Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο V

Οι μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, τα καρτέλ, τα συνδικάτα, τα τραστ, μοιράζουν μεταξύ τους, πριν απ' όλα, την εσωτερική αγορά, κατακτώντας περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένα την παραγωγή της δοσμένης χώρας. Στις συνθήκες όμως του καπιταλισμού, η εσωτερική αγορά συνδέεται αναπόφευκτα με την εξωτερική. Ο καπιταλισμός από καιρό έχει δημιουργήσει την παγκόσμια αγορά. Και στο μέτρο που αναπτυσσόταν η εξαγωγή κεφαλαίου και απλώνονταν με κάθε τρόπο οι εξωτερικές και οι αποικιακές σχέσεις και οι “σφαίρες επιρροής” των πιο μεγάλων μονοπωλιακών ενώσεων, τα πράγματα τραβούσαν “φυσιολογικά” προς την παγκόσμια συνεννόηση ανάμεσά τους, προς τη δημιουργία διεθνών καρτέλ. 

Πρόκειται για μια νέα βαθμίδα της παγκόσμιας συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής, βαθμίδα ασύγκριτα υψηλότερη από την προηγούμενη. Ας δούμε πώς αναπτύσσεται αυτό το υπερμονοπώλιο. 


Η ηλεκτρική βιομηχανία είναι η πιο χαρακτηριστική για τις νεότατες επιτυχίες της τεχνικής, για τον καπιταλισμό στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Και έχει αναπτυχθεί περισσότερο στις δυο πιο προηγμένες από τις νέες καπιταλιστικές χώρες, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γερμανία. Στη Γερμανία είχε ιδιαίτερα μεγάλη επίδραση στην αύξηση της συγκέντρωσης σ' αυτό τον τομέα η κρίση του 1900. Οι τράπεζες, που την εποχή εκείνη είχαν πια αρκετά συγχωνευθεί με τη βιομηχανία, επιτάχυναν και βάθυναν στον ανώτατο στη διάρκεια αυτής της κρίσης την καταστροφή των σχετικά μικρών επιχειρήσεων, την καταβρόχθισή τους από τις μεγάλες. “Οι τράπεζες -γράφει ο Γιάιντελς- αρνούνταν τη βοήθεια ακριβώς στις επιχειρήσεις που είχαν περισσότερο την ανάγκη της, προκαλώντας έτσι πρώτα μια ιλιγγιώδη άνοδο και ύστερα την αναπόφευκτη καταστροφή των εταιριών, που δεν ήταν αρκετά συνδεδεμένες μαζί τους.” Το αποτέλεσμα ήταν ύστερα από το 1900 να τραβήξει η συγκέντρωση μπροστά με γιγάντια βήματα. Πριν από το 1900 υπήρχαν οκτώ ή επτά “ομάδες” στην ηλεκτρική βιομηχανία, και μάλιστα η καθεμιά τους αποτελούνταν από μερικές εταιρίες (συνολικά ήταν 28) και πίσω από κάθε ομάδα βρίσκονταν από 2 ως 11 τράπεζες. Στα 1908-1912, όλες αυτές οι ομάδες συγχωνεύτηκαν σε δυο ή μία. Να πώς έγινε αυτή η διαδικασία:


Ομάδες στην ηλεκτρική βιομηχανία:

Χρεοκόπησε
το 1900

Κούμερ
Το 1912:
(Στενή “συνεργασία“ από το 1908)

Σίμενς και
Χάλσκε-Σούκερτ
Πριν από
Το 1900:

Μπέργκμαν
Σίμενς και Χάλσκε-Σούκερτ

Σούκερ και Σία
Σίμενς
και Χάλσκε
AEG
(Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού)
AEG(Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού)
Φέλτεν και Λαμέγερ

Ουνιόν
AEG

Λαμεγέρ
Φέλτεν και Γκιγιόμ

Μπέργκμαν


Η πασίγνωστη AEG (Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού), που αναπτύχθηκε μ' αυτό τον τρόπο, κυριαρχεί σε 175-200 εταιρίες (με το σύστημα της “συμμετοχής”) και διαθέτει συνολικά ένα κεφάλαιο που φτάνει περίπου το 1 1/2 δισεκατομμύριο μάρκα. Μόνο στο εξωτερικό σε πάνω από 10 κράτη έχει 34 άμεσες αντιπροσωπίες, από τις οποίες οι 12 είναι μετοχικές εταιρίες. Το 1904 ήδη υπολόγιζαν ότι τα κεφάλαια που έχει τοποθετήσει η γερμανική ηλεκτρική βιομηχανία στο εξωτερικό ανέρχονταν σε 233 εκατομμύρια μάρκα, απ' αυτά 62 εκατομμύρια ήταν τοποθετημένα στη Ρωσία. Είναι περιττό να πούμε ότι η “Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού” αποτελεί μια γιγάντια “συνδυασμένη” επιχείρηση που παράγει -ο αριθμός μόνο των βιομηχανικών εταιριών της είναι 16- τα πιο διαφορετικά προϊόντα, από καλώδια και μονωτήρες μέχρι αυτοκίνητα και αεροπλάνα.

Η συγκέντρωση όμως στην Ευρώπη ήταν επίσης συστατικό μέρος της διαδικασίας συγκέντρωσης στην Αμερική. Να πώς έγινε αυτό:

“Γενική Ηλεκτρική Εταιρία“(Genral Electric Co)


Αμερική:
Η εταιρ. Έντισον ιδρύει για την Ευρώπη την εταιρία: “Γαλλική Εταιρία Έντισον“ που παραχωρεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε μια γερμανική εταιρία
Η εταιρία Τόμψον-Χάουστον ιδρύει μια εταιρία για την Ευρώπη



“Γεν. Ετ. Ηλεκτρισμού“ (AEG)
Ηλεκτρική Εταιρία “Ουνιόν“
Γερμανία:



“Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού“(AEG)

Έτσι διαμορφώθηκαν δυο “δυνάμεις” ηλεκτρισμού: “άλλες, εντελώς ανεξάρτητες απ' αυτές, ηλεκτρικές εταιρίες δεν υπάρχουν στη γη” - γράφει ο Χάινιγκ στο άρθρο του: “Ο δρόμος του ηλεκτρικού τραστ”. Για τις διαστάσεις του κύκλου εργασιών και για το μέγεθος των επιχειρήσεων και των δυο “τραστ”, μας δίνουν μια ορισμένη, κάθε άλλο όμως, παρά ολοκληρωμένη εικόνα, οι παρακάτω αριθμοί:


Κυκλοφορία εμπορευμάτων
(σε εκατ. μάρκα)
αριθμός
υπαλλήλων
καθαρό κέρδος
(σε εκατ. μάρκα)
Αμερική:“Γεν. Ηλεκ. Εταιρία” (GEC)


1907:                              252
1910:                              298

28.000
32.000

35,4
45,6
Γερμανία:“Γεν. Εταιρία Ηλεκτρισμου” (AEG)


1907:                              216
1911:                              362

30.700
60.800

14,5
21,7

Και να, το 1907, ανάμεσα στο αμερικανικό και το γερμανικό τραστ υπογράφτηκε συμφωνία για το μοίρασμα του κόσμου. Ο συναγωνισμός παραμερίζεται. Η “Γενική Ηλεκ. Εταιρία (GEC)” “παίρνει” τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Στη “Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού” (AEG) “πέφτουν” η Γερμανία, η Αυστρία, η Ρωσία, η Ολλανδία, η Δανία, η Ελβετία, η Τουρκία και τα Βαλκάνια. Ιδιαίτερα – φυσικά μυστικά – σύμφωνα υπογράφτηκαν σχετικά με τις “εταιρίες-θυγατέρες”, που διεισδύουν σε νέους κλάδους της βιομηχανίας και σε “νέες”, τυπικά ακόμη αμοίραστες χώρες. Καθορίστηκε η αμοιβαία ανταλλαγή των εφευρέσεων και της πείρας.

Είναι αυτονόητο πόσο δύσκολος είναι ο συναγωνισμός ενάντια σ' αυτό, το πραγματικό ενιαίο, παγκόσμιο τραστ, που διαθέτει ένα κεφάλαιο από μερικά δισεκατομμύρια και έχει τα “υποκαταστήματά” του, τις αντιπροσωπείες του, τα πρακτορεία του, τους δεσμούς του κλπ. σ' όλες τις γωνιές του κόσμου. Το μοίρασμα όμως του κόσμου ανάμεσα σε δυο ισχυρά τραστ δεν αποκλείει φυσικά το ξαναμοίρασμα, αν αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων, λόγω της ανισομετρίας της ανάπτυξης, των πολέμων, των χρεοκοπιών κλπ.

Διδακτικό παράδειγμα προσπάθειας για ένα τέτοιο ξαναμοίρασμα, παράδειγμα πάλης για το ξαναμοίρασμα, αποτελεί η βιομηχανία πετρελαίου.

“Η παγκόσμια πετρελαιαγορά -έγραψε ο Γιάιντελς το 1905- είναι και σήμερα ακόμη μοιρασμένη ανάμεσα σε δυο μεγάλες χρηματιστικές ομάδες: ανάμεσα στο αμερικανικό “Τραστ πετρελαίου” (Standard Oil C-y) του Ροκφέλερ και στους αφέντες του ρωσικού πετρελαίου του Μπακού, Ρότσιλντ και Νόμπελ. Και οι δυο ομάδες έχουν στενούς δεσμούς μεταξύ τους, η μονοπωλιακή τους όμως θέση απειλείται, εδώ και μερικά χρόνια, από πέντε εχθρούς”: 1) από την εξάντληση των αμερικανικών πηγών πετρελαίου· 2) από την ανταγωνιστική εταιρία Μαντάσεφ στο Μπακού· 3) από τις πηγές πετρελαίου στην Αυστρία και 4) στη Ρουμανία· 5) από τις υπερπόντιες πηγές πετρελαίου, κυρίως στις ολλανδικές αποικίες (οι πάμπλουτες εταιρίες Σάμουελ και Σελ, που συνδέονται με το αγγλικό κεφάλαιο). Οι τρεις τελευταίες σειρές επιχειρήσεων συνδέονται με τις γερμανικές μεγάλες τράπεζες μ' επικεφαλής την πολύ μεγάλη “Γερμανική Τράπεζα”. Οι τράπεζες αυτές ανάπτυξαν ανεξάρτητα και σχεδιασμένα τη βιομηχανία πετρελαίου, λ.χ., στη Ρουμανία, για να έχουν το “δικό τους” σημείο στήριξης. Το 1907, στη ρουμανική βιομηχανία πετρελαίου τα ξένα κεφάλαια υπολογίζονταν σε 185 εκατομμύρια φράγκα, από τα οποία τα 74 εκατομμύρια ήταν γερμανικά.

Άρχισε ένας αγώνας που στην οικονομική φιλολογία τον λένε ακριβώς αγώνα για το “μοίρασμα του κόσμου”. Από τη μια μεριά, το “Τραστ πετρελαίου” του Ροκφέλερ, θέλοντας να τα αρπάξει όλα, ίδρυσε μια “εταιρία-θυγατέρα” μέσα στην ίδια την Ολλανδία, αγοράζοντας πετρελαιοπηγές στις Ολλανδικές Ινδίες και επιζητώντας μ' αυτό τον τρόπο να καταφέρει ένα χτύπημα στον κυριότερο εχθρό του: στο ολλανδοαγγλικό τραστ “Σελ”. Από την άλλη μεριά, η “Γερμανική Τράπεζα” και άλλες τράπεζες του Βερολίνου επιδίωκαν “να διαφυλάξουν” “για τον εαυτό τους” τη Ρουμανία και να την ενώσουν με τη Ρωσία ενάντια στον Ροκφέλερ. Ο Ροκφέλερ διέθετε ασύγκριτα μεγαλύτερα κεφάλαια και θαυμάσια οργάνωση μεταφοράς και παράδοσης του πετρελαίου στους καταναλωτές. Ο αγώνας δεν μπορούσε παρά να τελειώσει και τελείωσε το 1907 με ολοκληρωτική ήττα της “Γερμανικής Τράπεζας”, στην οποία δεν απόμεινε παρά να διαλέξει ένα από τα δυο: ή να σταματήσει με ζημιά εκατομμυρίων το “ενδιαφέρον της σχετικά με το πετρέλαιο”, ή να υποταχθεί. Διάλεξε το τελευταίο και έκλεισε με το “Τραστ πετρελαίου” ένα σύμφωνο πολύ ασύμφορο για τη “Γερμανική Τράπεζα”. Μ' αυτό το σύμφωνο η “Γερμανική τράπεζα” υποχρεωνόταν “να μην επιχειρεί τίποτε που θα έβλαπτε τα αμερικανικά συμφέροντα”. Παράλληλα όμως προβλεπόταν ότι το σύμφωνο παύει να ισχύει, αν στη Γερμανία ψηφιστεί νόμος για την ίδρυση κρατικού μονοπωλίου πετρελαίου.

Και τότε αρχίζει η “κωμωδία του πετρελαίου”. Ένας από τους βασιλιάδες του χρηματιστικού κεφαλαίου της Γερμανίας, ο φον Γκβίνερ, διευθυντής της “Γερμανικής Τράπεζας”, βάζει σ' ενέργεια, μέσω του ιδιαίτερου γραμματέα του Στάους, τη ζύμωση για την ίδρυση μονοπωλίου του πετρελαίου. Μπαίνουν σε κίνηση ολόκληρος ο γιγάντιος μηχανισμός της μεγαλύτερης τράπεζας του Βερολίνου, όλοι οι πλατιοί “δεσμοί” της, ο Τύπος πνίγεται από τις “πατριωτικές” κραυγές ενάντια στο “ζυγό” του αμερικανικού τραστ και το Ράιχσταγκ σχεδόν ομόφωνα ψηφίζει, στις 15 του Μάρτη 1911, μια απόφαση που καλεί την κυβέρνηση να επεξεργαστεί το σχέδιο ενός μονοπωλίου πετρελαίου. Η κυβέρνηση αρπάχτηκε απ' αυτή τη “δημοφιλή” ιδέα και φαινόταν να είχε κερδηθεί το παιχνίδι της “Γερμανικής Τράπεζας”, που ήθελε να εξαπατήσει τον Αμερικανό αντιπράκτορά της και να καλυτερεύσει την κατάστασή της μέσω του κρατικού μονοπωλίου. Οι Γερμανοί βασιλιάδες του πετρελαίου χαίρονταν κιόλας προκαταβολικά για τα τεράστια κέρδη, που δε θα ήταν λιγότερα από τα κέρδη των Ρώσων εργοστασιαρχών ζάχαρης... Όμως, πρώτο, οι γερμανικές μεγάλες τράπεζες τσακώθηκαν μεταξύ τους για το μοίρασμα της λείας και η “Εταιρία Προεξοφλήσεων” ξεσκέπασε τα ιδιοτελή συμφέροντα της “Γερμανικής Τράπεζας”. Δεύτερο, η κυβέρνηση φοβήθηκε τον αγώνα με τον Ροκφέλερ, γιατί ήταν πολύ αμφίβολο αν θα επαρκούσε το πετρέλαιο για τη Γερμανία χωρίς τον Ροκφέλερ (η παραγωγικότητα της Ρουμανίας δεν είναι μεγάλη). Τρίτο, μεσολάβησε η χορήγηση του ενός δισεκατομμυρίου του 1913 για την πολεμική προετοιμασία της Γερμανίας. Το σχέδιο του μονοπωλίου αναβλήθηκε. Το “Τραστ πετρελαίου” του Ροκφέλερ βγήκε από τον αγώνα για την ώρα νικητής.

Το περιοδικό του Βερολίνου Η Τράπεζα, παίρνοντας αφορμή απ' αυτό, έγραψε ότι η Γερμανία θα μπορούσε να παλέψει με το “Τραστ πετρελαίου” μόνο ιδρύοντας ένα μονοπώλιο ηλεκτρικού ρεύματος και μετατρέποντας τη δύναμη του νερού σε φτηνό ηλεκτρισμό. Όμως, πρόσθετε το περιοδικό: “Το μονοπώλιο του ηλεκτρικού ρεύματος θα γίνει τότε, όταν θα χρειαστεί στους παραγωγούς, δηλαδή τότε, όταν θα χτυπάει την πόρτα της ηλεκτρικής βιομηχανίας η επόμενη μεγάλη χρεοκοπία και όταν εκείνοι οι γιγάντιοι σταθμοί που χτίζονται τώρα παντού από τα ιδιωτικά “κοντσέρν” της ηλεκτρικής βιομηχανίας και για τους οποίους τα κράτη, οι δήμοι και άλλοι οργανισμοί παραχωρούν από τώρα στα κοντσέρν ορισμένα ξεχωριστά μονοπώλια – δε θα είναι σε θέση να εργάζονται με κέρδος. Τότε θα χρειαστεί να μπουν σε ενέργεια οι δυνάμεις του νερού, οι δυνάμεις όμως αυτές δε θα μπορέσουν να μετατραπούν σε φτηνό ηλεκτρισμό με έξοδα του κράτους, θα χρειαστεί πάλι να δοθούν σ' ένα “ιδιωτικό μονοπώλιο, που θα ελέγχεται από το κράτος”, γιατί η ιδιωτική βιομηχανία έκλεισε ήδη μια σειρά συμφωνίες, εξασφαλίζοντας μεγάλες αποζημιώσεις για τον εαυτό της... Έτσι έγινε με το μονοπώλιο του κάλιου, έτσι γίνεται με το μονοπώλιο του πετρελαίου, έτσι θα γίνει και με το μονοπώλιο του ηλεκτρισμού. Καιρός είναι πια οι κρατικοί σοσιαλιστές μας, που επιτρέπουν στον εαυτό τους να θαμπώνονται από μια ωραία αρχή, να καταλάβουν επιτέλους ότι στη Γερμανία τα μονοπώλια ποτέ δεν επιδίωκαν τέτοιο σκοπό και αποτέλεσμα, δηλ. να εξυπηρετούν τους καταναλωτές, ή έστω να αφήνουν στο κράτος ένα μέρος από το επιχειρηματικό κέρδος, μα πάντα χρησίμευαν μόνο για να εξυγιαίνουν με την κρατική βοήθεια τις ιδιωτικές βιομηχανίες που βρίσκονταν στα πρόθυρα σχεδόν της χρεοκοπίας”.

Τέτοιες πολύτιμες ομολογίες αναγκάζονται να κάνουν οι αστοί οικονομολόγοι της Γερμανίας. Βλέπουμε εδώ παραστατικά πώς περιπλέκονται και γίνονται ένα στην εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου τα ιδιωτικά και τα κρατικά μονοπώλια, πώς και τα πρώτα και τα δεύτερα αποτελούν στην πραγματικότητα απλώς χωριστούς κρίκους του ιμπεριαλιστικού αγώνα που γίνεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους μονοπωλητές για το μοίρασμα του κόσμου.

Και στην εμπορική ναυτιλία η γιγάντια αύξηση της συγκέντρωσης οδήγησε στο μοίρασμα του κόσμου. Στη Γερμανία ξεχώρισαν δυο πολύ μεγάλες εταιρίες: η “Αμβούργο-Αμερική” και το “Βορειογερμανικό Λόιντ με 200 εκατομμύρια μάρκα κεφάλαιο η καθεμιά (σε μετοχές και ομολογίες) και με πλοία αξίας 185-189 εκατομμυρίων μάρκων. Από την άλλη μεριά, στην Αμερική συγκροτήθηκε την 1η του Γενάρη 1903 το λεγόμενο τραστ του Μόργκαν, η “Διεθνής Εταιρία Θαλάσσιου Εμπορίου”, που συνενώνει 9 αμερικανικές και αγγλικές ναυσιπλοϊκές εταιρίες και διαθέτει κεφάλαιο 120 εκατομμυρίων δολαρίων (480 εκατομμυρίων μάρκων). Ήδη από το 1903 οι γερμανικοί κολοσσοί και αυτό το αμερικανοαγγλικό τραστ υπόγραψαν συμφωνία για το μοίρασμα του κόσμου σε συνδυασμό με το μοίρασμα του κέρδους. Οι γερμανικές εταιρίες παραιτήθηκαν από το συναγωνισμό στις μεταφορές ανάμεσα στην Αγγλία και τη Αμερική. Καθορίστηκε με ακρίβεια ποια λιμάνια “παραχωρούνται” στην καθεμιά, δημιουργήθηκε κοινή εξελεγκτική επιτροπή κλπ. Η συμφωνία υπογράφηκε για 20 χρόνια, με ρήτρα που προέβλεπε ότι παύει να ισχύει σε περίπτωση πολέμου.

Εξαιρετικά διδακτική είναι επίσης η ιστορία του σχηματισμού του διεθνούς καρτέλ σιδηροτροχιών. Για πρώτη φορά τα αγγλικά, τα βελγικά και τα γερμανικά εργοστάσια σιδηροτροχιών αποπειράθηκαν να ιδρύσουν τέτοιο καρτέλ το 1884 ήδη, τον καιρό που οι δουλειές της βιομηχανίας σημείωναν τη μεγαλύτερη πτώση. Συμφώνησαν να μη συναγωνίζονται αναμεταξύ τους στην εσωτερική αγορά των χωρών που συμμετείχαν στη συμφωνία και να μοιράσουν τις εξωτερικές αγορές με την παρακάτω αναλογία: Αγγλία 66%, Γερμανία 27% και Βέλγιο 7%. Η Ινδία είχε παραχωρηθεί ολοκληρωτικά στην Αγγλία. Ενάντια σε μια αγγλική εταιρία που είχε μείνει έξω από τη συμφωνία διεξήχθηκε κοινός πόλεμος, που τα έξοδά του καλύπτονταν από ορισμένο ποσοστό των κοινών πωλήσεων. Το 1886 όμως, όταν αποχώρησαν από την ένωση δυο αγγλικές εταιρίες, η ένωση διαλύθηκε. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στις κατοπινές περιόδους της βιομηχανικής ανόδου δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε συμφωνία.

Στις αρχές του 1904 ιδρύθηκε το συνδικάτο ατσαλιού στη Γερμανία. Το Νοέμβρη του 1904 ανασυστήθηκε το διεθνές καρτέλ σιδηροτροχιών με την παρακάτω αναλογία: Αγγλία 53,5%, Γερμανία 28,83%, Βέλγιο 17,67%. Αργότερα προσχώρησε η Γαλλία με 4,8% για τον πρώτο χρόνο, 5,8% για το δεύτερο και 6,4% για τον τρίτο χρόνο, τα ποσοστά αυτά υπολογίζονται πάνω από 100%, δηλαδή με βάση το συνολικό ποσό 104,8% κλπ. Το 1905 προσχώρησε το “Τραστ ατσαλιού” των Ηνωμένων Πολιτειών (η “Εταιρία Ατσαλιού”), κατόπιν η Αυστρία και η Ισπανία. “Τότε -έγραφε ο Φόλγκενσταϊν το 1910- το μοίρασμα του κόσμου τελείωσε και οι μεγάλοι καταναλωτές και πρώτ' απ' όλα οι κρατικοί σιδηρόδρομοι – μια και ο κόσμος έχει πια μοιραστεί χωρίς να παρθούν υπόψη τα συμφέροντά τους- μπορούν να κατοικούν, όπως ο ποιητής, στους ουρανούς του Δία.”

Αναφέρουμε ακόμη το διεθνές συνδικάτο τσίγκου, που ιδρύθηκε το 1909 και που μοίρασε με ακρίβεια τις διαστάσεις της παραγωγής ανάμεσα σε πέντε μεγάλες ομάδες εργοστασίων: γερμανικών, βελγικών, γαλλικών, ισπανικών και αγγλικών· κατόπιν το διεθνές τραστ μπαρουτιού, αυτήν, όπως λέει ο Λίφμαν, “την εντελώς σύγχρονη στενή ένωση όλων των γερμανικών εργοστασίων εκρηκτικών υλών, που αργότερα μαζί με τα ανάλογα οργανωμένα γαλλικά και αμερικανικά εργοστάσια δυναμίτιδας μοίρασαν μεταξύ τους, μπορούμε να πούμε, όλο τον κόσμο”.

Ο Λίφμαν υπολόγισε ότι το 1897 υπήρχαν το όλο περίπου 40 διεθνή καρτέλ, στα οποία συμμετείχε η Γερμανία και το 1910 ήδη γύρω στα 100.

Ορισμένοι αστοί συγγραφείς (με τους οποίους ενώθηκε τώρα και ο Κ. Κάουτσκι, που πρόδωσε ολότελα τη μαρξιστική του θέση, λ.χ., του 1909) εκφράζανε τη γνώμη ότι τα διεθνή καρτέλ, σαν μια από τις πιο ανάγλυφες εκδηλώσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου, δίνουν τη δυνατότητα να ελπίζουμε ότι στις συνθήκες του καπιταλισμού μπορεί να επικρατήσει η ειρήνη ανάμεσα στους λαούς. Η γνώμη αυτή θεωρητικά είναι τελείως ανόητη και πρακτικά είναι σοφιστεία και μέθοδος ποταπής υπεράσπισης του χειρότερου οπορτουνισμού. Τα διεθνή καρτέλ δείχνουν ως ποιο βαθμό έχουν αναπτυχθεί σήμερα τα καπιταλιστικά μονοπώλια και για ποιο πράγμα γίνεται η πάλη ανάμεσα στις ενώσεις των καπιταλιστών. Αυτό το τελευταίο περιστατικό είναι το σπουδαιότερο. Μόνο αυτό μας εξηγεί το ιστορικοοικονομικό νόημα αυτού που γίνεται, γιατί η μορφή της πάλης μπορεί να αλλάζει και αλλάζει συνεχώς σε εξάρτηση από διάφορες, σχετικά μερικότερες και προσωρινές αιτίες, η ουσία όμως της πάλης, το ταξικό της περιεχόμενο δεν μπορεί ν' αλλάξει καθόλου, όσο θα υπάρχουν τάξεις. Είναι ευνόητο ότι είναι προς το συμφέρον, λ.χ., της γερμανικής αστικής τάξης – που με το μέρος της πέρασε ουσιαστικά ο Κάουτσκι στους θεωρητικούς του συλλογισμούς (γι' αυτό το ζήτημα θα μιλήσουμε παρακάτω) – να σκεπάζει το περιεχόμενο της σύγχρονης οικονομικής πάλης (το μοίρασμα του κόσμου) και να υπογραμμίζει πότε τη μια και πότε την άλλη μορφή αυτής της πάλης. Το ίδιο ακριβώς λάθος κάνει και ο Κάουτσκι. Και πρόκειται φυσικά όχι για τη γερμανική, αλλά για την παγκόσμια αστική τάξη. ΟΙ καπιταλιστές μοιράζουν τον κόσμο όχι από κάποια ιδιαίτερη κακία τους, αλλά γιατί ο βαθμός συγκέντρωσης που επιτεύχθηκε τους αναγκάζει να πάρουν αυτό το δρόμο για να βγάζουν κέρδος. Συγκεκριμένα τον μοιράζουν “ανάλογα με τα κεφάλαιά τους”, “ανάλογα με τη δύναμή τους” –άλλος τρόπος μοιράσματος δεν μπορεί να υπάρχει μέσα στο σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής και του καπιταλισμού. Η δύναμη όμως αλλάζει ανάλογα με την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη. Για να καταλάβουμε αυτό που γίνεται, πρέπει να ξέρουμε ποια προβλήματα λύνονται με τις αλλαγές στο συσχετισμό των δυνάμεων, αν αυτές οι αλλαγές είναι “καθαρά” οικονομικές ή εξωοικονομικές (λ.χ., πολεμικές), είναι δευτερεύον ζήτημα και δεν μπορεί ν' αλλάξει καθόλου τις βασικές απόψεις για τη νεότατη εποχή του καπιταλισμού. Όταν υποκαθιστά κανείς το ζήτημα του περιεχομένου της πάλης και των συναλλαγών ανάμεσα στις ενώσεις των καπιταλιστών με το ζήτημα της μορφής της πάλης και των συναλλαγών (σήμερα ειρηνικής, αύριο όχι ειρηνικής, μεθαύριο πάλι όχι ειρηνικής) σημαίνει ότι ξεπέφτει στο ρόλο του σοφιστή.

Η εποχή του νεότατου καπιταλισμού μάς δείχνει ότι ανάμεσα στις ενώσεις των καπιταλιστών διαμορφώνονται ορισμένες σχέσεις πάνω στη βάση του οικονομικού μοιράσματος του κόσμου, και παράλληλα και σε σχέση μ' αυτό ανάμεσα στις πολιτικές ενώσεις, ανάμεσα στα κράτη, διαμορφώνονται ορισμένες σχέσεις πάνω στη βάση του εδαφικού μοιράσματος του κόσμου, της πάλης για τις αποικίες, της “πάλης για οικονομικό χώρο”.

2 σχόλια:

  1. Kαι λίγος Μπογιόπουλος σε VIDEO. Mε ΝΔ ΠΑΣΟΚ ΑΝΕΛ ΔΗΜΑΡ ΣΥΡΙΖΑ
    ( http://redflyplanet.blogspot.com/2013/06/blog-post_6.html )
    Μπογιόπουλος - Κροκίδη στον ενικό. Ilief

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και λίγο μονοπώλια και φασισμός

      Η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ» Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΛΤΑ
      από "Ρ"
      ( http://redflyplanet.blogspot.com/2013/05/blog-post_13.html )

      (..)Αν τα πρώτα χρόνια της Βαϊμάρης, οι πραξικοπηματικές απόπειρες στρατιωτικών (το Μάρτη 1920 οι μοναρχικοί στρατιωτικοί με επικεφαλής το γενικό επιτελάρχη Καπ (Kapp), τον στρατηγό Λούντεντορφ (Lundendorff) κ.ά. και το Νοέμβριο του 1923 ο Χίτλερ ξανά με τον Λούντεντορφ) αποτυγχάνουν να καταλύσουν την αστική δημοκρατία, αυτό οφειλόταν τόσο στο γεγονός ότι το συγκροτημένο πλέον ΚΚ Γερμανίας τέθηκε επικεφαλής αποφασιστικών εργατικών ένοπλων αγώνων, όσο και στο γεγονός ότι η σφοδρή ενδοκαπιταλιστική διαπάλη ανάμεσα σε διάφορους μονοπωλιακούς ομίλους για την πρωτοκαθεδρία, δεν επέτρεπε τη σύνταξη κοινού σχεδίου αντιμετώπισης της συνταγματικής δημοκρατίας και την ύπαρξη κοινής εναλλακτικής πρότασης. Αυτό δε σημαίνει ότι οι αστοί αντιμετώπισαν με αδιαφορία το φασισμό. Απλά δεν είχαν καταλήξει ποιο από τα πάμπολλα εκείνη την εποχή παραστρατιωτικά, εθνικιστικά και φασιστικά σχήματα ήταν το καταλληλότερο.

      Πάντως, αν στην αρχή το Εθνικοσοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας (NSDAP) του Χίτλερ είχε ως χρηματοδότες (η «διαπλοκή» και τότε ήταν σύμφυτη του καπιταλισμού) Βαυαρούς καπιταλιστές μεσαίου μεγέθους, ήδη τον Οκτώβρη του 1923 (μόλις ένα μήνα πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα) ο Φριτς Τύσσεν (Fritz Thyssen - επικεφαλής του ομώνυμου ομίλου) το ενίσχυσε με 100.000 χρυσά μάρκα2. Αντίστοιχα έπραξε και ο έτερος μεγαλοβιομήχανος Ερνστ φον Μπόρζιχ (ErnstvonBorsig). Αλλά και το αστικό πολιτικό σύστημα συνολικά δε φάνηκε εχθρικό σε τέτοια φαινόμενα. Ετσι ο Χίτλερ για την απόπειρά του καταδικάστηκε «επί εσχάτη προδοσία» σε 5 χρόνια φυλάκιση, αλλά ήδη το Δεκέμβρη 1924 ήταν και πάλι ελεύθερος και με πολιτικά δικαιώματα. Ο δε Λούντεντορφ δεν δικάστηκε καν! (..)

      (..)Στις 27 Γενάρη του 1932 σε μυστική συγκέντρωση που έγινε στο Ντίσελντορφ με τη συμμετοχή τριακοσίων εκπροσώπων των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου ο Χίτλερ ανέπτυξε το πρόγραμμα του φασιστικού κόμματος και υποσχέθηκε «να ξεριζώσει το μαρξισμό στη Γερμανία». Οι μονοπωλιακοί κύκλοι δυνάμωσαν την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση των χιτλερικών.(..)

      (..)Στις 20 Φλεβάρη 1933, λίγο πριν από τις γερμανικές εκλογές της 5ης Μάρτη 1933, μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομήχανους της Γερμανίας, μαζί με τον Σαχτ (σ.σ. Πρόεδρος της Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων από το 1930, Διευθυντής της Τράπεζας του Ράιχ και από το 1934 υπουργός Οικονομικών των ναζί), συναντήθηκαν στο Βερολίνο.

      Στη συνάντηση αυτή, ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των ναζί να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας, να διαλύσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, να χτυπήσουν κάθε αντιπολίτευση με βία και να αποκαταστήσουν τη δύναμη της Βέρμαχτ. Είπε μάλιστα πως «οι εκλογές της 5ης Μαρτίου θα είναι οι τελευταίες για τα επόμενα δέκα χρόνια, ίσως μάλιστα και για τα επόμενα εκατό χρόνια». Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο Γουστάβος Κρουπ, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας «Alfried Krupp A.G.» και πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων, τέσσερα ηγετικά στελέχη της «I. G. Farben», ενός εκ των μεγαλυτέρων μονοπωλίων χημικών στον κόσμο, ο Αλβέρτος Βόγκλερ, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι.

      Η συνάντηση έληξε με τη σύσταση ειδικού ταμείου υποστήριξης των ναζί στις επερχόμενες εκλογές του Μάρτη 1933, ύψους 3.000.000 μάρκων.(..)Ilief

      Διαγραφή