Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Λογοτεχνία, κρίση και αισθητική

Στο δοκίμιό του "Ο συγγραφέας ως παραγωγός" (1934), στο οποίο εξετάζει τα αισθητικά και  ταυτόχρονα πολιτικά ζητήματα που τέθηκαν από την οικονομική κρίση για την γερμανική τέχνη και λογοτεχνία και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν από αστικά ρεύματα και από τον μαρξισμό, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν παρατηρεί πως γενικά "Μια από τις καθοριστικές εξελίξεις στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας ήταν ότι πολλά από τα παραγωγικά της μυαλά υπέστησαν μια επαναστατική εξέλιξη σε ό,τι αφορά την νοοτροπία τους υπό την πίεση των οικονομικών συνθηκών." Πιθανώς, μια συζήτηση για τα ζητήματα της αισθητικής και της πολιτικής στην εποχή της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα θα έπρεπε να ξεκινήσει με την παρατήρηση ότι τίποτε παρόμοιο δεν φαίνεται να έχει συμβεί στη δική μας χώρα. Σε ό,τι αφορά το πεδίο της λογοτεχνίας, ιδιαίτερα, τα είδη λογοτεχνίας τα οποία κυριαρχούν σε δημοφιλία δεν φαίνεται ούτε να έχουν διαφοροποιηθεί από την προ-κρίσης εποχή, ούτε --ακόμα λιγότερο-- να έχουν μπει στην διαδικασία μεταμόρφωσης, συγχώνευσης μορφών και ανάδυσης νέων με την οποία ασχολείται ο Μπένγιαμιν, επικεντρώνοντας κυρίως στην πρωταγωνιστική μορφή του Μπέρτολτ Μπρεχτ και των δραστικών του μορφολογικών καινοτομιών στο θέατρο.

Μια πρώιμη μορφή κλεισίματος της συζήτησης που ανοίγει αυτή η κραυγαλέα διαφορά ανάμεσα στην γερμανική δεκαετία του 1930 και την ελληνική του 2010 θα ήταν βέβαια η αναφορά στην ελληνική λογοτεχνική οπισθοδρόμηση και επαρχιακή ασημαντότητα. Η κουβέντα θα έκλεινε αποτελεσματικά και άμεσα μέσω του αχαλίνωτου γέλωτος για την σοβαρότητα που θα είχε η αναζήτηση ενός "νέου Μπρεχτ" σε μια κουλτούρα παντοιόθεν βαλλόμενη για τον μιμητισμό της και την σπάνη πρωτοποριακών καλλιτεχνών της. Όμως, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην ίδια την οικονομία, η λογοτεχνική κρίση --και ακριβέστερα, η διαφαινόμενη απουσία ζύμωσης ανάμεσα στην λογοτεχνική εξέλιξη και την οικονομική κρίση-- δεν είναι καθόλου στενά ελληνικό "προνόμιο." Μια παρατεταμένη αμηχανία μοιάζει να κυριαρχεί παντού στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό σκηνικό καθώς η τέχνη φαίνεται να κρατά μια στάση αναμονής που φτάνει όλο και περισσότερο να φαντάζει ως στάση παράλυσης και ανικανότητας να ανταποκριθεί στην πεισματικά επιδεινούμενη πραγματικότητα. Και το συναίσθημα του δραστικού ξεγυμνώματος της ιδέας του πλούτου και της προσαρμοστικότητας των μεταμοντέρνων καλλιτεχνικών μορφών, της αμηχανίας μπροστά στην εκπληκτική τους ένδεια απέναντι στην μεταμόρφωση των υλικών συνθηκών της ζωής, δεν μπορεί να ειπωθεί πως θεραπεύεται από αναγκαστικά ημίμετρα όπως, για παράδειγμα, οι κατά μέρος αναβιώσεις θεατρικών παραστάσεων ή ποιημάτων που έμοιαζαν ξεχασμένα και ξεπερασμένα για δεκαετίες, ούτε βέβαια και απαλύνεται --αλλά αντίθετα οξύνεται-- από την οπωσδήποτε υπερτροφική παραγωγή για ζητήματα της οικονομίας σε εξωκαλλιτεχνικούς τομείς.

Ένας παράδοξος καταμερισμός εργασίας προβάλλει, σύμφωνα με τον οποίο η τέχνη, και κυρίως η λογοτεχνία, παραμένει αυτιστικά προσκολλημένη στις προ-κρίσεις ενασχολήσεις της (στην Ελλάδα, με το σεξ, τις χαμένες πατρίδες, τις οικογενειακές δυσλειτουργίες, τα ιστορικά μεγαλεία, και τα μεγάλα ιστορικά τραύματα του παρελθόντος), ενώ η ενασχόληση με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα του σήμερα παραδίδεται σε επιφυλλιδογράφους, αστούς οικονομολόγους, και πολιτικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, σαν η πραγματικότητα αυτή να είναι, από μυθοπλαστική σκοπιά, ένας κρανίου τόπος πάνω στον οποίο δεν μπορεί να στηθεί καμία μυθοπλασία, καμία μελέτη χαρακτήρων και σχέσεων, κανένα μορφολογικό πείραμα με την αφήγηση, καμία ειδολογική καινοτομία.

Αυτή η σχιζοειδής εικόνα παραπέμπει, όπως είναι προφανές, σε μια πραγματική κρίση της αναπαράστασης, η οποία με τη σειρά της παίρνει τη μορφή της τρομακτικής εισβολής της "ερήμου του πραγματικού", με την κρίση να βιώνεται αναπαραστατικά όχι ως μια άλλη πραγματικότητα, εξίσου αφηγηματοποιήσιμη, αλλά αντίθετα, ως ένα είδος ενόρμησης αφηγηματικού θανάτου, από το οποίο οποιοσδήποτε επιθυμεί να βρει υλικό και ενέργεια για να γράψει θα έκανε καλά να κρατήσει επιφυλακτικότατη απόσταση, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να συνεχίσει να γράφει για την εφαρμογή του Κάμα Σούτρα σε διαμερίσματα της Κυψέλης, κιτρινισμένες επιστολές χαμένων αεροπόρων του Α Παγκοσμίου ή ναυτικών της ενετικής περιόδου, ή για τις ερωτικές συνδηλώσεις που έχουν τα κεφτεδάκια αν είναι φτιαγμένα από Σμυρνιά προγιαγιά: η σημερινή κρίση της λογοτεχνίας εκφράζεται από την κατά τα φαινόμενα οικουμενική και συστημική αδυνατότητα μιας λογοτεχνίας της κρίσης. 

Όμως πώς θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει αυτή την απρόσμενη παραλυσία του ούτως καλούμενου "μεταμοντέρνου" --της αισθητικής που υποτίθεται ότι ξεπέρασε και τα τελευταία αισθητικά και ιδεολογικά ταμπού προηγούμενων περιόδων, και κυρίως του μοντερνισμού του 30-- απέναντι στην στοιχειώδη δυνατότητα ανταπόκρισης στην πραγματικότητα; Γιατί δεν διαφαίνεται καμία αισθητική ή μορφολογική δυνατότητα να μιλήσει κανείς για τη σημερινή εθνική και διεθνή εμπειρία πέρα από την αναβίωση παλιότερων λογοτεχνικών στιγμών; Γιατί έφτασε η πολιτισμική δυνατότητα της Δύσης να ψηλαφίσει την κρίση της στα απροσμέτρητα βάθη μπαναλιτέ που οριοθετούνται από τις μάσκες απ' το V for Vendetta, τις στείρες επικλήσεις της κατεστραμμένης πια αυθεντίας της μεταμοντέρνας θεωρίας, και τις εκφυλισμένες μορφές ενός μπαγιάτικου και άκεφου Σιτουασιονισμού;

Η διάσημη ρήση του Μπρεχτ ότι πρωτοδιάβασε Μαρξ για καθαρά καλλιτεχνικούς σκοπούς, για να μπορέσει να στήσει πειστικά τα σκηνικά μιας αναπαράστασης της αγοράς σιταριού στο Σικάγο, είναι πιθανώς ένα σημείο εισόδου στο ερώτημα. Η εξαιρετικά απλή ιδέα στον Μπρεχτ είναι ότι για να γράψεις για την κρίση πρέπει να καταλαβαίνεις την κρίση, και για να καταλαβαίνεις την κρίση πρέπει να γνωρίζεις κριτική της πολιτικής οικονομίας. Όμως σήμερα μια τέτοια γνώση, ή το ενδιαφέρον για την απόκτησή της, είναι αρκετά πιο σπάνια ως φαινόμενα στον κόσμο των καλλιτεχνών από το ενδιαφέρον για την ανατομία στον 17ο αιώνα, την ιαπωνική πορνογραφία, ή την αλχημεία στην αναγεννησιακή Πράγα. Ο μαρξισμός δεν αποτελεί πλέον ενεργό συστατικό στοιχείο της διαμόρφωσης των καλλιτεχνών εδώ και αρκετές δεκαετίες. Εν τη απουσία του, τι μένει από την κρίση; Ένα χάος από τετριμμένες ιστορίες για διεφθαρμένα στελέχη τραπεζών, ελειμματικούς ισολογισμούς, κατάρρευση χρηματοπιστωτικών οίκων και χρηματιστηριακούς πανικούς -- τίποτε που να μπορεί κανείς να μεταφράσει στην ατομική ανθρώπινη κλίμακα παρά μόνο με τους μηχανιστικούς και συνάμα μεταφυσικούς όρους μιας τελικά ανεξήγητης και έτσι αφηρημένης καταστροφής που θα καταπλάκωνε τους χαρακτήρες και συνάμα την ίδια την μυθοπλασία. 

Η εποχή του υψηλού ιμπεριαλισμού που περιέγραψε ο Λένιν στο ομώνυμο βιβλίο του συνοδεύτηκε από πλειάδα πεισματικών λογοτεχνικών αποπειρών, στα πλαίσια του νατουραλισμού, να συλληφθεί και να καταγραφεί η νέα πραγματικότητα των παγκόσμιων διασυνδέσεων των οικονομικών πραγμάτων και της ταξικής πάλης, απ' το Ο τρόπος που ζούμε σήμερα (1875) του Τρόλοπ στο  Χρήμα (1890) του Ζολά, από το Χταπόδι (1901) του Φρανκ Νόρρις στη Ζούγκλα του Άπτον Σινκλαίρ και τη Σιδερένια Φτέρνα (1908) του Λόντον. Ο μοντερνισμός του Τζόις, της Γουλφ ή του Φόρστερ, όπως έδειξε ο Τζέιμσον του "Ο μοντερνισμός και ο ιμπεριαλισμός", ενέσκυψε στην μορφολογική αποτυχία του νατουραλισμού να συλλάβει την απερίγραπτη πολυπλοκότητα, την ταυτόχρονη σύνδεση και αποσύνδεση μητρόπολης και περιφέρειας, την θραύση της ολότητας ως βιωμένης εμπειρίας που έφερε η ανάδυση του ιμπεριαλισμού. Και βέβαια, η κρίση του 1930 βρήκε άμεσα τις δικές της μορφές, από την πεζογραφία του Άλφρεντ Ντέμπλιν (Βερολίνο, Αλεξάντερπλατς) στα αριστουργήματα του Μπροχ, το θέατρο του Μπρεχτ, τον ρεαλισμό του Στάϊνμπεκ στις ΗΠΑ.

Στη δική μας εποχή, η γοτθική και δυστοπική πολυπλοκότητα των κόσμων του κυβερνοπάνκ ως είδους φαντάζει απελπιστικά ρετρό εδώ και χρόνια, και τα ευρύτερα ρεύματα που αναπτύχθηκαν ως ανταπόκριση στην συντηρητική στροφή της δεκαετίας του 1980 έχουν κάτι από ξεπερασμένες ταινίες για τη Γουόλ Στριτ με τον Μάικλ Ντάγκλας ως πρωταγωνιστή. Στην Ελλάδα, όπου η λογοτεχνία έχασε κάθε επαφή με την εξελικτική δυναμική και τις φιλοδοξίες του ντόπιου κεφαλαίου (αν είχε ποτέ τέτοια), η περίοδος ανάπτυξης μπορούσε να συλληφθεί μόνο με όρους μισοπορνογραφικής εμμονής με γοητευτικά λαμόγια, ενώ ο ίδιος ο ελληνικός γεωγραφικός χώρος δεν φαινόταν να προσφέρεται στοιχειωδώς για την δημιουργία κατάλληλου ντεκόρ για τις χάρτινες περιπέτειές τους, με αποτέλεσμα ένα είδος ψευδοκοσμοπολιτισμού όπου το Βερολίνο, το Μονακό ή η Βυρηττός αποκαθιστούσαν αυτό που ο συγγραφέας δεν μπορούσε να φανταστεί ως οικονομική πραγματικότητα της Αθήνας -- η οποία εξακολούθησε να λειτουργεί ως πρωτεύουσα της εθνικής φαντασίωσης μιας βαλκανικής Ψωροκώσταινας.

Αλλά η εκτυφλωτική ένδεια της σύγχρονης λογοτεχνίας απέναντι στην κρίση (Το "Πεθαίνω σα χώρα" του Δημητριάδη, το πιο πολυαναφερόμενο λογοτεχνικό κείμενο για την Ελλάδα της κρίσης, γράφτηκε το 1978, 35 χρόνια πριν, και βέβαια δεν είναι μυθιστόρημα αλλά εξ ορισμού ανέφικτο "προσχέδιο μυθιστορήματος") μας οδηγεί, εφόσον τύχει δέοντος αναστοχασμού, απευθείας στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της ιδιαίτερα φλύαρης παραγωγής λόγου για την κρίση στα μη λογοτεχνικά πεδία. Πώς είναι δυνατόν μια κουλτούρα που αδυνατεί να αφηγηματοποιήσει την κρίση, να την αναπαραστήσει, να την κωδικοποιήσει αισθητικά, να την αντιληφθεί μέσα από το πρίσμα της υποκειμενικής εμπειρίας, να ειπωθεί ότι "καταλαβαίνει" την κρίση, ότι γνωρίζει "την αλήθεια" για την κρίση; Η σχέση αισθητικής και πολιτικής έχει και αυτόν τον χαρακτήρα: τίποτε το ακατανόητο ή ασύλληπτο αισθητικά δεν μπορεί να είναι "χωνευμένο" και κατανοημένο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά· η αισθητική κατανόηση δεν είναι "συμπλήρωμα" μιας πρότερης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατανόησης, αλλά ένδειξη ότι αυτές έχουν γίνει εφικτές, και συνάμα, οργανικό τους κομμάτι και διάσταση. 

Όπως δεν μπορεί να αποκολληθεί ο Μαρξ απ' τον Μπαλζάκ, τον Σαίξπηρ ή τον Χάινε, ο Λένιν απ' τον Γκαίτε, τον Τσερνιτσέφσκι, τον Μπογκντάνοφ ή τον Μαγιακόφσκι, ο Μπένγιαμιν και ο Αντόρνο από τον Μπρεχτ, τον Χάρτφιλντ και τον Άισλερ, ο Γκράμσι απ' τον Μακιαβέλι, τον ιταλικό ρομαντισμό και το ιταλικό λαϊκό θέατρο, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει και μαζικά αγκαλιασμένη και υποκειμενικά εσωτερικευμένη πολιτικοθεωρητική απάντηση στην κρίση που να μην εκφράζεται και σε μια ειδική και επεξεργασμένη σχέση με την τέχνη, στην οργανική ζύμωση με μια αισθητική.

Η απουσία αυτής της οργανικής σύνδεσης της μαρξιστικής πολιτικο-οικονομικής ιδεολογίας με την επεξεργασία μιας αισθητικής πρότασης σημαίνει ότι κάτι παραμένει υπερβολικά "αφηρημένο" σ' αυτή, κάτι αρνείται να μεταφραστεί, παρ' όλη την σφοδρότητα της κρίσης για την καθημερινή ζωή, στη σφαίρα της καθημερινής αντίληψης και σκέψης· κάτι παραμένει μάλλον "εξωγενές", απωθημένο, μη αποδεκτό ως αυθεντικό κομμάτι της ζωντανής εμπειρίας. Τα διαρκή μικροαστικά παράπονα για τον "δογματισμό" του μαρξισμού περιέχουν, μέσα στο περίβλημα της φενακισμένης συνείδησης, έναν πυρήνα αλήθειας: ο μαρξισμός γίνεται αντιληπτός ως "δογματικός" στον βαθμό που βιώνεται ως κάτι νεκρό, και βιώνεται ως κάτι νεκρό στον βαθμό που το υποκείμενο αδυνατεί να τον μεταφράσει με όρους βιωμένης καθημερινότητας, δηλαδή στον βαθμό που ο θεωρητικός εξορκισμός της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης της συνείδησης (όλο και πιο αποσπασματικής, όλο και πιο έκθετης στα καπρίτσια του υστερικού συναισθηματικού ξεσπάσματος) συντρίβεται από το βάρος της γιγάντωσης αυτής της ίδιας αλλοτρίωσης. Το σώμα μιας πραγματικότητας που δεν πάλλεται από το αίμα της φαντασίας είναι η ένδειξη μιας απονέκρωσης της οποίας το υστερικό σύμπτωμα είναι η εκτός τόπου και χρόνου πολεμική ενάντια στον "δογματισμό", με την οποία η πλειοψηφία σήμερα μεταθέτει την ευθύνη για την ανικανότητά της να κατανοήσει τι της συμβαίνει στην βεβαιότητα με την οποία προηγούμενες γενιές εξέφραζαν την δική τους ικανότητα να το κατανοήσουν: αδυνατούμε να παράξουμε οτιδήποτε πέρα από άναρθρες οιμωγές για την κατάστασή μας, αλλά τουλάχιστον αντιστεκόμαστε στον "δογματισμό"!

Πιθανώς, το κλειδί εδώ σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, να το δίνει η τεράστια παρακμή του λαϊκού τραγουδιού, που είναι ταυτόχρονα η παρακμή της ικανότητας της ατομικής ιστορίας να μιλά στην συλλογικότητα με αμεσότητα τέτοια ώστε να γίνεται άμεσα οργανικό κομμάτι της οπτικής της για τη ζωή. Μπορεί να φαντάζει κωμικό να συνδέει κανείς το τι συνέβη στην ελληνική λαϊκή μουσική μετά την απόσυρση του Καζαντζίδη με την μοίρα της υψηλής τέχνης, αλλά υπάρχει κάτι ζωτικό σ' αυτή τη σύνδεση: η δραστική συρρίκνωση, αν όχι εξαφάνιση, των βιωματικών, αισθητικών και ηθικοπολιτικών κωδίκων που ορίζει το "λαϊκό ακροατήριο" σημαίνει ότι η "υψηλή τέχνη" βρίσκεται και η ίδια ξεκρέμαστη, χωρίς καμία απτή αντίληψη του ακροατηρίου της, χωρίς συναίσθηση του κοινωνικού χώρου τον οποίο εμπλέκει και στον οποίο κινείται. Τα πάντα γίνονται δυσερμήνευτα και θολά σε ό,τι αφορά την ανατομία της κοινωνίας, κι έτσι ο πορνογραφικός υλισμός της ελληνικής "λαϊκοπόπ" και τα αντίστοιχά του στο μυθιστόρημα μοιάζουν οι ενδεδειγμένοι τρόποι να αποφύγει κανείς την αμήχανη έκθεση σε μια κοινωνία που δεν καταλαβαίνει και δεν μπορεί καν να συλλάβει ως λειτουργικό και αλληλένδετο σύνολο. Υπάρχουν ναρκομανείς, εφοπλιστές, βιζιτούδες, άστεγοι, υπάλληλοι γραφείου και επαρχιακοί αστυνομικοί, αλλά οι σχέσεις μεταξύ τους, οι παραγωγικές σχέσεις, είναι ένα άφατο μυστήριο τόσο ενοχλητικό ώστε να είναι αναγκαία η σεξουαλική ακρότητα και νεύρωση, η διαφυγή στο Βυζάντιο ή το ανέξοδα φτηνό "σπάσιμο ταμπού" για να καλυφθεί το απύθμενο χάσμα που έχει ανοίξει στην γνωσιακή χαρτογράφηση του ελληνικού καπιταλισμού στον 21ο αιώνα.

Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι τα προβλήματα που αναγκάζουν τη λογοτεχνία στην βουβαμάρα ή στην πανικόβλητη ψευδο-παραγωγικότητα περιορίζονται στον τομέα της αισθητικής. Στην πραγματικότητα, αποτελούν την ανομολόγητη και παραπληρωματική διάσταση της ατελείωτης φλυαρίας με την οποία η νεοελληνική κοινωνία νομίζει ότι στοχάζεται την πραγματικότητα τη στιγμή που απλώς φέρνει βόλτες στην επιφάνεια των πραγμάτων, περιμένοντας το τέλος της κρίσης ή του κόσμου --όποιο έρθει πρώτο-- από κάποιον από μηχανής Θεό. Ακόμα κι αν αυτός κυκλοφορεί με αναπηρικό καροτσάκι.

19 σχόλια:

  1. 4 χρυσαυγίτες αυτή την στιγμή στην εκπομπή του τράγκα στο σκάι

    JKL

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. >>κυβερνοπάνκ ως είδους φαντάζει απελπιστικά ρετρό εδώ και χρόνια,

    Δεν καταλαβαίνω γιατί. Η ιδέα που νομίζω ότι εξετάζει το cyberpunk, του ανθρώπου σαν reward maximiser και της κοινωνίας που προκύπτει από αυτό (δηλ. τα πάντα σαν μια τεράστια παρτίδα πόκας για το ποιος θα πάρει την περισσότερη ηδονή όσο πιο σύντομα γίνετε) είναι ότι πιο κοντά στον σύγχρονο κόσμο μπορώ να σκεφτώ (ίσως μαζί με το Βrave Νew World).

    H αισθητική το πρωίμου cyberpunk ίσως να είναι κάπως ρετρό, άλλα έχουν γραφτεί βιβλία και βιβλία από τότες, και γράφονται ακόμα.

    Υπάρχει επίσης πολύ έντονο πλέον ρεύμα στο sci-fi για μετα-cyberpunk, δηλ. κοινωνίες που πλέον τα μέσα παράγωγης έχουν αλλάξει ριζικά (πχ. Charles Stross, Ian Banks) και η ανθρώπινη κατάσταση έχει ξεπεραστεί, γιατί το κόστος παράγωγης έχει γίνει σχεδόν 0 για τα πάντα.


    Σπύρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ">>κυβερνοπάνκ ως είδους φαντάζει απελπιστικά ρετρό εδώ και χρόνια,<<

      "Δεν καταλαβαίνω γιατί.

      [...]

      Υπάρχει επίσης πολύ έντονο πλέον ρεύμα στο sci-fi για μετα-cyberpunk, δηλ. κοινωνίες που πλέον τα μέσα παράγωγης έχουν αλλάξει ριζικά και η ανθρώπινη κατάσταση έχει ξεπεραστεί, γιατί το κόστος παράγωγης έχει γίνει σχεδόν 0 για τα πάντα."

      Δεν ξέρω γιατί δεν βλέπεις ότι απαντάς στον εαυτό σου, αλλά απαντάς πολύ καλά στον εαυτό σου.

      Άλλαξαν λοιπόν τα μέσα παραγωγής ριζικά; Έχει ξεπεραστεί η ανθρώπινη κατάσταση; Έχει μηδενιστεί το κόστος παραγωγής;

      Όχι, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει γίνει.

      Ποιο είναι το relevance μιας τέτοιας λογοτεχνίας για το παρόν;

      Κανένα.

      Τι είπα εγώ;

      Ακριβώς αυτό.

      Διαγραφή
    2. >>Άλλαξαν λοιπόν τα μέσα παραγωγής ριζικά; Έχει ξεπεραστεί η ανθρώπινη κατάσταση; Έχει μηδενιστεί το κόστος παραγωγής;Όχι, τίποτε από όλα αυτά δεν έχει γίνει. Ποιο είναι το relevance μιας τέτοιας λογοτεχνίας για το παρόν;


      Χμμμ. Νομίζω ότι είναι σχετικότατο. Αν δηλαδή το cyberpunk σε πάει σε μια δυστοπία όπου ο άνθρωπος προσπαθεί να κάνει το πέρασμα σε κάτι άλλο, έχει σημασία τι γίνετε μετά το σπάσιμο αυτών των ορίων. Τα θεωρώ αλληλένδετα.

      Το cyberpunk σου δείχνει τα επόμενα 50-100 χρόνια, οπότε νομίζω ότι είναι πιο σχετικό από ποτέ. Δεν είμαστε ακόμα εκεί, πχ. εχουμε ακόμα δημόσια αστυνομία, οι επιχειρήσεις υπόκεινται στους νομούς των κρατών, δεν υπάρχουν ιδιωτικά δικαστήρια κτλ. Έχει πολύ δρόμο ο καπιταλισμός ακόμα να διανύσει.

      Τώρα, αυτό που δεν γνωρίζω να υπάρχει (πέρα από τα comics του στυλ V for Vendetta με σούπερ-ήρωα που δέρνει το κακό) είναι να γίνετε το πέρασμα σε άλλες κοινωνίες με άλλο τρόπο πέρα από τον τεχνολογικό. Κάποια στιγμή ωριμάζουν τα μέσα παράγωγης, έχει εξαφανιστεί και ένα τμήμα της ανθρωπότητας και συνεχίζουμε από εκεί. Δηλαδή ξεκινάμε από το σημείο όπου η εκμετάλλευση των προλετάριων παύει να δίνει υπεράξια να έχουμε κάποια μορφή κομουνισμού.

      Σπύρος

      Διαγραφή
    3. Η σημερινή δυστοπία (λέγεται πραγματικότητα) αφορά ακριβώς ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (λέγεται σπειροειδώς σφοδρότερες κρίσεις) και όχι τις φαντασιώσεις υπερκέρασης των αντιφάσεων των παραγωγικών σχέσεων από κάποια εντυπωσιακή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Σήμερα έχεις ένα εντελώς "μπανάλ" και "πρωτόγονο" πρόβλημα που λέγεται μαζική ανεργία, πχ.

      Ποιος ο λόγος να διαβάσεις (ή να γράψεις) λογοτεχνία για "μηδενικό κόστος παραγωγής" εκτός απ' το να ξεφύγεις από μια πραγματικότητα που αδυνατείς να κατανοήσεις και να εκλογικεύσεις; Και αν ναι, είναι ή δεν είναι αντιδραστικός και οπισθοδρομικός ο φουτουρισμός του κυβερνοπανκ;

      Διαγραφή
  3. Μπερδεύομαι λίγο με το τι ακριβώς ρωτάς. Στο cyberpunk έχεις άγρια εκμετάλλευση και ακραίο καπιταλισμό σε κοινωνίες με κάμποσο πιο εξελιγμένα μέσα παράγωγης, αλλά όχι αρκετά για να γίνει η διάφορα. High tech and low life. Παντού σαν τους δρόμους του San Francisco, 10 άστεγοι σε κάθε γωνιά, 100 συμμορίες και ιδιωτικά μικροσυμφέροντα, corporate councils που ελέγχουν το κόσμο, μαζικότατη φτωχιά και ανεργία κτλ.

    Σπύρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σε ρώτησα στη βάση του τι έγραψες και περιγράφοντας αυτό που έγραψες με θεωρητικούς όρους. Έγραψες "Υπάρχει επίσης πολύ έντονο πλέον ρεύμα στο sci-fi για μετα-cyberpunk, δηλ. κοινωνίες που πλέον τα μέσα παράγωγης έχουν αλλάξει ριζικά και η ανθρώπινη κατάσταση έχει ξεπεραστεί, γιατί το κόστος παράγωγης έχει γίνει σχεδόν 0 για τα πάντα."

    Η εικόνα "10 άστεγοι σε κάθε γωνιά, 100 συμμορίες και ιδιωτικά μικροσυμφέροντα", κλπ ειναι κυβερνοπανκ δεκαετίας 1980. Μέρος της είναι η εξαφάνιση του κράτους στις ιδιωτικές πολυεθνικές. Αλλά αυτό δεν είναι η σημερινή πραγματικότητα. Μέρος της είναι επίσης η διάλυση κάθε προοπτικής συλλογικής αντίδρασης εκτός από οργανώσεις λούμπεν με υψηλή τεχνολογία. Ούτε αυτό έχει κάποια σχέση με τα ζητήματα που τίθενται σήμερα, είτε από εργατική σκοπιά, είτε από το Occupy.

    Επαναλαμβάνω λοιπόν: ποιο το relevance των προφητικών δυστοπιών του 80 από τη σκοπιά της πραγματικής δυστοπίας της καπιταλιστικής κρίσης; Εσύ πιστεύεις ότι υπάρχει σήμερα λογοτεχνία στοιχειωδώς εξοπλισμένη για να μιλήσει για το τι συμβαίνει; Υπάρχει το αντίστοιχο του Νόρις και του Ζολά στην περίοδο 1875-1900 Του Τζόις στη δεκαετία του 1920; Του Μπροχ ή του Μπρεχτ στα 1930; Ποιος σήμερα μπορεί να ειπωθεί ότι παράγει μια λογοτεχνία που αποτυπώνει το ίχνος της κοινωνικής πραγματικότητας οργανικά πάνω σε μορφή και περιεχόμενο;

    Από αυτό το ερώτημα εκκινώ. Έχεις απαντήσεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Για την παρακμή του κυβερνοπανκ και τις ιστορικές αιτίες της βλ. εδώ: http://books.google.com.cy/books/about/Dark_Horizons.html?id=_o77zULqmAMC&redir_esc=y

      Διαγραφή
    2. >> Μέρος της είναι η εξαφάνιση του κράτους στις ιδιωτικές πολυεθνικές

      Δεν συμβαίνει σταδιακά αυτό; Δλδ πχ τα συστήματα υγείας της Ισπανίας, ΗΒ και Σουηδίας ιδιωτικοποιήθηκαν (πρακτικά – βρίσκονται στην διαδικασία). Στο ΗΒ έχουν αρχίσει να ιδιωτικοποιούν αστυνομικά τμήματα. Δεν νομίζεις ότι είμαστε απλά στην αρχή ενός cyberpunk κόσμου;


      >> ...Μέρος της είναι επίσης η διάλυση κάθε προοπτικής συλλογικής αντίδρασης εκτός από οργανώσεις λούμπεν με υψηλή τεχνο...


      Ναι, για αυτό έγραψα ότι γενικότερα αυτός ο χώρος θεωρεί ότι η μόνη διέξοδος είναι τεχνολογική. Oτι η αλλοτρίωση είναι τέτοια που δεν μπορούν να δημιουργηθούν αρκετά μαζικά κινήματα που να επιφέρουν αλλαγές.

      >> ... Ποιος σήμερα μπορεί να ειπωθεί ότι παράγει μια λογοτεχνία που αποτυπώνει το ίχνος της κοινωνικής πραγματικότητας ...


      Θα επαναλάβω το cyberpunk και ότι υπάρχει σε πιο σύγχρονους όπως ο Stross. Η διαφορά που βρίσκω πχ με τον Jack London που αναφέρεις είναι ότι οι αλλαγές έρχονται καθαρά τεχνολογικά, δεν έχουμε Brotherhood of man. Δλδ αν ο London μας παρουσιάζει μια δυστοπια και μετά μια σοσιαλιστική επανάσταση (μετά 200 χρόνια αν θυμάμαι καλά), η σημερινή λογοτεχνία μας δίνει μια δυστοπια, καθόλου σοσιαλιστική επανάσταση και έναν κόσμο που αλλάζει επειδή κάποια στιγμή στο μέλλον αλλάζουν αρκετά τα μέσα παραγωγής.

      Ίσως αυτό που δεν έχουμε πλέον είναι η ελπίδα ότι μπορεί να υπάρξει άλλος κόσμος χωρίς να μεσολαβήσει ακόμα μια τεχνολογική επανάσταση. Αλλά η περιγραφή αυτού εδώ και του σύντομου μέλλοντος μας γίνετε αρκετά καλά.


      (thanks για το Dark Horizons – έχει μπει στα υπόψιν).

      Σπύρος

      Διαγραφή
  5. Το ολοκαύτωμα του `89-`91 ήταν πολιτικό και συνάμα πολιτιστικό.

    Ας γυρίσουμε κι ας(ξανα)μελετήσουμε ό,τι τα φωτεινότερα μυαλά της ανθρωπότητας μάς άφησαν πίσω.
    Κάνοντας τις αναγκαίες συνεπαγωγές θα βρούμε τις απαντήσεις στα προβλήματα της εποχής μας.


    Μάνος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η θεμελιώδης μου υπόθεση εργασίας είναι η εξής: Το 1989-91 συντελείται κάτι πολύ θεμελιώδες: η ιδέα ενός εναλλακτικού κόσμου (όχι αναγκαστικά "καλύτερου" για όλους, αλλά διαφορετικού) παύει να υφίσταται στην σφαίρα της πραγματικότητας. Αλλά αυτό έχει επιπτώσεις για την σφαίρα της φαντασίας. Η φαντασία παύει σιγά-σιγά να μπορεί να συλλάβει οποιαδήποτε μορφή εξόδου από τον ένα κόσμο που απομένει όρθιος. Και όταν ο κόσμος αυτός σαπίζει σε βαθμό κατάρρευσης, η φαντασία μένει ανήμπορη και παράλυτη.

      Μόνο που όταν συμβαίνει αυτό, δεν υποφέρει μόνο η τέχνη. Υποφέρει και η πολιτική συνείδηση. Γιατί όπως εξήγησα, τα πάντα πια ακούγονται "δογματικά" και "αφηρημένα", γιατί έχει χαθεί κάθε εμπειρική σύνδεση με τον άλλο κόσμο, με τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου. Αποτέλεσμα: όλοι θέλουν οι κομμουνιστές να γίνουν πιο συγκεκριμένοι, αλλά όσο πιο συγκεκριμένοι γίνονται οι κομμουνιστές τόσο κάνουν πίσω αυτοί που νόμιζαν ότι αυτό που ήθελαν ήταν μια συγκεκριμένη προοπτική. Η σκέψη βασανίζεται ατελείωτα από τη φενάκη ότι υπάρχει "τρίτος δρόμος" ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό και πιστεύει κάθε τσαρλατάνο που της τον υπόσχεται. Και τότε δεν την πειράζει καθόλου πόσο αφηρημένος είναι αυτός ο δρόμος.

      Μέρος αυτής της αντίδρασης είναι η μηχανιστική αντίληψη ότι το "μέλλον" θα πρέπει να είναι κάτι ολοκαίνουργιο, ότι δεν πρέπει να έχει ίχνος του παλιού. Αυτός είναι ο βασιλικός δρόμος βέβαια για την διαρκή αναπαραγωγή του ηγεμονικού παλιού στις δήθεν προφητείες του ριζικά νέου.

      Διαγραφή
    2. Δηλαδή βλέπεις ένα φαυλο κύκλο, απ`όπου μπορούμε να ξεφύγουμε κατ` αρχάς μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

      Δύσκολο θέμα.

      Ο Μπρεχτ πραγματεύτηκε τις πέντε δυσκολίες που πρέπει κανείς να ξεπεράσει για να γράψει την αλήθεια.

      Προϋπόθετε όμως πως υπάρχει το κοινό που είναι διατεθειμένο να ακούσει την αλήθεια.
      Δεν προέβλεψε ένα κοινό με βουλωμένα αυτιά...

      Αυτό το κοινό, κατα τη γνώμη μου, μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να το δημιουργήσει, παίζοντας εν ανάγκη και το ρόλο του Ο.ΡΥ.ΛΑ.

      Το στοίχημα παραμένει ανοιχτό, παρ`ότι αναγνωρίζω πως οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας.



      Μάνος

      Διαγραφή
    3. Όχι, δεν βλέπω ένα φαύλο κύκλο. Πιστεύω πως η πολιτική ανασυγκρότηση της σοσιαλιστικής δυνατότητας έχει ακόμα πάρα πολύ δρόμο μπροστά της και μεγάλα εμπόδια, είναι όμως η ζωτική προϋπόθεση της καλλιτεχνικής αναγέννησης.

      Ο αστικός κόσμος είναι απόλυτα ανήμπορος να δώσει καλλιτεχνικές απαντήσεις στην κρίση γιατί απόλυτα ανήμπορος να βρει πολιτικό και οικονομικό διέξοδο από αυτή.

      Και αυτό είναι υπέρ μας. Είναι το βασικό πράγμα που είναι υπέρ μας.

      Υ.Γ. Σπάω ατελείωτη πλάκα με το πόσοι έχουν λυσσάξει σήμερα με το συνέδριο. Έκανε μεγάλη ζημιά τελικά ο Μπογιόπουλος, αλλά όχι στο στρατόπεδο που ήθελαν...

      Διαγραφή
    4. Διόρθωση: όπου μαζικό κίνημα, η επαναστατική, συνηδητοποιημένη προτοπορία του μαζικού κινηματος.


      Μάνος

      Διαγραφή
  6. "Όχι, δεν βλέπω ένα φαύλο κύκλο. Πιστεύω πως η πολιτική ανασυγκρότηση της σοσιαλιστικής δυνατότητας έχει ακόμα πάρα πολύ δρόμο μπροστά της και μεγάλα εμπόδια, είναι όμως η ζωτική προϋπόθεση της καλλιτεχνικής αναγέννησης."

    Ακούγεται κάπως κλισέ, αλλά τα σωστά πράγματα πρέπει να λέγονται ξανά και ξανά και ξανά...

    Νομίζω ότι όλο το ζουμί βρίσκεται σε αυτή τη φράση σου Αντώνη.

    Και το ονομάζω κλισέ χαριτολογώντας, μην παρεξηγηθώ. Είναι η ίδια η "επιστροφή" της σοσιαλιστικής επανάστασης, ως άμεσου δρόμου για να τον ακολουθήσεις μέσα στη ζωή, και όχι μόνο ως μια λίγο η πολύ αφηρημένη επίκληση κάποιων ανθρώπων που βλέπουν μπροστά, που θα καθορίσει τη νέα τέχνη.

    [Η οποία θα είναι "νέα", όχι απαραίτητα στη μορφή, αν και αυτό δεν αποκλείεται εξ ορισμού. Για το περιεχόμενό της μιλώ περισσότερο. Ο κύριος ΒΒ έχει να μας πει πολλά πάνω σε αυτό].

    Το ανάποδο, δυστυχώς, είναι αδύνατο να συμβεί.

    Και μια ερώτηση: θεωρείς πως σ' αυτή τη φάση ανάπτυξης του κινήματος, μπορεί να εμφανιστεί μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης που να μπορέσει να κάνει κάτι παραπάνω από το να παίξει το ρόλο του "τροχιοδεικτικού";

    Κ.Π.Τ.Σ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αργεί ακόμα η στιγμή που οι αστικές φιλοδοξίες των καλλιτεχνών θα διαλυθούν στο σημείο εκείνο που να τους σπρώξουν στην αναζήτηση μιας άλλης αντίληψης για την τέχνη. Η αστικοποίηση έχει προχωρήσει πάρα πολύ. Πιστεύω όμως ότι η συζήτηση για την αισθητική είναι απαραίτητη στην παρούσα φάση, και ότι θα προηγηθεί της απτής ανάδυσης νέων μορφών τέχνης και νέων καλλιτεχνικών πρακτικών, τουλάχιστο σε αναγνωρίσιμα μαζικό επίπεδο.

      Με λιγότερα και σαφή λόγια: αυτή τη στιγμή, είναι απαραίτητος και αναπόφευκτος ο ρόλος αυτός της τροχιοδεικτικής βολής. Αλλά θα ακολουθήσει πραγματική αναζήτηση μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης. Αργά ή γρήγορα.

      Διαγραφή
    2. Συμφωνώ απολύτως.

      Μια ερώτηση μονάχα: θεωρείς ότι οι καλλιτέχνες που έχουν αστικές φιλοδοξίες μπορούν να συμβάλλουν σε μια τέτοια προοπτική; δεν είναι αντιφατικό αυτό; με την έννοια ότι είναι η ακριβώς η αστικοποίησή τους που τους εμποδίζει να δούνε κατάματα την πραγματικότητα.

      Η, για να το βάλω πιό σωστά: θεωρείς ότι μπορεί η ίδια η πραγματικότητα να τις διαλύσει και να τους σπρώξει στην αναζήτηση άλλης αντίληψης;

      Η δική μου οπτική είναι ότι δεν έχουμε τίποτα να περιμένουμε από αυτούς, αλλά πάλι, μπορεί να κάνω και λάθος...

      Κ.Π.Τ.Σ.

      Διαγραφή
    3. Να εξηγήσω τι εννοώ.

      Σε κάθε τέχνη που υπάρχει, ένας νέος (ηλικιακά) καλλιτέχνης διαπαιδαγωγείται από μια παλιότερη γενιά, και μέσω αυτής της διαπαιδαγώγησης διαμορφώνει αισθητική συνείδηση, πρότυπα και αντιλήψεις. Ανάμεσα σε άλλα, διαμορφώνει μια απτή αντίληψη του τι είναι η τέχνη και σε ποιον απευθύνεται.

      Σήμερα, σχεδόν σε όλα τα είδη τέχνης, η παλιότερη εν ζωή γενιά βρίσκεται σε τεράστια κρίση και παρακμή: στο θέατρο, στην πεζογραφία, στην ποίηση, για παράδειγμα. Πολλά πιθανά "είδωλα" έχουν γκρεμιστεί (βλ. πχ Διαλεγμένος, Κουμανταρέας, Ξανθούλης, Πατρίκιος, κα), άλλα έχουν βουβαθεί.

      Η αντίληψή μου είναι ότι θα υπάρξει έντονη δυσχέρεια στην ιδεολογική αναπαραγωγή της αστικής αισθητικής στις νεότερες ηλικίες με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ενδιαφέροντα τα επόμενα χρόνια. Οι "κλίκες" δεν μπορούν πια να "ανταμείψουν" με προώθηση και επιτυχία όσους προσκολλώνται σ' αυτές. Και σε αντίθεση με τα πολιτικά κόμματα τύπου ΠΑΣΟΚ, δεν μπορούν να επανεφεύρουν τον εαυτό τους με άλλο όνομα και προσωπείο.

      Όταν λοιπόν ο μηχανισμός αναπαραγωγής αισθητικών αντιλήψεων φτάσει να μην μπορεί πια να λειτουργήσει, έρχεται η απομυθοποίηση και σταδιακά η ανάγκη για έναν άλλο κώδικα. Από εκεί ελπίζω ότι θα αναδυθεί κάτι καινούργιο, εκτός πλέον των θεσμικών χώρων της αστικής ιδεολογικής αναπαραγωγής.

      Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία πχ στο φετινό έτος Μπρεχτ ήταν η θεατρική ομάδα του ΠΑΜΕ. Αυτά είναι προπλάσματα μιας διαφορετικά θεσμοθετημένης σχέσης με την τέχνη τα οποία πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν σε πρωτογενείς μορφές έκφρασης (συγγραφή, κλπ).

      Διαγραφή
  7. Ευχαριστώ για την επεξήγηση.

    Το σχόλιό σου ήταν διαφωτιστικότατο.

    Κ.Π.Τ.Σ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή