Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Andrej Platonov-Η μητέρα πατρίδα του ηλεκτρισμού (V)

Τις επόμενες δυο μέρες εγώ κι ο γραμματέας, μαζί με τον μηχανικό από τον σταθμό ηλεκτρισμού με τη μοτοσυκλέττα, εργαστήκαμε για να εγκαταστήσουμε τη μοτοσυκλέττα σ' ένα καινούργιο μέρος--δίπλα στο Γιάζβα, ένα ρηχό ποταμάκι που έρεε αργά προς τα ποιος ξέρει πού μέσα στην κάψα της ζέστης. Αυτό ήταν το σύνορο της γης όπου εργάζονταν με κοινοτικά άλογα το Σοβιέτ του χωριού, της γης που ανήκε στις χήρες και στους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού. Παρά τη γονιμότητα αυτής της χαμηλής γης, δεν φύτρωνε τίποτε πλέον εκεί παρά λίγες πατάτες και, πιο πέρα, κάτι ασήμαντα κοτσάνια κεχριμπαριού. Τα φυτά ήταν όλα εξαντλημένα, είχαν πνιγεί απ' την θανατηφόρα σκόνη των καυτών ανεμοστρόβιλων και είχαν γείρει προς τα κάτω για να επιστρέψουν στο σκοτάδι της στάχτης και να ξανασυμπυκνωθούν στα νεκρά πλέον σπόρια απ' τα οποία είχαν φυτρώσει.

Στα ίδια αυτά χωράφια φύτρωνε υπομονετικά το τριφύλλι, μαζί με κακτοειδή, με τα χλωμά λουλούδια του "χρυσόχειλου", που έμοιαζαν με το πρόσωπο ανθρώπου με την έκφραση τρέλας, και με τ' άλλα αγριόχορτα που καταλαμβάνουν τη γη όταν κυριαρχεί η ξηρασία.

Δοκίμασα το χώμα. Ήταν σα στάχτη που είχε καεί στον ήλιο. Ο καυτός αέρας των καταιγίδων θα μπορούσε να σηκώσει όλη τη γόνιμη σκόνη και να τη σκορπίσει ολόγυρα μέχρι να μη μείνει ούτε ίχνος.

Αφού εγκαταστήσαμε τη μοτοσυκλέττα, εγώ κι ο γραμματέας αρχίσαμε να σκεφτόμαστε για αντλία. Ψάξαμε στις αποθήκες των κουλάκων, που είχαν λεηλατήσει τα σπίτια των γαιοκτημόνων με ιδιαίτερη απληστία και αυτοέλεγχο, και βρήκαμε πολλά καλά πράγματα εκεί, ακόμα και μερικούς πίνακες του Πικάσσο, και κάτι μαρμάρινα μπιντέ για γυναίκες, αλλά αντλίες δεν βρήκαμε.

Αφού σκέφτηκα για λίγο, πήρα απ' τη μοτοσυκλέττα την παχιά σιδερένια ταμπέλα που έφερε τον αριθμό της παρεμβατικής εγγλέζικης στρατιωτικής μονάδας και μ' αυτή έφτιαξα δυο λεπίδες στου σιδερά. Μετά, και με διαταγή του γραμματέα, βγήκε η μεταλλική οροφή από το κτίριο του Σοβιέτ του χωριού, και το σίδερο χρησιμοποιήθηκε για να φτιάξουμε πέντε ακόμα λεπίδες, καθώς και το κουβούκλιο της αντλίας, τις σωλήνες απορρόφησης και τα φρεάτια που χρειάζονταν για να πηγαίνει το νερό στα χωράφια.

Ο μηχανικός του σταθμού ηλεκτρισμού κι εγώ δουλέψαμε με τη μοτοσυκλέττα άλλες τρεις μέρες, μέχρι να σταθεροποιήσουμε και τις επτά λεπίδες πάνω στις αχτίνες του πισινού τροχού και να εγκαταστήσουμε τον τροχό μέσα στο κουβούκλιο.  Με αυτό τον τρόπο κατασκευάσαμε μια κεντρομόλο αντλία από ένα τροχό μοτοσυκλέττας και οικοδομήσαμε ένα σταθμό ύδρευσης αντί ηλεκτρισμού. Αυτή η αντλία όμως δεν θα εμπόδιζε άλλες εργασίες. Όταν η γη δεν θα χρειαζόταν πια το νερό, η μηχανή θα επέστρεφε στην μετάδοση κίνησης στο δυναμό και τον φωτισμό των καλυβιών.

Μετά από πέντε μέρες εξαντλητικής εργασίας χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά, μέσα στην ακαταστασία των χωραφιών, εγώ κι ο μηχανικός βάλαμε μπρος τη μηχανή της μοτοσυκλέττας, και άρχισε να τρέχει νερό πάνω στη γη των χήρων και των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού. Όμως η ροή ήταν αδύναμη--κάπου εκατό κουβάδες την ώρα--και ήταν ουσιώδες να μοιράσουμε το νερό σε όλα τα χωράφια, πράγμα που θα απαιτούσε ζήλο εκ μέρους του λαού. Εν τω μεταξύ, ένα ποσοστό του νερού χανόταν λόγω κακής ποιότητας συνδέσεων στα αυτοσχέδιά μας φρεάτια, πράγμα που μου προκαλούσε επιπρόσθετη στενοχώρια. Όχι ότι ο ίδιος ο γραμματέας στενοχωρέθηκε το ίδιο: "Τι κι αν η επιστήμη δίνει με το στανιό νερό η τσιγκούνισα, με των μαζών τη δύναμη θα στίψουμε τη θάλασσα!"

Την επόμενη μέρα ο γραμματέας μαζί με είκοσι γυναίκες και με τέσσερις γέρους χωρικούς προσπάθησαν να κατευθύνουν το νερό βαθιά μέσα στα χωράφια με τα φτυάρια τους, αλλά η ροή ξεράθηκε κοντά στον σταθμό ύδρευσης. Από τις χαραμάδες της γης, κι έχοτας φοβηθεί από την υγρασία, πετάγονταν σαύρες, αράχνες, ξερά αρθρωτά σκουλήκια κάποιου άγνωστου είδους, και σκληρά μικρά έντομα που έμοιαζαν φτιαγμένα από μπρούντζο. Αυτά ήταν προφανώς που θα κληρονομούσαν τη γη αν τα σύννεφα βροχής δεν ξαναμαζευόταν στην ατμόσφαιρα κι ο άνθρωπος εξαφανιζόταν.

Οι χήρες και οι φτωχές χωριάτισσες μαζεύτηκαν γύρω μας κι άρχισαν να παραπονιούνται για την έλλειψη νερού και την ισχνή δύναμη της μηχανής. Τις ακούσαμε ντροπιασμένοι, αλλά χωρίς φόβο, και ο ίδιος ο γραμματέας πρόφερε κάποια συμπερασματικά λόγια παρηγοριάς. Κοίταξε μέσα στον θολό, καταπιεστικό ουρανό του αποτρελαμένου θέρους, το πρόσωπό του λαμπρό μέσα στη σιωπή μιας τρομερής, εκτυφλωτικής φύσης, και είπε: "Όλα μαράθηκαν, καταστοφή--πάει το χορτάρι, το ίδιο κι η γη. Μα εμείς θα ζήσουμε με δύναμη κι επιμονή, γιατί ο άνθρωπος έχει ως δώρο τη λογική. Γι' αυτό θα αντέξουμε κάθε έγνοια και μπελά, γιατί δεν γεννηθήκαμε πέτρες και σίδερα. Ούτε και είμαστε βοοειδή, και δεν θα πεθάνουμε ώσπου η μάχη να κερδηθεί."

Ο γραμματέας Ζαριόνοφ ήταν κουρασμένος απ' τη ζέστη και τα βάσανα. Αλλά το πρόσωπό του είχε αλλάξει--ήταν καθαρό και σκεπτικό--αν και δεν είχε χάσει τίποτε απ' την καλοσύνη του. Και είπε στις χήρες που τον κοίταζαν με έκπληξη και με χαμόγελα συμπόνοιας, αυτή τη φορά σε πρόζα: "Γυναίκες, αρχίστε το σκάψιμο, κάντε το χαντάκι πιο μακρύ. Αυτή η μηχανή είναι παρεμβατιστής, ήταν με το πλευρό των Λευκών, δεν θέλει να χύσει νερό πάνω στους κήπους του προλεταριάτου."

Με την συγκέντρωση της παθιασμένης σκέψης, ο μηχανικός παρατηρούσε την δύσκολη λειτουργία της μηχανής· έκανε λιγότερες περιστροφές και λαχάνιαζε βαριά απ' την υπερβολική φόρτωση. Ένιωσα με τα χέρια μου τη μηχανή ολόγυρα: είχε υπερθερμανθεί άσχημα και ήταν σε άσχημη κατάσταση: το ισχυρό υγρό αναφλεγόταν στους κυλίνδρους με άγαρμπη οργή, και το κακής ποιότητας λάδι δεν μπορούσε να κρατήσει στα σημεία τριβής και να τα καλύψει με ένα τρυφερό, καταπραϋντικό στρώμα. Η μηχανή έτρεμε μέσα στο κουβούκλιό της, και μια λεπτή, αδιόρατη φωνή από μέσα της ακουγόταν σαν προειδοποίηση θανάσιμου κινδύνου.

Κατάλαβα τη μηχανή και έβαλα τέλος στην ξερή, θυμωμένη της λειτουργία. Βγάλαμε το κουβούκλιο από τον τροχό που λειτουργούσε ως κεντρομόλος αντλία, μειώσαμε τον αριθμό των λεπίδων στον τροχό από επτά σε τέσσερις, και ξανατοποθετήσαμε το κουβούκλιο. Ήθελα να μειώσω το φόρτο της μηχανής· θα διατηρούσε καλύτερη ταχύτητα, κι έτσι οι τέσσερις λεπίδες θα έκαναν περισσότερη δουλειά απ' τις επτά.

Είχε πια βραδιάσει και όλοι είχαν πάει να ξεκουραστούν. Μόνο εγώ και ο σύντροφος Ζιριάνοφ είχαμε παραμείνει, καθισμένοι στις όχθες ενός ποταμού που έτρεχε όλο και λιγότερο νερό. Δε βιαζόμουν να ξαναβάλω μπρος στη μηχανή. Ήθελα να σκεφτώ κάτι που να τη βοηθά να περιστρέφεται πιο ελεύθερα.

Ο ήλιος έδυσε σ' έναν άγριο και πύρινο χώρο του ορίζοντα, αφήνοντας πάνω στη γη μονάχα σκοτάδι και ανθρώπους γεμάτους αγωνία, σκυμμένους τώρα στα καλύβια τους με δύσκολα συναισθήματα στις καρδιές τους και χωρίς άμυνα απέναντι στην καταστροφή και το θάνατο. Μετά από λίγο ήρθαν τα παιδιά του γραμματέα, ένα μικρό αγόρι κι ένα κορίτσι, αυτά που είχα δει στην εκκλησιαστική λιτανεία. Είχαν γίνει σκούρα απ' την πείνα και την εγκατάλειψη κι έπεσαν πάνω στον πατέρα τους, χαρούμενα που τον βρήκαν, και που θα ξόδευαν τη νύχτα μαζί του στο φρικτό, αποπνικτικό σκοτάδι. Δεν ζητούσαν πια ψωμί, ικανοποιημένα που είχαν έναν πατέρα--έναν πατέρα που τ' αγαπούσε και που επίσης δεν είχε τίποτε να φάει. Ο πατέρας έσφιξε τα αδύναμα σώματα των παιδιών του πάνω του και άρχισε να ψάχνει στις τσέπες του να βρει κάτι να τα ταϊσει, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν σκουπίδια και υπομνήματα από την τοπική εκτελεστική επιτροπή. Μετά, ο γραμματέας αποφάσισε να παρηγορήσει τα παιδιά του με την ζέστη του: τα αγκάλιασε και τα δύο με τα τεράστια χέρια του, τραβώντας τα προς την ζεστή του κοιλιά, και οι τρεις τους αποκοιμήθηκαν πάνω στην σκοτεινή γη. Η μάνα αυτών των παιδιών ήταν μάλλον νεκρή και τα δύο ορφανά ζούσαν μόνα τους με τον πατέρα τους.

1 σχόλιο:

  1. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΑΦΙΣΑΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

    Γράφει:

    ЛЕНИН И ЭЛЕКТРОФИКАЦИЯ
    ВОЛХОВСТРОЙ ДАЕШЬ ТОК!
    КОММУНИЗМ ЭТО СОВВЛАСТЬ+ЭЛЕКТРОФИКАЦИЯ


    και θα πει:

    Ο ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ Ο ΕΞΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ
    ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΕ ΣΤΑΘΜΕ ΤΟΥ ΒΟΛΧΟΦ* ΦΕΡΕ ΡΕΥΜΑ!
    ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ + ΕΞΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ


    * Βόλχοφ Πόλη και ομώνυμος ποταμός στην Περιφέρεια Λένινγκραντ. Οι εργασίες κατασκευής του Υδροηλεκτρικού Σταθμού του Βόλχοφ (Βολχοφστρόι) ολοκληρώθηκαν το 1927.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή