Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Andrej Platonov, Η μητέρα πατρίδα του ηλεκτρισμού (IV)

Ο μηχανικός κατόπιν σταμάτησε να μιλά και έτρεξε στον σταθμό του ηλεκτρισμού γιατί ο ιμάντας είχε πεταχτεί έξω από την τροχαλία του δυναμό.

Γύρισα την πλάτη και άρχισα να περπατάω πίσω στην Βερτσόφκα. Έξω απ' το χωριό, ένα μπουρί έβγαζε σταθερά καπνό, και πήγα να ρίξω μια ματιά σ' αυτό το καλύβι που θερμαινόταν τόσο σφοδρά μες το κατακαλόκαιρο. Κρίνοντας απ' την αυλή και απ' τις πόρτες, ο ιδιοκτήτης ή είχε πεθάνει ή είχε εγκαταλείψει το καλύβι. Οι πόρτες ήταν γεμάτες χόρτα, και η αυλή είχε γεμίσει από σκληρά, χολεριασμένα αγριόχορτα, απ' αυτά που αντέχουν τη ζέστη, τον άνεμο και τις καταιγίδες και πάντα επιβιώνουν.

Μέσα στο καλύβι ήταν ένας φούρνος, και μέσα στο φούρνο κάποιος είχε εγκαταστήσει ένα αυτοσχέδιο αποστακτήριο. Ο φούρνος θερμαινόταν από ρίζες, και πάνω σε ένα μικρό σκαμνί, δίπλα στο στόμιο του μηχανήματος, στο φως της φλόγας, είδα έναν χαρούμενο, ευτυχισμένο γέρο, με ένα μεγάλο ποτήρι στο δεξί του χέρι και λίγη αλατισμένη πατάτα στο αριστερό. Ο γέρος πρέπει να περίμενε την καινούργια έκκριση του ασυνείδητου υγρού για να ελέγξει αν ήταν κατάλληλο για καύση στη μηχανή ή αν ήταν ακόμα πολύ αδύνατο. Το ίδιο το στομάχι και τα έντερα του γέρου δοκιμαστή ήταν εργαλείο ελέγχου καυσίμων.

Βγήκα στην αυλή για να βρω το ηλεκτρικό καλώδιο, αφού δεν είχε τίποτε να δω στον δρόμο. Το βασικό καλώδιο περνούσε μέσα απ' τις αυλές. Τα άγκιστρα μόνωσης είχαν τοποθετηθεί στους τοίχους των καλυβιών ή στους κορμούς από λεύκες εδώ κι εκεί, ή αλλιώς είχαν απλώς βιδωθεί σε πασσάλους που είχαν γίνει με κομμάτια από φράχτες καρφωμένα το ένα πάνω από το άλλο, και τα μικρότερα καλώδια διακλαδώνονταν απ' αυτά τα άγκιστρα με κατεύθυνση τα εξωτερικά κτίσματα και τα βιώσιμα τμήματα των καλυβιών. Σ' αυτό το κομμάτι του κόσμου, όπου δεν υπήρχε δάσος, ήταν αδύνατο να βρεις πασσάλους για να φτιάξεις μια φυσιολογική διάταξη ηλεκτρισμού στο δρόμο. Και από οικονομική και τεχνική σκοπιά, κάτι όπως αυτό που υπήρχε ήταν η μόνη εφικτή λύση στο πρόβλημα της ηλεκτροδότησης.

Ανησυχούσα όμως ότι τα καλώδια από πάνω μου μπορεί να είχαν κρεμαστεί λάθος και ότι αυτό μπορεί να προκαλούσε πυρκαγιά, οπότε πήρα το δρόμο για τις αυλές, περνώντας πάνω από τους πασσάλους και τους συρμάτινους φράχτες ανάμεσα σε γειτονικές κατοικίες και ελέγχοντας από έξω πώς είχαν κρεμαστεί και τοποθετηθεί τα κεντρικά καλώδια. Η γραμμή ήταν σωστά τεντωμένη, και πουθενά δεν πλησίαζαν άχυρο τα καλώδια, ούτε ήταν κοντά σε ευαίσθητες και εύφλεκτες ύλες που θα μπορούσαν να πιάσουν φωτιά ως αποτέλεσμα της θέρμανσής τους από χαλκό που τον διαπερνούσε ρεύμα.

Αφού καθησυχάστηκα σε ό,τι αφορούσε τον κίνδυνο φωτιάς, βρήκα ένα δροσερό κι απόμερο μέρος στη σκιά μιας καλύβας και έπεσα να κοιμηθώ εκεί για να ξεκουραστώ.

Αναγκάστηκα όμως να ξυπνήσω πριν ξεκουραστώ όσο χρειαζόμουν. Κάποιος με κλώτσαγε και προσπαθούσε να με ξυπνήσει.

"Δεν έχουμε χρόνο για ξεκούραση, ούτε για υπνάκο, μέχρι της θλίψης την καταστολή, ώσπου να σηκωθούν οι νεκροί απ' τον τάφο!", είπε ένας άνγωστος άνδρας από πάνω μου.

Συνήλθα έντρομος. Η ζέστη του ήλιου πλημμύριζε όλη τη φύση σαν ντελίριο. Ένας άντρας με καλοσυνάτο πρόσωπο, ρυτιδιασμένο από την γεμάτη ενέργεια ζέση του, έσκυβε πάνω μου και με χαιρέταγε με ρίμες, σαν αδελφός στη λαμπερή ζωή. Απ' αυτό μάντεψα πως ήταν ο γραμματέας των Σοβιέτ του χωριού που είχε γράψει το υπόμνημα στην Επαρχιακή Εκτελεστική Επιτροπή.

"Σήκω, σήκω αμέσως απ' τον ύπνο, μάνιασε μέσα στον χαίνοντα βυθό--έτσι φωνάζουν οι Μπολσεβίκοι, και γκρεμίζονται τα τείχη στην κόλαση!"

Το δικό μου μυαλό όμως ήταν γεμάτο όχι ποίηση αλλά αποφαστικότητα. Σηκώθηκα και μίλησα στον γραμματέα για τον σταθμό ηλεκτρισμού με τη μοτοσυκλέττα και για την ανάγκη να βρούμε μια αντλία από κάπου.

"Ο άνεμος λυσσομανά, οι σκέψεις μου πηδάνε", είπε ο γραμματέας. "Δεν μπορώ να σκεφτώ...μετά τι λέμε;" ρώτησε ξαφνικά.

"Την αντλία σου!" του θύμησα.

"Την αντλία σου!...Πάμε στο σπίτι μου", συνέχισε ο γραμματέας με την έμπνευση της καρδιάς του, "ώστε με ησυχία να μας πεις αν τάφο ή γαμήλιο κρεβάτι επιθυμείς, και ποιο είναι το σαράκι της δικιάς σου της ψυχής."

Στο Σοβιέτ του χωριού έδωσα στον γραμματέα μια ακριβή περίληψη του σχεδίου μου να αρδεύσω την ξεραμένη γη με νερό και έτσι να βάλω τέλος στις προσευχές του κόσμου για βροχή.

"Βλέπω καλοσύνη στο πρόσωπο αυτό το νεαρό", αναφώνησε ο γραμματέας, "για αυτό", συνέχισε δείχνοντας τα στήθη του, "με την πολεμική καρδιά μου να βροντά, δίνω όρκο αληθινό!"

"Έχετε κάποιο κοινοτικό χωράφι με λαχανικά χωρίς πολλούς ιδιοκτήτες;",  τον ρώτησα.

Ο γραμματέας με πληροφόρησε άμεσα και χωρίς δισταγμό: "Έχουμε λίγη τέτοια γη. Κάποτε ήτανε αγελάδων μαντρί. Τώρα την έχουν χήρες, κι οι γαμπροί...ποια είναι η λέξη;"  Έχασε το νήμα της σκέψης του, αλλά μετά συνέχισε, "οι οικογένειες των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού που τραυματίστηκαν στον πόλεμο! Εκατό εκτάρια γης. Οργωμένα, σπαρμένα και θερισμένα από την νέα μας εξουσία--το Σοβιέτ του χωριού!" Εκεί ήταν κάποτε το χωριό, τώρα είναι ερημιά, αλλά το χώμα είναι ακόμα γεμάτο καλή κοπριά, και το κριθάρι φυτρώνει σαν καπνός της καμινάδας στον χειμωνιάτικο ουρανό. Τώρα όμως δεν έχουμε καρπό ούτε σπυρί, ούτε κι ο ήλιος δεν μας βοηθά χωρίς βροχή!"

Συνειδητοποίησα ότι μπορεί να μην είχαμε αρκετή ενέργεια απ' τη μοτοσυκλέττα για να αρδεύσουμε εκατό εκτάρια, αλλά αποφάσισα παρ' όλα αυτά να αρδεύσω τουλάχιστον ένα κομμάτι αυτής της γης που ανήκε στους φτωχότερους όλων των χωρικών--τις χήρες και τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.

Ακούγοντας αυτό μου το σχέδιο, ο γραμματέας δεν μπόρεσε να βρει άλλες λέξεις και ξέσπασε σε λυγμούς εκεί μπροστά μου.

"Είναι εξαιτίας της σύμπτωσης περιστάσεων", εξήγησε μετά από λίγο, χωρίς να χρησιμοποιήσει ρίμα.

1 σχόλιο:

  1. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΑΦΙΣΑΣ

    Γράφει:

    ВЫКЛЮЧИ СВЕТ – ГОРЯТ НАРОДНЫЕ ДЕНЬГИ!

    και θα πει:

    ΚΛΕΙΝΕ ΤΟ ΦΩΣ – ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ!

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή