Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο ΙΙI (I)


3.ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ Η ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΗ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ

“Ένα όλο και αυξανόμενο μέρος του βιομηχανικού κεφαλαίου – γράφει ο Χίλφερντινγκ – δεν ανήκει στους βιονηχάνους που το χρησιμοποιούν. Αυτοί αποκτούν το δικαίωμα να διαθέτουν το κεφάλαιο μόνο μέσω της τράπεζας, που αντιπροσωπεύει απέναντί τους τον ιδιοκτήτη αυτού του κεφαλαίου. Από το άλλο μέρος, και η τράπεζα είναι αναγκασμένη ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος των κεφαλαίων της να το κατοχυρώνει στη βιομηχανία. Χάρη σ' αυτό, η τράπεζα γίνεται σε διαρκώς μεγαλύτερο βαθμό ένας βιομηχανικός καπιταλιστής. Αυτό το τραπεζικό κεφάλαιο –δηλαδή το κεφάλαιο σε χρηματική μορφή– που μ' αυτό τον τρόπο έχει μετατραπεί στην πραγματικότητα σε βιομηχανικό κεφάλαιο, το ονομάζω χρηματιστικό κεφάλαιο”. “Χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο που βρίσκεται στη διάθεση των τραπεζών και που χρησιμοποιείται από τους βιομηχάνους”.

Ο ορισμός αυτός δεν είναι πλήρης, εφόσον μέσα σ' αυτόν δεν αναφέρεται ένα από τα σπουδαιότερα στοιχεία και συγκεκριμένα: η ανάπτυξη της συγκέντρωσης της παραγωγής και του κεφαλαίου σε τόσο υψηλό βαθμό, που η συγκέντρωση αυτή οδηγεί και έχει οδηγήσει στο μονοπώλιο. Σ' όλη όμως την έκθεση του Χίλφερντινγκ γενικά, και ιδιαίτερα στα δυο κεφάλαια που προηγούνται από το κεφάλαιο απ' όπου έχουμε πάρει αυτό τον ορισμό, υπογραμμίζεται ο ρόλος των καπιταλιστικών μονοπωλίων.


Η συγκέντρωση της παραγωγής, τα μονοπώλια που ξεπηδούν απ' αυτήν, η συγχώνευση ή η σύμφυση των τραπεζών με τη βιομηχανία – αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του χρηματιστικού κεφαλαίου και του περιεχομένου αυτής της έννοιας.

Τώρα πρέπει να περιγράψουμε με ποιο τρόπο η “διεύθυνση της οικονομίας” από τα καπιταλιστικά μονοπώλια μετατρέπεται αναπόφευκτα, μέσα στις γενικές συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής και της ατομικής ιδιοκτησίας, σε κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Ας σημειώσουμε ότι οι εκπρόσωποι της αστικής γερμανικής – και μάλιστα όχι μόνο της γερμανικής – επιστήμης, σαν τον Ρϊσερ, τον Σούλτσε-Γκέβερνιτς, τον Λίφμαν κ.ά. είναι πέρα για πέρα απολογητές του ιμπεριαλισμού και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Δεν ξεσκεπάζουν, μα συγκαλύπτουν και εξωραΐζουν το “μηχανισμό” της διαμόρφωσης της ολιγαρχίας, τις μεθόδους της, τις διαστάσεις των εσόδων της, “θεμιτών και αθέμιτων”, τις σχέσεις της με τα κοινοβούλια κλπ. κλπ. Ξεφορτώνονται τα “καταραμένα προβλήματα” με σπουδαιοφανείς, σκοτεινές φράσεις, με εκκλήσεις προς το “αίσθημα της ευθύνης” των διευθυντών των τραπεζών, με την εξύμνηση του “αισθήματος του καθήκοντος” των Πρώσων δημοσίων υπαλλήλων, με τη σοβαρή ανάλυση των λεπτομερειών τελείως μη σοβαρών νομοσχεδίων για την “επίβλεψη” και το “διακανονισμό”, με θεωρητικές ανοησίες, σαν τον παρακάτω, λ.χ., “επιστημονικό” ορισμό, ως τον οποίο κατάντησε ο καθηγητής Λίφμαν: “...το εμπόριο είναι επαγγελματική δράση με σκοπό τη συγκέντρωση, τη διαφύλαξη και τη διάθεση αγαθών” (η υπογράμμιση με παχιά στοιχεία υπάρχει στο έργο του καθηγητή)... Βγαίνει έτσι ότι το εμπόριο υπήρχε και στον πρωτόγονο άνθρωπο, που δε γνώριζε ακόμη την ανταλλαγή και θα υπάρχει και στη σοσιαλιστική κοινωνία!

Τα τερατώδη όμως γεγονότα, που αφορούν την τερατώδη κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, χτυπούν τόσο πολύ στα μάτια, που σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, και στην Αμερική, και στη Γαλλία, και στη Γερμανία, γεννήθηκε μια φιλολογία που, ενώ στέκει στην αστική άποψη, δίνει παρ' όλα αυτά μια κατά προσέγγιση σωστή εικόνα και κάνει – φυσικά μικροαστική – κριτική της χρηματιστικής ολιγαρχίας.

Σαν πιο βασικό πρέπει να θεωρούμε το “σύστημα συμμετοχής”, που γι' αυτό είπαμε λίγα λόγια πιο πάνω. Να πώς περιγράφει την ουσία του ζητήματος ο Γερμανός οικονομολόγος Χάιμαν, που όσως πιο πριν απ' όλους έστρεψε την προσοχή του σ' αυτό:

“Ο διευθυντής ελέγχει τη βασική εταιρία (στο κείμενο κατά λέξη: την “εταιρία-μητέρα”). Αυτή με τη σειρά της ελέγχει τις εξαρτημένες απ' αυτήν εταιρίες (τις “εταιρίες-θυγατέρες”), αυτές οι τελευταίες – τις “εταιρίες εγγονές” κλπ. Έτσι χωρίς πολύ μεγάλα κεφάλαια μπορεί κανείς να ελέγχει γιγάντιους τομείς της παραγωγής. Και πραγματικά, αν η κατοχή του 50% του κεφαλαίου αρκεί πάντα για τον έλεγχο μιας μετοχικής εταιρίας, τότε φτάνει να έχει ο διευθυντής μονάχα 1 εκατομμύριο, για να μπορεί να ελέγχει κεφάλαιο 8 εκατομμυρίων στις “εταιρίες-εγγονές”. Και αν αυτό το “αλληλομπλέξιμο” τραβήξει παραπέρα, μπορεί με 1 εκατομμύριο να ελέγχονται 16 εκατομμύρια, 32 εκατομμύρια κλπ.”

Στην πραγματικότητα, η πείρα δείχνει ότι αρκεί να κατέχει κανείς το 40% των μετοχών, για να διευθύνει τις υποθέσεις μιας μετοχικής εταιρίας, γιατί ένα ορισμένο μέρος των σκόρπιων μικρών μετοχών δεν έχει στην πράξη καμιά δυνατότητα να παίρνει μέρος στις γενικές συνελεύσεις κλπ. Ο “εκδημοκρατισμός” της κατοχής των μετοχών, από τον οποίο οι αστοί σοφιστές και οπορτουνιστές “σοσιαλδημοκράτες κι αυτοί” περιμένουν (ή βεβαιώνουν ότι περιμένουν) τον “εκδημοκρατισμό του κεφαλαίου”, το δυνάμωμα του ρόλου της σημασίας της μικρής παραγωγής κλπ., στην πραγματικότητα είναι μια από τις μεθόδους για την αύξηση της δύναμης της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Γι' αυτό, ανάμεσα στ' άλλα, στις πιο προηγμένες χώρες η νομοθεσία επιτρέπει να εκδίδονται μετοχές μικρότερης αξίας. Στη Γερμανία, ο νόμος δεν επιτρέπει μετοχές μικρότερης αξίας από 1.000 μάρκα και οι Γερμανοί μεγιστάνες του χρηματιστικού κεφαλαίου βλέπουν με φθόνο την Αγγλία, όπου ο νόμος επιτρέπει μετοχές και 1 λίρας στερλίνας (=20 μάρκα, περίπου 10 ρούβλια). Ο Σίμενς, ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους και “βασιλιάδες του χρηματιστικού κεφαλαίου” της Γερμανίας, δήλωσε στις 7 του Ιούνη 1900 στο Ράιχσταγκ ότι “η μετοχή της 1 λίρας στερλίνας είναι η βάση τοιυ βρετανικού ιμπεριαλισμού”. Ο έμπορος αυτός καταλαβαίνει πολύ πιο βαθιά, πιο “μαρξιστικά” τι είναι ιμπεριαλισμός, από κάποιον θρασύ συγγραφέα, που θεωρείται θεμελιωτής του ρωσικού μαρξισμού και νομίζει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι κακό χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός μόνο λαού...

Όμως “το σύστημα συμμετοχής” δε χρησιμεύει μόνο για να μεγαλώσει σε γιγάντιο βαθμό η εξουσία των μονοπωλητών· εκτός απ' αυτό επιτρέπει να σκαρώνεται ατιμώρητα οποιαδήποτε σκοτεινή και βρωμερή υπόθεση και να καταληστεύεται το κοινό, γιατί οι διευθυντές της “εταιρίας-μητέρας”, δεν ευθύνονται τυπικά, σύμφωνα με το νόμο, για την “εταιρία-θυγατέρα”, που θεωρείται “αυτοτελής” και που μέσω αυτής μπορεί να “σκαρωθεί” το παν. Να ένα παράδειγμα που το πήραμε από το τεύχος του Μάη 1914 του γερμανικού περιοδικού Η Τράπεζα.

“Η Μετοχική εταιρία χαλύβδινων ελατηρίων στο Κάσελ, πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν μια από τις πιο προσοδοφόρες επιχειρήσεις της Γερμανίας. Η κακή διαχείριση οδήγησε στο να πέσουν τα μερίσματά της από 15% σε 0%. Όπως αποδείχτηκε, η Διοίκηση έδωσε, χωρίς να ξέρουν οι μέτοχοι, δάνειο 6 εκατομμυρίων μάρκων σε μια από τις “εταιρίες-θυγατέρες” της, στην εταιρία “Χασία”, που το ονομαστικό της κεφάλαιο ήταν όλο-όλο μερικές εκατοντάδες χιλιάδες μάρκα. Για το δάνειο αυτό, που ξεπερνούσε σχεδόν τρεις φορές το μετοχικό κεφάλαιο της “εταιρίας-μητέρας”, δεν αναγράφηκε τίποτα στους ισολογισμούς της τελευταίας. Νομικά, αυτή η αποσιώπηση ήταν απόλυτα νόμιμη και μπορούσε να συνεχιστεί δυο ολόκληρα χρόνια, γιατί δεν παραβίαζε ούτε ένα από τα άρθρα της εμπορικής νομοθεσίας. Ο πρόεδρος του Εποπτικού συμβουλίου, που σαν υπεύθυνο πρόσωπο υπόγραψε τους ψεύτικους ισολογισμούς, ήταν και παραμένει πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Κάσελ. Οι μέτοχοι έμαθαν γι' αυτό το δάνειο που δόθηκε στην εταιρία “Χασία” πολύ αργότερα από τη μέρα που αποδείχθηκε άστοχο...” (αυτή τη λέξη ο συγγραφέας θα έπρεπε να τη βάλει σε εισαγωγικά) “και όταν οι μετοχές της “Εταιρίας χαλύβδινων ελατηρίων” είχαν πέσει περίπου κατά 100%, γιατί οι μυημένοι είχαν αρχίσει να τις ξεφορτώνονται...

Αυτό το τυπικό παράδειγμα ακροβατισμών στα ζητήματα των ισολογισμών, που είναι το πιο συνηθισμένο πράγμα στις μετοχικές εταιρίες, μας εξηγεί, γιατί τα διοικητικά συμβούλια των μετοχικών εταιριών επιδίδονται με πολύ λιγότερη διστακτικότητα απ' ό,τι οι ατομικοί επιχειρηματίες σε ριψοκίνδυνες υποθέσεις. Η νεότερη τεχνική κατάρτισης των ισολογισμών δεν τους δίνει μόνο τη δυνατότητα να κρύβουν τις ριψοκίνδυνες υποθέσεις από το μέσο μέτοχο, μα και επιτρέπει στα κυρίως ενδιαφερόμενα πρόσωπα, σε περίπτωση αποτυχίας του πειράματος, ν' αποφεύγουν τις συνέπειες, πουλώντας έγκαιρα τις μετοχές τους, ενώ ο ατομικός επιχειρηματίας ευθύνεται με το ίδιο του το τομάρι για ό,τι κάνει.

Οι ισολογισμοί πολλών μετοχικών εταιριών μοιάζουν με τα γνωστά παλίμψηστα της μεσαιωνικής εποχής, από τα οποία έπρεπε να σβήσει κανείς αυτά που ήταν γραμμένα πάνω τους, για να φανερώσει τα γραπτά που υπήρχαν αποκάτω και που έδιναν το πραγματικό περιεχόμενο του χειρογράφου (τα παλίμψηστα είναι περγαμηνές από τις οποίες έχουν ξύσει το αρχικό χειρόγραφο και κατόπιν πάνω στο ξυσμένο γράψανε άλλο).

“Το πιο απλό, και γι' αυτό το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο μέσο για να γίνουν οι ισολογισμοί ανεξιχνίαστοι, είναι ο χωρισμός της ενιαίας επιχείρησης σε μερικά τμήματα με τη δημιουργία ή την προσάρτηση “εταιριών-θυγατέρων”. Τα πλεονεκτήματα αυτού του συτήματος από την άποψη διάφορων επιδιώξεων –νόμιμων ή παράνομων– είναι τόσο ολοφάνερα, ώστε σήμερα, πραγματικά μόνο σαν εξαίρεση υπάρχουν μεγάλες εταιρίες που δεν έχουν αποδεχτεί αυτό το σύστημα”.

Σαν παράδειγμα πολύ μεγάλης και μονοπωλιακής εταιρίας, που καταφεύγει σ' αυτό το σύστημα στην πιο πλατιά κλίμακα, ο συγγραφέας αναφέρει την περίφημη “Γενική Εταιρία Ηλεκτρισμού” (AEG, γι' αυτή θα μιλήσουμε παρακάτω). Το 1912 υπολογιζόταν ότι αυτή η εταιρία συμμετέχει σε 175-200 εταιρίες, κυριαρχώντας φυσικά σ' αυτές και αγκαλιάζοντας συνολικά ένα κεφάλαιο 1,5 περίπου δισεκατομμυρίων μάρκων.

Οποιοιδήποτε κανόνες ελέγχου, δημοσίευσης ισολογισμών, επεξεργασίας ορισμένης μορφής τους, καθιέρωσης της επίβλεψης κλπ., πράγματα με τα οποία αποσπούν την προσοχή του κοινού οι καλοθελητές καθηγητές και υπάλληλοι – δηλαδή αυτοί που έχουν την καλή διάθεση να υπερασπίζουν και να εξωραΐζουν τον καπιταλισμό – δεν μπορούν να έχουν στην περίπτωση αυτή καμία σημασία. Γιατί η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή και σε κανένα δεν μπορείς να απαγορέψεις να αγοράζει, να πουλά, να ανταλάσσει, να ενεχυριάζει μετοχές κλπ.

Από τα στοιχεία που αναφέρει ο Ε. Αγκάντ, που 15 χρόνια ήταν υπάλληος της ρωσοκινεζικής τράπεζας και το Μάη του 1914 δημοσίευσε ένα έργο με τον όχι και τόσο ακριβολογημένο τίτλο: Οι μεγάλες τράπεζες και η παγκόσμια αγορά, μπορεί να κρίνει κανείς ποιες διαστάσεις πήρε το “σύστημα συμμετοχής” στις μεγάλες ρωσικές τράπεζες. Ο συγγραφέας χωρίζει τις μεγάλες ρωσικές τράπεζες σε δυο βασικές ομάδες: α) σ' εκείνες που δουλεύουν με το “σύστημα συμμετοχής” και β) στις “ανεξάρτητες”, εννοώντας όμως αυθαίρετα σαν “ανεξαρτησία” την ανεξαρτησία από τις τράπεζες του εξωτερικού. Την πρώτη ομάδα, ο συγγραφέας τη χωρίζει σε τρεις υποομάδες: 1) γερμανική συμμετοχή· 2) αγγλική και 3) γαλλική, έχοντας υπόψη τη “συμμετοχή” και την κυριαρχία των μεγαλύτερων ξένων τραπεζών της αντίστοιχης εθνότητας. Τα κεφάλαια των τραπεζών ο συγγραφέας τα χωρίζει σε κεφάλαια τοποθετημένα “παραγωγικά” (στο εμπόριο και στη βιομηχανία) και σε κεφάλαια τοποθετημένα “κερδοσκοπικά” (στις χρηματιστηριακές και χρηματιστικές πράξεις) και υποθέτει, με τη μικροαστική-ρεφορμιστική αντίληψη που τον χαρακτηρίζει, ότι τάχα στις συνθήκες της διατήρησης του καπιταλισμού μπορεί να ξεχωρίσει κανείς το πρώτο είδος τοποθέτησης από το δεύτερο και να εξαλείψει το δεύτερο.

Τα στοιχεία του συγγραφέα είναι τα παρακάτω:

Το ενεργητικό των τραπεζών 
(σύμφωνα με τους ισολογισμούς του Οκτώβρη-Νοέμβρη 1913)
σε εκατομμύρια ρούβλια

Ομάδες ρωσικών τραπεζών
Κεφάλαια τοποθετημένα
παραγωγικά
κερδοσκοπικά
σύνολο
α 1) 4 τράπεζες: η Εμπ. της Σιβηρίας, Η Ρωσ., η Διεθνής και η Τράπεζα Προεξοφλ.

413,7

859,1

1.272,8
α 2) 2 τράπεζες: η Εμποροβιομηχ. Και η Ρωσοαγγλική Τράπεζα

239,3

169,1

408,4
α 3) 5 Τράπεζες: η Ρωσοασιατική, η Ιδιωτική της Πετρούπολης, η Τράπεζα Αζόφ-Ντον, η Ουνιόν της Μόσχας, η Ρωσογαλλ. Εμπ. Τράπεζα


711,8


661,2


1.373,0
(11 τράπεζες) Σύνολο
1.364,8
1.689,4
3054,2
β) 8 τράπεζες: η Εμπ. της Μόσχας, η Τράπεζα Βόλγα-Κάμα, η Γιούνκερ και Σία, η Εμπ. της Πετρούπολης (πρώην Βάβελμπεργκ), η Τράπεζα της Μόσχας (πρώην Ραμπουσίνσκι), η Τράπεζα Προεξ. της Μόσχας, η Τράπεζα Εμπορίου της Μόσχας και η Ιδιωτική της Μόσχας





504,2





391,1





895,3
(19 Τράπεζες) Γενικό σύνολο
1.869,0
2.080,5
3.949,5

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, από τα 4 σχεδόν δισεκατομμύρια ρούβλια, που αποτελούν το “εργαζόμενο” κεφάλαιο των μεγάλων τραπεζών, πάνω από τα 3/4, δηλ. πάνω από 3 δισεκατομμύρια, ανήκουν στις τράπεζες που αποτελούν στην ουσία “εταιρίες-θυγατέρες” των τραπεζών του εξωτερικού και πρώτ' απ' όλα των τραπεζών του Παρισιού (το περίφημο τραπεζικό τρίο: η Παρισινή Ένωση, η Τράπεζα του Παρισιού και των Κάτω Χωρών και η Γενική Τράπεζα), και του Βερολίνου (κυρίως η Γερμανική Τράπεζα και η Τράπεζα Προεξοφλήσεων). Οι δυο από τις μεγαλύτερες ρωσικές τράπεζες, η “Ρωσική” (“Ρωσική Τράπεζα Εξωτερικού Εμπορίου”) και η “Διεθνής” (“Διεθνής Εμπορική Τράπεζα της Πετρούπολης”) από το 1906 ως το 1912 αύξησαν τα κεφάλαιά τους από 44 σε 98 εκατομμύρια ρούβλια και τα αποθεματικά τους από 15 σε 39 εκατομμύρια, “εργαζόμενες κατά 3/4 με γερμανικά κεφάλαια. Η πρώτη τράπεζα ανήκει στο “κοντσέρν” της “Γερμανικής Τράπεζας” του Βερολίνου, η δεύτερη στην “Εταιρία Προεξοφλήσεων” του Βερολίνου. Ο αγαθός μας ο Αγκάντ εκφράζει τη βαθιά του αγανάκτηση γιατί οι τράπεζες του Βερολίνου κρατούν στα χέρια τους τις περισσότερες μετοχές και γι' αυτό οι Ρώσοι μέτοχοι είναι ανίσχυροι. Και φυσικά, η χώρα που εξάγει κεφάλαιο μαζεύει το καϊμάκι: λόγου χάρη, η “Γερμανική Τράπεζα” του Βερολίνου, όταν εισήγαγε στο Βερολίνο τις μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας της Σιβηρίας, τις κράτησε ένα χρόνο στο χαρτοφυλάκιό της και ύστερα τις πούλησε με τιμή 193 αντί 100, δηλαδή σχεδόν στο διπλάσιο, “κερδίζοντας” περίπου 6 εκατομμύρια ρούβλια, ένα κέρδος που ο Χίλφερντινγκ το ονόμασε “ιδρυτικό κέρδος”.

Ο συγγραφέας υπολογίζει όλο το “δυναμικό” των μεγαλύτερων τραπεζών της Πετρούπολης σε 8.235 εκατομμύρια ρούβλια, σχεδόν 8 1/4 δισεκατομμύρια, και τη “συμμετοχή”, ή σωστότερα την κυριαρχία των ξένων τραπεζών, την κατανέμει έτσι: γαλλικές τράπεζες 55%, αγγλικές 10%, γερμανικές 35%. Απ' αυτό το ποσό των 8.235 εκατομμυρίων ενεργού κεφαλαίου τα 3.687 εκατομμύρια, δηλαδή πάνω από το 40%, ανήκει, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του συγγραφέα, στα συνδικάτα: Προντούγκολ, Προνταμέτ, καθώς και στα συνδικάτα της βιομηχανίας του πετρελαίου, της μεταλλουργίας και του τσιμέντου. Συνεπώς, η συγχώνευση του τραπεζικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου, σε σχέση με τη δημιουργία καπιταλιστικών μονοπωλίων, έχει κάνει και στη Ρωσία τεράστια βήματα προς τα μπρος.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και ασκεί πραγματικό μονοπώλιο, βγάζει τεράστια και διαρκώς αυξανόμενα κέρδη από την ίδρυση εταριών, από την έκδοση χρεωγράφων, από κρατικά δάνεια κλπ., σταθεροποιώντας την κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, επιβάλλοντας σ' όλη την κοινωνία ένα φόρο υποτέλειας προς τους μονοπωλητές. Να ένα από τα άπειρα παραδείγματα που αναφέρει ο Χίλφερντινγκ και που δείχνει πώς “διαφεντεύουν” τα αμερικανικά τραστ: Το 1887, ο Χαβεμέγερ ίδρυσε ένα τραστ ζάχαρης με τη συγχώνευση 15 μικρών εταιριών, που το συνολικό κεφάλαιό τους έφτανε τα 6 1/2 εκατομμύρια δολάρια. Το κεφάλαιο όμως του τραστ που “νερώθηκε” σύμφωνα με την αμερικανική έκφραση, καθορίστηκε σε 50 εκατομμύρια δολάρια. Η “υπερκεφαλαιοποίηση” υπολόγιζε τα μελλοντικά μονοπωλιακά κέρδη, όπως το τραστ του ατσαλιού στην ίδια, επίσης, Αμερική υπολογίζει τα μελλοντικά μονοπωλιακά κέρδη, αγοράζοντας όλο και περισσότερα κοιτάσματα σιδήρου. Και πραγματικά, το τραστ της ζάχαρης καθόρισε μονοπωλιακές τιμές και πραγματοποίησε τέτοια έσοδα, ώστε μπόρεσε να πληρώσει 10% μέρισμα για το επτά φορές νερωμένο κεφάλαιο, δηλαδή σχεδόν το 70% του κεφαλαίου που είχε πραγματικά καταβληθεί κατά την ίδρυση του τραστ! Το 1909, το κεφάλαιο του τραστ ήταν 90 εκατομμύρια δολάρια. Μέσα σε είκοσι δύο χρόνια το κεφάλαιο αυξήθηκε πάνω από 10 φορές.

Στη Γαλλία, η κυριαρχία της “χρηματιστικής ολιγαρχίας” (Ενάντια στη χρηματιστική ολιγαρχία στη Γαλλία είναι ο τίτλος του γνωστού βιβλίου του Λιζίς, που η πέμπτη έκδοσή του κυκλοφόρησε το 1908) πήρε μια λίγο μόνο διαφορετική μορφή. Οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες ασκούν όχι σχετικό, αλλά “απόλυτο μονοπώλιο” στην έκδοση χρεωγράφων. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα “τραστ των μεγάλων τραπεζών”. Και το μονοπώλιο εξασφαλίζει μονοπωλιακά κέρδη από τις εκδόσεις χρεωγράφων. Όταν συνάπτεται δάνειο, η χώρα που δανείζεται παίρνει συνήθως όχι παραπάνω από το 90% του συνολικού ποσού· το 10% τα παίρνουν οι τράπεζες και οι άλλοι μεσάζοντες. Το κέρδος των τραπεζών από το ρωσοκινεζικό δάνειο των 400 εκατομμυρίων φράγκων ήταν 8%, από το ρωσικό (1904) των 800 εκατομμυρίων 10%, από το δάνειο του Μαρόκου (1904) των 62,5 εκατομμυρίων 18,75%. Ο καπιταλισμός που άρχισε την ανάπτυξή του από το μικρό τοκογλυφικό κεφάλαιο, τελειώνει την ανάπτυξή του με το γιγάντιο τοκογλυφικό κεφάλαιο. “Οι Γάλλοι είναι οι τοκογλύφοι της Ευρώπης”, λέει ο Λιζίς. Όλοι οι όροι της οικονομικής ζωής αλλάζουν βαθιά απ' αυτή τη μετατροπή του καπιταλισμού. Όταν υπάρχει στασιμότητα στην αύξηση του πληθυσμού, της βιομηχανίας, του εμπορίου, των θαλασσίων μεταφορών, τότε η “χώρα” μπορεί να πλουτίζει από την τοκογλυφία. “Πενήντα άνθρωποι, που αντιπροσωπεύουν ένα κεφάλαιο 8 εκατομμυρίων φράγκων, μπορούν να διαχειρίζονται δυο δισεκατομμύρια σε τέσσερις τράπεζες”. Το σύστημα “συμμετοχής”, που μας είναι πια γνωστό, οδηγεί στα ίδια επακόλουθα: μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες, η “Γενική Εταιρία” (Société Générale) εκδίδει 64.000 ομολογίες της “εταιρίας-θυγατέρας”, “Εργοστάσια ζάχαρης της Αιγύπτου”. Η τιμή έκδοσής τους είναι 150%, δηλαδή η τράπεζα κερδίζει 50 καπίκια στο ρούβλι. Τα μερίσματα αυτής της εταιρίας αποδείχτηκαν εικονικά, το κοινό έχασε από 90 ως 100 εκατομμύρια φράγκα. “Ένας από τους διευθυντές της “Γενικής Εταιρίας ήταν μέλος της διοίκησης των “Εργοαστασίων Ζάχαρης”.” Δεν είναι παράξενο ότι ο συγγραφέας αναγκάζεται να βγάλει το συμπέρασμα ότι η “γαλλική δημοκρατία είναι μια χρηματιστική μοναρχία”, “μια απόλυτη κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας που εξουσιάζει τον Τύπο και την κυβέρνηση”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου