Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο ΙΙI (II)

Το εξαιρετικά μεγάλο κέρδος που φέρνει η έκδοση χρεωγράφων, σαν μια από τις κύριες πράξεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη και τη σταθεροποίηση της χρηματιστικής ολιγαρχίας. “Στο εσωτερικό δεν υπάρχει ούτε μία κερδοσκοπική επιχείρηση, που να δίνει έστω και κατά προσέγγιση τόσο μεγάλο κέρδος όσο η μεσιτεία για την έκδοση εξωτερικών δανείων” – λέει το γερμανικό περιοδικό Η Τράπεζα.

“Δεν υπάρχει ούτε μια τραπεζική πράξη, που να φέρει τόσο μεγάλο κέρδος όσο η έκδοση τίτλων”. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οικονομολόγου της Γερμανίας, το κέρδος από την έκδοση μετοχών βιομηχανικών επιχειρήσεων ήταν κατά μέσο όρο το χρόνο:

1895 – 38,6%
1898 – 67,7%
1896 – 36,1%
1899 – 66,9%
1897 – 66,7%
1900 – 55,2%

“Μέσα σε μια δεκαετία, στα 1891-1900, η έκδοση τίτλων της γερμανικής βιομηχανίας, “απόδωσε κέρδος” πάνω από ένα δισεκατομμύριο”.

Αν στη διάρκεια της βιομηχανικής ανόδου είναι τεράστια τα κέρδη του χρηματιστικού κεφαλαίου, στη διάρκεια της πτώσης οι μικρές και σταθερές επιχειρήσεις χάνονται, ενώ οι μεγάλες τράπεζες “συμμετέχουν” στην εξαγορά τους σε φτηνή τιμή ή στις επιτυχείς “εξυγιάνσεις ” και “αναδιαρθρώσεις”. Στις “εξυγιάνσεις” των επιχειρήσεων που έχουν παθητικό “το μετοχικό κεφάλαιο μειώνεται, δηλαδή το κέρδος κατανέμεται με βάση μικρότερο κεφάλαιο και στο εξής υπολογίζεται πια πάνω σ' αυτό Ή, αν δεν υπάρχει καθόλου κέρδος, προσελκύεται καινούριο κεφάλαιο, που ενωμένο μαζί με το λιγότερο αποδοτικό, θα δίνει πια αρκετό κέρδος. Με την ευκαιρία, ας σημειώσουμε -προσθέτει ο Χίλφερντινγκ- ότι όλες αυτές οι εξυγιάνσεις και αναδιοργανώσεις έχουν διπλή σημασία για τις τράπεζες: πρώτο, είναι μια επικερδής πράξη, και, δεύτερο, μια κατάλληλη ευκαιρία για να βάλουν κάτω από την εξάρτησή τους αυτές τις εταιρίες που βρίσκονται στην ανάγκη”.


Να ένα παράδειγμα: η μετοχική εταιρία μεταλλείων “Ουνιόν” του Ντόρτμουντ ιδρύθηκε το 1872. Είχαν εκδοθεί συνολικά μετοχές 40 εκατομμυρίων μάρκων, που η τιμή τους ανέβηκε στο 170%, όταν τον πρώτο χρόνο δόθηκε μέρισμα 12%. Το χρηματιστικό κεφάλαιο μάζεψε το καϊμάκι κερδίζοντας κάτι “μικροπράγματα” περίπου 28 εκατομμύρια. Στην ίδρυση αυτής της εταιρίας, το ν κύριο λόγο τον έπαιξε η ίδια εκείνη μεγάλη γερμανική τράπεζα, η “Εταιρία Προεξοφλήσεων”, που το κεφάλαιό της ανέβηκε αισίως στα 300 εκατομμύρια μάρκα. Σε συνέχεια, τα μερίσματα της “Ουνιόν” πέφτουν στο μηδέν. Οι μέτοχοι βρίσκονται στην ανάγκη να συμφωνήσουν “να μειωθεί” το κεφάλαιο, δηλαδή να χάσουν ένα μέρος τους, για να μη το χάσουν ολόκληρο. Και το αποτέλεσμα της σειράς “εξυγιάνσεων” είναι να εξαφανιστούν από τα βιβλία της εταιρίας “Ουνιόν” πάνω από 73 εκατομμύρια μάρκα μέσα σε 30 χρόνια. “Σήμερα, οι πρώτοι μέτοχοι αυτής της εταιρίας έχουν στα χέρια τους μόνο το 5% της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους” – ενώ σε κάθε “εξυγίανση” οι τράπεζες εξακολουθούσαν “να κερδίζουν”.

Ιδιαίτερα επικερδής επιχείρηση του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι επίσης η κερδοσκοπία με τα οικόπεδα που βρίσκονται στα προάστια των γοργά αναπτυσσόμενων μεγαλουπόλεων. Το μονοπώλιο των τραπεζών συγχωνεύεται εδώ με το μονοπώλιο της γαιοπροσόδου και με το μονοπώλιο των συγκοινωνιών, γιατί η αύξηση της τιμής των οικοπέδων, η δυνατότητα επικερδούς πώλησής τους κομμάτι-κομμάτι κλπ. εξαρτάται πάνω απ' όλα από τις καλές συγκοινωνίες με το κέντρο της πόλης, κι αυτές οι συγκοινωνίες βρίσκονται στα χέρια μεγάλων εταιριών, που συνδέονται με τις ίδιες αυτές τράπεζες με το σύστημα συμμετοχής και με το μοίρασμα διευθυντικών θέσεων. Έτσι έχουμε αυτό που το ονόμασε “βάλτο” ο Γερμανός συγγραφέας Λ. Έσβεγκε, συνεργάτης του περιοδικού Η Τράπεζα, που έχει ειδικά μελετήσει το εμπόριο των οικοπέδων, την υποθήκευσή τους κλπ.: αφηνιασμένη κερδοσκοπία με τα οικόπεδα των προαστίων, χρεοκοπίες οικοδομικών εταιριών, όπως της εταιρίας του Βερολίνου “Μπόσβαου και Κνάουερ”, που άρπαξε περίπου 100 εκατομμύρια μάρκα με τη μεσολάβηση της “πιο σοβαρής και πιο μεγάλης” “Γερμανικής Τράπεζας” (Deutsche Bank) που δρούσε, εννοείται, σύμφωνα με το σύστημα της “συμμετοχής”, δηλαδή στα κρυφά, πίσω από την πλάτη, και που ξεγλίστρησε, χάνοντας “όλο-όλο” 12 εκατομμύρια μάρκα - ύστερα από την καταστροφή των μικρονοικοκυραίων και των εργατών, που δεν παίρνουν τίποτε από τις παραφουσκωμένες οικοδομικές εταιρίες, απατεωνίστικες συναλλαγές με την “τίμια” αστυνομία και τις διοικητικές αρχές του Βερολίνου για ν' αρπάξουν στα χέρια τους το δικαίωμα έκδοσης πιστοποιητικών για τα οικόπεδα και αδειών της Δημαρχίας για την ανέγερση κτιρίων κλπ. κ.ο.κ.

Τα “αμερικανικά ήθη”, για τα οποία τόσο υποκριτικά υψώνουν τα μάτια τους προς τον ουρανό οι Ευρωπαίοι καθηγητές και οι καλοπροαίρετοι αστοί, έγιναν στην εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου κυριολεκτικά ήθη κάθε μεγάλης πόλης οποιασδήποτε χώρας.

Στο Βερολίνο, στις αρχές του 1914, λέγανε ότι πρόκειται να δημιουργηθεί “τραστ μεταφορών”, δηλαδή “κοινότητα συμφερόντων” ανάμεσα στις τρεις επιχειρήσεις μεταφορών του Βερολίνου: τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο της πόλης, την εταιρία τροχιοδρόμων και την εταιρία λεωφορείων. “Ότι υπάρχει μια τέτοια πρόθεση -έγραφε το περιοδικό Η Τράπεζα- ήταν σε μας γνωστό από τότε που ανακοινώθηκε ότι οι περισσότερες μετοχές της εταιρίας λεωφορείων πέρασαν στα χέρια δυο άλλων μεταφορικών εταιριών... Μπορεί να πιστέψει κανείς απόλυτα τα πρόσωπα που επιδιώκουν ένα τέτοιο σκοπό ότι με την ενιαία ρύθμιση των μεταφορών ελπίζουν να πετύχουν τέτοιες οικονομίες, που ένα μέρος τους θα μπορούσε στο κάτω-κάτω να δοθεί στο κοινό. Το ζήτημα όμως περιπλέκεται με το ότι πίσω απ' αυτό το δημιουργημένο τραστ βρίσκονται οι τράπεζες, που, αν το θελήσουν, μπορούν να υποτάξουν τις μονοπωλημένες συγκοινωνίες στα συμφέροντα του εμπορίου τους με τα οικόπεδα. Για να πειστεί κανείς πόσο φυσιολογική είναι μια τέτοια υπόθεση, φτάνει να θυμηθεί ότι κατά την ίδρυση κιόλας της εταιρίας του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου της πόλης ανακατεύτηκαν τα συμφέροντα της μεγάλης εκείνης τράπεζας, που βοήθησε στην ίδρυση της τράπεζας αυτής. Συγκεκριμένα: τα συμφέροντα αυτής της επιχείρησης μπλέκονταν με τα συμφέροντα του εμπορίου οικοπέδων. Η ουσία του ζητήματος είναι ότι η ανατολική γραμμή αυτού του σιδηροδρόμου έπρεπε να περνάει από τα οικόπεδα, τα οποία έπειτα η τράπεζα αυτή, όταν είχε ήδη εξασφαλίσει το στρώσιμο της γραμμής, τα πούλησε με τεράστιο κέρδος για τον εαυτό της και για μερικά συμμετέχοντα πρόσωπα...”

Το μονοπώλιο, μια και έχει δημιουργηθεί και διαχειρίζεται δισεκατομμύρια, διεισδύει με απόλυτη αναγκαιότητα σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής, ανεξάρτητα από την πολιτική συγκρότηση και από οποιεσδήποτε άλλες “λεπτομέρειες”. Στη γερμανική οικονομική φιλολογία είναι κάτι το συνηθισμένο η δουλόπρεπη περιαυτολογία για την εντιμότητα των Πρώσων υπαλλήλων και οι υπαινιγμοί για το γαλλικό Παναμά ή την αμερικανική πολιτική διαφθορά. Είναι όμως γεγονός ότι ακόμη και η αστική φιλολογία, η αφιερωμένη στις τραπεζικές υποθέσεις της Γερμανίας, βρίσκεται συνεχώς στην ανάγκη να βγαίνει πολύ έξω από τα πλαίσια των καθαρά τραπεζικών πράξεων και να γράφει, λόγου χάρη, για την “τάση προς τις τράπεζες”, παίρνοντας αφορμή από τις όλο και συχνότερες περιπτώσεις που δημόσιοι υπάλληλοι περνούν στην υπηρεσία των τραπεζών: “Πώς έχει όμως το ζήτημα με τον αδέκαστο δημόσιο υπάλληλο που ο κρυφός του πόθος είναι μια ζεστή θεσούλα στην Μπέρενστρασε;” – την οδό του Βερολίνου όπου βρίσκεται η “Γερμανική Τράπεζα”. Ο εκδότης του περιοδικού Η Τράπεζα Άλφρεντ Λάνσμπουργκ, έγραψε το 1909 το άρθρο: “Η οικονομική σημασία του βυζαντινισμού”, παίρνοντας αφορμή, ανάμεσα στ' άλλα, από το ταξίδι του Γουλιέλμου Β' στην Παλαιστίνη και από το “άμεσο αποτέλεσμα αυτού του ταξιδιού, την κατασκευή του σιδηρόδρομου της Βαγδάτης, αυτού του μοιραίου, “μεγάλου έργου του γερμανικού επιχειρηματικού πνεύματος”, που είναι περισσότερο υπεύθυνο για την “κύκλωση”, απ' όλα τα πολιτικά λάθη μας μαζί παρμένα” (με τη λέξη κύκλωση εννοείται η πολιτική του Εδουάρδου Ζ' που επιδίωκε ν' απομονώσει τη Γερμανία και να την κυκλώσει με τον κλοιό μιας ιμπεριαλιστικής αντιγερμανκής συμμαχίας). Ο συνεργάτης του ίδιου περιοδικού Έσβεγκε, που τον έχουμε αναφέρει πιο πάνω, έγραψε το 1911 το άρθρο: “Η πλουτοκρατία και οι δημόσιοι υπάλληλοι”, όπου ξεσκεπάζει, π.χ., την περίπτωση του Γερμανού δημόσιου υπάλληλου Φέλκερ, που σαν μέλος της επιτροπής για τα καρτέλ διακρίθηκε με τη δραστηριότητά του και ύστερα από λίγο καιρό βρέθηκε να κατέχει μια προσοδοφόρα θεσούλα στο πιο μεγάλο καρτέλ, στο συνδικάτο του ατσαλιού. Παρόμοιες περιπτώσεις, που δεν είναι καθόλου τυχαίες, ανάγκασαν αυτόν τον ίδιο αστό συγγραφέα να ομολογήσει ότι “η οικονομική ελευθερία, που εξασφαλίζει το γερμανικό Σύνταγμα, έγινε σήμερα κιόλας, σε πολλούς τομείς της οικονομικής ζωής, μια φράση χωρίς περιεχόμενο” και ότι με τη διαμορφωμένη πια κυριαρχία της πλουτοκρατίας “ακόμη και η πιο πλατιά πολιτική ελευθερία δεν μπορεί να μας σώσει από τη μετατροπή μας σε λαό μη ελεύθερων ανθρώπων”.
Όσο για τη Ρωσία, θα περιοριστούμε σ' ένα παράδειγμα: Πριν από μερικά χρόνια σ' όλες τις εφημερίδες έκανε το γύρο η είδηση ότι ο Νταβίντοφ, διευθυντής του τμήματος κρατικών πιστώσεων, εγκαταλείπει την κρατική υπηρεσία και αναλαβαίνει υπηρεσία σε μια μεγάλη τράπεζα, με μισθό που, με βάση τη συμφωνία, θα έπρεπε σε λίγα χρόνια να ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο ρούβλια. Το τμήμα κρατικών πιστώσεων είναι ένα ίδρυμα, που σκοπός του είναι “ο συντονισμός της δράσης όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων του κράτους” και δίνει επιχορηγήσεις στις τράπεζες της πρωτεύουσας που φτάνουν τα 800-1.000 εκατομμύρια ρούβλια.

Χαρακτηριστικό του καπιταλισμού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίο από τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηματικό από το βιομηχανικό ή το παραγωγικό, ότι χωρίζει τον εισοδηματία, που ζει μόνο από το εισόδημα του χρηματικού κεφαλαίου, από τον επιχειρηματία και απ' όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στη διαχείριση του κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός ή η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθμίδα του καπιταλισμού, όπου ο χωρισμός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις. Η υπεροχή του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω σ' όλες τις υπόλοιπες μορφές του κεφαλαίου σημαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηματία και της χρηματιστικής ολιγαρχίας, σημαίνει ξεχώρισμα μερικών κρατών, που κατέχουν τη χρηματιστική “δύναμη”, απ' όλα τα υπόλοιπα. Μπορεί να κρίνει κανείς για τις διαστάσεις αυτής της διαδικασίας από τα στοιχεία της στατιστικής για τις εκδόσεις, δηλαδή για την έκδοση κάθε είδους χρεογράφων.

Στο Δελτίο του Διεθνούς Στατιστικού Ινστιτούτου, ο Α. Νέιμαρκ δημοσίευσε τα πιο λεπτομερειακά, πλήρη και συγκρίσιμα στοιχεία για τις εκδόσεις χρεογράφων σ' όλο τον κόσμο. Αργότερα, τα στοιχεία αυτά πολλές φορές αναφέρθηκαν τμηματικά στην οικονομική φιλολογία. Να ο απολογισμός για 4 δεκαετίες:

Σύνολο εκδόσεων χρεογράφων κατά δεκαετία
(σε δισεκατομμύρια φράγκα)

1871-1880
76,1
1881-1890
64,5
1891-1900
100,4
1901-1910
197,8

Το 1871-1880, το σύνολο των εκδόσεων σ' όλο τον κόσμο αυξήθηκε εξαιτίας των δανείων που έχουν σχέση με το γαλλοπρωσικό πόλεμο και με την εποχή της ίδρυσης εταιριών, που επακολούθησε στη Γερμανία ύστερα απ' αυτόν τον πόλεμο. Γενικά, η αύξηση στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα δεν είναι σχετικά πολύ γρήγορη και μόνο η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα παρουσιάζει τεράστια αύξηση, σχεδόν διπλασιασμό μέσα σε 10 χρόνια. Συνεπώς, τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα είναι μια εποχή στροφής όχι μόνο όσον αφορά την ανάπτυξη των μονοπωλίων (καρτέλ, συνδικάτων, τραστ), πράγμα για το οποίο μιλήσαμε ήδη, μα και όσον αφορά την ανάπτυξη του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Ο Νέιμαρκ υπολογίζει το 1910 το σύνολο των χρεογράφων σ' όλο τον κόσμο περίπου σε 815 δισεκατομμύρια φράγκα. Αφαιρώντας κατά προσέγγιση τα ποσά που επαναλαμβάνονται, μειώνει το ποσό αυτό σε 575-600 δισεκατομμύρια. Να πώς κατανέμονται κατά χώρες (παίρνουμε σαν βάση τα 600 δισεκατομμύρια):

Σύνολο χρεογράφων το 1910
(σε δισεκατομμύρια φράγκα)

Αγγλία
142
Ηνωμένες Πολιτείες
132
Γαλλία
110
Γερμανία
95
Ρωσία
31
Αυστροουγγαρία
24
Ιταλία
14
Ιαπωνία
12
Ολλανδία
12,5
Βέλγιο
7,5
Ισπανία
7,6
Ελβετία
6,25
Δανία
3,75
Σουηδία, Νορβηγία, Ρουμανία κ.ά.
2,5
Σύνολο
600

Από τα στοιχεία αυτά φαίνεται αμέσως πόσο χτυπητά ξεχωρίζουν οι τέσσερις πιο πλούσιες καπιταλιστικές χώρες, που κατέχουν χρεόγραφα αξίας περίπου από 100 ω2 150 δισεκατομμύρια φράγκα η καθεμιά. Οι δυο απ' αυτές τις τέσσερις χώρες, η Αγγλία και η Γαλλία είναι οι πιο παλιές και, όπως θα δούμε οι πιο πλούσιες σε αποικίες καπιταλιστικές χώρες. Οι άλλες δυο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία, είναι προηγμένες καπιταλιστικές χώρες και από την άποψη της ταχύτητας της ανάπτυξής τους και του βαθμού διάδοσης των μονοπωλίων στην παραγωγή. Και οι τέσσερις αυτές χώρες μαζί κατέχουν 479 δισεκατομμύρια φράγκα, δηλαδή σχεδόν το 80% του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου. Σχεδόν όλος ο υπόλοιπος κόσμος παίζει, έτσι είτε αλλιώς, το ρόλο του οφειλέτη και του φόρου υποτελή σ' αυτές τις χώρες, που είναι διεθνείς τραπεζίτες, σ' αυτούς τους τέσσερις στύλους του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου.

Πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στο ρόλο που παίζει η εξαγωγή κεφαλαίου στη δημιουργία του διεθνούς δικτύου της εξάρτησης και των δεσμών του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου