Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Χρ. Μιάμης-Η θεωρία του ιμπεριαλισμού ως πολιτικό εργαλείο ανάλυσης και επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας (απόσπασμα)

Η θεωρία του ιμπεριαλισμού ως πολιτικό εργαλείο ανάλυσης και επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας (απόσπασμα)
του Χρήστου Μιάμη
(Το πλήρες κείμενο στην Μαρξιστική Επιθεώρηση Praxis, τεύχος 3)


Η θεωρία του ιμπεριαλισμού αποτελεί μέθοδο ανάλυσης της υφιστάμενης καπιταλιστικής πραγματικότητας σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, και παρέχει τη δυνατότητα ιχνηλάτησης και εκφοράς ενός στρατηγικού και τακτικού σχεδιασμού σύγκρουσης και ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης. Από αυτή τη σκοπιά, ο ιμπεριαλισμός, ως πολιτικό και οικονομικό εργαλείο, ανοίγει δρόμους στη δυνατότητα μια πολιτικά «ορθής», από την ιστορική οπτική των εργατικών συμφερόντων, ανάγνωσης της καπιταλιστικής πραγματικότητας, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο, με στόχο να συγκροτηθεί μια πολιτική γραμμή που τακτικά και στρατηγικά θα φορτίζεται και θα σχηματοποιείται σε συνάρτηση με το ζήτημα της εργατικής εξουσίας. Από αυτή τη σκοπιά ο ιμπεριαλισμός και κάθε συζήτηση αναφορικά με αυτόν, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και πολιτικής πράξης, συνδέεται οργανικά με τρία θεμελιώδη ζητήματα: το ζήτημα της σχέσης τακτικής-στρατηγικής, το ζήτημα της σχέσης εθνικού-διεθνικού και –καθοριστικά– το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης. Αυτοί οι τρεις πυλώνες, αυτό το πολιτικό, ιδεολογικό και θεωρητικό τρίγωνο, εμφανίζει μια διττή σχέση, καθώς αφενός συγκροτείται μια σχέση διαλεκτικής αλληλεπίδρασης των επιμέρους δίπολων που το συγκροτούν με το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, και αφετέρου το απόσταγμα που παράγεται από την προαναφερθείσα αλληλεπίδραση καθορίζει την ιστορική αξιοποίηση και χρησιμότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού ως εργαλείου, τόσο ενδελεχούς ανάλυσης όσο και, κυρίως, επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας.

Ωστόσο, πριν διαβούμε τον Ρουβίκωνα της ανάλυσης των παραπάνω σχέσεων και των γεννημάτων που παράγουν, είναι τελείως απαραίτητο να ενσκήψουμε σε μια πρωτογενή παρουσίαση του ιμπεριαλισμού όχι μόνο ως μιας μαρξιστικής θεωρίας με ανεκτίμητη σημασία για την εργατική τάξη, αλλά και ως κοινωνικού και οικονομικού σταδίου του καπιταλισμού, ως καπιταλισμού δηλαδή που έχει υπερβεί τη βαθμίδα του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού και έχει περάσει στο στάδιο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Στην παρούσα μελέτη δεν θα εστιάσουμε μονομερώς στην παράθεση των κριτηρίων του Λένιν για την εμφάνιση του ιμπεριαλισμού ως καπιταλιστικού σταδίου και της γενικότερης ανάλυσής τους, αλλά θα αποπειραθούμε να τα προβάλουμε στο πρόσωπο, στη φυσιογνωμία του σύγχρονου αναπτυγμένου καπιταλισμού, εντάσσοντας σε αυτόν και τον ελληνικό καπιταλισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι του.

Αν λοιπόν, σύμφωνα με την ανάλυση του Λένιν, ένα πλειοψηφικό μέρος του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου έχει διαβεί το κατώφλι του ελεύθερου ανταγωνισμού και έχει εισέλθει στο στάδιο του ιμπεριαλισμού στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα (1900-1903), τότε υποθέτουμε, με σχεδόν απόλυτη ασφάλεια, ότι στις αρχές του 21ου αιώνα που διανύουμε, η συντριπτική πλειοψηφία του καπιταλιστικού κόσμου βρίσκεται στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, ειδικά εκείνο το κομμάτι του καπιταλιστικού κόσμου που συμμετέχει ενεργά και με διαχρονικότητα σε οικονομικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές ολοκληρώσεις του κεφαλαίου, όπως είναι η ΕΕ, η ΟΝΕ, το ΝΑΤΟ κ.ο.κ. Με αυτό το σκεπτικό, το επόμενο βήμα μας είναι να αναλύσουμε τις σχέσεις ηγεμονίας και αλληλεπίδρασης που πραγματώνονται ανάμεσα στους επιμέρους εθνικούς καπιταλισμούς, ανάμεσα στους επιμέρους ιμπεριαλισμούς, στις επιμέρους αστικές τάξεις εντός του διεθνούς καπιταλιστικού πλέγματος.

Αποτελεί δεδομένο γεγονός ότι οι επιμέρους αστικές τάξεις εμφανίζουν μια διπλή φύση, καθώς από τη μια πλευρά διεξάγουν έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό μεταξύ τους, ώστε να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τη θέση τους σε διεθνικό επίπεδο, και από την άλλη αυτή τους η προσπάθεια δεν μπορεί να έχει παρά αμελητέα επιτυχία, αν δεν τροφοδοτείται από την ολιστική συντριπτική επικράτησή τους στον εσωτερικό πόλεμο που διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο με την κάθε επιμέρους εργατική τάξη. Συνεπώς, οι επιμέρους ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις διεξάγουν έναν ιστορικό εσωτερικό και εξωτερικό πόλεμο, με τον εσωτερικό πόλεμο ενάντια στον κόσμο της εργασίας να εμφανίζεται και να είναι καθοριστικός, καθώς είναι αυτός που προσδιορίζει στον ύψιστο βαθμό τη θέση κάθε επιμέρους αστικής τάξης στον διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Συνεπώς, η κάθε αστική τάξη έχει ταυτόχρονα μια εθνική και μια διεθνική λειτουργία, καθ’ όλα υποταγμένη στον τακτικό και στρατηγικό της σχεδιασμό, που υπηρετεί απαρέγκλιτα το κυρίαρχο πρόταγμα σε ό,τι αφορά στη διατήρηση και διαιώνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας εντός των εθνικών ορίων, ώστε αυτή να διατηρηθεί και να επεκταθεί σε διεθνικό επίπεδο. Σ’ αυτό εγκολπώνονται οργανικά οι επιμέρους ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που εκφράζονται εντός των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, μεταξύ είτε επιμέρους καπιταλιστικών ολοκληρώσεων είτε μπλοκ αστικών τάξεων, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή σε κάθε ιστορική συγκυρία δυνατότητα επέκτασης της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας εκ μέρους των ως άνω αναφερθέντων. Αυτοί παραμένουν σε διαρκή ανταγωνισμό, ο οποίος διατηρείται αέναος παρά την αυξομείωση της έντασής του, καθώς ποτέ δεν καταλήγει σε έναν παγκόσμιο κοινό και αδιαίρετο ιμπεριαλισμό, όπως υποθέτει η «καουτσκική» φενάκη περί υπεριμπεριαλισμού ή, πιο σύγχρονα, διάφορες μεταφυσικές θεωρήσεις περί παγκόσμιας καπιταλιστικής αυτοκρατορίας.

Στο στάδιο λοιπόν του ιμπεριαλισμού, οι επιμέρους αστικές τάξεις συνδέουν άρρηκτα την εθνική και διεθνική πάλη τους για επικράτηση, τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό πόλεμο που διεξάγουν, με τον τακτικό και στρατηγικό σχεδιασμό που κάθε φορά χρησιμοποιούν. Ο σχεδιασμός αυτός υπηρετεί την καθολική επιδίωξη που αφορά στην εμπέδωση, διατήρηση και επέκταση της καπιταλιστικής και οικονομικής τάξης σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Συνεπώς, ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στην πιο αναπτυγμένη του ιστορική εκφορά σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο. Οι επιμέρους αστικές ιμπεριαλιστικές τάξεις, ανάλογα με τον βαθμό ανάπτυξης στον οποίο βρίσκεται η καθεμιά, διεξάγουν έναν διαρκή διπλό πόλεμο, με στόχο την απόλυτη επικράτηση στο εθνικό πεδίο και τη διατήρηση και αναβάθμιση της θέσης τους στο διεθνικό πεδίο. Η θέση αυτή προσδιορίζεται καθοριστικά από το εύρος και το βάθος της κυριαρχίας που έχει επιτύχει η κάθε αστική τάξη στον εσωτερικό πόλεμο ενάντια στη δική της εργατική τάξη.

Σε αυτό το σημείο είναι δόκιμο να τεθούν κάποια ερωτήματα:

Πώς ορίζεται μια αστική τάξη ως ιμπεριαλιστική, πώς γίνεται δηλαδή κατανοητό και εύληπτο ότι ένα καπιταλιστικό κράτος είναι ιμπεριαλιστικό, δηλαδή εμφανίζει σε γεωπολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό επίπεδο, στην εθνική και διεθνική του διάσταση, τα πέντε στοιχεία που αναφέρει ο Λένιν και τα οποία καθορίζουν τη φυσιογνωμία του;

Άραγε, είναι αναγκαίο να συνυπάρχουν στον ίδιο βαθμό, στην ίδια ένταση και για τον ίδιο χρόνο όλα αυτά τα κριτήρια, για να θεωρηθεί ένα καπιταλιστικό κράτος ιμπεριαλιστικό;

Εάν υπολείπεται για μια ορισμένη χρονική περίοδο ένα από τα κριτήρια; Αν, για παράδειγμα, για κάποιο χρονικό διάστημα ένα καπιταλιστικό κράτος εμφανίσει μείωση στον ρυθμό εξαγωγής κεφαλαίων, παύει να είναι ιμπεριαλιστικό;

Μπορεί άραγε ένα καπιταλιστικό κράτος να περάσει από το στάδιο του ελεύθερου ανταγωνισμού σε αυτό του ιμπεριαλισμού εν μια νυκτί, καλύπτοντας ταυτόχρονα στον ίδιο βαθμό όλα τα κριτήρια που συνιστούν το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό;

Η σχέση ελεύθερου ανταγωνισμού-ιμπεριαλισμού συνιστά σχέση απόλυτης τομής ή σχέση τομής και συνέχειας, με την έννοια ότι στοιχεία και πλευρές του προηγούμενου σταδίου συνεχίζουν να υφίστανται στο νέο, λαμβάνοντας νέα ποιότητα και μορφή;

Ας επιλέξουμε την άρθρωση μιας συνολικής απάντησης στα προαναφερθέντα ερωτήματα, αξιοποιώντας την ως διαδικασία μετάβασης, ώστε να αποπειραθούμε να «βιώσουμε» τον ιμπεριαλισμό και να αποτολμήσουμε μια εργατική επαναστατική απάντηση σε αυτόν, σε χρόνο παρόντα, σε μια καπιταλιστική κρίση εκκωφαντικά παρούσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου