Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Simon Clarke-Η πρώιμη ανάπτυξη της ανάλυσης του Ένγκελς από τον Μαρξ

Simon Clarke
Η πρώιμη ανάπτυξη της ανάλυσης του Ένγκελς από τον Μαρξ
Από το Η θεωρία της κρίσης στον Μαρξ, St Martin's Press, 1994
Μτφρ.: Lenin Reloaded

Το νεανικό Προσχέδιο για μια κριτική της πολιτικής οικονομίας του Ένγκελς ήταν τόσο η αρχή όσο και το τέλος των αρχικών του οικονομικών μελετών. Αν και ο Μαρξ πάντα τιμούσε το Προσχέδιο του Ένγκελς, στα δικά του γραπτά πήγε πολύ πέρα από την επιφανειακή ανάλυση του Ένγκελς, κι αυτό οδήγησε τον Μαρξ σε μια μάλλον διαφορετική αντίληψη του χαρακτήρα και της σημασίας των οικονομικών κρίσεων. Αν και οι διαφορές δεν είναι άμεσα προφανείς, έχουν πολύ θεμελιώδεις συνέπειες.

Τα πρώτα οικονομικά γραπτά του Μαρξ, τα Σχόλια στα Στοιχεία της πολιτικής οικονομίας του Τζέιμς Μιλ και τα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844 ανέπτυξαν την κριτική του καπιταλισμού στον Ένγκελς, αλλά την βάσισαν σε ένα αρκετά διαφορετικό θεμέλιο. Ο Μαρξ πήρε την κριτική του Ένγκελς στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης των οικονομολόγων ως σημείο εκκίνησης για τη δική του κριτική της πολιτικής οικονομίας. Ξεκινά τα Σχόλια στον Τζέιμς Μιλ παρατηρώντας ότι η προσφορά και η ζήτηση βρίσκονται σε ισορροπία μόνο "σποραδικά, τυχαία", κι έτσι "είναι εξίσου διαρκής νόμος το να μην βρίσκονται σε ισορροπία." Η πραγματική κίνηση είναι αυτή της μεταβολής και της ανισομετρίας, αλλά "αυτή την πραγματική κίνηση, της οποίας ο νόμος αυτός είναι μονάχα ο αφηρημένος, τυχαίος και μονόπλευρος παράγοντας, η πρόσφατη πολιτική οικονομία την καθιστά κάτι τυχαίο και επουσιώδες" (Άπαντα, τομ. 3, σ. 210). Ο Μαρξ δεν σταματά εκεί, αλλά προχωρά άμεσα πέρα από τον ανταγωνισμό για να εξετάσει το χρήμα, στο οποίο "η ανθρώπινη, κοινωνική πράξη μέσω της οποίας τα ανθρώπινα προϊόντα συμπληρώνουν αμοιβαία το ένα το άλλο αποξενώνεται από τον άνθρωπο και γίνεται ιδιότητα του χρήματος, ένα υλικό στοιχείο έξω από τον άνθρωπο" -- ένα αποφασιστικό βήμα μετασχηματισμού της κριτικής της πολιτικής οικονομίας μέσα από την επίθεση στη θεωρητική της βάση (Άπαντα, τομ. 3, σ. 212).

Ο Ένγκελς είχε θεμελιώσει πως η ατομική ιδιοκτησία ήταν το θεμέλιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και είχε ισχυριστεί πως ήταν η ρίζα όλων των δεινών του καπιταλισμού. Όμως η "ατομική ιδιοκτησία" παρέμεινε ανεξέταστη ως υπόθεση στην ανάλυση του Ένγκελς. Στα γραπτά του 1844, ο Μαρξ εξέτασε αυτή την υπόθεση κι έτσι μετασχημάτισε την ανάλυση του Ένγκελς. 

Για τον Ένγκελς, η ατομική ιδιοκτησία και η ανταλλαγή ήταν αδιαχώριστα, αλλά η ιδιοκτησία παρέμενε η βάση της ανταλλαγής. Ο Μαρξ εκτόπισε τον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας από αυτόν τον θεμελιακό ρόλο, ισχυριζόμενος ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι μοναχά η νομική έκφραση μιας πιο θεμελιώδους σχέσχης, της κοινωνικής σχέσης της εμπορευματικής παραγωγής, όπου η παραγωγή υποτάσσεται όχι "στο πανούργο δικαίωμα του ισχυροτέρου", αλλά στο χρήμα, όπου ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής αντικρίζει τον παραγωγό ωσάν να ήταν μια εξωγενής δύναμη. Αυτό οδήγησε τον Μαρξ σε μια θεμελιωδώς διαφορετική ανάλυση της κοινωνικής μορφής της καπιταλιστικής παραγωγής από εκείνη που πρότεινε ο Ένγκελς. 

Ο Ένγκελς είχε εστιαστεί στη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στους ιδιοκτήτες της ατομικής περιουσίας όπως αυτή εκφραζόταν στον ανταγωνισμό. Όμως ο Μαρξ δεν έβλεπε την ανταλλακτική σχέση ως κάτι το οποίο εκφράζει μια επιφανειακή σύγκρουση βουλήσεων, αλλά την έβλεπε ως μια διαμεσολαβημένη σχέση, όπου η ανταλλαγή έπαιρνε τη μορφή της αγοράς και της πώλησης εμπορευμάτων με αντάλλαγμα το χρήμα. Πίσω από αυτή τη διαμεσολαβημένη ανταλλαγή βρίσκεται η υποταγή της κοινωνικής παραγωγής στην αλλοτριωμένη ισχύ του χρήματος. Η ανταλλακτική σχέση είναι απλώς η έκφραση των κοινωνικών σχέσεων της εμπορευματικής παραγωγής. 

Η σχέση ανάμεσα στην ατομική ιδιοκτησία και τους ιδιοκτήτες η οποία εκφράζεται στην ανταλλαγή εμπορευμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένων σχέσεων παραγωγής, όπου τα πράγματα παράγονται ως εμπορεύματα. Το διακριτικό χαρακτηριστικό της εμπορευματικής παραγωγής είναι πως τα πράγματα δεν παράγονται άμεσα για τις κοινωνικές ανάγκες αλλά παράγονται για πώληση, για να κερδηθούν χρήματα. Τα πράγματα δεν παράγονται ως αξίες χρήσης αλλά ως αξίες. Η ανταλλακτική σχέση δεν είναι σχέση ανάμεσα στους κατόχους ατομικής ιδιοκτησίας, εφόσον τα πράγματα δεν έχουν αξία ως ατομική ιδιοκτησία. Ο ιδιοκτήτης μιας φυτείας δεν έχει κάποια χρήση για τα ρολά βάμβακος, και ο ιδιοκτήτης του μύλου δεν έχει κάποια χρήση για τα ρολά υφάσματος. Αν αυτά τα πράγματα δεν πουληθούν, τότε δεν έχουν αξία, και μπορούν απλά να καταστραφούν ή να πεταχτούν.

Τα πράγματα αποκτούν αξία μόνο όταν αξιολογούνται κοινωνικά, στην ανταλλαγή τους με χρήματα, μέσα από τα οποία σχετίζονται και με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Η σύγχρονη ατομική ιδιοκτησία είναι μια κοινωνική ποιότητα των πραγμάτων, την οποία τα πράγματα αποκτούν ως συνέπεια ή ως προεικόνιση της παραγωγής τους και της πώλησής τους ως εμπορεύματα. "Η κοινωνική σχέση της ατομικής ιδιοκτησίας προς την ατομική ιδιοκτησία είναι ήδη σχέση στην οποία η ατομική ιδιοκτησία αποξενώνεται από τον εαυτό της. Η μορφή της ύπαρξης για τον εαυτό της αυτής της σχέσης, δηλαδή το χρήμα, είναι λοιπόν η αλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας, η αφαίρεση από την συγκεκριμένη και προσωπική της φύση" (Άπαντα, τομ. 3, σ. 213).

Τα πράγματα καταλήγουν να "έχουν αξία μόνο όταν αντιπροσωπεύουν" το χρήμα, κι έτσι το χρήμα είναι η "χαμένη, αποξενωμένη ουσία της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι η ατομική ιδιοκτησία που έχει αποξενωθεί, που έχει καταστεί εξωγενής προς τον εαυτό της" (Άπαντα, τομ. 3, σ. 212). Η σχέση ανταλλαγής δεν βασίζεται στον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά στην κοινωνική μορφή της εμπορευματικής παραγωγής, όπου η παραγωγή για τις κοινωνικές ανάγκες παίρνει την αλλοτριωμένη μορφή της παραγωγής εμπορευμάτων, των οποίων απλή νομική έκφραση αποτελεί η ατομική ιδιοκτησία. "Η ατομική ιδιοκτησία είναι λοιπόν το προϊόν, το αποτέλεσμα, η απαραίτητη συνέπεια, της αποξενωμένης εργασίας, της εξωγενούς σχέσης του εργάτη με τη φύση και με τον εαυτό του" (Άπαντα, τομ. 3, σ. 279). Η ανταλλακτική σχέση δεν συσχετίζει απλώς προσφορά και ζήτηση, κόστος παραγωγής και χρησιμότητα, παραγωγό και καταναλωτή, όπως είχε ισχυριστεί ο Ένγκελς, αλλά εκφράζει, πιο θεμελιακά, την κοινωνική σχέση ανάμεσα σε "ιδιώτες" παραγωγούς. Μόνο μέσα από την αγορά και πώληση εμπορευμάτων θεμελιώνουν οι ιδιώτες παραγωγοί μια κοινωνική σχέση μεταξύ τους ως μετέχοντες στην κοινωνική παραγωγή. Έτσι η ανταλλακτική σχέση δεν συσχετίζει τον παραγωγό με τον καταναλωτή αλλά την ιδιωτική με την κοινωνική εργασία. Στην ανταλλαγή, το προϊόν της ιδιωτικής εργασίας εμφανίζεται με την αλλοτριωμένη μορφή του εμπορεύματος, με την τιμή του εμπορεύματος να είναι η μορφή δια της οποίας η ιδιωτική εργασία αξιολογείται κοινωνικά και μεταφράζεται σε χρηματικό ποσό. Έτσι, η εμπορευματική παραγωγή είναι το θεμέλιο τόσο της ατομικής ιδιοκτησίας όσο και της εμπορευματικής ανταλλαγής.

Η βασική αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν έγκειται στην σύγκρουση συμφερόντων η οποία εκφράζεται στον ανταγωνισμό αλλά στην κοινωνική μορφή της αλλοτριωμένης εργασίας, όπου ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας του παραγωγού αντικρίζει τον παραγωγό με τη μορφή του χρήματος· και όπου η παραγωγή για τις κοινωνικές ανάγκες λαμβάνει χώρα μόνο με την αλλοτριωμένη μορφή της παραγωγής για κέρδος. "Αυτό το οποίο ήταν η κυριαρχία ενός ατόμου πάνω σε ένα άλλο, είναι τώρα η γενική κυριαρχία του πράγματος πάνω στο άτομο, του προϊόντος πάνω στον παραγωγό. Όπως ακριβώς η έννοια του αντίτιμου, της αξίας, ήδη υπονοεί την αλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας, έτσι και το χρήμα είναι η αισθητή, ακόμα και αντικειμενική ύπαρξη αυτής της αλλοτρίωσης" (Άπαντα, τομ. 3, σ. 221).

Παρόμοια, ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής βρίσκεται όχι στην ανισότητα της ανταλλαγής η οποία θα εκφραζόταν στο "πανούργο δικαίωμα του ισχυροτέρου", αλλά στην ιδιοποίηση της εργασίας η οποία δεν έχει αντίστοιχο στην παραγωγή, και η οποία βασίζεται στην κοινωνική μορφή της μισθωτής εργασίας όπου ο καπιταλιστής, ως κάτοχος της ιδιοκτησίας, αντικρίζει τον χωρίς ιδιοκτησία εργάτη. 

Το υπονόημα αυτής της ανάλυσης για την κατανόηση των κρίσεων είναι ότι οι ρίζες των οικονομικών κρίσεων δεν βρίσκονται στην τυχαία ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, αλλά στην αλλοτριωμένη αντιπαράθεση ανάμεσα στην αξία χρήσης και την αξία, όπως η αυτή εμφανίζεται στην αντιπαράθεση ανάμεσα στο εμπόρευμα, ως αξία χρήσης η οποία είναι το απτό προϊόν της ιδιωτικής εργασίας, και το χρήμα, ως ενσωματωμένη μορφή αυτής της αξίας, η οποία είναι η αλλοτριωμένη μορφή της κοινωνικής εργασίας. Αυτό το υπονόημα άρχισε να αναπτύσσει ο Μαρξ στα έργα του στη δεκαετία του 1850. 

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μ'έκανες και γέλασα βρε μπαγάσα.
      Θάνος

      Διαγραφή
    2. Iakovos alha: Spamming με σκοπό την αυτοπροώθηση φιλελεύθερων θέσεων.

      Διαγραφή