Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Παράκαιροι στοχασμοί

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι για την μεγάλη πλειοψηφία της αστικής κοινωνίας, το ΚΚΕ είναι κάτι ολοκληρωτικά ξεπερασμένο από την ιστορία και ως εκ τούτου ακατανόητο, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η camera obscura ή τα μοντέλα μηχανών του Da Vinci για έναν σημερινό δωδεκάχρονο.

Αλλά από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει εξίσου καμία αμφιβολία ότι η αστική κοινωνία είναι η ίδια ξεπερασμένη από την ιστορία και ότι ως τέτοια είναι κυριολεκτικά μη βιώσιμη: είναι μια κοινωνία που πεθαίνει και που πεθαίνοντας, σκοτώνει. Τόσο άγρια δε είναι η οπισθοδρομικότητά της, η αδυναμία της να αντέξει το παρόν, ώστε συρρέει μαζικά στο πιο φονικό όραμα οπισθοδρόμησης που κυοφόρησε η ανθρώπινη ιστορία, τον ναζιστικό φασισμό.

Το φιλοσοφικό ερώτημα, κατά συνέπεια, το οποίο είναι ταυτόχρονα πολιτικό, είναι τι σημαίνει να είσαι ιστορικά ξεπερασμένος από την οπτική (δηλαδή, ιδεολογική) σκοπιά του ιστορικά ξεπερασμένου;

Είναι ένα ερώτημα που τίθεται με όρους διπλής άρνησης, άρνησης της άρνησης. Η άρνηση της άρνησης δεν είναι κατάφαση: δεν αποδεικνύεται άμεσα και νομοτελειακά ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι σύγχρονο επειδή το θεωρεί ξεπερασμένο η μεγάλη πλειοψηφία μιας αντικειμενικά ξεπερασμένης κοινωνίας. Η διπλή άρνηση είναι μάλλον μια περιπλοκή της άρνησης. Έτσι, το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι, από μία άποψη, διπλά παράκαιρο: παράκαιρο επειδή έτσι το βλέπει η κοινωνία στην οποία υπάρχει, παράκαιρο επειδή αποτελεί μια περιθωριοποιημένη πολιτική δύναμη σε μια κοινωνία η οποία είναι η ίδια ξεπερασμένη.

Αλλά το ότι η διπλή άρνηση δεν αποτελεί κατάφαση δεν σημαίνει επίσης ότι αποτελεί μόνον άρνηση, άρνηση που περιελίσσεται γύρω από τον εαυτό της και επιστρέφει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε, αναιρώντας την δυναμική που εξαπολύει: η διπλή άρνηση είναι ταυτόχρονα η προϋπόθεση μιας κατάφασης, το έδαφος στο οποίο μπορεί να εκδιπλωθεί μια κατάφαση.

Με άλλα λόγια, σήμερα, η συγχρονικότητα του κομμουνιστικού κόμματος, η νεωτερικότητά του (κατάφαση) δεν μπορεί σήμερα παρά να είναι το αποτέλεσμα των δυνατοτήτων που απορρέουν μέσα από μια άρνηση  της άρνησης: το κομμουνιστικό κόμμα μπορεί να γίνει σύγχρονο μόνο στον βαθμό που εμφανίζεται (για πρώτη φορά, και σε αντίθεση με την "κλασική" του εμφάνιση στις αρχές του εικοστού αιώνα) ως ξεπερασμένο για ένα υποκείμενο το οποίο βρίσκεται το ίδιο σε μια αδήριτη διαδικασία απαρχαιοποίησης και "πετάγματος στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας."

Πώς όμως μπορεί να επιτευχθεί το πέρασμα από τη διπλή άρνηση στην κατάφαση; Μόνο στον βαθμό που το κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο περιβάλλεται από όλες τις υποκειμενικές προβολές του ξεπερασμένου, καταφέρει να ενσαρκώσει, μέσα από τον συνδυασμό της θεωρίας και της πράξης του, το υποκειμενικό και όχι απλά το αντικειμενικό ξεπέρασμα της αστικής κοινωνίας, ή καλύτερα, την εκρηκτική συνάντηση της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπερκέρασης της αστικής κοινωνίας.

Στην προσπάθεια αυτή να καταστεί το αντικειμενικό ξεπέρασμα της αστικής κοινωνίας υποκειμενικά συνειδητό, δημιουργείται εχθρότητα: όσο πιο αντικειμενικά ξεπερασμένο είναι το υποκείμενο που αποφαίνεται για το ξεπέρασμα του κομμουνιστικού κόμματος, τόσο πιο απελπισμένα θα πρέπει να μετατρέπει την υποκειμενικότητά του σε μέσο διεξόδου από τη συνειδητοποίηση του δικού του αντικειμενικού ξεπεράσματος. Όσο πιο αντικειμενικά αντιδραστική, δηλαδή, γίνεται η αστική κοινωνία, όσο πιο πολύ μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στον βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και στην αγκύλωση και το σάπισμα των παραγωγικών σχέσεων, τόσο περισσότερο εξαρτάται αυτή η κοινωνία από το ιδεολόγημα του ξεπερασμένου χαρακτήρα αυτού που κάνει λόγο για ξεπέρασμά της.

Αλλά αυτό σημαίνει πως η εχθρότητα ανάμεσα στους συμμάχους και τα μέλη της αστικής κοινωνίας και τους κομμουνιστές δεν μπορεί να αποφευχθεί, δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιας παρεξήγησης ή κακών χειρισμών. Η εχθρότητα αυτή είναι απόλυτη, και η συντριπτική πλειοψηφία των συνειδητών και ασυνείδητων υπέρμαχων μιας κοινωνίας που πεθαίνει και σκοτώνει θα προτιμούσαν να πνίξουν με το ίδιο το βάρος των κουφαριών τους οτιδήποτε θα μπορούσε να επιχειρήσει να την αντικαταστήσει ή να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις της συλλογικής ζωής μετά τον θάνατό της. Από την αστική οπτική, η ίδια η ύπαρξη κομμουνιστών σήμερα αποτελεί ένα σκάνδαλο, μια ανωμαλία, μια ανυπόφορη διάψευση της βασικής αντίληψης της ιστορικής "προόδου" στην οποία βασίζεται όχι μόνο η θριαμβολογία της άρχουσας τάξης στους καλούς καιρούς αλλά και η αντοχή των υποτελών της στους κακούς: αν οι κομμουνιστές μπορούν ακόμη να διεκδικούν την επικαιρότητα αυτού που επαγγέλονται, τότε η ιστορική πρόοδος δεν μπορεί να είναι γραμμική. Και αν δεν είναι τέτοια, τότε η ιστορία δεν υπόκειται στους παραμυθητικούς νόμους του χρονολογικού αυτοματισμού, αλλά αποτελεί η ίδια μια αντικειμενική κρίση, μια αντικειμενική μορφή του κρίνειν και της κριτικής επί του δυνητικού υποκειμένου της. 

Είναι μια τρομακτική σκέψη, γιατί σημαίνει πως είναι εφικτό να έχουμε μείνει πίσω από την ιστορία μας, να έχουμε ξεπεραστεί από την ιστορία, η οποία σε μία συγκεκριμένη καμπή του χρόνου, και καθώς εμείς αισθανόμασταν όλη την ασφάλεια της εποπτικής αυθεντίας, μας διέφυγε. Έτσι, στην πραγματικότητα, η ιστορία μας μπορεί να μη βρίσκεται πίσω μας, ώστε να μπορούμε να την μελετήσουμε κατά πως συνηθίζουμε, από μια απόσταση ασφάλειας, αλλά μπροστά μας, έχοντας ξεπεράσει τελικά την (σχετικά πρόσφατη, και όχι παλαιότερη από τα τέλη του 18ου αιώνα) ικανότητά μας να την συλλάβουμε. Και άρα, αν νιώθουμε, αν έχουμε από παντού ενδείξεις, ότι η ιστορία μας δεν προχωρά, ότι παραμένει ανενεργή και αδρανής, αυτό συμβαίνει επειδή η ιστορία, έχοντας ξεπεράσει το δικό μας βήμα, έμεινε χωρίς υποκείμενο. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προχωρήσει περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να βαδίσει ένα σώμα χωρίς μυαλό και νευρικό σύστημα, ή αντίστροφα, ένα μυαλό και ένα νευρικό σύστημα χωρίς σώμα. Αλλά από την άλλη, η ιστορία χωρίς υποκείμενο είναι μια ασύλληπτη ιστορία, καθώς η νεωτερική σύλληψή της εξαρτάται απόλυτα από την σύλληψη ενός συλλογικού υποκειμένου ως μπροστάρη και ατμομηχανής της ιστορικής κίνησης -- σύλληψη που παραμένει κοινή για τις αστικές και για τις περισσότερες μαρξιστικές αντιλήψεις της.

Ανάμεσα όμως στην αστική και την μαρξιστική αντίληψη της ιστορικής κίνησης σ' αυτή τη μεταβατική περίοδο όπου η ιστορία μοιάζει ακινητοποιημένη εξαιτίας ενός τρομακτικού διπλού χωρισμού της τόσο από την αστική τάξη όσο και από την εργατική, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά: καθώς η αστική ιδεολογία είναι ήδη η κυρίαρχη ιδεολογία και καθώς ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι ήδη ο υφιστάμενος τρόπος παραγωγής, η άρνηση του κομμουνισμού --δηλαδή η παραμυθία της ανακήρυξής του ως ξεπερασμένου-- δεν μπορεί να παράξει τίποτε θετικό για την αστική τάξη. Είναι μια καθαρή άρνηση χωρίς καμία κατάφαση, και χωρίς καμία δυνατότητα κατάφασης. Το μόνο που μπορεί να επιτύχει είναι να κερδίσει χρόνο για την αστική τάξη, αλλά αυτός ο κερδισμένος χρόνος είναι, από τη σκοπιά της ιστορίας, χαμένος. Και αυτό ακριβώς μοιάζει να έχει συμβεί: η περίοδος 2008-2013 είναι ταυτόχρονα κερδισμένος χρόνος για την αστική τάξη και χαμένος ιστορικός χρόνος, χρόνος όπου τίποτε δεν προβάλλει τόσο δραματικά στην συνείδηση όσο η ανημπόρια της ιστορίας να κινηθεί, η παράλυσή της.

Στους αντίποδες, η άρνηση του καπιταλισμού, ακριβώς επειδή αυτός είναι ήδη το κυρίαρχο μοντέλο της κοινωνικής οργάνωσης, είναι πάντοτε προϋπόθεση της δυνατότητας μιας κατάφασης. Είναι αναγκαστικά, από φιλοσοφική άποψη, η κινητήρια δύναμη, αυτή που έχει την θεωρητική δυνατότητα να αναγκάσει το υποκείμενο να διανύσει τον δρόμο που το χωρίζει από την ζώσα ιστορία, και άρα να ξαναθέσει την ιστορία σε κίνηση. Για αυτόν τον λόγο, η φιλοσοφία δεν μπορεί παρά να είναι με το μέρος του κομμουνισμού. Η κομμουνιστική στράτευση της φιλοσοφίας δεν είναι "συναισθηματικό" ή "ανθρωπιστικό" ζήτημα αλλά ζήτημα υπακοής στη λογική αναγκαιότητα, καθώς η στράτευση με την αστική τάξη είναι αντικειμενικά στράτευση με την ιστορική παράλυση, με την άρνηση χωρίς δυνατότητα κατάφασης, με τον χωρισμό της ιστορίας από το συλλογικό υποκείμενο, με την συντριβή της δυνατότητας του υποκειμένου, συνεπώς, να δράσει ιστορικά. Η αστική στράτευση της φιλοσοφίας είναι, εν ολίγοις, αυτοκτονία της φιλοσοφίας, καθώς δεν μπορεί να θεμελιωθεί το ατομικό σκέπτεσθαι σε συνθήκες απόλυτης αδυνατότητας του συλλογικού πράττειν, και καθώς η αστική στράτευση είναι στράτευση ακριβώς με την αδυνατότητα των ίδιων των προϋποθέσεων του συλλογικού πράττειν.

Αυτός είναι και ο αντικειμενικός λόγος του αναντίρρρητα ραγδαίου εκφυλισμού της φιλοσοφίας και του σκέπτεσθαι στην σημερινή εποχή, πέρα από κάθε συγκυριακή και υποκειμενική μειονεξία των φορέων τους: κάθε διανοητής που εισέρχεται σε συμμαχία με την αστική τάξη σε συνθήκες απόλυτης αδυναμίας της τάξης αυτής να αρθρώσει μια κατάφαση μέσα από την άρνηση του κομμουνισμού --μια συμμαχία με τους αντικειμενικά και πρόδηλα ξεπερασμένους που μπορούν να συγκολληθούν πια ως υποκείμενα μόνο αντιδραστικά και αντενεργά, μόνο μέσα από την υποκειμενική αποκήρυξη ως ξεπερασμένης της δύναμης που αναγγέλει το ξεπέρασμά τους-- υπογράφει μια συμφωνία να ζήσει ως σώμα με αντάλλαγμα να πεθάνει ως πνεύμα.

Αυτό δεν αρκεί βέβαια για να "κλείσει" το ζήτημα του σε τι καταφάσκει και σε τι μπορεί να καταφάσκει σήμερα η κομμουνιστικά στρατευμένη φιλοσοφία, δηλαδή --αν έχουμε δίκαιο στα προηγούμενα-- η φιλοσοφία ως τέτοια, οτιδήποτε δικαιούται να ονομάζεται φιλοσοφία σήμερα. Μάλλον είναι η προϋπόθεση του ανοίγματος αυτού του ζητήματος στη σκέψη. Το πρόβλημα βέβαια αφορά τη σχέση της φιλοσοφίας σήμερα με τον "σοσιαλισμό που γνωρίσαμε", δηλαδή με το πρότερο αναφερόμενο μιας κατάφασης που σταδιακά έγινε αντικείμενο άρνησης, και μάλιστα συχνότατα από τη φιλοσοφία, ή από αυτό που εμφανίστηκε ως φιλοσοφία στην μεταπολεμική περίοδο. Είναι προφανές ότι η σχέση αυτής της φιλοσοφίας --της φιλοσοφίας της μεταπολεμικής περιόδου-- με αυτό το οποίο ονομάζουμε "υπαρκτό σοσιαλισμό" κατέληξε στο αδιέξοδο. Η φιλοσοφία αρνήθηκε τον υπαρκτό σοσιαλισμό αλλά δεν κατόρθωσε να αρθρώσει, μέσα από την άρνηση αυτή, οτιδήποτε άλλο από μια έμμεση κατάφαση στον καπιταλισμό που σήμερα σαπίζει και, σαπίζοντας, σκοτώνει. Η φιλοσοφία αρνήθηκε, για να μιλήσουμε συμβολικά, τα Γκούλαγκ, μόνο και μόνο για να περιοριστεί στην ευτελή ανημπόρια και την ένοχη σιωπή απέναντι στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Απέδειξε, σε ένα επίπεδο, την φτήνια της ακριβής "ηθικής" της. Και σε ένα άλλο, την στειρότητα και την αδυναμία της άρνησής της.

Σήμερα λοιπόν, και αυτό είναι ένα νέο, καινοφανές δεδομένο, η φιλοσοφία δεν μπορεί πια να συνεχίσει να παίζει τον χαλασμένο δίσκο της "κριτικής του ολοκληρωτισμού." Ο δίσκος αυτός έχει καταστεί εκ των πραγμάτων αφόρητα κακόηχος και δεν μπορεί να πείσει κανένα για τον ηψηλόφρονα και ρηξικέλευθο χαρακτήρα των περιεχομένων του. Αλλά συνάμα, δεν μπορεί, πετώντας τα απόνερα του "αντιολοκληρωτισμού", να αρκεστεί σε μια απλή αποκατάσταση αυτού το οποίο έτυχε άρνησης. Θα πρέπει, απέναντι στην Σφίγγα του "υπαρκτού σοσιαλισμού", να αναζητήσει μάλλον μιαν διαφορετική άρθρωση της σχέσης κατάφασης και άρνησης από αυτήν που ενσάρκωσε η μεταπολεμική σκέψη. Και αυτή η σχέση δεν μπορεί πια --να ένα καινούργιο δεδομένο-- να εκκινήσει από την άρνηση. Ο δρόμος της εκκίνησης από την άρνηση έχει οριστικά κλείσει σε ό,τι αφορά τη σχέση με τον "σοσιαλισμό που γνωρίσαμε." Μαζί του έκλεισε οριστικά αυτό που ονομάστηκε "δυτικός Μαρξισμός", προϋπόθεση του οποίου ιδεολογικά ήταν ακριβώς η εκκίνηση από μια άρνηση σε ό,τι αφορά τον "υπαρκτό σοσιαλισμό" (στο ελάχιστο, από την άρνηση της εφαρμοσιμότητάς του στη "Δύση"). Νομοτελειακά, ο δρόμος που απομένει --και είναι ο μόνος που απομένει γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να διανυθεί, γιατί ανοίγεται στον χρόνο που απομένει-- είναι η εκκίνηση από την κατάφαση. Πρέπει να ξεκινήσει κανείς, σήμερα, στην εποχή των νέων στρατοπέδων συγκέντρωσης και των αυτοπυρπολούμενων ανέργων, από ένα "ναι" απέναντι στον "σοσιαλισμό που γνωρίσαμε."

Αυτό το "ναι" δεν είναι "ναι" στον συγκριτικά προτιμητέο του χαρακτήρα, δηλαδή σε έναν "εξ αριστερών" επαναβαπτισμό της (μικρο)αστικής λογικής του "μικρότερου κακού." Είναι μάλλον ένα "ναι" στην εγχειρηματική φύση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στο γεγονός ότι ήταν το απώτατο, σημαντικότερο, συλλογικά πιο βαρύνον εγχείρημα του αιώνα που πέρασε. Ο φασισμός δεν ήταν ποτέ εγχείρημα, γιατί δεν εκκίνησε ποτέ από καμία κατάφαση: ήταν ένα ολοκληρωτικά αντενεργό φαινόμενο. Ήταν η έμπρακτη άρνηση του εγχειρήματος που γνώρισε ο εικοστός αιώνας, και για αυτό επιστρέφει στην εποχή όπου η μόνη συγκολλητική κόλλα για την αστική κοινωνία είναι η παράδοξα και αξιοθρήνητα ετεροχρονισμένη (μα, δεν πέθανε ο σοσιαλισμός το 1989-90;) επανάληψη αυτής της άρνησης.

Το εποπτικό σημείο, κατά συνέπεια, της κριτικής του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν υφίσταται. Αυτή είναι μια κρίσιμη και βαρύνουσας σημασίας παρατήρηση. Δεν είναι καθόλου ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν μπορεί ή δεν πρέπει να υποβληθεί σε κριτική· όχι, είναι ότι το σημείο από το οποίο αυτή η κριτική εμφανίζεται με συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο και φενακισμένο χαρακτήρα δεν μπορεί να είναι η δική μας κοινωνία. Η δική μας κοινωνία είναι μάλλον η απτή έκφανση της κριτικής που ενσωματώνει ο ίδιος ο υπαρκτός σοσιαλισμός: δεν είμαστε εμείς που μπορούμε να του ασκήσουμε κριτική, αλλά αυτός που υπήρξε στον βαθμό που άσκησε κριτική σε αυτό που είμαστε. Με άλλα λόγια, η κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό είναι η ίδια ένα εγχείρημα που μόνο μια δραστικά διαφορετική κοινωνία από τη δική μας θα μπορούσε να αναλάβει· αλλά για να φτάσει ποτέ στο να υπερβεί διαλεκτικά τον υπαρκτό σοσιαλισμό, η κοινωνία αυτή θα έπρεπε πρότερα να υπερκεράσει τον ίδιο τον καπιταλισμό: η επισήμανση των αδυναμιών της Κομμούνας του 1871 γίνεται πραγματική γνώση του προλεταριάτου μόνο μετά την πραγματική της υπερκέραση το 1917· ως τότε, υπάρχει μόνον η αφηρημένη, και για αυτό αναγκαστικά μονομερής, κριτική της. Αλλά είναι, από την άλλη, μόνο το 1917 που η Κομμούνα αποκαθίσταται ως κάτι άλλο από ένα τραγικό επεισόδιο προλεταριακής ήττας, που μεταμορφώνεται σε προάγγελο νίκης, και που το ιστορικό της νόημα μετασχηματίζεται.

Πώς όμως μπορεί ο "σοσιαλισμός που γνωρίσαμε" να αναλάβει τον ρόλο για μας που είχε η Κομμούνα για τους Μπολσεβίκους; Δεν είναι ο μύθος του αφάνταστα πιο φθαρμένος και πιο αμαυρωμένος από ό,τι ο αντίστοιχος της Κομμούνας; Η συνηθισμένη κομμουνιστική τακτική είναι να υπερτονίζονται τα επιτεύγματά του. Είναι μια αδιέξοδη τακτική· τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του υπαρκτού σοσιαλισμού, νοημένα με καθαρά καταφατικό τρόπο, εντάσσονται απλώς στο ευρύτερο εγχείρημα του εκσυγχρονισμού: η ηλεκτροδότηση και οι σιδηρόδρομοι δεν είναι ακριβώς ουτοπικές υποσχέσεις για κοινωνίες που έχουν και τα δύο με τη σέσουλα ως δυνατότητες αλλά δεν έχουν χρήματα για το ρεύμα και προορισμό για να ταξιδέψουν. Όχι, η κατάφαση στον υπαρκτό σοσιαλισμό, απόλυτα αναγκαία σήμερα, πρέπει να είναι κατάφαση σε μια άρνηση, στην άρνηση που βρίσκεται στην καρδιά του ως εγχειρήματος: στην απουσία της αγωνίας για επιβίωση. Πάνω σ' αυτή την άρνηση οικοδομείται όλη η δυνατότητα του ζειν, γιατί η ζωή είναι αυτή η άρνηση της αγωνίας για επιβίωση, αυτό που μένει όταν αφαιρεθεί τούτη η αγωνία, την οποία μοιραζόμαστε με τον τελευταίο αρουραίο που πιάνεται στη φάκα, το τελευταίο ψάρι που παγιδεύεται στα δίχτυα. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός αφορά, αυτό πρέπει να προβάλλουμε, έναν μηχανισμό --πολυεπίπεδο και "γραφειοκρατικό"-- ο οποίος αναλαμβάνει την "καθυστέρηση με το αρνητικό" (Χέγκελ), την απορρόφηση των κραδασμών και στρεβλώσεων που προκαλεί η αγωνία της επιβίωσης. Πράγμα που σημαίνει ότι το εγχείρημα δεν αφορούσε τον ηλεκτρισμό και τους σιδηροδρόμους ως σκοπούς, αλλά ως μέσα δια των οποίων αρθρωνόταν και για αυτό ταυτόχρονα περιοριζόταν το βασίλειο της αναγκαιότητας. Το πραγματικό ζήτημα σ' αυτή την οριοθέτηση του πεδίου της αναγκαιότητας είναι πάντα η έμμεση οριοθέτηση του πεδίου της ελευθερίας.

Στον υπαρκτό καπιταλισμό, η ελευθερία είναι παντού και πουθενά· αυτό που την χαρακτηρίζει στην πραγματικότητα είναι η πανταχού παρουσία της και η ταυτόχρονη πανταχού απουσία της: έχω εργασία, αλλά όταν βρίσκομαι με τους φίλους μου δεν κάνω τίποτε άλλο απ' το να μιλάω για αυτή, και όταν δεν είμαι με τους φίλους μου εργάζομαι κοπιωδώς στο να μην εργάζομαι, κι έτσι παραμένω αλυσσοδεμένος στην εργασία μου στον υποτιθέμενο ελεύθερό μου χρόνο· δεν έχω εργασία, κι έτσι ο ελεύθερός μου χρόνος υποδουλώνεται ολόκληρος σ' αυτή την έλλειψη που με ταπεινώνει και με γεμίζει αγωνία· έχω χρήματα, αλλά έχοντάς τα αγωνιώ διαρκώς για το τι θα απογίνουν· δεν έχω, κι επειδή δεν έχω δεν μπορώ να κάνω το παραμικρό πράγμα που θέλω χωρίς χίλια δυο βάσανα, αγωνίες και ενοχές.

Στον υπαρκτό σοσιαλισμό, το ζητούμενο ήταν μάλλον η συστηματική αποκόλληση αναγκαιότητας και ελευθερίας: ελευθερία μπορούσε να υπάρχει μόνο εκεί που δεν υπήρχε αναγκαιότητα· αλλά αυτό σημαίνει ότι μπορούσε να υπάρχει ελευθερία, και όχι μια ψευδεπίφαση ελευθερίας που την υπόσχονται τα πάντα και δεν την υλοποιεί τίποτα. Μπορούσε κανείς, για παράδειγμα, να επιλέξει να είναι κοινωνικά ασήμαντος και αφανής· αυτό δεν υπάρχει πουθενά στον κατάλογο των αστικών ελευθεριών, ακόμα και στις ιδανικότερες αστικές κοινωνίες. Για μας, ο ανταγωνισμός είναι τόσο καθολικά ενσωματωμένος νόμος, που δεν μπορούμε ούτε ένα πιάτο φαί να φάμε με τους φίλους μας χωρίς να επιχειρήσουμε να τους ανταγωνιστούμε για τα πάντα, απ' το πόσο ωραιότεροι είναι οι εραστές μας από τους δικούς τους μέχρι το πόσο καλύτερο αυτοκίνητο οδηγούμε, πόσο καλύτερες διακοπές πήγαμε, πόσο περισσότερο μας εκτιμά το αφεντικό μας και πόσο καλύτερα ανέκδοτα λέμε. Η κοινωνική διάκριση για τα πάντα είναι για μας καταναγκαστική, και δυστυχώς, δημιουργεί κοινωνίες δυστυχισμένων νευρωτικών και καταστρέφει τη μια νέα γενιά μετά την άλλη. Μας είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την ελευθερία ως κάτι που σου επιτρέπει όχι μόνο να είσαι κάτι αλλά και να μην είσαι κάτι.

Χρειαζόμαστε σκέψεις όπως αυτή. Χρειαζόμαστε μια ανανεωμένη σχέση με τη φιλοσοφία, που στις μέρες μας είναι ένα πτώμα, κακοσυντηρημένο λόγω οικονομικής στενότητας του γραφείου κηδειών. Χρειαζόμαστε μια άλλη σχέση με την πολιτική φαντασία από το κοπάνημα κατσαρολών και τον προκάτ συναισθηματισμό της μικροαστικής αλληλεγγύης. Χρειαζόμαστε την απόκοσμη αυστηρότητα της οντολογίας κόντρα στην ευτελή οικειότητα με τον εαυτό μας και τον κόσμο για να ξανακατοικήσουμε στον χρόνο μας, που τώρα μας διώχνει γιατί δεν του κομίζουμε τίποτε παρά το μελόδραμα της έκπτωσής μας απ' τον θρόνο του προνομιούχου της ιστορίας. Χρειαζόμαστε την πειθαρχία του ανθρώπου που δεν αγωνίζεται επειδή ελπίζει, αλλά ελπίζει επειδή αγωνίζεται, επειδή βρίσκει στον ίδιο τον αγώνα το έδαφος για να σταθεί.

Δεν είναι πολύ αργά για τον κομμουνισμό. Ίσως είναι πολύ νωρίς. Αλλά όχι πολύ νωρίς για να αρχίσει κανείς να σκέπτεται αλλιώς, παράκαιρα.

25 σχόλια:

  1. Πολύ δυνατό.Ωραίος.

    JKL

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Mind: blown. Σκοπευεις να το μεταφρασεις και στα αγγλικα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι, δεν σκοπεύω να το μεταφράσω. Κάποιες σκέψεις είναι, μπορεί κάποτε να οδηγήσουν σε κάτι.

      Διαγραφή
  3. καθαρή σκέψη, καθαρή έκφραση
    "Χρειαζόμαστε την απόκοσμη αυστηρότητα της οντολογίας κόντρα στην ευτελή οικειότητα με τον εαυτό μας και τον κόσμο για να ξανακατοικήσουμε στον χρόνο μας, που τώρα μας διώχνει γιατί δεν του κομίζουμε τίποτε παρά το μελόδραμα της έκπτωσής μας απ' τον θρόνο του προνομιούχου της ιστορίας. Χρειαζόμαστε την πειθαρχία του ανθρώπου που δεν αγωνίζεται επειδή ελπίζει, αλλά ελπίζει επειδή αγωνίζεται, επειδή βρίσκει στον ίδιο τον αγώνα το έδαφος για να σταθεί."
    πόσο κοντά είναι η σκέψη του Μπαντιού σε αυτό το εγχείρημα;
    Δημ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω ότι είναι κυρίως ο Τζέιμσον που με έπεισε ότι πίσω από την αντισοσιαλιστική στάση κρύβεται μια άρνηση αναμέτρησης με το οντολογικό ερώτημα. Οπωσδήποτε ο Μπαντιού έχει επιτείνει το ενδιαφέρον μου για το ερώτημα αυτό. Δεν είναι όμως ένα ερώτημα ξένο για τον κλασικό μαρξισμό το οντολογικό ερώτημα, είναι το κέντρο των σημειώσεων του Λένιν για τον Χέγκελ.

      Διαγραφή
  4. Ωραιο...οπως το διαβασα εγω, η κορυφωση ηταν η φραση 'στην απουσια της αγωνιας για επιβιωση', και οι σκεψεις που εκανα οταν τελειωσα την αναγνωση ηταν οτι με βοηθησε (για μια στιγμη αραγε;) να ξαναβρω την πιστη(με την εννοια του οτι αναγνωριζω κατι οταν το ξαναβλεπω μετα απο καιρο) για την ικανοτητα του ανθρωπου να δρα για το καλο/αγαθο χωρις κινητρο, ετσι ωστε απλα και φυσικα να επιβαιβεωνεται η αισθηση του σωστου/ δικαίου μεσα του σαν αυτο που ειναι: η καθαροτητα/διαυγεια του δικαίου. Και αυτα μεσα απο τον ευρυχωρο χωρο/πεδιο που δημιουργει η σκεψη σου και μοιραζεσαι μαζι μας. Ισως να ειναι η υποκειμενικη μου κριση τα προηγουμενα αλλα δεν γινεται να μην πω ενα μπραβο.
    Ισιδωρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η φιλελεύθερη θέση ήταν πάντοτε ότι η άρση αυτής της αγωνίας είναι...κακή για την οικονομία, οδηγεί σε οικονομική στασιμότητα, έλλειψη κινήτρων, κοκ. Δεν με πείθει καθόλου αυτή η οπτική, νομίζω πρώτα από όλα εμπειρικά, γιατί ποτέ δεν συνέδεσα την εργασία με τον ανταγωνισμό· αντιθέτως, ο ανταγωνισμός μού φαίνεται εντελώς αντιπαραγωγικός για την εργασία και εχέγγυο ατέλειωτου χαμένου χρόνου. Βέβαια, η φιλελεύθερη οπτική στηρίζεται στην σύγχυση ανταγωνιστικότητας και συγκρουσιακότητας, τα οποία για μένα είναι πολύ διαφορετικά και ακόμα και αντίθετα πράγματα: http://leninreloaded.blogspot.com/2012/07/blog-post_7735.html

      Οπότε, με ενδιέφερε πάντα μια άλλη οπτική πάνω στην άρση αυτής της αγωνίας, η οποία θεωρώ ότι απελευθερώνει τον άνθρωπο για άλλου είδους αγωνίες. Νομίζω ότι οι Σοβιετικοί είχαν μια κουλτούρα που μόνο οι αρχαίοι Έλληνες προσέγγισαν, και που ο αστικός κόσμος δεν καταλαβαίνει: τους ένοιαζε η γνώση για τη γνώση, η συζήτηση για τη συζήτηση και η αναζήτηση για την αναζήτηση, κάτι που εμείς ούτε το καταλαβαίνουμε ούτε μας λέει τίποτε. Έχουμε μια πολύ ΜΙΖΕΡΗ αντίληψη για τις δυνατότητες του υπαρκτού --αυτές που άνοιξε-- αλλά για μένα αυτό λέει πολύ περισσότερα για τη δική μας μιζέρια παρά για οτιδήποτε για τον υπαρκτό. Όπως έχω πει παλιότερα, αν θες να καταλάβεις πραγματικά το τι έκανε στο μυαλό η απουσία της αγωνίας της επιβίωσης στον υπαρκτό, πρέπει να διαβάσεις σοβιετική επιστημονική φαντασία (Στρουγκάτσκι, Πλατόνοφ, κλπ) και να δεις Ταρκόφσκι. Είναι αμφότερα πράγματα που η Δύση αδυνατούσε, αδυνατεί και θα αδυνατεί να μιμηθεί γιατί δεν μοιράζονται τίποτε με τις ενασχολήσεις της. Οι Σοβιετικοί ασχολούντουσαν με το ερώτημα του είναι την εποχή που στη Δύση ασχολούμασταν με το ερώτημα της απελευθέρωσής μας μέσω LSD. Υπάρχει μια διαφορά φάσης που είναι και πολύ ενδιαφέρουσα και χωρίς σοβαρή ενασχόληση. Η δυτική αντίληψη για την ΕΣΣΔ είναι γκούλαγκ, γκούλαγκ, γκούλαγκ και γκούλαγκ. Κάπως σαν να μιλάς σε κάποιον για τον Ηράκλειτο, τον Λάιμπνιτς και τον Μότσαρντ και αυτός να σου λέει μόνο 'Αουσβιτς, Άουσβιτς, Άουσβιτς. Νομίζω ο μέσος δυτικοευρωπαίος θα το έβρισκε πολύ προσβλητικό αυτό.



      Διαγραφή
    2. Θα με πεις κλισεδιάρη αλλά για να τιμήσω και το νικ μου, να βάλω και τον Λεμ στην λίστα. Μου είχαν κάνει απίστευτη εντύπωση όταν τον πρωτοδιάβασα οι διάφοροι κόσμοι που περιέγραφε όπου φιλοσοφικού τύπου προβλήματα απασχολούσαν ολόκληρες κοινωνίες ενώ οι απαντήσεις σε αυτά καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη αυτών των κοινωνιών.

      Να ρωτήσω και κάτι: ποιά είναι τα έργα επιστημονικής φαντασίας του Πλατόνοφ; Να φανταστώ ότι υπάρχουν τέτοια στις πολλές σύντομες ιστορίες που έγραψε;

      Και τέλος να ευχαριστήσω για το κείμενο. Πολύ ενδιαφέρον το σχήμα της "άρνησης της άρνησης" όπως μπαίνει, αλλά θα μου πάρει κάποια καιρό για να το επεξεργαστώ.

      Ijon Tichy

      Διαγραφή
    3. Βεβαίως, Στανισλάβ Λεμ. Αλλά υπάρχουν πολλοί.

      "Απόγονοι του Ήλιου", "Η βόμβα του φεγγαριού", "Το Αιθέριο μονοπάτι", τριλογία του Πλατόνοφ κατά τη δεκαετία του 1920.

      Και, ΟΚ, τα Τσέβενγκουρ, Ευτυχισμένα Μόσχα, δεν είναι ακριβώς ρεαλισμός!

      Διαγραφή
  5. Αντώνη εξαιρετικό το πικρό αυτό κείμενο.

    Να ξέρουμε όμως ότι τα κάστρα πάντα πέφτουν από μέσα. Η ΕΣΣΔ δεν κατέρρευσε από τις επαρχίες. Οι μεταβολές που οδήγησαν στη διάλυση της είχαν ως αφετηρία το Κρεμλίνο. Το ίδιο δράμα βίωσαν όλα τα κομμουνιστικά κόμματα μετά το '91 και τώρα εμείς.

    Το ΚΚΕ βιώνει ξανά το 91 σε αργή κίνηση. Ακόμα χειρότερα, δεν υπάρχει πια πάθος, διαφωνίες, κακός χαμός στο εσωτερικό του. Κακό σημάδι αυτό να το θυμόμαστε.

    Ναι είναι διπλά παράκαιρο το ΚΚΕ. Νέοι δρόμοι πρέπει να ανοιχτούν αλλά υπάρχει πια ο δρόμος και το καθαρό μυαλό για να γίνει αυτό;

    Λίνος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε πικρό είναι το κείμενο, ούτε για κακά σημάδια και μαύρα κοράκια είναι, ούτε κι έχει καμία σχέση με "νέους δρόμους" που πρέπει να ανοιχτούν απ' το ΚΚΕ κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο.

      Μια πρόσκληση για αναστοχασμό πάνω στις μάλλον αποσιωημένες πολιτικές απολήξεις της έννοιας του "εκτός χρόνου" είναι και τίποτε άλλο.

      Διαγραφή
    2. @Αντώνη
      Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι και ιδού ο "εμείς" έσπευσε να επιβεβαιώσει: "Γκουλαγκ-γκουλαγκ-γκουλαγκ"!

      rednready2

      Διαγραφή
  6. Εξαιρετικό κείμενο και σκέψεις. Δεν μπορώ να πω αν χρήζει περαιτέρω προσθηκών. Για το μη βιώσιμο της σύγχρονης κοινωνίας (ειδικά μετά από τα αλλεπάλληλα σοκ) πιστεύω ακράδαντα ότι επειδή η φύση απεχθάνεται τα κενά, κάτι καινούργιο θα δημιουργηθεί.
    Πως και με ποιους; Δεν μπορώ να εικάσω, να μαντέψω, να προβλέψω.
    Εργαλεία υπάρχουν πάντως. Για τη δυναμική μάλλον θα περιμένουμε ακόμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. "Αλλά από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει εξίσου καμία αμφιβολία ότι η αστική κοινωνία είναι η ίδια ξεπερασμένη από την ιστορία και ότι ως τέτοια είναι κυριολεκτικά μη βιώσιμη: είναι μια κοινωνία που πεθαίνει και που πεθαίνοντας, σκοτώνει. Τόσο άγρια δε είναι η οπισθοδρομικότητά της, η αδυναμία της να αντέξει το παρόν, ώστε συρρέει μαζικά στο πιο φονικό όραμα οπισθοδρόμησης που κυοφόρησε η ανθρώπινη ιστορία, τον ναζιστικό φασισμό."

    αυτό δεν το κάνει η *αστική* κοινωνία, το κάνει η *ελληνική* κοινωνία. Γενικά δε νομίζω ότι θα μπορέσεις να βρεις ιστορικό παράδειγμα ανεπτυγμένης αστικής κοινωνίας που να συνέρευσε μαζικά στο ναζισμό. Ακόμα και η γερμανική κοινωνία των 30s ήταν πάρα πολύ ανεπτυγμένη βιομηχανικά αλλά με τίποτα αστική κατά τον ίδιον τρόπο που είναι η Γαλλική ή η Αγγλική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το Βισί, μανάρι μου, τι ήταν; Αναγέννηση τής άμεσης δημοκρατίας της Πνύκας;

      Διαγραφή
    2. @J95

      http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B9%CF%83%CF%8D

      Ποια αστική κοινωνία?Μήπως νάναι η φεουδαρχία? Η ελλάδα εξάλλου δεν είχε ποτέ αστική τάξη, όπως σωστά λένε το Capital.gr και ο σκάι. Θα μου πεις, εδώ "ολόκληρος" Χάμπερμας ξερνάει ότι μόνο μετά το Αουσβιτς η Γερμανία καταχωρείται στην δύση (βολικό ε?). Γιατί να μην το πει και ο J95 αυτό δηλαδή?

      JKL

      Διαγραφή
  8. "σαν να μιλάς σε κάποιον για τον Ηράκλειτο.....πολύ προσβλητικο αυτό"

    και http://www.eek.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1583:2013-04-08-17-40-25&catid=40:theoritical&Itemid=74 (με ενδιαφερει η φράση: "«Θεωρώ κιτς κάθε αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος που είναι ανίκανη να καταλάβει ή δεν θέλει να καταλάβει την οργανική σύνδεση ανάμεσα στον δικό μας παραμορφωμένο τρόπο ζωής και την ίδια την δυνατότητα του Ολοκαυτώματος.")

    θα μπορούσες να κάνεις καποιο σχόλιο; διακρίνεις καποια ένταση ανάμεσα στη δική σου θέση και τη θέση του Κέρτες ; (δεν έχω ιδεα ποιος ειναι ο Κέρτες)

    ανωνυμος 87

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Πραγματικα unzeitgemässe. Όμως unzeitgemässe για ενα χρόνο που δεν είναι ο δικός μας χρόνος.

    "Χρειαζόμαστε μια ανανεωμένη σχέση με τη φιλοσοφία... Χρειαζόμαστε την απόκοσμη αυστηρότητα της οντολογίας..."
    γιατι
    μονον ετσι θα αποκτησουμε άλλη σχεση με την πολιτική φαντασια.

    Και ενα μικρο "σχόλιο" που, άθελα του, συμπυκνωνει αρνητικότητα, επαναληψη, φαρσα και πολλα άλλα ενδιαφεροντα θεματα:

    «Εάν σήμερα εκλέχτηκε ο "Χρουστσόφ του Περισσού", μπορούμε βάσιμα να ελπίζουμε ότι το 2043 θα εκλεγεί ο "Γκορμπατσόφ του Περισσού". Ζωή να 'χουμε, να τον περιμένουμε».
    Π.Τατσόπουλος ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. 627
      Τόσοι και τόσοι γράφουν επειδή δεν έχουν τον χαρακτήρα που να τους το απαγορεύει.
      Karl Kraus

      Διαγραφή
    2. Είπε και κατι άλλο πολύ καλο:

      Curses on the law! Most of my fellow citizens are the sorry consequences of uncommitted abortions.

      Διαγραφή
  10. Ενδιαφέρον κείμενο, κυρίως γιατί αναδεικνύει την σημασία της ταξικής οπτικής στη ιστορική, φιλοσοφική θεώρηση.
    Άλλα η "εγχειρηματική φύση του υπαρκτού σοσιαλισμού" είναι η καλύτερη απάντηση στην αστική ιδεολογιά από ότι οι τελεολογικές λογικές του ξεπεράσματος του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού. Μήπως αντί να καλούμαι να επιλέξω ανάμεσα στα γκούλαγκ ή τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την αγωνία της επιβίωσης απέναντι στα αφεντικά ή απέναντι στις μυστικές αστυνομίες υπο την προοπτική μιας μελλοντικής ιστορικής δικαίωσης, θα ήταν καλύτερα να επικαιροποιηθεί η φιλοσοφική σκοπιά της σημερινής εργατικής τάξης ωστε να μεσολαβήσει ανάμεσα στον υποκειμενικό και αντικειμενικό παράγοντα;
    Γιατί ο καπιταλισμός όλο πεθαίνει αλλά..χωρίς ασημένιες σφαίρες ξαναζωντανεύει και μας πίνει το αίμα με καινούργια καλαμάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για το σχόλιο, χρειάζεται ψευδώνυμο. Βλ. πολιτική σχολιασμού.

      Διαγραφή
  11. (16/4/2:41 Κώστας). Η συλλογιστική σου παραπέμπει στην φράση της Α.Παπαρήγα από την πρόσφατη ομιλία της στην ΚΕ: "Η πιο ουσιαστική κριτική και βαθιά είναι όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος. Γιατί τότε μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά, όχι αυτός που διαφωνεί, αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί να κρίνει γιατί κυριαρχεί η διαφωνία του. Κρίνει με βάση τη διαφωνία του."
    Δηλαδή, παρότι μπορεί να συμφωνώ με το στόχο αν διαφωνώ με την στρατηγική του ΚΚΕ δεν είμαι σε θέση να την κρίνω, παρότι συμφωνώ με το στόχο του σοσιαλισμού αν διαφωνώ με την στρατηγική του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν είμαι σε θέση να τον κρίνω. Πως ελέγχεται η ορθότητα της θέσης σου σε σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα όταν υιοθετείς εκ των προτέρων τέτοιες παραδοχές;

    ΑπάντησηΔιαγραφή