Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Alain Badiou-Το υποκείμενο της αλλαγής, σεμινάριο 4 (ΙΙΙ)

Αυτό το σημείο είναι σημαντικό για τους φιλοσόφους διότι έχουμε πολύ συχνά τον πειρασμό να αποδείξουμε ότι κάτι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, αν είσαι άθεος, είναι καλό να έχεις μια απόδειξη ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ δύσκολο να βρεις τέτοια απόδειξη. Μοιάζει με τον πειρασμό του Ζήνωνα να αποδείξει ότι δεν υπάρχει κίνηση. Η χρήση της άρνησης είναι πάντα προβληματική όταν η απόδειξη αφορά το ότι κάτι δεν υπάρχει. Γενικά, η απόδειξη είναι κυκλικού χαρακτήρα. Υποθέτεις ότι το πράγμα δεν υπάρχει ώστε να έχεις απόδειξη ότι το πράγμα δεν υπάρχει. Το ερώτημα της αλλαγής βρίσκεται πάντα σε δύσκολη σχέση με το ερώτημα της άρνησης. Αυτό ήταν που ανέδειξε η φαινομενολογική συζήτηση. Η αλλαγή είναι άρνηση.

Δεν μπορούμε να στοχαστούμε την αλλαγή χωρίς να ισχυριστούμε ότι κάτι δεν είναι αυτό που ήταν. Και έτσι έχουμε πάντα μια άρνηση μέσα στην ιδέα της αλλαγής. Για τον λόγοα αυτό η ιδέα του Παρμενίδη ήταν να δεχτεί την αν-υπαρξία της άρνησης. Αλλά βλέπετε τις επιπλοκές; Αν αποδεχτείς την αν-υπαρξία της άρνησης, χρησιμοποιείς άρνηση, με τη μορφή της άρνησης της άρνησης. Πρόκειται για την απαρχή της μεγάλης ιστορίας της άρνησης της άρνησης στην συζήτησή μας περί διαλεκτικής.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο κεντρικό σημείο, το οποίο είναι η σχέση ανάμεσα στην αλλαγή και την άρνηση. Επιμένω στο σημείο ότι όλο το υλικό για την συζήτηση της έννοιας της αλλαγής βρισκόταν ήδη εκεί απ' την αρχή, με τον Παρμενίδη, τον Ηράκλειτο και τον Αριστοτέλη. Η πραγματική δυσκολία για τον Παρμενίδη ήταν η χρήση της άρνησης. Αν διαψεύδεις τις ενδείξεις της εμπειρίας, μαζί με τον Παρμενίδη, τότε αποκτάς τη δυσκολία της χρήσης της άρνησης. Και αν αποδέχεσαι την άρνηση, πρέπει επίσης να αποδεχτείς την αλλαγή και την δυνατότητα ότι κάτι μπορεί να είναι διαφορετικό από τον εαυτό του. Αν θέλετε ένα ιστορικό παράδειγμα για αυτό, μπορείτε να συγκρίνετε την επίλυση στο ερώτημα της αλλαγής που δίνει ο Αριστοτέλης με αυτή που δίνει ο Καντ. Η θέση του Καντ ήταν ο ισχυρισμός πως η εμπειρία μας δεν είναι εμπειρία του αληθινού είναι ως τέτοιου. Πρόκειται για την άρνηση του συμπεράσματος στο οποίο έφτασε ο Ηράκλειτος. Ο Ηράκλειτος ισχυρίστηκε ότι η εμπειρία της αλλαγής που έχουμε είναι οντολογική εμπειρία, στον βαθμό που το είναι ως τέτοιο είναι αλλαγή. Το σημείο εκκίνησης του Καντ είναι το αντίστροφο: η εμπειρία μας είναι μια υποκειμενική εμπειρία και δεν υπάρχει κανένας λόγος η καθαρά υποκειμενική μας εμπειρία να είναι η εμπειρία του είναι ως τέτοιου. Η εμπειρία μας λοιπόν της αλλαγής --οι ενδείξεις της αλλαγής-- είναι υποκειμενική ένδειξη.

Για τον Καντ, το πρόβλημα ήταν πώς γίνεται η εμπειρία να είναι υποκειμενική κι ωστόσο την ίδια στιγμή να είναι η ίδια για όλους. Αν η εμπειρία είναι υποκειμενική, τότε δεν διαφαίνεται λόγος να είναι εμπειρία του ίδιου κόσμου για όλους. Και έτσι, πρέπει να υπάρχει μια κίνηση --όπως της μέρας μετά τη νύχτα-- η οποία να ισχύει για όλους. Ξέρετε, η δυσκολία για τον Καντ ήταν η δυσκολία του να σκεφτείς πως μια καθαρά υποκειμενική εμπειρία έχει ένα στοιχείο σταθερότητας, ή ότι είναι ίδια για όλους. Ο Καντ εισήγαγε μια δομή της ίδιας της υποκειμενικότητας, μια ανθρώπινη δομή η οποία είναι η κοινή δομή της οργάνωσης της εμπειρίας. Η εμπειρία μας είναι υποκειμενική αλλά είναι επίσης τρόπον τινά οικουμενική διότι η δομή της εμπειρίας είναι ίδια για όλους, για κάθε υποκείμενο. Υπάρχει κάποιο είδος δομικής υποκειμενικότητας το οποίο είναι το ίδιο για κάθε άτομο, και ο Καντ ονόμασε αυτή τη δομική υποκειμενικότητα "υπερβατικό υποκείμενο." Το υπερβατικό υποκείμενο είναι εκείνο το μέρος της υποκειμενικότητάς μας το οποίο είναι κοινό σε κάθε υποκείμενο.

Για τον Καντ, η εμπειρία μας της αλλαγής είναι υποκειμενική και οικουμενική. Και ίσως το είναι ως τέτοιο να μην υπόκειται στην αλλαγή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Δεν μπορούμε να έχουμε καθαρή γνώση του είναι ως τέτοιου. Αλλά ο Καντ παραδέχτηκε πως υπάρχει ένα τμήμα του είναι ως τέτοιου το οποίο δεν υπόκειται στην αλλαγή.  Το παραδέχτηκε επειδή ήταν θρήσκος. Για τον Καντ υπάρχει Θεός, και είναι απόλυτος, Χριστιανικός Θεός, είναι Θεός που δεν υπόκειται σε αλλαγή. Είναι Θεός ο οποίος δημιουργεί τον κόσμο. Αλλά δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, είναι ζήτημα πίστης. Κι έτσι βρισκόμαστε στο όραμα του Αριστοτέλη, όπου υπάρχει ένα τμήμα του κόσμου το οποίο υπόκειται στην αλλαγή, η οποία είναι η υποκειμενική εμπειρία του κόσμου, και υπάρχει ένα τμήμα το οποίο δεν υπόκειται στην αλλαγή. Και το τμήμα αυτό το οποίο δεν υπόκειται στην αλλαγή είναι ο Θεό, και δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να γνωρίζουμε τον Θεό. Δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία του Θεού. Πρέπει να έχουμε καθαρή πίστη. Το μεγάλο ζήτημα για τον Καντ ήταν το ερώτημα του ορίου της λογικής. Η λογική μπορεί να γνωρίζει μόνο ό,τι παρουσιάζεται από την εμπειρία, αλλά η εμπειρία είναι σχετική με την δομή της υποκειμενικότητας. Δεν έχουμε πραγματική γνώση αυτού που είναι. Αλλά με την πίστη, την θρησκεία και την πεποίθηση, και επίσης στο πεδίο της κατηγορηματικής ηθικής, μπορούμε να έχουμε ένα διαφορετικό πεδίο εμπειρίας το οποίο δεν είναι καθόλου γνώση. Είναι πίστη. Η πίστη ανοίγει τον νου μας σε έναν άλλο κόσμο ο οποίος δεν υπόκειται σε αλλαγή. Και καταλαβαίνετε, αυτό ήταν το όραμα και του Αριστοτέλη.

Θα ολοκληρώσω για σήμερα: εξ αρχής έχουμε τρεις μεγάλους φιλοσοφικούς προσανατολισμούς σε ό,τι αφορά την αλλαγή. Έχουμε τον παρμενιδικό προσανατολισμό, ο οποίος παρίσταται επίσης σε κάποιες μορφές ανατολίτικης σοφίας όπως είναι ο ισχυρισμός ότι η αλλαγή είναι ψευδαίσθηση και ότι η αλήθεια βρίσκεται στην ακινησία. Μέσα σ' αυτή τη θέση, το είναι ως τέτοιο δεν υπόκειται στην αλλαγή. Το είναι ως τέτοιο είναι μια καθαρή συνέχεια του εαυτού του και μια καθαρή κατάφαση του εαυτού του. Η αλλαγή, η πολλαπλότητα, και λοιπά, είναι πράγματα τα οποία πηγάζουν από τις αδυναμίες μας. Ο δεύτερος μεγάλος προσανατολισμός είναι η κατάφαση στην οικουμενικότητα της αλλαγής και του είναι ως τέτοιου ως αλλαγής. Το ζήτημα ήταν να συνειδητοποιήσουμε την οντολογική φύση της αλλαγής. Όλα όσα υπάρχουν υπάρχουν με τη μορφή ενός γίγνεσθαι. Αυτός είναι ο μεγάλος προσανατολισμός του βιταλισμού. Το είναι ως τέτοιο είναι σαν ένα μεγάλο πλάσμα, είναι σαν κάτι το οποίο είναι ζωντανό και έχει τη δύναμη της ζωής. Είναι η συνεχής αλλαγή της δημιουργίας σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα. Στην αρχή, αυτή ήταν η θέση του Ηράκλειτου, αλλά κατοπινά έχουμε πολλά σύγχρονα παραδείγματα. Ο τρίτος προσανατολισμός είναι η αναγνώριση των διαφορετικών επιπέδων: ενός επιπέδου στο οποίο ο νόμος είναι η αλλαγή, και ενός επιπέδου το οποίο δεν υπόκειται σε αλλαγή. 

Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο του ερωτήματος της αλλαγής από την αρχή της φιλοσοφίας. Αύριο θα αποπειραθώ να προτείνω τον τέταρτο προσανατολισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου