραν τη θέση του πατέρα μου."

"Ο λαός είναι ο πατέρας όλων των πατεράδων", είπε ο διοικητής. "Εγώ είμαι κάτι πιο μικρό απ' το λαό και δεν μπορώ να τον ανταμείψω. Αλλά η μάνα σου πρέπει να ανταμειφθεί που μεγάλωσε τόσο γενναίο γιό. Ας έρθει μπροστά μου να λάβει στα χέρια της την ανταμοιβή."

"Μα δεν έχει χέρια, δεν έχει καθόλου χέρια", είπε ο γιός της κουλής.

Ο διοικητής κοίταξε τον νεαρό πολεμιστή έντονα και λυπημένα. "Πήγαινε και φέρε τη μάνα σου", είπε. "Φέρ'τη μου."

Ο γιός της κουλής πήγε πίσω στο χωριό να ψάξει τη μάνα του. 

Εκεί έμαθε πως η μάνα του είχε επίσης φύγει για τον πόλεμο. Είχε πάει να φροντίσει τους τραυματίες και τους ανάπηρους.

Επέστρεψε και μίλησε στο διοικητή. Η μάνα του δεν ήταν σπίτι, είπε στο διοικητή, ήταν με το στρατό.

Ο διοικητής ζητά να του φέρουν όλους όσους βοήθησαν τους τραυματίες και τους ετοιμοθάνατους, και αρχίζει να τους ανταμείβει για την καλή τους δουλειά. Και όταν έρχεται σ' αυτόν μια γυναίκα χωρίς χέρια, ντυμένη στρατιώτης, την κοιτάζει στο πρόσωπο και βλέπει πως είναι η γυναίκα του, και η κουλή τον αναγνωρίζει ως άντρα της. Η κουλή θέλει να αγκαλίασει τον άντρα της, τον έχει αποχωριστεί έναν ολόκληρο αιώνα, αλλά θυμάται πως δεν έχει χέρια. Είχαν πάλι μαραθεί αμέσως μετά τη μάχη, αφού είχε σώσει το γιό της. Αλλά η κουλή δεν το αντέχει, και πάει να αγκαλιάσει τον άντρα της. Πάντα τον αγαπούσε, ποτέ δεν τον ξέχασε. Και μετά, σαν να το 'θελε η καρδιά της, τα χέρια της μεγαλώνουν, τόσο δυνατά όσο ποτέ, και μ' αυτά τα χέρια αγκαλιάζει τον άντρα της. Κι από τότε τα χέρια της παραμένουν εκεί για πάντα.

Έπειτα, ο πατέρας κάλεσε το γιό του και του είπε, "Γιέ μου, καλώς όρισες! Είμαι ο πατέρας σου, και δεν με γνώρισες, ούτε κι εγώ εσένα. Κακοί άνθρωποι μας χώρισαν, αλλά υπάρχει μια δύναμη ισχυρότερη απ' το κακό."

Ο γιός κοίταξε τον πατέρα του και χάρηκε. Μετά κοίταξε τη μητέρα του και είδε ότι τώρα είχε χέρια. Και θυμήθηκε την τελευταία εκείνη μάχη και τον πολεμιστή που τον είχε προστατέψει με το ξίφος του. Ο γιός έπεσε στα γόνατα μπροστά στη μάνα του και φίλησε τα χέρια που τον είχαν σώσει.

Λίγο μετά, όταν οι καιροί γίναν πάλι ειρηνικοί, ο διοικητής ξεκίνησε για το σπίτι όπου ζούσε κάποτε με τον πατέρα του, εκεί όπου είχε πρωτοδεί την κουλή και είχε αρχίσει να την αγαπά. Πήρε μαζί του τη γυναίκα του και το γιό του, και ξεκίνησαν για να ζήσουν ειρηνικά. Αφού ταξίδεψαν καμπόσο, σταμάτησαν στην καλύβα του αδελφού της κουλής γιατί ήταν στο δρόμο τους.

Μόλις τους είδε η γυναίκα του, μόλις είδε ποιος είχε έρθει --η κουλή και η οικογένειά της, όλοι τους σώοι και αβλαβείς, και άνθρωποι περιωπής-- έπεσε στα πόδια του έντρομη και μεμιάς, χωρίς να της το ζητήσουν, τους είπε πώς προσπάθησε να αφανίσει την κουλή και το μικρό της παιδί.

"Ίσως με συγχωρέσουν", σκέφτηκε. "Έχει περάσει πολύς καιρός."

Η κουλή την άκουσε, και αντί για απάντηση της είπε τη δική της μοίρα, όλα τα βάσανα που είχε περάσει.

Ο αδελφός της κουλής γονάτισε στην αδελφή του και της είπε: "Σ' ευχαριστώ για όσα είπες, αλλά το κακό δεν πρέπει να αφήνεται να αυγατίζει. Συγχώρεσέ με, αγαπημένη μου αδελφή."

Και τη νύχτα εκείνη, χωρίς να το ξέρουν οι μουσαφίρηδές του, έβγαλε ένα νεαρό πουλάρι απ' το στάβλο, ένα που ήταν ανήμερο ακόμα, έστριψε το χαλινάρι και μ' αυτό έδεσε τη γυναίκα του στην ουρά του πουλαριού και τον εαυτό του στη γυναίκα του. Φώναξε, και το άλογο άρχισε να τρέχει, σέρνοντας άντρα και γυναίκα στα ανοιχτά λιβάδια, χτυπώντας τους μέχρι θανάτου πάνω στη γη.

Το πρωί, η κουλή και ο άντρας και ο γιός της περίμεναν τους οικοδεσπότες τους, αλλά μόνο ένα πουλάρι κατέφτασε απ' τους αγρούς, μονάχο του, χωρίς ανθρώπους.

Οι μουσαφίρηδες πήραν το δρόμο για το σπίτι τους, κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Η δυστυχία ζει στον κόσμο, μόνο τυχαία όμως· η ευτυχία πρέπει να ζει για πάντα.

18 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφο. Αλήθεια Αντώνη αν μου επιτρέπεις, ένας τίτλος σαν τον "Η γυναίκα χωρίς χέρια" δεν θα έστεκε καλύτερα λογοτεχνικά, αισθητικά πες το όπως θες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν και δεν έχω πρόσβαση στο ρωσικό, ο αγγλικός τίτλος είναι "No-Arms" (επιθετικοποιημένη φράση, που εμπεριέχει σκληρότητα και δεν θα αποδιδόταν σωστά ως "η χωρίς χέρια") και όχι κάτι σαν "The woman without arms." Πήρα το ρίσκο της "ακαλαίσθητης" λέξης γιατί ο Πλατόνοφ έχει μια πάρα πολύ άμεση σχέση με τη βία, τη βία ως γεγονός και τη βία της γλώσσας επίσης. Δες για παράδειγμα την περιγραφή των δύο θανάτων στην πρώτη παράγραφο, ή την περιγραφή του θανάτου του γέρου στο Chevengur.

    Φυσικά, αν κάποιος γνωρίζει το ρωσικό, είμαι ανοιχτός σε εναλλακτικές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΧΩΡΙΣ ΒΡΑΧΙΟΝΕΣ

      Αντώνη, καλησπέρα.

      Αντιδρώ καθυστερημένα, γιατί βρισκόμουν εκτός έδρας για λίγο.

      Ο τίτλος του πρωτότυπου στα ρωσικά είναι Безручка που σημαίνει «Άνθρωπος θηλυκού γένους χωρίς βραχίονες».

      Επομένως «Η Κουλή» είναι εντάξει ως μετάφραση.

      Καληνυχτίζω,

      Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή
    2. Γενικά νομίζω τα ρωσικά παραμύθια έχουν κάτι το "σκοτεινό" και το τρομακτικό- από όσα είχα διαβάσει μικρή και θυμάμαι, μια τέτοια αίσθηση μου έχουν αφήσει. Την ακολουθεί λίγο αυτή την παράδοση και επομένως το "κουλή" ταιριάζει και από αυτή την άποψη. Το безручка (без= χωρίς рука= χέρι) θα μπορούσες κυριολεκτικά να το πεις η "ά-χερη" αλλά τέτοια λέξη δεν έχουμε στα ελληνικά.
      ΙΛΡ

      Διαγραφή
  3. Εξαιρετικό. Μόνο που η καλοσύνη ζει για πάντα. Η Ευτυχία ζει πέντε δευτερόλεπτα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αν κάποτε κάνω παιδί θα του το διαβάσω πρώτο!

    Ε.Ε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Aiwarikiaar, εντελώς άσεμνη η παρατήρησή σου, το "πολύ όμορφο" δεν την λειάνει.

    Ρώτας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. συμφωνώ με τον Ρώτα.

      νομίζω πως η περιγραφή τής αναπηρίας με το όνομά της δεν είναι μια ακαλαίσθητη / λογοτεχνικά ανάρμοστη επιλογή.
      ανάρμοστο είναι να θεωρούμε πως το να λέμε κάτι με το όνομά του στέκει λιγότερο στη λογοτεχνία ή στην αισθητική, επειδή το όνομά του περιγράφει επακριβώς μια σκληρή πραγματικότητα.
      ε, όχι να βάλουμε πολιτική ορθότητα και στους λαϊκούς μύθους.

      πίκατσου

      Διαγραφή
  6. Το Безручка η без рук είναι το without hands, χωρίς χέρια.
    Κρίμα μόνο που στην πραγματική ζωή ο κακός δεν έχει καμία διάθεση αυτοκτονίας, το αντίθετο νομίζω συμβαίνει, παραμένει και γίνεται με τον καιρό χειρότερος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι διαφορά έχει το μπεζρουκα απο το μπεζ ρουκ;
      (συγνώμη αλλά δεν διαθέτω κυριλλικό αλφάβητο στον η/υ)

      rednready2

      Διαγραφή
    2. Το Безручка(μπεζρουτσκα) αν βγάλεις το Без το ручка είναι σαν χαιδευτικό ας πούμε χεράκι το рукa(ρουκα) είναι ένα χέρι, без рук μπεζ ρουκ είναι πλυθυντικό.

      Διαγραφή
  7. ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΓΙΑ ΡΩΣΟΜΑΘΕΙΣ

    Η σύνθεση της λέξης Безручка γίνεται ως εξής:

    ► πρώτα έρχεται η πρόθεση без που θα πει χωρίς

    ► μετά ακολουθεί η ρίζα рук– της λέξης рука που θα πει χέρι

    ► στη συνέχεια προστίθεται το επίθημα –к–

    ► και στο τέλος μπαίνει η κατάληξη –а

    ► το επίθημα –к– μαζί με την κατάληξη –а δηλώνουν το θηλυκό γένος σε ουσιαστικά ονόματα προσώπων

    ► έχουμε δηλαδή без–рук–к–а

    ► το к της ρίζας рук– μετασχηματίζεται προ του επιθήματος –к– σε ч

    ► οπότε έχουμε: Безручка.

    (Όμοια σχηματίζεται, για παράδειγμα, από το рыбак ο ψαράς το рыбачка η ψαρού: рыбак–к–а > рыбачка)

    Διευκρινίζω τα παραπάνω γιατί συνδέθηκε λανθασμένα το Безручка με το ручка που θα πει χεράκι, λαβή, χερούλι, πόμολο, κονδυλοφόρος. Το ручка είναι βέβαια συγγενές προς το Безручка, αφού και τα δυο έχουν κύριο συνθετικό την ρίζα рук– της λέξης рука, μόνο που στο ручка το επίθημα (κυρίως) –к– μαζί με την κατάληξη –а δηλώνουν και σημαίνουν το υποκοριστικό.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ευχαριστώ και τους δυο για τις απαντήσεις.(Λόγω πρεσβυωπίας εξάλλου μου ξέφυγε το "τσ" )
    Αρα, μη απολιθωμένε α)το "рук" είναι αρσενικό; και β) Безручка σημαίνει-επίτρεψε μου το αδόκιμο-"ά-χερη"(εντέλει "κουλή");

    rednready2

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Η ΧΕΙΡ, ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΣ Κ.ΛΠ.

    @rednready2

    Φίλε rednready2,

    Α΄) Η ρωσική λέξη για το χέρι είναι στην ονομαστική ενικού рука· το рук είναι γενική πληθυντικού: χεριών.

    Το рука είναι βεβαίως θηλυκού γένους. Και λέω «βεβαίως» γιατί σ’ αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση μεταξύ των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, στις οποίες η σχετική λέξη είναι θηλυκού γένους, ενδεικτικά πρβλ.: αρχαία ελληνικά ἡ χείρ, τῆς χειρός, λατινικά manus, manus; manus summa (μαζί με επίθετο για να φανεί το γραμματικό γένος, επειδή η λατινική, όπως εξάλλου και η ρωσική, δεν έχει άρθρο), γαλλικά la main, γερμανικά die Hand.

    Όσο κι αν σου φανεί περίεργο χείρ και рука συγγενεύουν πράγμα που παρουσιάζεται καλύτερα αν δει κανείς την παλαιοσλαβική μορφή της λέξης рука που είναι ρѫка, στην οποία το αρχαίο ρωσικό ѫ (προφερόταν περίπου: οον) πλησιάζει περισσότερο από το νέο ρωσικό у (προφέρεται: ου) τον αρχαίο ελληνικό δίφθογγο ει (η μετακίνηση του φωνήεντος μπρος ή πίσω από το σύμφωνο ρ/р στις δυο γλώσσες, ελληνικά και ρωσικά, δεν έχει εξηγηθεί ακόμα με ικανοποιητικό τρόπο).

    Β΄) Όπως έγραψα και προηγουμένως Безручка σημαίνει «Άνθρωπος θηλυκού [γραμματικού] γένους χωρίς βραχίονες» κι επειδή το «ά-χερη», όπως σωστά λες είναι αδόκιμο, το «Η Κουλή» είναι η καλύτερη μετάφραση.

    Τώρα γιατί η λέξη για το «χέρι» είναι θηλυκού γένους και πώς από το αρχαιοελληνικό θηλυκό περάσαμε στο νεοελληνικό ουδέτερο, αυτά θα μου ’παιρνε πολύ χρόνο και χώρο να τ’ αναπτύξω και δεν το κάνω, αφού όπως είπε πρόσφατα και δικαίως απ’ άλλη αφορμή το αφεντικό «το παρόν είναι πολιτικό ιστολόγιο» (οι δικές μου γλωσσολογικές γνώσεις υπηρετούν πρώτα και κύρια τον πολιτικό χαρακτήρα του).

    Ελπίζω ν’ απάντησα στις ερωτήσεις σου,

    χαιρετώ,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Οι γλωσσολογικές γνώσεις και τα σχόλια εμπλουτίζουν το ιστολόγιο (και με αφήνουν με ανοιχτό το στόμα). Ελπίζω ο Αντώνης να μην παρεξηγηθεί με αυτό. Να προτείνω να δημιουργήσει ο μή απολιθωμένος ιστολόγιο με γλωσσολογική και φιλολογική/φιλοσοφική ανάλυση πάνω σε κείμενα της ρώσικης λογοτεχνίας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κατ' αρχάς, δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να μην μένει με ανοιχτό το στόμα μονίμως από την απίστευτη ευρυμάθεια του Μη Απολιθωμένου.

      Κατά δεύτερον, είναι τιμή και προνόμιο για μένα να σχολιάζει στο ιστολόγιο αυτό.

      Αυτά διευκρινιστικώς:-)

      Διαγραφή
    2. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ…

      Αντώνη, παιδιά, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο όλα αυτά: παλιές σημειώσεις από πανεπιστημιακές παραδόσεις, σημειώσεις από παλιά διαβάσματα και κάποια βιβλία που τυχαίνει να έχω και να μελετώ. Έπειτα η πολυμάθεια θέλει και προσοχή, κάτι είχε πει κι ο Ηράκλειτος σχετικά…

      Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να μοιράζομαι μ’ άλλες κι άλλους, μ’ όλες κι όλους εσάς αυτά που ’φερε η τύχη να ξέρω.

      Να είστε όλες κι όλοι σας πάντα καλά που ’χετε την υπομονή να διαβάζετε τις φλυαρίες μου.

      Καλό Σαββατοκύριακο σ’ όλες κι όλους!

      Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή