Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Φωναχτές σκέψεις για το § 190 της Φαινομενολογίας του Πνεύματος

Σε τι συνίσταται ο διαβόητος "ιδεαλισμός" του Χέγκελ; σαφέστατα όχι στην προσφυγή του σε κάποια νεφελώδη σφαίρα άσαρκων αφαιρέσεων και την αντίθεσή του στην φιλοσοφική πραγμάτευση της ιστορικής πραγματικότητας. Ούτε στην ρητή επίκληση κάποιου άυλου και άφθαρτου κόσμου του νοητού απέναντι στον οποίο η υλική πραγματικότητα αποτελεί ατελές αντίγραφο. Ο ιδεαλισμός συνίσταται μάλλον στην διαδικασία της ανάλυσης της υλικής πραγματικότητας: ο μηχανισμός αυτής της διαδικασίας είναι η συλλογιστική, η έλλογη κίνηση των ιδεών και άρα του ίδιου του νου που τις εκδιπλώνει στο σιωπηλό του θέατρο. Το αποτέλεσμα είναι η αίσθηση ότι αυτό που στην πραγματικότητα κινείται είναι οι ίδιες οι έννοιες, καθώς περνούν μέσα από την απόλυτη στην καθορισμένη άρνηση, από την σύγκρουση στην αντιμετάθεση ιδιοτήτων, κλπ. Το μεγάλο άφατο του εγελιανισμού, αυτό που δεν θέτει ποτέ ως πρόβλημα, είναι ακριβώς η οικονομική σημασία του τρόπου παραγωγής: στον βαθμό που κινούνται και ξεδιπλώνονται από μόνες τους, οι ιδέες παραγάγουν ιστορία, δηλαδή συνιστούν οι ίδιες "τρόπο παραγωγής".

Ποιο είναι το επιστημολογικό στάτους του κυρίου και του δούλου;  Είναι αρχέτυπα; Ιδανικοί τύποι; Μυθοπλαστικά ευρήματα; Κοινωνιολογικές κατηγορίες; Ανθρωποποιημένες λειτουργίες σε ένα καταγωγικό αφήγημα; Πολιτικές αλληγορίες; Πουθενά δεν απαντιέται με ρητό και σαφή τρόπο αυτή η ερώτηση. Δεν είναι τίποτε από όλα αυτά, ίσως, ή όλα αυτά μαζί. Αυτό στο οποίο δεν μπορεί όμως κάποιος να απαντήσει έχει τελικά τον ρόλο του αποπροσανατολιστικού ερωτήματος, γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι το τι πραγματικά είναι ο κύριος και ο δούλος αλλά το τι δεν είναι. Δεν είναι ο κεφαλαιοκράτης και ο προλετάριος με την μορφή που είχαν ήδη αρχίσει να αποκρυσταλλώνονται στην εποχή της Φαινομενολογίας, αν όχι στη Γερμανία, τουλάχιστον στην Αγγλία. Γιατί ο κεφαλαιοκράτης δεν είναι βέβαια καθόλου αυτός που κατακτά την αυτοτελή συνείδηση υπερνικώντας τον φόβο του θανάτου, ούτε ο προλετάριος καθορίζεται από τον φόβο της απώλειας της ζωής. Το υφέρπον αφήγημα στο § 190 είναι μάλλον αυτό του αριστοκράτη κυρίου αλα Νίτσε και της καταγωγής της υποτέλειας στην ήττα στο πεδίο της μάχης σώμα με σώμα. 

Γιατί προτάσσει αυτό το αρχαϊκό αφήγημα --σχετικό, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο με την νεωτερική δουλεία-- πάνω στην καπιταλιστική νεωτερικότητα ο Χέγκελ; Μια απάντηση είναι επειδή θέλει να την παρακάμψει εύσχημα, χωρίς να φανεί πως την αγνοεί εντελώς. Αλλά μια άλλη απάντηση, πιθανώς πιο διορατική, είναι πως το πρόβλημα της σχέσης κεφαλαιοκράτη και προλετάριου είναι ένα πρόβλημα το οποίο θα εξανάγκαζε τον Χέγκελ να εγκαταλείψει την μέθοδο που πριμοδοτεί την κίνηση των ιδεών ως αυτόνομων δυνάμεων για να εξηγήσει τις κοινωνικές σχέσεις στην ιστορία. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον προλετάριο και τον κεφαλαιοκράτη δεν είναι καθόλου η σχέση με την αρνητικότητα του θανάτου αλλά το τετριμμένο ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής -- είναι θεσμική και θεσμοποιημένη και όχι υπαρκτική και οντολογική διαφορά. Ανάμεσά τους δεν στέκονται καθόλου "τα πράγματα", ωσάν να μιλούσαμε για κάποια καθαρά προβιομηχανική και σχεδόν προτεχνολογική κατάσταση, αλλά τα μέσα της παραγωγής των πραγμάτων ως εμπορευμάτων. Είναι ιδιότητα της ιδιοκτησίας αυτών των μέσων παραγωγής η αναπαραγωγή των θέσεων του κεφαλαιοκράτη και του δούλου, και είναι αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή (την κοινωνική αναπαραγωγή σχέσεων αλλά και την βιολογική αναπαραγωγή τάξεων) που καθίσταται αόρατη στο δράμα της αναμέτρησης για αναγνώριση ανάμεσα σε αφέντη και δούλο. Στον Χέγκελ, τα πάντα γύρω από αυτή τη σχέση είναι συνειδησιακά, είναι ζητήματα συνείδησης. Στην πραγματικότητα, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της σχέσης αυτής περνά μέσα από τον "κοινωνικό αυτοματισμό", είτε αυτός έχει τη μορφή του δικαίου και της νομοθετικής μηχανής, είτε αυτόν της πολιτικής και της εκτελεστικής μηχανής, είτε αυτόν του χρήματος και της εμπορευματικής μηχανής, είτε αυτόν της βιολογίας και της βιοπολιτικής μηχανής. 

Ο Χέγκελ γίνεται πιο επικίνδυνος όταν, διαβάζοντάς τον, αισθάνεσαι πως καταλαβαίνεις πραγματικά τι λέει ξεχνώντας πως ο κόπος που δαπάνησες για αυτό το όχι ευκαταφρόνητο αποτέλεσμα δεν αρκεί για να ξεκινήσεις να αναρωτιέσαι τι δε λέει, και, ακόμα πιο σημαντικό, τι δεν μπορεί να πει, όχι εξαιτίας της λογοκρισίας του πρωσικού καθεστώτος αλλά εξαιτίας της ίδιας της φύσης των ενοράσεών του, που, αποκλείοντας από το πεδίο της σκέψης αυτό το οποίο παραμένει ασύνειδο συσκοτίζουν ταυτόχρονα αυτό που στην σύγχρονη κοινωνία είναι το πιο σημαντικό: στον Μαρξ, το αν η θεωρία της γέννεσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων σε μια εποχή πρωταρχικής συσσώρευσης είναι σωστή ή όχι, δεν επηρεάζει στο παραμικρό την ανάλυση των μορφών της υπεραξίας ή της σύνθεσης του κεφαλαίου. Στον Χέγκελ, αντίστροφα, είναι σαν το σύνολο της ανάλυσης των άνισων κοινωνικών σχέσεων να περιοριζόταν στο κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση και σ' ένα τμήμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, δηλαδή στο πρόβλημα της γέννεσης των άνισων σχέσεων και σ' αυτό της έκθεσης της νομοτέλειας της ανατροπής τους, χωρίς ποτέ να έχει μεσολαβήσει η εξέταση της stricto sensu λειτουργίας τους, της άνθησης, επέκτασης, ποιοτικής αναβάθμισής τους, της αντοχής τους. Είναι από τις μεγάλες αρετές του Μαρξ ότι δεν φαντάζει τόσο σαν κάποιος που αναποδογυρίζει τον Χέγκελ αλλά κάνει τον Χέγκελ να φαντάζει σαν κάποιος που θα μπορούσε να σκεφτεί μόνο μια εκδοχή του τελευταίου τμήματος του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου και ένα κομμάτι του Μανιφέστου, δηλαδή τον ιστορικό και χρονολογικό πρόλογο της μαρξικής εργασίας και μονάχα αυτόν.

6 σχόλια:

  1. Καταρχάς, συγχαρητήρια για τις σχετικές με τον Χέγκελ αναρτήσεις. Η μελέτη της ενορατικής σκέψης του Χέγκελ είναι σε κάθε περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα και επίπονη διανοητική άσκηση. Προσφέρει επιπλέον τη γοητευτική αυταπάτη της θέασης των αποκαθαρμένων μορφών των υπό μελέτη αντικειμένων.

    Θα συμφωνήσω στην αντιπαραβολή Χέγκελ και Μαρξ, αναφορικά με τον τρόπο συγκρότησης της θεωρίας τους, καθώς συνδέουν διαφορετικά το ζήτημα της γένεσης με αυτό της αναπαραγωγής της εξεταζόμενης οντότητας. Η ανάλυση του Χέγκελ π.χ. για τη σχέση κυρίου και δούλου φαίνεται να παραπέμπει, από άποψη προϋποθέσεων συγκρότησης της, σε μια μάχη στα μαρμαρένια αλώνια όπου ο μετέπειτα δούλος ηττάται και καλείται να επιλέξει μεταξύ της βιολογικής του εξόντωσης και της δουλικής του ύπαρξης. Κάνει λοιπόν επίκληση στο έλεος του κυρίου και από αυτό το σημείο ξεκινά η αξιοθαύμαστη εγελιανή αφήγηση. Χωρίς μια τέτοιου τύπου μεταφυσική θεμελίωση η ανάλυση του Χέγκελ θα γεννούσε πολύ περισσότερες απορίες για τη σχέση κυρίου και δούλου, από αυτές που θεωρητικά επιλύει. Από την άλλη πλευρά, ο Μαρξ π.χ. θα μπορούσε κάλλιστα να αναλύσει τη λειτουργία του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής ακόμη και αν άφηνε αναπάντητο το ερώτημα της πρωταρχικής κεφαλαιακής συσσώρευσης. Προβαίνοντας στη μελέτη της πρωταρχικής συσσώρευσης, λύνει απλώς ένα λογικό πρόβλημα. Στη θεώρηση του Χέγκελ, λοιπόν, η στιγμή της γένεσης είναι πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι της σχέσης και εκφαίνεται σε κάθε στιγμή της αναπαραγωγής της, στον Μαρξ αντιθέτως η διάκριση ιστορικής γένεσης και συγχρονικής λειτουργίας της υπο μελέτη οντότητας αποτελεί μια σαφή μεθοδολογική επιλογή.

    Τέλος, αναφορικά με την αναζήτηση των όρων διάρρηξης της σχέσης κυρίου και δούλου(γενικότερα εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου), έχοντας υπόψιν την εξής διατύπωση του Αντώνη: «Διαμορφώνεται λοιπόν μεταξύ των τριών όρων της διαλεκτικής μια αλυσίδα: κύριος---->ύπαρξη---->δούλος, με την ύπαρξη να διαμεσολαβεί ανάμεσα σ' αυτόν που κυριάρχησε επάνω της και αυτόν στον οποίο η ίδια κυριαρχεί.», παραθέτω σχετικό απόσπασμα Μαρξ και Ένγκελς από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

    «Όπως είδαμε, όλες οι προηγούμενες κοινωνίες στηρίζονταν στην αντίθεση ανάμεσα σε τάξεις που καταπιέζουν και σε τάξεις που καταπιέζονται. Για να μπορεί όμως κανείς να καταπιέζει μια τάξη, πρέπει να εξασφαλίσει στην τάξη αυτή τέτοιους όρους ύπαρξης, που να της δίνουν τη δυνατότητα να ζει τουλάχιστον τη ζωή του σκλάβου. Ο δουλοπάροικος στην εποχή της φεουδαρχίας κατάφερε ν' ανέβει με τη δουλειά του και να γίνει μέλος της κοινότητας, όπως και o μικροαστός κατάφερε να γίνει αστός κάτω από το ζυγό του φεουδαρχικού απολυταρχισμού. Αντίθετα, ο σύγχρονος εργάτης, αντί ν' ανυψώνεται με την πρόοδο της βιομηχανίας, βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά, πιο κάτω ακόμα κι από τις συνθήκες ζωής της ίδιας του της τάξης. Ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Έτσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια απ' αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία.»

    Sorry για το μακροσκελές κείμενο

    2va

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνώ απόλυτα με όσα γράφεις στη δεύτερη παράγραφο και νομίζω ότι εκθέτεις αυτό που ήθελα να πω πολύ καλύτερα από μένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αντώνη συγχαρητήρια για τις δύο πολύ ενδιαφέρουσες αναρτήσεις.
    Συμφωνώ με αυτά που γράφεις, αλλά να κάνω τις παρακάτω παρατηρήσεις ως συμπλήρωση και αν μου επιτρέπεις ως "διόρθωση".

    "Στον Χέγκελ, τα πάντα γύρω από αυτή τη σχέση είναι συνειδησιακά, είναι ζητήματα συνείδησης."

    Αυτό ισχύει απόλυτα για την "Φαινομενολογία του Πνεύματος".
    Αλλά για την "Φιλοσοφία του Δικαίου" (και για τις πολλές του παραδόσεις πάνω στο θέμα) και σε πιο αφηρημένο επίπεδο για την "Επιστήμη της Λογικής" ισχύει αυτό που σωστά λες αμέσως μετά (αλλά φαίνεται να αρνείσαι για τον Χέγκελ):

    "Στην πραγματικότητα, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της σχέσης αυτής περνά μέσα από τον "κοινωνικό αυτοματισμό", είτε αυτός έχει τη μορφή του δικαίου και της νομοθετικής μηχανής, είτε αυτόν της πολιτικής και της εκτελεστικής μηχανής, είτε αυτόν του χρήματος και της εμπορευματικής μηχανής, είτε αυτόν της βιολογίας και της βιοπολιτικής μηχανής."

    Φυσικά ο Χέγκελ δεν κάνει σαφές ότι υπάρχει ζήτημα κυριαρχίας μιας τάξης σε μια άλλη, ειδικά σε αυτά τα σημεία. Ωστόσο νομίζω ότι αυτό που είναι σημαντικό στην έννοια της Sittlichkeit είναι ότι επικεντρώνεται σε αυτήν την αντικειμενική μορφή του κοινωνικού είναι και όχι σε συνειδησιακές καταστάσεις.
    Από εκεί και πέρα τι είναι η εγελιανή "έννοια" είναι φυσικά μεγάλο πρόβλημα. Εγώ όμως δεν πιστεύω ότι μπορεί να ερμηνευθεί απλά με όρους συνείδησης. Η έννοια όχι μόνο είναι αντικειμενική ή αντιστοιχεί σε μια αντικειμενικότητα, αλλά είναι αυτή η ίδια η αντιστοιχία της με την αντικειμενικότητα, με την πραγμάτωσή της. Τι κρύβεται βέβαια πίσω από αυτήν την αρκετά μυστικοποιημένη διατύπωση δεν είναι σαφές.

    Γενικά ο Χέγκελ δεν αρνείται ούτε την ύπαρξη ούτε την σημασία των υλικών διαδικασιών. Το θέμα είναι που και πως τις εντάσσει στο σύστημα, καθώς και πως συσχετίζονται με τη έννοια. Εγώ πιστεύω ότι μια παραγωγική ανάγνωση δεν θα περιοριζόταν στην άμεση αναγωγή και υπαγωγή αυτών στην κίνηση της έννοιας. Κατ'αρχάς γιατί δεν έχουμε απλές αιτιατές σχέσεις μεταξύ έννοιας και εμφάνισης, αλλά διαλεκτικές και γι' αυτόν τον λόγο δεν συμφωνώ απόλυτα με το συμπέρασμά σου ότι στον Χέγκελ υπάρχει μόνο η "γένεση" της ταξικής κυριαρχίας ή μιας μορφής πρωταρχικής συσσώρευσης. Η Λογική (αλλά και η Φιλοσοφία του Δικαίου) δεν έχει καθόλου τέτοιες "γενεαλογικές" πλευρές (ή τουλάχιστον δεν εξαντλείται σε αυτές). Νομίζω ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας για παράδειγμα ο Χέγκελ αγνοεί σχεδόν παντελώς την σημασίας της "γένεσης" και επικεντρώνεται στην λειτουργία της, στο ότι εντέλει μια έννοια απλά συμφωνεί με τον εαυτό της.

    Φυσικά δεν θέλω να ανάγω όλα στον Χέγκελ ή να τον υπερασπίσω. Όλα αυτά είναι μόνο αναγνώσεις, οι οποίες εντέλει έχουν καταστεί δυνατές μόνο μέσω του Μαρξ. Από εκεί και πέρα μεγαλύτερη σημασία έχει να μάθουμε (μέσω και αυτών των κειμένων) να σκεφτόμαστε με τρόπο που βοηθάει την υπόθεση μας... Για την εργατική τάξη και τον κομμουνισμό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σύντροφε, μιλώ καθαρά για τη Φαινομενολογία (όχι για την Επιστήμη) και δη για το συγκεκριμένο απόσπασμα (και τα σχετικά με τη διαλεκτική κυρίου δούλου επόμενα).

      Επίσης, δεν ισχυρίζομαι ότι ο Χέγκελ αρνείται την ύπαρξη ή τη σημασία των υλικών διαδικασιών, για αυτό και ξεκινάω γράφοντας "Σε τι συνίσταται ο διαβόητος "ιδεαλισμός" του Χέγκελ; σαφέστατα όχι στην προσφυγή του σε κάποια νεφελώδη σφαίρα άσαρκων αφαιρέσεων και την αντίθεσή του στην φιλοσοφική πραγμάτευση της ιστορικής πραγματικότητας. Ούτε στην ρητή επίκληση κάποιου άυλου και άφθαρτου κόσμου του νοητού απέναντι στον οποίο η υλική πραγματικότητα αποτελεί ατελές αντίγραφο."

      Για το θέμα της διαλεκτικής αφέντη-δούλου, νομίζω πως θα επιμείνω ότι σε ό,τι την αφορά συγκεκριμένα, ο Χέγκελ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ "δανείζεται" ένα καταγωγικό αφήγημα που βρίσκει κανείς και στους αστούς φιλοσόφους όπως ο Λοκ, άσχετα αν στον Χέγκελ το καταγωγικό αυτό αφήγημα πολυπλοκοποιείται άμεσα λόγω ακριβώς της υπαγωγής του στους νόμους της διαλεκτικής κίνησης. Αυτό που προσπαθώ να αναδείξω είναι ότι δεν ξεφορτώνεται μέσω της ανάδειξης της διαλεκτικής κίνησης τα "μπαγκάζια" αυτού του καταγωγισμού, τα οποία περιλαμβάνουν, κατά τη δική μου κρίση, την αποσιώπηση μιας σειράς κρίσιμων για την καπιταλιστική νεωτερικότητα προβλημάτων.

      Η Επιστήμη της Λογικής υπερβαίνει αυτού του είδους τα προβλήματα "μεικτής μεθόδου" αν θέλεις να την πεις έτσι, στον βαθμό που η διαλεκτική κίνηση ξεφορτώνεται το "μυθοπλαστικό" στοιχείο, γίνεται καθαρά το κινησιουργό πλαίσιο. Δεν ξέρω αν βγάζει νόημα αυτό που λέω.

      Διαγραφή
    2. Βγάζει και παραβγάζει νόημα και συμφωνώ.

      Η κρίση μου είναι ότι ο Χέγκελ καθ'όλη την εξέλιξή του παραμένει δέσμιος της ιστορικής του εποχής, στην οποία επιβίωνε ακόμα η επαναστατικότητα της αστικής τάξης. Έτσι ό,τι και να γράφω για τον Χέγκελ θεωρώ αυτονόητο ότι δεν είναι Μαρξ και ότι δεν μπορεί να ξεφύγει απόλυτα από τις αγκυλώσεις της αστικής σκέψης. Έχοντας διευκρινίσει αυτό και εντοπίζοντας αυτά τα σημεία της σκέψης του (όπως και εσύ εδώ πολύ καλά έκανες) νομίζω ότι το έργο του έχει να μας προσφέρει πάρα πολλά ζητήματα που για ιστορικούς λόγους αναλύθηκαν ανεπαρκώς.

      Το "καταγωγικό αφήγημα" είναι σαφώς προβληματικό στον Χέγκελ. Το ερώτημα βέβαια είναι αν εξαντλείται σε αυτό η σημασία του. Εγώ νομίζω ότι η αξία αυτής της σχηματικής παρουσίασης των σχέσεων κυριαρχίας έγκειται στην κριτική μορφών συνείδησης του κυρίου, αλλά και του δούλου στις διάφορες εκδοχές του. Είναι σαφές ότι ο Χέγκελ παρουσιάζει στην Φαινομενολογία πεπερασμένες μορφές συνείδησης. Η σχέση κυρίου και δούλου είναι έχεις απόλυτο δίκιο συνειδησιακή σχέση και περιγράφει συνειδησιακές καταστάσεις και συγκεκριμένα αυτές των σχέσεων κυριαρχίας. Εγώ από αυτά συνάγω ότι η αναγνώριση ως έννοια δεν είναι επαρκής ώστε να λύσει της αντιφάσεις αυτής της κοινωνικής σχέσης.
      Για αυτό και θεωρώ πολύ σημαντικό ότι κάνεις κριτική σε αυτήν την μορφή, με την οποία παρουσιάζεται η κυριαρχική σχέση. Αυτό που θέλω να πω εγώ είναι ότι (ίσως) και ο ίδιος ο Χέγκελ κάνει κριτική (και ίσως και μια κατά κάποιον τρόπο αρκετά παρόμοια) σε αυτήν την μορφή.

      Συνέχισε να γράφεις πάντως σχετικά με αυτά τα ζητήματα. Για μένα είναι φοβερή ευκαιρία να ξεδιαλύνω κάποια πράγματα στα οποία προσκρούω σε αδιέξοδα όχι μόνο στον Χέγκελ, αλλά και την διαλεκτική και την φιλοσοφία γενικά.

      Διαγραφή
    3. Αλλίμονο, όλα αυτά είναι σημειώσεις προς τον εαυτό μου που απλώς κοινοποίησα. Έχω πολλά ψωμιά ακόμα για να καταλήξω:-)

      Και η διαλεκτική είναι αέναη σκέψη και αναθεώρηση, ούτως ή άλλως...

      Διαγραφή