Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Simon Clarke-Η θεωρία της κρίσης στον Ένγκελς

Simon Clarke
Η θεωρία της κρίσης στον Ένγκελς
Από το Η θεωρία της κρίσης στον Μαρξ, St Martin's Press, 1994
Μτφρ.: Lenin Reloaded

Οι απαρχές της μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης μπορούν να εντοπιστούν στο πιο πρώιμο οικονομικό έργο του Ένγκελς, το Προσχέδιο για μια κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1843), το οποίο ήταν το έργο που πρωτοέφερε τον Μαρξ σε επαφή με τον Ένγκελς και έλκυσε τον Μαρξ στην μελέτη της πολιτικής οικονομίας. 

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Ένγκελς επικεντρώθηκε στα οικονομικά και ηθικά δεινά που δημιουργούσε ο ανταγωνισμός. Ο ανταγωνισμός εξηγούνταν ως συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ήταν με τη σειρά του το θεμέλιο τόσο του ταξικού ανταγωνισμού όσο και των περιοδικών κρίσεων πάνω στις οποίες ο Ένγκελς βάσισε την δική του καταδίκη του καπιταλισμού.

Η θεωρία της κρίσης στον Ένγκελς βασίζεται αρχικά στην "αναρχία της αγοράς." Οι παραγωγοί αγνοούν τις ανάγκες των αγοραστών, τις οποίες ανακαλύπτουν μόνο μέσω των διακυμάνσεων των τιμών. Η άνοδος και η πτώση των τιμών δεν φέρνει την ομαλή προσαρμογή στην εξισορρόπηση που διακηρύσσουν οι οικονομολόγοι, αλλά την εναλλαγή ανάμεσα στην υπερπαραγωγή, η οποία προκαλείται από την άνοδο των τιμών, και την στασιμότητα, η οποία προκαλείται από την πτώση τους. Ο Ένγκελς όμως αναφέρει έναν ακόμα πιο βασικό παράγοντα πίσω από την τάση προς την κρίση. Ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια διαρκή τάση προς την υπερπαραγωγή η οποία προκαλείται από την πίεση του ανταγωνισμού, και η οποία εξασφαλίζει πως η τάση προς την κρίση δεν είναι τυχαία αλλά συστηματική, εφόσον οι κρίσεις δεν είναι παρά η πιο δραματική έκφανση της τάσης για υπερπαραγωγή που είναι η πηγή τόσο του δυναμισμού του καπιταλισμού όσο και των ιστορικών του ορίων.  

Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και η ανάπτυξη των μονοπωλίων σημαίνουν ότι η αστάθεια γενικεύεται σε όλους τους κλάδους της παραγωγής και επεκτείνεται σε παγκόσμια κλίμακα, έτσι ώστε η συσσώρευση κεφαλαίου να πάρει την κυκλική μορφή της ανάπτυξης και της ύφεσης. Τέλος, ο Ένγκελς ταυτοποιεί την τακτική εκτόπιση της εργασίας στην κυκλική εναλλαγή ανάπτυξης και ύφεσης ως τον θεμελιακό μηχανισμό μέσα από τον οποίο δημιουργείται το προλεταριάτο ως επαναστατική τάξη. Αυτό είναι το βασικό μοντέλο της κρίσης που επαναλαμβάνεται σε όλα τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς, αν και ο Μαρξ εκλέπτυνε σταδιακά τα θεωρητικά του θεμέλια. 

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Ένγκελς ήταν μια απόπειρα να αποδειχτεί ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι η ρίζα όλων των δεινών του καπιταλιστικού συστήματος. Η βάση αυτής της απόδειξης ήταν η σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων την οποία δημιουργεί η ατομική ιδιοκτησία στη σφαίρα του ανταγωνισμού. Έτσι, ο Ένγκελς ισχυρίστηκε πως "η άμεση συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας είναι το εμπόριο", το οποίο είναι άμεσα και αναγκαστικά ανταγωνιστικό, καθώς βασίζεται σε "εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα" και οδηγεί στην "αμοιβαία καχυποψία." Οι αξίες καθορίζονται στην αγορά, μέσα από τη σύγκρουση ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές, μια σύγκρουση που οι οικονομολόγοι προσπαθούν να συγκαλύψουν αποκόπτοντας την αξία από την ανταλλαγή, και αναγάγοντάς την είτε στο κόστος παραγωγής είτε στην υποκειμενική χρησιμότητα, ενώ η έννοια [της αξίας] δεν έχει νόημα όταν απομονώνεται από τη σχέση ανταλλαγής ανάμεσα σε δύο. Με τον ίδιο τρόπο, οι οικονομολόγοι συγκαλύπτουν την σύγκρουση πίσω από την κατανομή του προϊόντος. Η θεωρία του ενοικίου των οικονομολόγων ισχυρίζεται πως το ενοίκιο προέρχεται από τις διαφορές στην παραγωγικότητα του εδάφους, ενώ στην πραγματικότητα καθορίζεται από "τη σχέση ανάμεσα στην παραγωγικότητα της γης, τη φυσική πλευρά...και την ανθρώπινη πλευρά, τον ανταγωνισμό." Παρομοίως, η κατανομή του προϊόντος ανάμεσα στο κέρδος, το επιτόκιο, το ενοίκιο και τον μισθό δεν διεξάγεται σύμφωνα με κάποιον "εγγενή κανόνα· αποφασίζεται από ένα εντελώς ξένο --και τυχαίο σε σχέση με όλα αυτά-- κριτήριο: τον ανταγωνισμό, το πανούργο δικαίωμα του ισχυρότερου." Έτσι, τα δεινά της ατομικής ιδιοκτησίας συνίστανται στην εισαγωγή του κατακερματισμού, στην ενθάρρυνση της αντιπαλότητας ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε εργάτες. "Σ' αυτή την ασυμφωνία...αποκορυφώνεται η ανηθικότητα της κατάστασης της ανθρωπότητας ως τώρα. Και αυτή η αποκορύφωση είναι ο ανταγωνισμός" (Άπαντα, τομ. 3, σσ. 419, 421, 422, 429, 431, 432).

Η ατομική ιδιοκτησία δεν θεμελιώνει απλώς την κοινωνία στη βάση του ανταγωνισμού συμφερόντων, αλλά καθορίζει επίσης μια μόνιμη ανισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Η αρχική εξήγηση του Ένγκελς για την ανισορροπία αυτή, και για τις κρίσεις τις οποίες δημιουργεί, χρησιμοποιεί τους όρους της αστάθειας της διαδικασίας προσαρμογής η οποία έρχεται ως συνέπεια της άγνοιας των οικονομικών δραστών:
Η προσφορά είναι είτε πολύ μεγάλη είτε πολύ μικρή, και ποτέ δεν ανταποκρίνεται πλήρως στη ζήτηση, αφού σ' αυτή την ασυνείδητη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα, κανείς δεν γνωρίζει πόσο μεγάλη είναι η προσφορά ή η ζήτηση. Αν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά οι τιμές ανεβαίνουν και κατά συνέπεια τονώνεται σε κάποιο βαθμό η προσφορά. Μόλις εμφανιστεί στην αγορά, οι τιμές πέφτουν· κι αν γίνει μεγαλύτερη από τη ζήτηση, τότε η πτώση στις τιμές γίνεται τόσο σημαντική που ξανατονώνεται η ζήτηση. Και συνεχίζεται έτσι δίχως τέλος --σε μια μόνιμα άρρωστη κατάσταση πραγμάτων--  η διαρκής εναλλαγή της υπερτόνωσης και της ατονίας που παρεμποδίζει κάθε πρόοδο: μια κατάσταση διαρκούς μεταβολής που ποτέ δεν φτάνει στο στόχο της. Αυτός ο νόμος, με τη διαρκή του προσαρμογή, όπου οτιδήποτε χάνεται εδώ κερδίζεται εκεί, γίνεται αντιληπτός ως κάτι άριστο από την πλευρά του οικονομολόγου.  … Είναι όμως προφανές ότι ο νόμος αυτός είναι καθαρά νόμος της φύσης, όχι νόμος του νου. Είναι ένας νόμος ο οποίος παράγει επανάσταση. Έρχεται ο οικονομολόγος, με την αξιαγάπητη θεωρία του περί προσφοράς και ζήτησης, και σου αποδεικνύει ότι 'κανείς δεν μπορεί να παράγει ποτέ υπερβολικά πολλά', και η πρακτική τού απαντά με εμπορικές κρίσεις, οι οποίες επανεμφανίζονται τόσο τακτά όσο και οι κομήτες. ... Φυσικά αυτές οι εμπορικές αναταραχές επιβεβαιώνουν τον νόμο, και τον επιβεβαιώνουν εξαντλητικά -- αλλά με τρόπο διαφορατικό από αυτόν που θα ήθελε να πιστεύουμε ο οικονομολόγος. Τι να πιστέψουμε για έναν νόμο που μπορεί να επιβεβαιώσει την ισχύ του μόνο μέσα από τις περιοδικές αναταραχές που προκαλεί; Είναι βέβαια ένας φυσικός νόμος ο οποίος βασίζεται στην ασυνείδητη δράση των συμμετόχων. Αν οι παραγωγοί ως τέτοιοι γνώριζαν πόσα χρειάζονται οι καταναλωτές, αν οργάνωναν την παραγωγή, αν την μοίραζαν μεταξύ τους, τότε οι μεταβολές του ανταγωνισμού και της τάσης του για κρίση θα ήταν αδύνατες. Αν παράγαγαμε ενσυνείδητα, ως ανθρώπινα όντα --κι όχι ως διεσπαρμένες μονάδες χωρίς συνείδηση του είδους μας--  τότε θα ξεπερνούσαμε όλες αυτές τις τεχνητές και μη βιώσιμες αντιθέσεις. Αλλά όσο συνεχίζουμε να παράγουμε με τον τωρινό ασυνείδητο, αστόχαστο τρόπο, στο έλεος της τύχης, τόσο θα υπάρχουν και οι εμπορικές κρίσεις; και κάθε νέα κρίση θα γίνεται πιο καθολική και άρα χειρότερη από την προηγούμενη· είναι αναπόφευκτο να πτωχαίνει ένα μεγαλύτερο κομμάτι των μικροκαπιταλιστών και να αυξάνει, σε μεγαλύτερη αναλογία, τον αριθμό της τάξης που ζει μόνο χάρη στην εργασία της, και άρα να διογκώνει τη μάζα της εργασίας που μπορεί να απασχοληθεί (το μεγάλο πρόβλημα των οικονομολόγων μας) και στο τέλος να φέρει μια κοινωνική επανάσταση τέτοια που δεν ονειρεύτηκε ποτέ η φιλοσοφία των οικονομολόγων .('Απαντα, τομ. 3, σσ. 433–4)
Αν και αρχικά ο Ένγκελς εξηγεί τις περιοδικές κρίσεις απλώς με όρους άγνοιας των οικονομικών δραστών, διασαφηνίζεται κατόπιν ότι η ανισορροπία της προσφοράς και της ζήτησης είναι συστηματική, και ότι η πηγή της είναι η διαρκής τάση προς την υπερπαραγωγή, η οποία είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού:
Η πάλη του κεφαλαίου ενάντια στο κεφάλαιο, της εργασίας ενάντια στην εργασία, της γης ενάντια στη γη, οδηγεί την παραγωγή σε έναν πυρετώδη παροξυσμό κατά τον οποίο η παραγωγή ανατρέπει όλες τις φυσικές και έλλογες σχέσεις. Κανένα κεφάλαιο δεν αντέχει τον ανταγωνισμό του άλλου αν δεν φτάσει στον ύψιστο βαθμό δραστηριότητας. … Κανένας ο οποίος εισέρχεται μέσα στην πάλη του ανταγωνισμού δεν μπορεί να τον αντέξει χωρίς την μέγιστη καταβολή προσπάθειας, χωρίς την αποκήρυξη κάθε πραγματικά ανθρώπινου σκοπού. Η συνέπεια αυτής της υπέρμετρης προσπάθειας από τη μία πλευρά είναι, αναπόφευκτα, η χαλάρωση από την άλλη. (Άπαντα, τομ. 3. σ. 427)
Ο Ένγκελς δεν εξηγεί γιατί η ραγδαία ανάπτυξη της παραγωγής κάτω απ' την πίεση του ανταγωνισμού θα πρέπει να οδηγεί σε υπερπαραγωγή, αλλά υπονοεί απλώς ότι οι καπιταλιστές, εργάτες και γαιοκτήμονες που δεν μπορούν να αντέξουν στην πίεση του ανταγωνισμού ανακαλύπτουν ότι έχουν καταστεί πλεονασματικοί, διότι στην πάλη "υπερισχύει ο ισχυρότερος" (Άπαντα, τομ. 3, σ. 440), εκτοπίζοντας τον πιο αδύναμο. Σε πρώτο στάδιο, αυτή η πλεονασματικότητα συνυπάρχει με την υπέρμετρη αφθονία, αλλά καθώς αναπτύσσεται ο καπιταλισμός αυτή η συνύπαρξη εμφανίζεται διαδοχικά στις κυκλικές μεταβολές της παραγωγής:
Όταν οι μεταβολές που δημιουργεί ο ανταγωνισμός είναι μικρές, όταν η προσφορά και η ζήτηση, η κατανάλωση και η παραγωγή, είναι σχεδόν ίσες, τότε πρέπει να έρθει ένα στάδιο στην ανάπτυξη της παραγωγής όταν θα υπάρχει τόση  πλεονασματική παραγωγική δύναμη ώστε η μεγάλη μάζα του πληθυσμού να μη έχει τίποτε για να ζήσει, όταν ο κόσμος πεθαίνει της πείνας από την ίδια την αφθονία.  Για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, η Αγγλία βρέθηκε σ' αυτή την τρελή κατάσταση, σ' αυτόν τον ζώντα παραλογισμό. Όταν η παραγωγή υπόκειται σε μεγαλύτερες μεταβολές, όπως και είναι αναγκαστικό ως συνέπεια μιας τέτοιας κατάστασης, τότε εμφανίζεται η εναλλαγή ανάπτυξης και κρίσης, υπερπαραγωγής και στασιμότητας (Άπαντα, τομ. 3, σ. 435–6).
Έτσι, η απώτατη έκφραση του αντιφατικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής βρίσκεται σ' αυτή την εναλλαγή της ανάπτυξης και της κρίσης, και στην συνύπαρξη της φτώχειας και της υπεραφθονίας, της εξαντλητικής εργασίας και της ανεργίας (Άπαντα, τομ. 3, σ. 436). 

Στο έργο του Η κατάσταση της αγγλικής εργατικής τάξης (1844-5), ο Ένγκελς συνδέεει  τις κρισιακές τάσεις του καπιταλισμού εξίσου με τον ανταγωνισμό (Άπαντα, τομ. 4, σ. 508) και με την άγνοια και αβεβαιότητα οι οποίες συνοδεύουν την αγορά, όπου ο συντονισμός της προσφοράς και της ζήτησης εξαρτάται από την "τύχη", καθώς "όλα γίνονται τυφλά, με μαντέματα, λίγο-πολύ στο έλεος της τύχης" (Άπαντα, τομ. 4, 382). Όμως ο Ένγκελς συμπληρώνει επίσης ένα κενό στην ανάλυση όταν συνδέει την έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση στις διάφορες αγορές με τον ευρύτερο κύκλο, με τον σύνδεσμο να συνίσταται στις συγκεντρωτικές τάσεις του ανταγωνισμού και την αυξανόμενη μονοπωλιοποίηση της βιομηχανίας, η οποία συνδέει  διαφορετικούς κύκλους μαζί, στον τακτικό πενταετή κύκλο. Οι κυκλικές μεταβολές που δημιουργούνται ως συνέπειες και η τακτική ενίσχυση του "εφεδρικού στρατού" της εργασίας λόγω της τεχνολογικής καινοτομίας (Άπαντα, τομ. 4, σ. 384) ενισχύουν την ανάπτυξη μιας οργανωμένης εργατικής τάξης, κι έτσι ο Ένγκελς αναφέρεται στις εμπορικές κρίσεις ως "τους ισχυρότερους μοχλούς για κάθε ανεξάρτητη ανάπτυξη του προλεταριάτου" (Άπαντα, τομ. 4, σ. 580). 

1 σχόλιο:

  1. συνηθως ο ορος "rent" αποδιδεται ως "προσοδος". ή κανω λαθος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή