Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

The Z Files V: Ο Λένιν, ο Βέμπερ και η "πολιτική της ευθύνης" (συνέχεια)

"Ο Λίμπνεχτ ανήκει στο τρελάδικο και η Ρόζα Λούξεμπουργκ στον ζωολογικό κήπο."

Η φράση αυτή ανήκει στον εξέχοντα αστό κοινωνιολόγο Μαξ Βέμπερ. Έντεκα μέρες μετά την χρήση της απ' τον ίδιο στα πλαίσια της πολεμικής επίθεσης κατά της επαναστατικής "ανευθυνότητας" των Σπαρτακιστών, ο Καρλ Λίμπνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ έπεφταν νεκροί στα χέρια των Freikorps με εντολή της "υπεύθυνης" αριστεράς του Φρίντριχ Έμπερτ και του βουλευτή Γκούσταβ Νόσκε. Όπως πληροφορούμαστε από τον Peter Thomas, ο οποίος παραθέτει τη φράση του Βέμπερ, ο γερμανός κοινωνιολόγος, ο οποίος είχε προτύτερα ανακηρύξει τον Α' Παγκόσμιο "μεγαλειώδη και υπέροχο", καταδίκασε (ως είθισται για "υπεύθυνους" σοσιαλδημοκράτες) τη δολοφονία, αλλά μετάνιωσε ελάχιστα για την συμμετοχή του στην "αποκτήνωση της πολιτικής δημαγωγίας" (φράση του Joachim Radkau, απ' το Max Weber: die Leidenschaft des Denkens) των γερμανών αντικομμουνιστών.

Λιγότερο από δυο εβδομάδες μετά το φόνο τους, ο Βέμπερ αποκάλεσε την εξέγερση των σπαρτακιστών "ικανοποίηση του μίσους και της δίψας για εκδίκηση"-- φράσεις οικείες από την επικαιρότητα της αρθρογραφίας των ημερών για το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ. Η φράση αυτή ακούστηκε στα πλαίσια της δημόσιας παρουσίασης του σημαντικού έργου του Βέμπερ "Η πολιτική ως λειτούργημα" (στα ελληνικά μεταφράστηκε ως "Η πολιτική ως επάγγελμα"), έργου που περιέχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συλλογιστική περί πολιτικής της "ευθύνης":

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι τρεις είναι οι ιδιότητες που είναι κυρίως καθοριστικές για τον πολιτικό: Πάθος – αίσθημα ευθύνης – μέτρο. Πάθος με την έννοια της αντικειμενικότητας: περιπαθής αφοσίωση σε μια «κοινή υπόθεση», στο θεό ή το δαίμονα που είναι ο άρχοντάς της. Όχι με την έννοια εκείνης της εσωτερικής συμπεριφοράς, την οποία ο νεκρός πλέον φίλος μου Georg Simmel συνήθιζε να χαρακτηρίζει ως «στείρα αναστάτωση», όπως αυτή προσιδίαζε σε ένα συγκεκριμένο τύπο προπάντων Ρώσων διανοούμενων (όχι βέβαια σε όλους τους Ρώσους διανοούμενους!) και η οποία σήμερα διαδραματίζει τόσο μεγάλο ρόλο επίσης και στους δικούς μας διανοούμενους, σ’αυτό το καρναβάλι που στολίζει κανείς με το περήφανο όνομα μιας «επανάστασης»: ένας «ρομαντισμός του διανοητικά ενδιαφέροντος» που λειτουργεί στο κενό χωρίς κανένα αίσθημα εμπράγματης ευθύνης. Διότι δεν αρκεί βεβαίως το απλό πάθος, όσο και αν είναι τόσο γνήσια βιωμένο. Το πάθος δεν καθιστά κάποιον πολιτικό εάν, όντας στην υπηρεσία μιας «υπόθεσης» δεν καθιστά καθοριστικό οδηγό της πράξης του επίσης την υπευθυνότητα απέναντι ακριβώς σ’αυτή την υπόθεση. Και για αυτό χρειάζεται – αυτή είναι η καθοριστική ψυχολογική ιδιότητα του πολιτικού – το μέτρο, την ικανότητα να αφήνει κανείς τις πραγματικότητες να επιδρούν με εσωτερική συγκέντρωση και ησυχία, δηλαδή: την απόσταση από τα πράγματα και τους ανθρώπους. Η «έλλειψη απόστασης», καθαρά ως τέτοια, αποτελεί μια από τις θανάσιμες αμαρτίες κάθε πολιτικού και μία από εκείνες τις ιδιότητες η καλλιέργεια της οποίας θα καταδικάσει τους απογόνους των διανοουμένων μας σε πολιτική ανικανότητα. [...] Πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι κάθε ηθικά προσανατολισμένο πράττειν μπορεί να βρίσκεται υπό δύο αξιώματα θεμελιωδώς διαφορετικά και ανεπανόρθωτα αντίθετα μεταξύ τους: μπορεί να είναι προσανατολισμένο ως προς την «ηθική του φρονήματος» ή ως προς την «ηθική της ευθύνης». Αυτό δεν σημαίνει ότι η φρονηματική ηθική είναι ταυτόσημη με την ανευθυνότητα και η ηθική της ευθύνης με έλλειψη φρονήματος. Περί τούτου δεν γίνεται ουδείς λόγος. [...] Όσο και αν αναπτύξετε πειστικά κάποια επιχειρήματα απέναντι σε έναν πεπεισμένο, φρονηματικά ηθικό συνδικαλιστή: ότι οι συνέπειες της δράσης του θα είναι η αύξηση των πιθανοτήτων της αντίδρασης, η αυξημένη καταπίεση της τάξης του, η ανάσχεση της ανόδου της – αυτό δεν πρόκειται να του προξενήσει ουδεμία εντύπωση. Όταν είναι κακές οι συνέπειες του πράττειν ενός ανθρώπου που δρα από καθαρό φρόνημα, τότε για τον δρώντα δεν είναι υπεύθυνος ο ίδιος αλλά ο κόσμος, η βλακεία των άλλων ανθρώπων ή – η βούληση του Θεού που τους έκανε έτσι. Αντιθέτως, ο ηθικός της ευθύνης υπολογίζει ακριβώς με εκείνα τα κατά μέσον όρο μειονεκτήματα των ανθρώπων – όπως ορθά τονίζει ο Fichte, δεν έχει κανένα δικαίωμα να προϋποθέσει την καλοσύνη και την πληρότητά τους, δεν αισθάνεται ότι είναι σε θέση να μετακυλίσει τις συνέπειες του δικού του πράττειν σε άλλους, εφόσον μπορούσε να τις προβλέψει. Θα πει: αυτές οι συνέπειες καταλογίζονται στην πράξη μου. Ο ηθικός του φρονήματος νοιώθει «υπεύθυνος» μόνον για το ότι δεν πρέπει να σβήσει η φλόγα του καθαρού φρονήματος, φερ’ειπείν η φλόγα της διαμαρτυρίας ενάντια στην αδικία της κοινωνικής διάταξης. Ο σκοπός των πράξεών του είναι η διαρκής αναζωπύρωση αυτής της φλόγας, πράξεις οι οποίες αν κριθούν από την πλευρά της δυνατής επιτυχίας είναι εντελώς ανορθολογικές, και δεν μπορούν και δεν πρέπει παρά να έχουν υποδειγματική αξία. Αλλά με όλα αυτά το πρόβλημα δεν έχει ακόμη φθάσει στο τέλος του. Καμία ηθική του κόσμου δεν μπορεί να αποφύγει το γεγονός ότι η επίτευξη «καλών» σκοπών είναι σε αναρίθμητες περιπτώσεις δεσμευμένη στο ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει κανείς ηθικώς ύποπτα ή τουλάχιστον επικίνδυνα μέσα και ότι θα πρέπει να συνυπολογίσει τη δυνατότητα ή ακόμη και την πιθανότητα κακών παρενεργειών, και καμία ηθική του κόσμου δεν μπορεί να ορίσει: πότε και σε ποιο βαθμό ο ηθικά καλός σκοπός «αγιάζει» τα ηθικώς επικίνδυνα μέσα και τις παρενέργειες.
Για την πολιτική το καθοριστικό μέσον είναι η βία, και μπορείτε να δείτε πόσο μεγάλη είναι από ηθική άποψη η σημασία της έντασης μεταξύ σκοπού και μέσου, από το ότι, όπως όλοι γνωρίζουν, οι επαναστατικοί σοσιαλιστές (της κατεύθυνσης του Τσίμερβαλντ)6 ομολόγησαν ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου ότι είναι υπέρ μιας αρχής, η οποία θα μπορούσε να διατυπωθεί συνοπτικά ως εξής: «Εάν βρισκόμαστε προ της επιλογής, είτε ακόμη μερικά χρόνια πόλεμο και μετά επανάσταση ή ειρήνη τώρα και καμία επανάσταση, τότε επίλέγουμε: μερικά χρόνια πόλεμο!» [...] Με τον μπολσεβικισμό και με τον σπαρτακισμό, εν γένει με κάθε είδος επαναστατικού σοσιαλισμού, έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα, και είναι βεβαίως εντελώς γελοίο, όταν από αυτή την πλευρά οι «πολιτικοί της βίας» του παλαιού καθεστώτος απορρίπτονται ηθικά λόγω της χρήσης του ίδιου μέσου, – όσο και αν είναι πλήρως δικαιολογημένη η άρνηση των στόχων τους.
Τι μας λέει ο Βέμπερ; Μας λέει ότι υπάρχουν δύο είδη απόλυτα ασυμβίβαστων μεταξύ τους ηθικών, η "ηθική του φρονήματος" και "η ηθική της ευθύνης."

Η "ηθική του φρονήματος" χαρακτηρίζει τους μπολσεβίκους και τους σπαρτακιστές, τον τρελό Λίμπνεχτ και το ζώο Λούξεμπουργκ. Είναι μια ηθική που ο Βέμπερ απορρίπτει κάθετα επειδή δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τις συνέπειες των πράξεών της: "Όσο και αν αναπτύξετε πειστικά κάποια επιχειρήματα απέναντι σε έναν πεπεισμένο, φρονηματικά ηθικό συνδικαλιστή: ότι οι συνέπειες της δράσης του θα είναι η αύξηση των πιθανοτήτων της αντίδρασης, η αυξημένη καταπίεση της τάξης του, η ανάσχεση της ανόδου της – αυτό δεν πρόκειται να του προξενήσει ουδεμία εντύπωση. Όταν είναι κακές οι συνέπειες του πράττειν ενός ανθρώπου που δρα από καθαρό φρόνημα, τότε για τον δρώντα δεν είναι υπεύθυνος ο ίδιος αλλά ο κόσμος [...] Αντιθέτως, ο ηθικός της ευθύνης [...] Θα πει: αυτές οι συνέπειες καταλογίζονται στην πράξη μου. Ο ηθικός του φρονήματος νοιώθει «υπεύθυνος» μόνον για το ότι δεν πρέπει να σβήσει η φλόγα του καθαρού φρονήματος."

Αλλά τότε, ο ορισμός του Ζίζεκ για τον "λενινισμό" --ότι είναι αυτός ο πολιτικός τρόπος σκέψης που αναλαμβάνει την ευθύνη για τις δυσάρεστες συνέπειες των στόχων του-- είναι ταυτόσημος με τον ορισμό του Βέμπερ για την αντεπαναστατική "ηθική της ευθύνης." Ο Ζίζεκ μετατρέπει τον Λένιν σε Βέμπερ, και μάλιστα στον Βέμπερ που, επιχειρηματολογώντας ότι η "ηθική της ευθύνης" αναλαμβάνει τις συχνά δυσάρεστες ή βίαιες συνέπειες των στοχεύσεών της, δικαιολογεί, λίγες μέρες μετά τον φόνο των Λίμπνεχτ και Λούξεμπουργκ, αυτόν ακριβώς τον φόνο. Στα χέρια του Ζίζεκ, η "βρώμικη δουλειά" του λενινισμού ("η μυστική αστυνομία..." αλλά ποιων;) συγχωνεύεται με το επίσημο δόγμα της "τραγικής ευθύνης" των σοσιαλδημοκρατών να σφάξουν τους ανεύθυνους κομμουνιστές που απειλούν να τινάξουν την κοινωνία στον αέρα επειδή δεν έχουν καμία ηθική άλλη από αυτή της πεποίθησής τους και άρα επειδή δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των συνεπειών της προπαγάνδας τους.

Και σε αυτή ακριβώς τη μορφή, ο αλα Ζίζεκ "λενινισμός" είναι ένα πολύ χρήσιμο δόγμα για τον "φιλελευθερισμό σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης." Σε τέτοιες περιστάσεις, πράγματι, πρέπει να είναι κανείς "υπεύθυνος", όπως "υπεύθυνο" είναι το Zares, η ΔΗΜΑΡ, ο ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να εμποδίσει έγκαιρα αυτούς που απειλούν να κάνουν στ' αλήθεια επανάσταση και να διαλύσουν την "Ευρώπη" που "πρέπει να σωθεί." Ενάντια σ' αυτούς τους επαναστατικά ρομαντικούς και ανεύθυνους, δικαιολογείται βέβαια η φυσική βία που εφαρμόστηκε στους Λούξεμπουργκ και Λίμπνεχτ, αλλά αυτή μπορεί και να μην είναι απαραίτητη αν έχει κάνει καλά τη δουλειά της η ιδεολογική βία, η βία με την οποία αντιμετατίθενται τα ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, η βία με την οποία ο Λένιν μεταμορφώνεται σε θεωρητικό συνήγορο των Έμπερτ και των Νόσκε και σε δήμιο των Σπαρτακιστών, η βία με την οποία ο Ζίζεκ αυτοβαπτίζεται "λενινιστής". Και η βία που καταδικάζει, εμμέσως πλην σαφώς, τη Λούξεμπουργκ και τον Λίμπνεχτ με τον ταπεινωτικό όρο "ψευτοριζοσπάστες" ή "φιλελεύθεροι αριστεριστές". Το φάντασμα του μίσους του Βέμπερ για την γερμανική επανάσταση επιστρέφει συγκεκαλυμμένο στον ψευδολενινισμό του Ζίζεκ --η επιστροφή του κατεσταλμένου...--  με τη μορφή του εκθειασμού του Λένιν ως "επιτυχημένου" επαναστάτη και της Λούξεμπουργκ ως ερωτευμένης με την αποτυχία (αλα λακανικός "ναρκισσισμός των χαμένων αγώνων"):
Το μεγαλείο του Λένιν είναι ότι μπροστά σ' αυτή την καταστροφική κατάσταση δεν φοβόταν την επιτυχία -- σε αντίθεση με το πάθος για το αρνητικό που διακρίνουμε στη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Αντόρνο [!], για τους οποίους η απώτατη αυθεντική πράξη είναι η παραδοχή της αποτυχίας [...] Zizek, Revolution at the Gates, σελ. 6.
"Μη φοβάσαι να πετύχεις!" Θα μπορούσε, έτσι στερημένο από οποιοδήποτε απτό πολιτικό περιεχόμενο (να πετύχεις τι ακριβώς;), να περιέχεται σε κάποιο εγχειρίδιο αυτοβοήθειας για μάνατζερ -- και πιθανότατα περιέχεται ήδη. Είναι αυτό που συνδέει τις σύγχρονες προσωπικότητες της "αριστεράς" απ' τον Σλαβόι Ζίζεκ στον Αλέξη Τσίπρα, που δεν αφήνει το γεγονός ότι δεν γνωρίζει ούτε το επώνυμο της Ναόμι Κλάιν να τον αποτρέψει απ' το να δίνει τη μάχη του για την "κυβέρνηση της αριστεράς", στον Φώτη Κουβέλη που ανέλαβε --με την ζιζέκια λογική-- την βαριά ευθύνη του να υιοθετήσει "σκληρά μέτρα" για να διασώσει την ελληνική συμμετοχή στην "Ευρώπη", στο Zares και τα δεκάδες άλλα κακέκτυπα της σοσιαλδημοκρατίας τα οποία ο Σλοβένος ανεβάζει, με την trademark σοφιστική αθλιότητά του, στον θώκο του "πραγματικού λενινισμού."

Μόνο που ο Λένιν ο ίδιος, ο κατά τον Ζίζεκ συγκυριακά μπολσεβίκος πρωτοπόρος του δόγματος του τυχοδιωκτισμού "πατήστε επί πτωμάτων, φτάνει να πετύχετε, ποιος νοιάζεται τι!" κράτησε την φράση "αετός της επανάστασης" για την ηττημένη Λούξεμπουργκ και όχι για τον νικητή, σοφό καθηγητή Μαξ Βέμπερ και τους μπάσταρδους επιγόνους του.

1 σχόλιο:

  1. Η Ευρωπαϊκή κρίση, ο πολυ-πολικός κόσμος, η αβέβαιη ηγεμονία
    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2013/04/blog-post_23.html

    Επικαιρότητα του Μάξ Βέμπερ στον καιρό της κρίσης, συγκλίσεις και αποκλίσεις με τον Κάρολο Μάρξ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή