Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Andrej Platonov-Η κουλή (Ι)

Η κουλή
Μτφρ.:  Lenin Reloaded
Γραμμένο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 ως μέρος δίτομης συλλογής με διασκευές λαϊκών μύθων και παραμυθιών.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μουζίκος που ζούσε σ' ένα χωριό με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά. Έφτασε στο τέλος της ζωής του και πέθανε. Μετά η γυναίκα του ετοιμάστηκε επίσης να πεθάνει· θα έφτανε γρήγορα η σειρά της. Φώναξε τα παιδιά της, τον γιό της και την κόρη της. Η κόρη ήταν η μεγαλύτερη, ο γιος ο νεότερος.

Είπε στο γιο της, "Να υπακούς την αδελφή σου σε όλα, όπως υπάκουγες εμένα. Τώρα θα είναι μητέρα σου."

Η μητέρα έβγαλε τον τελευταίο της στεναγμό (λυπόταν που θα αποχωριζόταν τα παιδιά της για πάντα) και μετά πέθανε. 

Αφού πέθαναν οι δύο γονείς τους, τα παιδιά έκαναν όπως τους είπε η μητέρα τους. Ο αδελφός υπάκουγε στην αδελφή και η αδελφή φρόντιζε τον αδελφό και τον αγαπούσε.

Κι έτσι ζούσαν χωρίς γονείς, ίσως πολλά χρόνια, ίσως λίγα. Μια μέρα, η αδελφή είπε στον αδελφό, "Είναι δύσκολο να φροντίζω το σπίτι μόνη μου, και είναι καιρός να παντρευτείς. Να παντρευτείς. Μετά θα υπάρχει νοικοκυρά στο σπίτι."

Αλλά ο αδελφός δεν ήθελε να παντρευτεί. "Εσύ είσαι η νοικοκυρά", είπε. "Γιατί θέλουμε και δεύτερη;"

"Θα τη βοηθάω", είπε η αδελφή του. "Αν είμαστε δύο, η δουλειά θα είναι ευκολότερη."

Αν και ο αδελφός δεν ήθελε να παντρευτεί, δεν τολμούσε να παρακούσει την αδελφή του. Τη σεβόταν σαν μητέρα του.

Ο αδελφός παντρεύτηκε και άρχισε να ζει ευτυχισμένα με τη γυναίκα του. Όσο για την αδελφή του, την αγαπούσε και τη σεβόταν όπως πριν, και την υπάκουγε σε όλα. 

Στην αρχή, η γυναίκα του δεν ενοχλούνταν απ' την κουνιάδα της. Και η κουνιάδα της έκανε ό,τι μπορούσε για να είναι ευγενική.

Αλλά δεν πέρασε καιρός, κι η γυναίκα του άρχισε να αναστατώνεται. Ήθελε να είναι μόνη της η νοικοκυρά.

Μια μέρα, ο νέος πήγε να οργώσει, ή πήγε στην αγορά, ή ίσως στο δάσος. Όταν επέστρεψε, βρήκε φασαρίες στο σπίτι. Η γυναίκα του άρχισε να παραπονιέται για την αδελφή του: δεν ήξερε να κάνει τίποτε σωστά, είχε κακό χαρακτήρα, είχε σπάσει την καινούργια κούπα...

Ο σύζυγος δεν είπε τίποτε. "Βγαίνω έξω", σκέφτηκε, "και μπαίνουν μπελάδες. Αυτό είναι κακό."

Αλλά ένας άντρας δεν μπορεί να μένει στο σπίτι όλη την ώρα.

Και πάλι ο σύζυγος έφυγε από το σπίτι. Και πάλι βρήκε φασαρίες όταν επέστρεψε.

"Δικό σου ζήτημα είναι, αλλά η αδελφή σου θα μας κάνει όλους ζητιάνους. Δες στον αχυρώνα! Η αγελάδα μας η Ζντάνκα ψόφησε χτες. Η κακούργα η αδελφή σου την τάισε κάτι και έπεσε ψόφια."

Η γυναίκα του δεν τού είπε ότι είχε η ίδια ταϊσει την αγελάδα δηλητηριασμένα βοτάνια, μόνο και μόνο για να ξεφορτωθεί την κουνιάδα της.

Ο αδελφός μίλησε στην αδελφή. "Ώστε φαρμάκωσες την αγελάδα, αδελφή. Θα πρέπει να κάνουμε πολλές οικονομίες για να αγοράσουμε άλλη."

Η αδελφή ήταν αθώα, αλλά ανέλαβε την ευθύνη. Δεν ήθελε ο αδελφός της να κάνει κακές σκέψεις για τη γυναίκα του. "Έκανα λάθος, αδελφέ", του είπε. "Δεν θα ξαναγίνει."

"Ωραία λοιπόν", είπε ο αδελφός της, "δώσε μου την ευλογία σου. Πρέπει να πάω στο δάσος και να βγάλω λίγα καπίκια. Να φροντίσεις τα πάντα στο σπίτι, να βεβαιωθείς ότι τίποτε δεν θα πάει στραβά. Αν η γυναίκα μου γεννήσει, να βοηθήσεις στη γέννα."

Και έφυγε για το δάσος. Και πέρασε πολύς καιρός μέχρι να γυρίσει. Όσο έλειπε, η γυναίκα του γέννησε ένα γιο, και η αδελφή του πρόσεχε το αγόρι και το αγαπούσε. Αλλά το αγόρι δεν θα ζούσε για πολύ στον κόσμο: μια νύχτα, η μάνα του ξάπλωσε πάνω του στον ύπνο της, και αυτό πέθανε.

Τότε ακριβώς επέστρεψε ο αδελφός απ' το δάσος. Στο σπίτι βρήκε θλίψη. Η γυναίκα του έκλαιγε και ούρλιαζε: "Η αδελφή σου φταίει, το φίδι! Έπνιξε το παιδί μας, σε λίγο θα πεθάνει κι εμένα."

Ο αδελφός άκουσε τα λόγια της γυναίκας του και θύμωσε. Φώναξε την αδελφή του: "Νόμιζα πως θα είσαι σαν μητέρα για μένα. Δεν σου στέρησα τίποτα, ούτε ψωμί ούτε ρούχα, και σε υπάκουγα πάντα. Και τώρα μού πήρες τον μονάκριβό μου. Αν ζούσε θα ήταν παρηγοριά για μένα, ελπίδα για μένα όταν γεράσω. Θα σε τάιζε και σένα, όταν δεν θα μπορείς πια να δουλεύεις. Και συ τον σκότωσες."

Και μετά πρόσθεσε: 

"Αύριο δεν θα 'σαι ζωντανή να δεις την αυγή."

Η αδελφή προσπάθησε να πει κάτι για να απαντήσει, αλλά μέσα στην θλίψη και την οργή του ο αδελφός δεν άκουγε, και κοίταζε την αδελφή του σαν να ήταν ξένη, σαν να μην την γνώριζε.

Νωρίς το επόμενο πρωί ο αδελφός ξύπνησε την αδελφή του. "Ετοιμάσου", της είπε. "Φεύγουμε."

"Μα είναι νωρίς, αδελφέ, ο ουρανός είναι ακόμα σκοτεινός."

Αυτός δεν άκουγε. "Ετοιμάσου", της είπε, "και βάλε το καλύτερό σου φόρεμα."

"Μα αδελφέ μου, δεν είναι γιορτή."

Ο αδελφός δεν άκουγε. Περνούσε χαλινάρι στ' άλογα.

Την πήρε στο δάσος. Σταμάτησε τα άλογα. Ήταν νωρίς ακόμα, με τη βία φαινόταν λίγο φως.

Στο δάσος ήταν ένα κούτσουρο. Ο αδελφός είπε στην αδελφή του να γονατίσει να βάλει το κεφάλι της πάνω.

Η αδελφή έβαλε τα χέρια της πάνω στο κούτσουρο, και το κεφάλι της πάνω στα χέρια της.

"Συγχώρεσέ με, αδελφέ", του είπε, και ήθελε να πει ότι δεν είχε κάνει τίποτε. Μπορεί να την άκουγε τώρα.

Αλλά ο αδελφός είχε ήδη υψώσει το τσεκούρι του. Δεν είχε χρόνο να ακούσει την αδελφή του.

Εκείνη τη στιγμή, ένα μικρό πουλί κελάηδησε μέσα απ' τον θάμνο, και η φωνή του ήταν χαρούμενη και καθαρή. Η αδελφή ήθελε να ακούσει το πουλί, και σήκωσε το κεφάλι της, αφήνοντας τα χέρια της στο κούτσουρο.

Ο αδελφός κατέβασε το τσεκούρι και της έκοψε και τα δυο χέρια μέχρι τον αγκώνα. Κανένα δεν θα μπορούσε να συγχωρήσει για το θάνατο του γιού του, ούτε την μάνα του.

"Γρήγορα!" είπε. "Φύγε. Πήγαινε εκεί που κοιτάζει το βλέμμα σου. Ήθελα να σου κόψω το κεφάλι, αλλά φαίνεται πως ήταν μοίρα σου να ζήσεις." Ο αδελφός κοίταξε την αδελφή του και έβαλε τα κλάμματα. "Γιατί συμβαίνει", σκέφτηκε, "οι χαρές να έρχονται μία-μία, αλλά οι λύπες μαζεμένες; Τώρα δεν έχω ούτε γιο, ούτε αδελφή."

Ο αδελφός ανέβηκε στο άλογο και έφυγε. Η αδελφή του έμεινε μόνη της στο δάσος. Σηκώθηκε απ' το χώμα και ξεκίνησε, χωρίς χέρια, για εκεί που έβλεπε το βλέμμα της. Όλα τα μονοπάτια ήταν καιρό χορταριασμένα και δεν είχε ιδέα πού πήγαινα. Σε λίγο, δεν υπήρχαν καν μονοπάτια. Είχε χαθεί, ήταν αδύναμη από την έλλειψη τροφής, το φόρεμά της ήταν κουρέλια.

Πέρασαν μέρες, πέρασαν νύχτες. Η αδελφή περπατούσε, ακολουθώντας τα μάτια της. Ήταν παράξενο να μην έχεις χέρια, και της έλειπε ο αδελφός της. Περπάταγε και μονολογούσε:

Άνεμοι, άνεμοι, άταχτοι άνεμοι
Πάρτε το δάκρυ μου στη μάνα μου,
Πάρτε το στον πατέρα μου.
Αλλά δεν έχω μάνα, δεν έχω πατέρα.
Ήλιε, ήλιε, ψηλά στον ουρανό,
Ζέστανέ με την φτωχή.

Ο κόσμος μπροστά της σκότεινιαζε απ' τα δάκρυά της, και δεν μπορούσε να τα σκουπίσει. Περπάταγε και περπάταγε και δεν έβλεπε τον άνεμο να της χτενίζει τα μαλλιά και τον ήλιο να βάζει χρώμα στο μάγουλό της, να την κάνει όμορφη και με ωραίο πρόσωπο. Πρέπει να είναι αλήθεια, αυτό που λένε: πως οι καλοί άνθρωποι γίνονται πιο όμορφοι απ' τη θλίψη, ενώ οι κακοί παραμορφώνονται ακόμα κι απ' την ομορφιά.

Όταν στέγνωσαν τα δάκρυά της, είδε μηλιές μπροστά της. Το δάσος είχε εξαφανιστεί. Και τα δέντρα είχαν μήλα ώριμα επάνω, μεγάλα, ζουμερά μήλα. Κάποια φύτρωναν αρκετά χαμηλά--μπορούσε να τα φτάσει με το στόμα. Η αδελφή έφαγε ένα μήλο και δάγκωσε ένα δεύτερο, αλλά δεν ακούμπησε τρίτο, κρατήθηκε: έτρωγε ξένου το φαί πρώτη της φορά· την είχε αναγκάσει η πείνα.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μπροστά της ο φύλακας και φώναξε: "Μάγισσα! Τι σ' έφερε εδώ, να αρπάζεις τα μήλα των άλλων με το στόμα; Τριάντα χρόνια φυλάω αυτές τις μηλιές και δεν έχει κλαπεί ούτε ένα μήλο. Και τώρα έρχεσαι εσύ και αρχίζεις να τα μασουλάς. Θα τις φας, κουλή κλέφτρα!"

Ο φύλακας την έβρισε καλά-καλά και την πήρε στον αφέντη του κήπου με τις μηλιές. 

Ο νεαρός γιός του αφέντη καθόταν στην καλύβα και κοίταζε έξω απ' το παράθυρο. Είδε μια νέα κοπέλλα. Ήταν αδύνατη και δυστυχισμένη, αυτό φαινόταν με την πρώτη ματιά, αλλά η ευγενική ψυχή στα μάτια της τη έκανε πιο ωραία από ό,τι θα 'ταν ακόμα κι αν είχε τα πιο τέλεια χαρακτηριστικά, κι έτσι δεν υπήρχε πιο ωραία στον κόσμο. Θαύμασε το παράξενο αυτό κορίτσι, και η καρδιά του χτυπούσε από χαρά.

"Άσ' την να φύγει!", φώναξε στον φύλακα.

Πήγε στο κορίτσι και είδε ότι δεν είχε χέρια. Και την αγάπησε ακόμα πιο πολύ: ναι, ακόμα και η αναπηρία δεν μπορεί να παραμορφώσει κάποιον που αγαπάς.

Αλλά μετά ο νέος ένιωσε λύπη: τι θά 'λεγε ο πατέρας του;

Πήγε στον πατέρα του, γονάτισε, και του είπε, "Πατέρα, σου έχω νέα: χαρούμενα νέα, όχι θλιβερά. Ο φύλακάς μας έπιασε ένα κορίτσι στις μηλιές, και δεν υπάρχει κανείς που να αγαπώ περισσότερο σ' όλο τον κόσμο. Μη μου σπάσεις την καρδιά, πατέρα. Άσε με να την παντρευτώ."

Ο πατέρας του βγήκε απ' το σπίτι, κοίταξε το κορίτσι χωρίς χέρια και είπε: "Τι έπαθες, γιέ μου; Υπάρχουν πολλά κορίτσια ομορφότερα, και πιο πλούσια. Κοίταξέ την--μια σακάτισσα δίχως χέρια! Θα καταλήξεις να τριγυρνάς ξωπίσω της με καλάθι ζητιάνου."

"Μπορεί να υπάρχουν ομορφότερα κορίτσια στον κόσμο", είπε ο γιος, "αλλά κανένα που να αγαπώ περισσότερο. Όσο για το καλάθι του ζητιάνου, πατέρα, αν αυτό μας φέρει η μοίρα, ας είναι."

Ο πατέρας σκέφτηκε για λίγο. "Αποφάσισε μόνος σου γιε μου. Έχω τη δύναμη στο σπίτι μου και τη δύναμη στις μηλιές μου, αλλά δεν έχω τη δύναμη μες στην καρδιά σου. Η καρδιά σου δεν είναι μήλο."

Έγινε γάμος χαρούμενος. Και οι νιόπαντροι άρχισαν να ζουν μαζί όπως όλοι οι νιόπαντροι. Ζούσαν ειρηνικά, ζούσαν ευτυχισμένα, αλλά δεν θα ζούσαν και πολύ μαζί. Σύντομα έπρεπε να χωριστούν.

Ξέσπασε πόλεμος με τον εχθρό, και ο άντρας του κοριτσιού χωρίς χέρια πήγε στο στρατό. Καθώς έφευγε, μίλησε στον πατέρα του: "Να φροντίζεις τη γυναίκα μου, πατέρα. Δεν θα αργήσει να γεννήσει. Να μου γράψεις όταν γίνει αυτό. Να μου πεις αν πρέπει να πω ευχαριστώ για γιο ή για κόρη."

"Μη στενοχωριέσαι, γιε μου", είπε ο πατέρας. "Και μην θυσιάσεις τη ζωή σου για το τίποτα. Θα σου λείψει η γυναίκα σου, αλλά μην στενοχωριέσαι για αυτή. Θα την έχω σαν κόρη μου."

Και ο νέος πήγε στον πόλεμο. Γρήγορα, έφτασε ο καιρός της και η γυναίκα του που δεν είχε χέρια έκανε ένα γιο. Η μητέρα κοίταζε το παιδί. Ο παππούς κοίταζε το παιδί. Τα χέρια του παιδιού ήταν χρυσά, το φεγγάρι έλαμπε στο μέτωπό του, και εκεί που ήταν η καρδιά του έλαμπε ο ήλιος. Ναι, αυτό είναι το μόνο παιδί που υπάρχει για τη μάνα ή για τον παππού...

Ο παππούς πήγε στην πόλη να πουλήσει μήλα στην αγορά. Η μητέρα χωρίς χέρια φώναξε τον γερο-φύλακα και του είπε να γράψει γράμμα στον άντρα της. Στον καιρό του, ο φύλακας είχε πάει στον στρατό, κι εκεί είχε μάθει να γράφει. Πρώτα του είπε να στείλει χαιρετίσματα --απ' την ίδια κι απ' τον πεθερό της-- και μετά να πει ότι είχε γεννήσει έναν ωραίο γιο, και να περιγράψει όλα του τα χαρακτηριστικά, και γιατί όποιος τον κοιτούσε ένιωθε χαρά.

Ο γέρος δίπλωσε το γράμμα, το έκρυψε κάτω απ' το πουκάμισό του και πήρε το δρόμο. Περπάτησε μέσα στα δάση, περπάτησε μέσα στα λιβάδια. Έπεσε η νύχτα. Μια καλύβα φάνηκε κοντά. Ζήτησε να μείνει εκεί τη νύχτα.

Οι ιδιοκτήτες τον φιλοξένησαν και του δωσαν να φάει. Ο σύζυγος ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε, αλλά η γυναίκα του άρχισε να κάνει ερωτήσεις στο γέρο: ποιοι ήταν οι δικοί του; Από πού ήρθε και πού πήγαινε; Και πώς έζησε ως τα γηρατειά, σε καλούς καιρούς ή σε κακούς, με αφθονία ή με πείνα;

Ο γέρος της είπε πώς είχε ζήσει στο παρελθόν και τι έκανε τώρα. "Τώρα", είπε, "πηγαίνω καλά νέα στον νεαρό αφέντη. Η γυναίκα του έκανε γιο. Και η γυναίκα του δεν έχει χέρια, αλλά έχει καλό πρόσωπο, και κανείς σ' όλο τον κόσμο δεν έχει τρυφερότερη καρδιά."

Η γυναίκα φάνηκε να εκπλήσσεται. "Δεν έχει καθόλου χέρια;"

"Όχι", είπε ο γέρος. "Άκουσα πως ο αδελφός της τής τα έκοψε. Πρέπει να έχει κακή καρδιά."

Η γυναίκα φάνηκε πάλι ξαφνιασμένη. "Θε μου! Τι παλιάνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο! Αλλά τι έκανες με τα νέα σου; Να προσέχεις μην τα χάσεις!"

"Εδώ τα έχω", είπε ο γέρος. "Είναι σε χαρτί γραμμένα, σφαλισμένα στο πουκάμισό μου."

"Γιατί δεν πας να κάνεις ένα ωραίο μπάνιο;" είπε η γυναίκα. "Πρέπει να 'σαι κουρασμένος, και θα ίδρωσες στο δρόμο. Θα ανάψω αμέσως το φούρνο."

2 σχόλια:

  1. Ναι, θα το ολοκληρώσω σε δεύτερο μέρος. Αυτό ήταν το πρώτο όπως λέει και η παρένθεση στον τίτλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή